
Η ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ
ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν.
3127/2003»
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ…………………………………………………………………................σελ. 9
ΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡ. 4 Ν. 3127/2003:............σελ. 12
ΙΙ. Α. Ο Α.Ν. 1539/1938 περί Προστασίας
των ∆ηµοσίων
Κτηµάτων…………..............σελ.
12
ΙΙ. Α. 1. Οριοθέτηση της έννοιας των δηµοσίων κτηµάτων (άρθρο 1 Α.Ν.
1539/1938)………………………………………………………………………...............σελ. 12
ΙΙ. Α. 2. Το ανεπίδεκτο
νοµής των δηµοσίων κτηµάτων από ιδιώτη (άρθρο 2 Α.Ν.
1539/1938)………………………………………………………………………................σελ. 14 ΙΙ. Α. 2. α.
Πλάσµα νοµής / αµάχητο τεκµήριο νοµής του ∆ηµοσίου επί των αδέσποτων και
δηµοσίων κτηµάτων……………………………………………..........................................σελ. 15 ΙΙ. Α. 2. β. Ανεπίδεκτο χρησικτησίας κτηµάτων του ∆ηµοσίου από
ιδιώτη…..………………………………………………………………………...................σελ. 16 ΙΙ. Α. 2. γ. Η απλή ύπαρξη και µόνο τίτλου κυριότητος
ιδιώτη επί δηµοσίου ακινήτου δεν συνιστά διακατοχική
πράξη………………………………………………...........................σελ. 16
ΙΙ. Α. 3. Το απροστάτευτο της νοµής του ιδιώτη
απέναντι στην κυριότητα του ∆ηµοσίου στη δίκη περί της νοµής (άρθρο 3 Α.Ν. 1539/38)
…………………………………………………………………………………...................σελ. 17
ΙΙ. Α. 3. α. Η ουσία της
διατάξεως……………………………………………....................σελ. 17 ΙΙ. Α. 3. β. Ζήτηµα: ∆ύναται να συναχθεί
από την εν λόγω διάταξη
µαχητό τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί
παντός ακινήτου της επικρατείας, του τεκµηρίου αυτού ανατρεπόµενου µόνο σε
περίπτωση απόδειξης από τον ιδιώτη ίδιου δικαιώµατος
κυριότητας;………………………………………………………........................................σελ. 18
ΙΙ.
Α. 4. Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου (άρθρο 4 Α.Ν.
1539/1938)………………………………………………………………………................σελ. 24
ΙΙ. Α. 5. Το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων
Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας
(άρθρο 10
Α.Ν.1539/1938)……………………………………….......................................σελ. 29
ΙΙ. Α. 6. Επίλυση των αµφισβητήσεων διακατοχής µεταξύ
∆ηµοσίου και ιδιώτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών (άρθρο 22 Α.Ν.
1539/1938)…………………….........................σελ.
32
ΙΙ. Α. 7. ∆υνατότητα εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος
από ιδιώτη νοµέα ή κάτοχό του, έχοντος ή και στερούµενου σχετικού τίτλου (άρθρο
26 Α.Ν. 1539/1938)……....................................σελ. 33
ΙΙ. Β. Το πεδίο εφαρµογής του Α.Ν. 1539/1938: Τα ακίνητα του
∆ηµοσίου εν στενή εννοία…………………………………………………………………………….................σελ. 34
II. B. 1. Τα ακίνητα των Ο.Τ.Α.
………………………………………………. .................σελ.
35
II. B. 2. Εκκλησιαστικά ακίνητα – Ακίνητα
των Ιερών Μονών………………...................σελ.
36
ΙΙ.
Γ. Συνοπτική παρουσίαση της ισχύουσας µέχρι την εισαγωγής του Ν. 3127/2003
νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων…………………………………………......................................σελ. 37
ΙΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΣΥΝΕΙ∆ΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ………………………………………………….........................................σελ. 38
ΙΙΙ. Α. Μεσολαβήσασα µεταβολή των κοινωνικών,
πολιτικών, οικονοµικών και νοµικών
συνθηκών……………………………………………………………..................................σελ. 38 ΙΙΙ. Β. Εισαγωγή του θεσµού του
Εθνικού Κτηµατολογίου – Προβληµατισµοί σχετικά µε την εναρµόνιση του νέου
συστήµατος δηµοσιότητας και της ήδη διαµορφωθείσης νέας κοινωνικο- πολιτικής πραγµατικότητας µε την ισχύουσα τότε νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων……………………………………………...........................................................σελ. 39 ΙΙΙ. Γ. Η υπ’ αριθµόν 49/2000
Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ενδεικτική της
συνειδητοποιήσεως από το νοµικό κόσµο της επιτακτικής ανάγκης για αναθεώρηση
του διέποντος τη δηµόσια
περιουσία νοµοθετικού πλαισίου……...............................................σελ. 40
IV. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Η ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003……....................σελ. 44
IV. Α. Το
κείµενο του νόµου………………………………………………….....................σελ. 44
IV. Β. Οι τελευταίες
τροποποιήσεις του κειµένου του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 πριν την τελική ψήφισή του
και οι απόψεις που διατυπώθηκαν από τα µέλη της Βουλής των Ελλήνων αναφορικά
µε την
επίµαχη
διάταξη……………………………..............................................................σελ. 45
IV. Γ. Πρώτα, γενικά
σχόλια ως προς τη διάταξη του άρθρου 4. Ν. 3127/2003 .................σελ. 54 IV. ∆. Πεδίο εφαρµογής του άρθρου 4 Ν.
3127/2003…………………………...................σελ.
56
IV. Ε. Οι
επιµέρους µορφές κτήσεως κυριότητας µε χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού
∆ηµοσίου σύµφωνα µε το άρθρο 4 Ν.
3127/2003…………………………………………………………………….................….σελ. 59
IV. Ε. 1. Η τακτική
χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν.
3127/2003……………………………………………………..........................................σελ. 59 IV. Ε. 1. α. Οι προϋποθέσεις
………………..…………………….................…………… σελ.
59
IV. Ε. 1. β. ∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης
υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ Ν. 3127/2003
µορφής
(τακτικής) χρησικτησίας και
της τακτικής χρησικτησίας
των άρθρων 1041,
1043
Α.Κ…………………………………………………..................................................……..
σελ. 73
IV. Ε. 2. Η έκτακτη
χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού ∆ηµοσίου κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν.
3127/2003…………………………………………………….....................................σελ. 75 IV. Ε. 2. α. Οι
προϋποθέσεις………………………………………….................………....σελ. 75
IV. Ε. 2. β. ∆ιαφορές µεταξύ της προβλεπόµενης
υπό του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β΄ Ν. 3127/2003
µορφής
(έκτακτης) χρησικτησίας και της έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 1045
Α.Κ……………………………………………………………….........................................σελ. 76 IV. ΣΤ. Πρόσφατη νοµολογία – Σχολιασµός
…………………………………...................σελ. 78
IV. ΣΤ. 1. Η υπ’ αριθµόν
348/2004 Γνωµοδότηση της Ολοµελείας του Νοµικού Συµβουλίου του
Κράτους……………………………………………………….............................................σελ. 78
IV. ΣΤ. 2. Η
υπ’ αριθµόν 98/2005 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας….................…..σελ. 80
IV. ΣΤ. 3. Η υπ’ αριθµόν
2072/2006 Απόφαση του Εφετείου
Θεσσαλονίκης……………………………………………………………..................……..σελ. 83
IV.
ΣΤ. 4. Η υπ’ αριθµόν
1121/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου………….....................................................................................................................σελ. 85 IV. ΣΤ. 5. Η υπ’ αριθµόν 1120/2008 Απόφαση του
Αρείου Πάγου……..................……...σελ.
86 IV.
ΣΤ. 6. Η
υπ’ αριθµόν 33/2008 Απόφαση του Αρείου Πάγου…………….....................σελ. 86
V. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤA – ΕΠΙΛΟΓΟΣ……………………..................…….. σελ. 89
VI. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ…………………………………………………….................……..σελ. 94
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ι. Α. Το Εθνικό
Κτηµατολόγιο συνιστά όχι µόνο ένα εγχείρηµα, αλλά πολύ περισσότερο ένα στοίχηµα
του Ελληνικού πολιτικού και νοµικού κόσµου, ο οποίος κλήθηκε µέσω της εισαγωγής
του νέου τούτου συστήµατος δηµοσιότητας εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί των
ακινήτων να εγγυηθεί:
-
για την εγκαθίδρυση ενός κτηµατο-κεντρικού συστήµατος
δηµοσιότητας, εγγυώµενου την απόλυτη ασφάλεια ως προς το διέπον το εκάστοτε
ακίνητο ιδιοκτησιακό καθεστώς, το οποίο θα έθετε ένα τέλος στις ατελείωτες ώρες
ελέγχου στα κατά τόπον αρµόδια, προσωπο–κεντρικά αρχειοθετηµένα Υποθηκοφυλακεία
και στην αβεβαιότητα που δηµιουργείτο για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εκάστοτε
ακινήτου λόγω της πληµµελούς πολλές φορές τηρήσεως των Αλφαβητικών Ευρετηρίων,
των Βιβλίων Μερίδων (τα οποία µάλιστα τηρούνται χειρόγραφα και συχνά
δυσανάγνωστα, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει έτι περαιτέρω τη διενέργεια του
σχετικού ελέγχου) και των Βιβλίων Μεταγραφών,
-
για την ακριβή περιγραφή, πρωτίστως για την ακρίβεια της
επιφανείας – εκτάσεως των καταγεγραµµένων ακινήτων, και την οριοθέτησή τους εν
σχέσει µε τα γειτονικά ακίνητα, δεδοµένου ότι µέχρι και σήµερα, στο πλαίσιο του
συστήµατος µεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, δεν ήταν απαραίτητη η προσάρτηση
στα συντασσόµενα συµβόλαια σχετικού τοπογραφικού διαγράµµατος, στο οποίο να καταγράφονται µε σαφήνεια και πληρότητα
άπαντα τα προσδιοριστικά και εξατοµικευτικά του ακινήτου στοιχεία, µε
αποτέλεσµα οι συναλλασσόµενοι πολλές φορές να µην γνωρίζουν επακριβώς τί
µεταβιβάζουν ή τί περιέρχεται στην κυριότητά τους,
-
για την οριστική πλέον αποσαφήνιση, µέσω της διαδικασίας
της κτηµατογραφήσεως και της παράλληλης συντάξεως δασικών χαρτών, του χαρακτήρα των ακινήτων της
επικράτειας (ως αγροτεµαχίων, οικοπέδων, κάθετων ή οριζοντίων ιδιοκτησιών,
δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων κλπ), ο οποίος χαρακτήρας, καίτοι δεν αποτελεί στο πλαίσιο του Εθνικού
Κτηµατολογίου περιεχόµενο του οικείου κτηµατολογικού φύλλου και συνεπώς δεν
καλύπτεται από το αµάχητο τεκµήριο των οριστικών πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών1,
εν τούτοις αποδεικνύεται συχνά καθοριστικής σηµασίας για την άµεση διευθέτηση
του αµφισβητούµενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενός σηµαντικού αριθµού υπό
κτηµατογράφηση ακινήτων, έτσι ώστε κανείς συναλλασσόµενος να µη βρεθεί στη
δυσάρεστη θέση, στο πλαίσιο λειτουργίας του νέου θεσµού δηµοσιότητας
εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί ακινήτων, να αντιµετωπίσει, µετά από µία πολυδάπανη αγοραπωλησία ενός
ακινήτου, την προβολή από µέρους του ∆ηµοσίου τυχόν δικαιωµάτων του επ’ αυτού,
διότι δήθεν πρόκειται περί εκτάσεως δασικού χαρακτήρα.
![]() |
1 εν αντιθέσει µε τα ισχύοντα υπό
το καθεστώς του Κτηµατολογικού Κανονισµού ∆ωδεκανήσου
Ι. Β. Στο πλαίσιο του ως άνω
στοιχήµατος, και, ειδικότερα, κατά την εκπόνηση των
µελετών
κτηµατογράφησης του Ν. 2308/1995 για
τη σύνταξη Εθνικού Κτηµατολογίου αναδεικνύονται σοβαρότατα νοµικά, πρωτίστως δε
κοινωνικά προβλήµατα, συνδεόµενα µε την εφαρµογή της
νοµοθεσίας, της σχετικής
µε το ιδιοκτησιακό
καθεστώς των ακινήτων
του
∆ηµοσίου, ιδίως στις περιοχές εντός σχεδίου πόλεως.
Οι κύριοι άξονες της
όλης προβληµατικής συνίστανται2:
- στο καθιερωµένο νοµοθετικά
«απαράγραπτο» των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου,
-
στην σαφή του αντίθεση προς τη δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη
που επιδεικνύουν στα, συνταχθέντα και κυρωθέντα από το ίδιο το ∆ηµόσιο, σχέδια
πόλεως οι συναλλασσόµενοι, προβαίνοντας σε συναλλαγές επί των συµπεριληφθέντων
σε αυτά ακινήτων, δίχως να δύνανται να γνωρίζουν ότι αυτά ενδέχεται να
διεκδικούνται από το ∆ηµόσιο,
- στην υποβολή από
µέρους του ∆ηµοσίου δηλώσεων κυριότητας
του Ν. 2308/1995 για ακίνητα τα οποία εµπίπτουν πλέον στο σχέδιο πόλης,
έχουν χαρακτηριστεί ως οικοδοµήσιµοι χώροι και, στα οποία, µάλιστα, συχνά,
έχουν ήδη αναγερθεί κτίσµατα και διαµένουν πολίτες, µε επίκληση του δασικού
χαρακτήρα των εν λόγω ακινήτων, τον οποίο η ∆ιοίκηση στηρίζει σε
αεροφωτογραφίες προγενέστερες της εντάξεως της περιοχής στο σχέδιο πόλεως,
οπότε το ακίνητο εµφάνιζε δασική βλάστηση ή είχε χορτολιβαδικό χαρακτήρα.
Μάλιστα, η εν λόγω προβληµατική αφορά ακόµη και τους προϋφιστάµενους του έτους
1923 οικισµούς, καθώς και τους οικισµούς κάτω των 2.000 κατοίκων, των οποίων τα
όρια έχουν εγκριθεί µε διοικητική πράξη.
Ειδικότερα:
Για την εκπόνηση των
δασικών χαρτών, οι οποίοι καταρτίζονται παράλληλα µε τις
µελέτες
κτηµατογράφησης, λαµβάνεται υπ’ όψιν όχι µόνο η νεότερη αεροφωτογραφία (π.χ.
του 1996), αλλά και η παλαιότερη (εν έτει 1945, και ειδικότερα στην Αττική εν
έτει 1937 ή 1938). Ως εκ τούτου, για τον χαρακτηρισµό ενός ακινήτου ως δασικού
κατά τις δασικές υπηρεσίες αρκεί αυτό να εµφανίζεται ως τέτοιο σε µία από τις δύο αεροφωτογραφίες,
ακόµη και την προγενέστερη: Συνεπώς, αν ένα ακίνητο εµφανίζει στην αεροφωτογραφία
του έτους 1938 δασική βλάστηση, το ∆ηµόσιο έχει το δικαίωµα να το δηλώσει στο
Κτηµατολόγιο ως ανήκον σε αυτό κατά κυριότητα, ακόµη και αν αυτό σήµερα έχει
ενταχθεί σε εγκεκριµένο σχέδιο πόλης και έχει
οικοδοµηθεί.
Είναι
προφανές, όµως, ότι αποτελεί σηµαντικότατη αντινοµία,
αλλά και συµπεριφορά µη συνάδουσα µε την αρχή της χρηστής διοίκησης, όταν το
∆ηµόσιο αφενός µεν εγκρίνει σχέδια
![]() |
2 Βλ. Αιτιολογική Έκθεση της Προσθήκης – Τροπολογίας στο σχέδιο νόµου
«Τροποποίηση και συµπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη
Κτηµατογράφηση και το Εθνικό Κτηµατολόγιο», η οποία και ψηφίσθηκε τελικά από τη
Βουλή ως άρθρο 4 του ν. 3127/2003, δηµοσιευµένη στον Κώδικα Κτηµατολογίου των Φ. ∆ωρή – Λ. Κιτσαρά, Π.Ν. Σάκκουλας
∆ίκαιο & Οικονοµία 2004, σελ. 115-118
πόλεων
χαρακτηρίζοντας έτσι µία περιοχή ως οικοδοµήσιµη, άρα µη δασική, δηµιουργώντας,
κατ’ αυτόν τον τρόπο, µε τις δικές του ενέργειες, «φαινόµενο δικαίου», δηλαδή
κατάσταση που δικαιολογηµένα εµπιστεύεται ο πολίτης, αφετέρου δε ανατρέπει στη συνέχεια το φαινόµενο αυτό, διεκδικώντας
την κυριότητα σε αυτά τα ακίνητα κατ’ επίκληση του πρώην δασικού χαρακτήρα της
περιοχής, ο οποίος µε δικές του ενέργειες απωλέσθη οριστικά.
Μάλιστα, η κατάσταση αυτή περιπλέκεται περαιτέρω από τις
εξής δύο (2) διατάξεις:
- από το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 998/1979, σύµφωνα
µε το οποίο ο Ν. 998/1979, ο οποίος περιέχει τις σηµαντικότερες, αν και όχι
όλες τις διατάξεις της δασικής νοµοθεσίας, ∆ΕΝ
εφαρµόζεται σε περιοχές που ευρίσκονται εντός εγκεκριµένων σχεδίων πόλεως ή
σε περιοχές που καταλαµβάνονται από οικισµούς προϋφιστάµενους του έτους 1923 ή
σε οικοδοµήσιµες εκτάσεις των οικιστικών περιοχών του Ν. 947/1979 και
- από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 999/1979, το
οποίο προβλέπει ότι είναι έγκυρα τα σχέδια πόλεως πριν από τις 20-04-1967,
ακόµη και χωρίς την υπογραφή του Υπουργού Γεωργίας, χωρίς όµως να θίγονται τα
τυχόν εµπράγµατα του ∆ηµοσίου.
Από τη συνδυαστική ερµηνεία του συνόλου των ανωτέρω
διατάξεων δηµιουργείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς συνάγεται ότι το γεγονός της
ένταξης µιας περιοχής σε σχέδιο πόλης ή το πραγµατικό γεγονός µία περιοχή
µε ενδεχοµένως δασικό
χαρακτήρα να αποτελούσε ήδη οικισµό κατά το 1923 ή να οριοθετήθηκε ως οικισµός κάτω των 2000 κατοίκων µετά το 1923,
δεν επιδρά στα εµπράγµατα δικαιώµατα που αρύεται το ∆ηµόσιο από
τον τυχόν πρώην δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων
αυτών3.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα το ∆ηµόσιο, όχι µόνο κατά την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους, ότε και θα
ήταν λογική και αναµενόµενη η διεκδίκηση της ακινήτου περιουσίας του
νεοσυσταθέντος κράτους, αλλά και πολύ µεταγενέστερα, και ιδίως µετά την έναρξη αεροφωτογράφησης του
ελληνικού κράτους να επικαλείται δικαιώµατα κυριότητας σε εκτάσεις που είχαν κάποτε δασικό ή χορτολιβαδικό
χαρακτήρα. Είναι, µάλιστα, αυτονόητο ότι στις περιοχές αυτές το ∆ηµόσιο
ουδέποτε είχε επιδιώξει µέχρι πρότινος να ασκήσει τα εµπράγµατα δικαιώµατά του.
![]() |
Συµπερασµατικώς, το Ελληνικό ∆ηµόσιο το µόνο που είχε να πράξει για τις εκτάσεις αυτές είναι η «αεροφωτογράφησή» τους και η καταγραφή τους «ως δασικών», χωρίς εντούτοις να έχει ενηµερώσει για το εν λόγω γεγονός και τις έννοµες συνέπειές του, τους πολίτες του και χωρίς να έχει επιδιώξει να ασκήσει τα διεκδικούµενα από αυτό εµπράγµατα δικαιώµατα επί των εκτάσεων αυτών, όταν µε κανονιστικές της πράξεις η ίδια η ∆ιοίκηση θεωρούσε τις εκτάσεις
3 Η ερµηνεία, όµως. αυτή έρχεται σε άµεση αντίθεση µε την πάγια νοµολογία του
Συµβουλίου της Επικρατείας, το οποίο ερµηνεύοντας το Ν. 998/1979 αποφάνθηκε ότι
τα σχέδια πόλεως και οι συναφείς διοικητικές πράξεις αποτελούν νόµιµους λόγους
απώλειας του δασικού χαρακτήρα ενός ακινήτου (µέχρι 11-06-1975), ως εκ τούτου
δε ο δασάρχης δεν µπορεί να επανέλθει χαρακτηρίζοντας το ακίνητο δασικό (µε τη
διαδικασία του άρθρου 14 Ν. 998/1979), Βλ. ∆ηµητρίου Β. Αργυρίου, Το ∆ίκαιο του Κτηµατολογίου, Νοµική
Βιβλιοθήκη 2008, σελ.51-52
αυτές, για πολλές από τις οποίες
έχουν µάλιστα συντελεστεί και πράξεις εφαρµογής
των σχεδίων τους, οικιστικές,
επιτρέποντας σε αυτές τη δόµηση και την άσκηση δικαιωµάτων από µέρους των
διοικουµένων επί πάρα πολλές δεκαετίες.
Ι. Γ. Ενόψει, λοιπόν,
της διενέργειας της διαδικασίας κτηµατογράφησης, στα πλαίσια της οποίας το
Ελληνικό ∆ηµόσιο έχει τη δυνατότητα:
-
είτε της εξ αρχής
υποβολής δηλώσεως κυριότητας του Ν.
2308/1995 για τα ως άνω ακίνητα, ως προς τα οποία είχε επιτρέψει την καθ’
όλα νοµότυπη κτήση ιδιωτικών δικαιωµάτων υπό των διοικουµένων,
-
είτε της υποβολής ενστάσεων
κατά της από µέρους των διοικουµένων υποβληθείσης δηλώσεως κυριότητας ως προς
ακίνητα, των οποίων την κυριότητα είχαν αποκτήσει βάσει νοµίµων τίτλων και συνεπεία
του υπό της ∆ιοικήσεως δηµιουργηθέντος «φαινοµένου δικαίου»4,
θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, µε την φιλοδοξία
και την πεποίθηση
ότι
η εν λόγω διάταξη θα αποκαθιστούσε το εµφανές στη συγκεκριµένη περίπτωση
έλλειµα κοινωνικής δικαιοσύνης, θα αντικατόπτριζε τη συντελεσθείσα εν τω µεταξύ
µεταβολή της κοινωνικής, πολιτικής και πολεοδοµικής πραγµατικότητας και θα
συνέβαλε καθοριστικά στην ολοκλήρωση της αφορώσης το Εθνικό Κτηµατολόγιο
νοµοθεσίας.
ΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Το νοµοθετικό καθεστώς της χρησικτησίας έναντι του
∆ηµοσίου πριν την τοµή του άρ. 4 Ν. 3127/2003.
ΙΙ. Α. Ο Α.Ν.
1539/1938 περί Προστασίας των ∆ηµοσίων Κτηµάτων: Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των δηµοσίων
κτηµάτων καθιερώθηκε κυρίως
µε τον
Α.Ν. 1539/1938.
Ειδικότερα:
ΙΙ. Α. 1. Οριοθέτηση της έννοιας
των δηµοσίων κτηµάτων (άρ. 1 Α.Ν. 1539/1938)5:
Το πεδίο εφαρµογής του α.ν. 1539/1938 και συνεπώς η
έκταση του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου οριοθετείται µε
την παρ. 2 του άρθρου 1, σύµφωνα µε
την οποία «2. Πάσαι αι διατάξεις του
παρόντος νόµου έχουσιν εφαρµογή δια πάντα
τα ακίνητα κτήµατα του ∆ηµοσίου…».
![]() |
Συνεπώς, σύµφωνα µε το γράµµα του νόµου, αλλά και την κρατούσα αντίληψη, συνιστούν δηµόσια κτήµατα και υπάγονται στις ρυθµίσεις του ως άνω νόµου, άρα και στο καθιερούµενο από αυτό απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, άπαντα τα ανήκοντα εις
4 Αλλά και µετά τη διενέργεια των πρώτων κτηµατολογικών εγγραφών και τη
έναρξη λειτουργίας του συστήµατος του Κτηµατολογίου, το Ελληνικό ∆ηµόσιο µπορεί
να προσβάλει τις εγγραφές αυτές εγείροντας τις σχετικές Αγωγές εντός των
προβλεποµένων προθεσµιών.
5 Βλ. Ευ. ∆ωρή, Τα ∆ηµόσια Κτήµατα, Αφοί Π. Σάκκουλα, 1980, Κεφάλαιο Ι∆΄
, Άρθρο 1 Α.Ν. 1539/1938, σελ. 346-352
την κυριότητα του ∆ηµοσίου κτήµατα είτε υπό την µορφή της δηµοσίας
κτήσεως είτε υπό την
µορφή της ιδιωτικής6, ήτοι:
i)
τα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), στα οποία περιλαµβάνονται τα
- τα κοινά τοις πάσι,
-
τα κοινόχρηστα, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε ∆ήµο ή
Κοινότητα ή ο νόµος δεν ορίζει διαφορετικά (π.χ. ότι ανήκουν σε ιδιώτη), ανήκουν
στο ∆ηµόσιο7 και
-
τα προορισµένα για την εξυπηρέτηση δηµοσίων, δηµοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών
ii)
τα αδέσποτα ακίνητα8,
καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν
χωρίς κληρονόµο9,
ως και
iii)
η λοιπή ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου,
εφαρµοζοµένης της ισχύουσας για τα δηµόσια κτήµατα
νοµοθεσίας αδιακρίτως10 επί
πάντων των εν λόγω κτηµάτων.
Εξάλλου διασαφηνίζεται µε την παράγραφο 1 του ιδίου
άρθρου ότι οι ήδη κείµενες διατάξεις περί δηµοσίων κτηµάτων και ακινήτων εν
γένει εξακολουθούν να ισχύουν για τα ακίνητα του ∆ηµοσίου µόνο εφόσον δεν τροποποιούνται µε τον Α.Ν. 1539/1938.
Σηµειώνεται ότι:
-
οι διατάξεις του Α.Ν. 1539/38, ως και οι συναφείς µε
αυτές υπέρ του ∆ηµοσίου διατάξεις, εφαρµόζονται αναλόγως και επί των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για την
![]() |
6 Κατ’ άλλη άποψη
(Μπαλής: Γεν. Αρχ. Εκδ. 8η
παρ. 203 – Η. Κυριακοπούλου, ∆ιοικ.
∆ικ. Τοµ. Γ΄ παρ. 132, σελ. 406-407), τα κοινά τοις πάσι, ως εκ της φύσεώς τους
(ο αέρας και η θάλασσα), εκφεύγουν της παραδεδεγµένης έννοιας κυριότητας και
αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία πραγµάτων, ως εκ τούτου, είναι φυσικώς αδύνατο να
εξουσιασθούν, αλλά απλώς η πολιτεία ασκεί επ’ αυτών κυριαρχικά δικαιώµατα.
Σύµφωνα µε την άποψη αυτή, λοιπόν, υπό τον όρο δηµόσια κτήµατα νοούνται κατ’
αρχάς τα κοινόχρηστα και τα προορισµένα για τη λειτουργία των δηµοσίων
υπηρεσιών, τα οποία συγκροτούν τη δηµόσια κτήση.
Τέλος, κατ’ άλλη άποψη η ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου
αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία κτηµάτων, προσοµοιάζουσα προς την ιδιωτική κτήση,
για την οποία εφαρµόζονται οι κανόνες ιδιωτικού δικαίου, µία διάκριση (µεταξύ δηµοσίας
και ιδιωτικής περιουσίας του ∆ηµοσίου) η οποία φαίνεται
να πηγάζει εκ της Γαλλικής
Επιστήµης. 7 Βλ. άρθρο 968 Α.Κ.
8 - Αδέσποτα πράγµατα είναι τα
ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, πλην, όµως, δεν υπάρχει κάποιος
κύριος, ήτοι εκείνα τα οποία σε
δεδοµένη χρονική στιγµή εµφανίζονται ως µηδόλως έχοντα κύριο και, ως εκ τούτου,
περιέρχονται αυτοδικαίως στο ∆ηµόσιο κατά πλήρες και οριστικό δικαίωµα κυριότητας.
Κατ’ άλλο ορισµό
αδέσποτα είναι τα ακίνητα εκείνα, των οποίων η νοµή εγκαταλήφθηκε, επί τω τέλει
της παραιτήσεως και εκ του δικαιώµατος κυριότητας, για την οποία παραίτηση
απαιτείται: α) βούληση εγκαταλείψεως,
δηλαδή απόφαση περί παραιτήσεως από της κυριότητας, όχι όµως υπέρ άλλου
προσώπου (οπότε θα επρόκειτο περί µεταβιβάσεως) και β) εκδήλωση της εν λόγω βουλήσεως, οπότε, συντρεχόντων των ως άνω
όρων, αποκτάται η κυριότητα επ’ αυτών από το ∆ηµόσιο, ex tunc, και υπό την προϋπόθεση ότι η κατάληψη της νοµής δεν
είναι απαγορευµένη υπό του νόµου. Ουσιώδη στοιχεία – κριτήρια για το
χαρακτηρισµό ενός ακινήτου ως αδέσποτου είναι,
σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση στην οποία ανευρίσκεται το ακίνητο, αλλά και ο χρόνος που έχει
µεσολαβήσει από
της εγκαταλείψεως της νοµής.
9 Βλ. άρθρο 972 Α.Κ.
10Η µόνη διαφορά συνίσταται στο ότι
τα εκτός συναλλαγής πράγµατα
παραµένουν αναπαλλοτρίωτα, για
όσο χρόνο φέρουν αυτήν την ιδιότητα, ενώ τα λοιπά κτήµατα υπόκεινται σε
απαλλοτρίωση. Όµως, και τα εκτός συναλλαγής
δύνανται να υπαχθούν σε
αναγκαστική ή εκουσία απαλλοτρίωση κατ’ άρθρο
971 ΑΚ, αφ’ ης αποβάλλουν την εκτός συναλλαγής ιδιότητά τους και περιέλθουν
σε ιδιωτική περιουσία, ήτοι αφ’ ής λάβει χώρα αποκαθιέρωσή τους εκ του
κοινόχρηστου σκοπού.
προστασία
των κτηµάτων αυτών, ως ρητώς προβλέφθηκε µε το άρθρο 1 του ν.δ. 31/1968, όπως
αυτό τροποποιήθηκε µε το άρθρο 62 Ν. 1416/1984 και το άρθρο 1 παρ. 11 Ν.
2307/199511. Έτσι, η χρησικτησία επί ακινήτων των Ο.Τ.Α. είναι
αντιτάξιµη έναντι αυτών µόνο αν έχει συµπληρωθεί έως την 02α-12-1968, ηµέρα θέσεως σε ισχύ του Ν.∆./τος 31/1968:
Από το χρονικό αυτό σηµείο και εφεξής, τα ακίνητα των ∆ήµων και Κοινοτήτων
αφενός µεν εξαιρούνται της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αφετέρου δε
καλύπτονται από το εκάστοτε ισχύον νοµοθετικό πλαίσιο περί προστασίας της
ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
- δεν αποτελούν
δηµόσια κτήµατα και, ως εκ τούτου, δεν υπάγονται
στο καθεστώς του Α.Ν. 1539/38 τα ακίνητα των Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου (Ν.Π.∆.∆.), τα οποία έχουν ίδια
περιουσία, επιδεκτική χρησικτησίας, εκτός
εάν ειδική διάταξη νόµου προβλέπει διαφορετικά12.
ΙΙ. Α. 2. Το ανεπίδεκτο νοµής των δηµοσίων κτηµάτων από ιδιώτη (άρ. 2 Α.Ν.
1539/1938).
Τούτο προβλέπεται από το άρθρο 2 του Α.Ν. 1539/1938, το οποίο επαναλαµβάνει επί της ουσίας
τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926:
«1. Επί των αδεσπότων και των δηµοσίων κτηµάτων εν γένει νοµεύς θεωρείται το
∆ηµόσιον, έστω και αν ουδεµίαν
ενήργησε επ’ αυτών πράξιν νοµής.
![]() |
11 Όµως, οι εν λόγω διατάξεις παραµένουν ανεφάρµοστες επί διαφοράς ∆ήµου µε τη
∆.Ε.Η. (Πρωτ. Θηβ. 24/76 ΕΕΝ 43.381), ως επίσης και επί διαφοράς µεταξύ κάποιου
Οργανισµού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και κάποιου άλλου (ΝΣΙΚ 68/73) – Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο Ι∆΄ , Άρθρο 1
Α.Ν. 1539/1938, σελ. 352.
12 Βλ. Ενδεικτική απαρίθµηση Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο Ι∆΄ , Άρθρο 1
Α.Ν. 1539/1938, σελ. 348-350, σύµφωνα
µε την οποία:
-Τα σχολικά Ταµεία
του Ν. 5019/1931 αποτελούν Ν.Π.∆.∆. και έχουν ίδια περιουσία, στην οποία
περιλαµβάνονται: α) τα διδακτήρια των σχολείων, τα οποία, ως πράγµατα
προορισµένα για την εξυπηρέτηση δηµοσίου σκοπού εξαιρούνται, κατ’ άρθρα 966 και
1054 ΑΚ, της ιδιωτικής συναλλαγής και είναι, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτα
χρησικτησίας και β) τα λοιπά ακίνητα αυτών, τα οποία και δεν προσέλαβαν αυτήν
την ιδιότητα είτε µε διάταξη νόµου είτε µε τη βούληση του ιδιοκτήτη τους και τα
οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία των Σχολικών Ταµείων, όντας επιδεκτικά χρησικτησίας.
- Αντιθέτως, ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του ∆ηµοσίου την εξυπηρετούσα
δηµοσιολογικό σκοπό, εξαιρούµενες ως εκ τούτου, της δυνατότητας ιδιωτικής
συναλλαγής και χρησικτησίας, οι
βιοµηχανικές και τεχνικές εγκαταστάσεις του ∆ηµοσίου, εφόσον η σύσταση και
λειτουργία τους αποσκοπεί στην ασφαλέστερη, επωφελέστερη και διαρκέστερη
εξυπηρέτηση του κοινού συµφέροντος, δηλαδή των αναγκαίων αναγκών της ολότητας και όχι στην οικονοµική απλώς
εκµετάλλευση προς πορισµό
εσόδων για τη διεξαγωγή της ∆ηµόσιας
∆ιοίκησης.
- Ανήκουν στην περιουσία του
Ελληνικού ∆ηµοσίου και συνεπώς ∆ΕΝ είναι δεκτικά χρησικτησίας οι εγκαταστάσεις υδρεύσεως, οι οποίες
τροφοδοτούνται από το σύµπλεγµα έργων υδρεύσεως, το οποίο τελεί υπό την
εκµετάλλευση της Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων. Η περιέλευση της κυριότητας επ’
αυτών στο Ελληνικό ∆ηµόσιο πραγµατοποιήθηκε δυνάµει του άρθρου 9 παρ. 2 του
α.ν. 1380/39 και είναι οριστική.
- Τα ακίνητα του Παλαιού Εκκλησιαστικού
Ταµείου εξακολουθούν να ανήκουν στο εν λόγω Ν.Π.∆.∆., το οποίο και
νοµιµοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς στις δίκες για την προστασία των εν
λόγω κτηµάτων. Όµως, η διοίκηση και η διαχείρισή τους διεξάγεται από το
Υπουργείο Οικονοµικών. Το γεγονός αυτό επικυρώνεται και από τη διάταξη του
άρθρου 1 του α.ν. 1539/38, όπου γίνεται ειδική µνεία για το εν λόγω Ταµείο και
την περιουσία του, την οποία υπάγει στη νοµοθεσία περί προστασίας των δηµοσίων
κτηµάτων, ήτοι των ακραιφνώς δηµοσίων κτηµάτων (των περιελθόντων στο Ελληνικό
∆ηµόσιο εν καιρώ πολέµου, των εγκαταλειφθέντων από άγνωστους οθωµανούς
υπηκόους, των εθνικών λιβαδίων, των αποκτηθέντων δια τακτικής ή εκτάκτου
χρησικτησίας ή δι’ αγοράς), προς τα οποία όµως η περιουσία του Παλαιού
Εκκλησιαστικού Ταµείου διαφοροποιείται.
(…)
3. Μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε
τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν ως διακατοχική πράξις.»
Επιγραµµατικώς, η ουσία της εν λόγω διατάξεως
συνοψίζεται στα εξής:
ΙΙ. Α. 2. α. ∆ηµιουργείται πλάσµα νοµής του ∆ηµοσίου επί των αδέσποτων
και δηµοσίων κτηµάτων ή, κατ’ άλλη διατύπωση, αναγνωρίζεται, πλασµατικώς,
βάσει νόµου, αµάχητο τεκµήριο νοµής υπέρ
του ∆ηµοσίου13.
Με την υιοθέτηση ενός πλάσµατος δικαίου ή νόµου14, ως εν προκειµένω, ο
νοµοθέτης παραδέχεται ότι κάποιο πραγµατικό γεγονός (ήτοι η απλή ύπαρξη
αδέσποτου ή δηµόσιου κτήµατος) εξοµοιώνεται ως προς τις έννοµες συνέπειές του
προς κάποιο άλλο γεγονός (ήτοι εξοµοιώνεται προς την άσκηση πραγµατικής νοµής
επί των κτηµάτων αυτών αποκλειστικά από το ∆ηµόσιο), µολονότι οι όροι του
τελευταίου γεγονότος δεν συντρέχουν εν προκειµένω (δηλαδή ανεξαρτήτως του αν το
∆ηµόσιο πραγµατικά νέµεται ή όχι το εν λόγω ακίνητο, εξοµοιώνοντας έτσι το
ανύπαρκτο προς το υπαρκτό). Μία τέτοια επιλογή του νοµοθέτη δύναται να
στηρίζεται σε κριτήρια:
είτε υποκειµενικά, συνδεόµενα άµεσα µε το
υποκείµενο και πρωτίστως τη συµπεριφορά
του,
είτε αντικειµενικά, µη συνδεόµενα άµεσα και ειδικά
µε τη δράση του υποκειµένου,
αλλά
συναρτώµενα µε τη γενική εκτίµηση γεγονότων ή καταστάσεων, κατά την κοινή πείρα
και την κοινή λογική, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειµένω, όπου ο
νοµοθέτης, µε την υιοθέτηση του ανωτέρω πλάσµατος, φαίνεται να απέβλεψε στην
επιτακτική κατά το χρόνο θέσπισής του ανάγκη προστασία της δηµόσιας περιουσίας
από τους κακόβουλους καταπατητές της.
Εν προκειµένω, γίνεται λόγος για νόµιµο τεκµήριο και µάλιστα αµάχητο15,
καθώς ο ίδιος ο νόµος ορίζει
ευθέως το συµπέρασµα το οποίο συνάγεται για κάποιο άγνωστο, µε βάση κάποιο
γνωστό, γεγονός, και, συνεπώς, η κρίση του δικαστή υποκαθίσταται πλήρως και κατ’ απόλυτο τρόπο από την κρίση του Νοµοθέτη: Εφόσον ο δικαστής
διαγνώσει την ύπαρξη αδέσποτου ή άλλου δηµόσιου κτήµατος υποχρεούται να
αναγνωρίσει κατ’ αµάχητο τρόπο ως νοµέα του το Ελληνικό ∆ηµόσιο, ακόµη και αν
από το σύνολο των επίδικων πραγµατικών
![]() |
13 Βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 242/1950, Θέµις, 1951, σελ. 481 – ΑΠ
64/1972, ΝοΒ 1972, σελ. 623 – ΑΠ 462/1990 ΕΕΝ
1991, σελ. 78
14 Η καθιέρωση πλάσµατος νοµής υποδηλώνεται και διατυπώνεται (κατ’ άρθρο 90
παρ. 5 β΄ Σ) ιδίως υπό τους όρους «λογίζεται»
ή «θεωρείται».
15 Και τα νόµιµα τεκµήρια αναγνωρίζονται (ως και τα πλάσµατα δικαίου), ιδίως
υπό τους όρους «λογίζεται» ή
«θεωρείται». ∆εδοµένου, λοιπόν, ότι όταν θεσπίζεται νοµικό πλάσµα (ή πλάσµα δικαίου)
δεν επιτρέπεται απόδειξη του αντιθέτου, το εν λόγω πλάσµα ταυτίζεται µε το νόµιµο
αµάχητο τεκµήριο.
περιστατικών
αποδεικνύεται ότι το ∆ηµόσιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη νοµής επ’ αυτού
ή ότι το εν λόγω ακίνητο νεµόταν κάποιο άλλο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο.
Βέβαια, η νοµοθετική αναγνώριση νοµικών καταστάσεων και
ιδίως δικαιωµάτων υπέρ της ∆ιοικήσεως βάσει τεκµηρίων, ως εν προκειµένω, ∆ΕΝ µπορεί να είναι απεριόριστη τόσο
για ό, τι αφορά τα είδη των υποθέσεων, όσο και για ό, τι αφορά την ισχύ των
τεκµηρίων, καθώς θα πρέπει να συνάδει µε τις σχετικές συνταγµατικές διατάξεις,
ιδίως µε το άρθρο 20 του Συντάγµατος
για την παροχή διοικητικής και δικαστικής προστασίας. Έτσι, το υπό κρίση πλάσµα
νοµής υπέρ του Ελληνικού ∆ηµοσίου βρήκε, κατά το χρόνο θεσπίσεώς του και τις
τότε κρατούσες συνθήκες, την αιτιολογία του:
-
αφενός µεν στην αντικειµενική
αδυναµία του ∆ηµοσίου να γνωρίζει επακριβώς και να εντοπίζει την ακίνητη
περιουσία του,
-
αφετέρου δε, και ως εκ
τούτου, και στην αδυναµία του να ασκήσει εγκαίρως και εµπροθέσµως τα νόµιµα δικαιώµατά του για την προστασία των ανηκόντων εις αυτό ακινήτων.
Συµπερασµατικώς, το εν λόγω
τεκµήριο, υπό την ως άνω πάντοτε επιφύλαξη, ∆ΕΝ αντίκειται µεν στο Σύνταγµα, αλλά ούτε και θεµελιώνεται
συνταγµατικώς, και, ως εκ τούτου, εναπόκειται στον κοινό νοµοθέτη να το
τροποποιήσει ή να το καταργήσει.
ΙΙ. Α. 2. β. Καθιερώνεται το ανεπίδεκτο χρησικτησίας κτηµάτων του
∆ηµοσίου από ιδιώτη: Κανείς τρίτος δεν δύναται να αποκτήσει µε µονοµερή
πράξη (π.χ. κατάληψη κλπ) τη νοµή δηµοσίων κτηµάτων, και ως εκ τούτου είναι
αδύνατη η χρησικτησία των κτηµάτων αυτών και η δι’ αυτής κτήση κυριότητας από
µέρους ιδιώτη16.
∆ηλαδή, ∆ΕΝ χωρεί,
και δη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η απόκτηση από τον τρίτο νοµής πρωτοτύπως, παρά µόνο παραγώγως, δηλαδή µε απόφαση
ή πράξη των αρµοδίων οργάνων της κρατικής διοικήσεως, ασκούντων κυριαρχική
εξουσία, µη δικαιούµενου µάλιστα του τρίτου να
µεταβιβάσει
περαιτέρω την αποκτηθείσα κατά τον ανωτέρω τρόπο νοµή του.
ΙΙ. Α. 2. γ. Η απλή ύπαρξη και µόνο τίτλου κυριότητος ιδιώτη επί τινός ακινήτου
∆ΕΝ
συνιστά διακατοχική πράξη, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα η από µέρους του
διενέργεια ουσιαστικών πράξεων νοµής - κατοχής.
∆ικαιολογητικό λόγο της εν λόγω προβλέψεως αποτέλεσε η
επανειληµµένη επίκληση από ιδιώτες παλαιών τίτλων, εκδοθέντων κατά τη
µεταπελευθερωτική από τον τουρκικό ζυγό περίοδο (1830-1850), όπως χοτζετίων,
συµβολαίων κ.λ.π., βάσει των οποίων διεκδικήθηκαν δασικές εκτάσεις, ιδίως κατά τις δεκαετίες 1960-1980, προς το σκοπό
της οικοπεδοποίησης,
![]() |
16 Σηµειώνεται ότι ουδεµία αντίθεση υφίσταται προς τις διατάξεις των
παραγράφων 2, 3 του άρθρου 2, στις οποίες γίνεται λόγος για «νοµή τρίτου», διότι αυτές αφορούν µόνο
τις περιπτώσεις εκείνες εις τις οποίες ο τρίτος έχει εµπράγµατο δικαίωµα επί
του ακινήτου ή σχετική άδεια από τις αρµόδιες διοικητικές αρχές, ως συνάγεται
σαφώς και εκ της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 3.
αλλά και της εν γένει επικερδούς εκµεταλλεύσεώς τους, λόγω της αυξηµένης
τότε ζητήσεως γης, ιδίως δε προσεγγίζουσας τις
θαλάσσιες ακτές.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων παρατηρείτο το
φαινόµενο:
αφενός µεν οι διεκδικητές –
ιδιώτες να µην έχουν διενεργήσει οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, οπότε ευλόγως
τίθεται το ερώτηµα κατά πόσο τούτοι διατήρησαν την κτηθείσα κατά το τότε
χρονικό σηµείο κυριότητα, δεδοµένης της ελλείψεως οποιασδήποτε πράξεως νοµής,
αφετέρου δε το ∆ηµόσιο να
µην έχει διαχειριστεί ποτέ την εν λόγω έκταση ως ανήκουσα στην κυριότητά του.
Μετά τη θέσπιση του Α.Ν. 1539/1938, δύο είναι οι λύσεις
οι οποίες µπορούν να υιοθετηθούν στις άνω περιπτώσεις: α) είτε να θεωρηθεί ότι οι επικαλούµενοι τίτλους κυριότητας
διεκδικητές απώλεσαν ή ουδέποτε άσκησαν τη νοµή και, ως εκ τούτου, διαθέτουν
µόνο ένα απογυµνωµένο και αδρανές δικαίωµα κυριότητας, για την αναγνώριση του
οποίου απαιτείται πλέον γνωµοδότηση του Συµβουλίου Ιδιοκτησίας ∆ηµοσίων ∆ασών,
κατά τον ∆ασικό Κώδικα (ν.δ. 86/69 άρθρο 9, 10) και έγκριση του Υπουργού
Γεωργίας ή ∆ικαστική Απόφαση, β) είτε
να θεωρηθεί ότι το διεκδικούµενο δάσος, καίτοι µη νεµηθέν δια θετικών πράξεων
από το ∆ηµόσιο, βάσει του προεκτεθέντος πλάσµατος νοµής, περιήλθε στην
κυριότητα του ∆ηµοσίου µε έκτακτη χρησικτησία.17
Αντιθέτως, ως προελέχθη, η ύπαρξη τίτλου κυριότητας του
∆ηµοσίου επί ενός ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη νοµή του ∆ηµοσίου και αν ακόµη ουδεµία πράξη νοµής ενήργησε
επ’ αυτού.
ΙΙ. Α. 3. Το απροστάτευτο της νοµής του ιδιώτη απέναντι στην κυριότητα του
∆ηµοσίου στη δίκη περί της νοµής
(άρ. 3 του A.N. 1539/38)
ΙΙ. Α. 3. α. Το άρθρο 3 του A.N. 1539/38 προβλέπει ότι σε δίκη µεταξύ του ∆ηµοσίου –
∆ήµου
– Κοινότητας και ιδιώτη, έχουσα ως αποκλειστικό αντικείµενο τη νοµή (ήτοι
εκδίκαση αγωγής διατάραξης – αποβολής από τη νοµή), και όχι την κυριότητα18,
το ∆ηµόσιο – ∆ήµος - Κοινότητα δικαιούται να προβάλει ένσταση ιδίας αυτού κυριότητος επί του αντικειµένου της δίκης, αλλά και
κυριότητος τρίτου προσώπου, οπότε, σε περίπτωση αποδείξεως τέτοιων
δικαιωµάτων, ∆ΕΝ δύναται να
διαταχθεί η αφαίρεση της νοµής από το Ελληνικό ∆ηµόσιο και η επιδίκασή της στον
ενάγοντα19. Μάλιστα η εν λόγω ένσταση δύναται να προβληθεί, ακόµη
και αν το, προβαλλόµενο
από το εναγόµενο
∆ηµόσιο - ∆ήµο
– Κοινότητα, δικαίωµα
δεν έχει
![]() |
17 Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό. αν., Κεφάλαιο
ΙΗ΄, Άρθρο 2, σελ. 430
18 Βλ. ΑΠ 773/71 ΝοΒ 20, σελ. 479
19 ∆εν στερείται, όµως, τη
δυνατότητα ο κύριος ή νοµέας ή κάτοχος του ακινήτου, στο πλαίσιο άλλης δίκης, και
όχι αυτής της νοµής,
µε αντίδικο και πάλι το Ελληνικό ∆ηµόσιο,
να αµφισβητήσει το δικαίωµα κυριότητας, νοµής ή κατοχής του
∆ηµοσίου επί του ακινήτου, από το οποίο αντλεί το εν λόγω ακίνητο το χαρακτήρα
του ως δηµόσιο κτήµα (ΑΠ 55/65 ΝοΒ 13, σελ. 912, Πρωτ. Κερκ. 19/61 Αρµ. 17΄
σελ. 252).
αναγνωριστεί µε τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα µεταξύ αυτών
και του ενάγοντος, θεσπιζοµένης
µε
αυτόν τον τρόπο σαφούς αποκλίσεως υπέρ του εναγοµένου (για αποβολή – διατάραξη
της νοµής) ∆ηµοσίου20 – ∆ήµου – Κοινότητας από τον προβλεπόµενο στο
άρθρο 991 Αστικού Κώδικος κανόνα.
Συνεπώς, η νοµή ∆ΕΝ
επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το εναγόµενο
∆ηµόσιο
– ∆ήµος - Κοινότητα αποδείξουν είτε την
προταθείσα από αυτούς κυριότητά τους, είτε
ότι η κυριότητα ∆ΕΝ ανήκει στον
ενάγοντα ιδιώτη, απορριπτοµένης στις περιπτώσεις αυτές της αγωγής περί νοµής
(αποβολής – διατάραξης) του ενάγοντος ιδιώτη. Το ανεπίτρεπτο δε της επιδικάσεως
της νοµής σε ιδιώτη, όταν αποδεικνύεται στη δίκη ότι η κυριότητα ∆ΕΝ ανήκει σε αυτόν, εφαρµόζεται, κατά
την παράγραφο 4 του υπό σχολιασµόν άρθρου, και επί εκκρεµών, κατά τη θέση σε ισχύ του
Α.Ν. 1539/38, δικών 21.
Ωστόσο, εκ της διατάξεως αυτής δεν συνάγεται ότι ο ενάγων – ιδιώτης θα
πρέπει να προτείνει και να αποδείξει στη δίκη περί νοµής την ιδία αυτού
κυριότητα επί του ακινήτου και τα θεµελιωτικά αυτής περιστατικά ως προς τον
τρόπο κτήσης της ή έστω ανταποδεικτικώς: Σε
περίπτωση µη αποδείξεως από το ∆ηµόσιο ή τον ∆ήµο επί της ουσίας της ανωτέρω
Ενστάσεώς του, η τελευταία απορρίπτεται άνευ ετέρου.
Συνάγεται, λοιπόν, εκ των άνω ως κανόνας ότι η νοµή ιδιώτη επί ακινήτου δεν αναγνωρίζεται έναντι του ∆ηµοσίου, εφόσον
ο ιδιώτης δεν είναι κύριος του ακινήτου, αποκλειοµένης έτσι και της κτήσεως από τον ιδιώτη της κυριότητας
δηµοσίου κτήµατος (ήτοι κτήµατος ανήκοντος στο Ελληνικό ∆ηµόσιο) µε χρησικτησία (καθώς η νοµή συνιστά
απαραίτητη προϋπόθεσή της)22.
ΙΙ. Α. 3. β.
Ζήτηµα: ∆ύναται να συναχθεί από την εν λόγω
διάταξη µαχητό τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί παντός ακινήτου
της επικρατείας, του τεκµηρίου αυτού ανατρεπόµενου µόνο σε περίπτωση απόδειξης
από τον ιδιώτη ιδίου δικαιώµατος κυριότητας;
![]() |
20Η θεσπιζόµενη δια
της εν λόγω διατάξεως προστασία υπέρ του ∆ηµοσίου εν στενή εννοία αντιτάσσεται
τόσο έναντι των ιδιωτών, όσο και έναντι των Νοµικών Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου,
δήµων, κοινοτήτων κλπ, αφού ουδεµία διάκριση γίνεται από την ως άνω διάταξη,
Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄,
άρθρο 3, σελ. 432, σχόλιο 3. 21 Βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 280/61 ΝοΒ 9, σελ. 1165
22 Απόρροια του εν λόγω κανόνα
συνιστά ότι: α) Η κτήση της
κυριότητας ενός ακινήτου από το ∆ηµόσιο
συνεπάγεται αυτοδικαίως και την
κτήση από µέρους του της νοµής, ακόµη και αν το δηµόσια ουδεµία πράξη νοµής
διενήργησε και β) Η από µέρους
τρίτου κατάληψη δηµοσίου κτήµατος ∆ΕΝ συνεπάγεται την απώλεια της νοµής του
∆ηµοσίου (άρθρο 2 παρ. 1, σε συνδυασµό προς το άρθρο 4 παρ. 1 του α.ν.
1539/1938). Ήτοι είναι απροστάτευτη από το νόµο έναντι του ∆ηµοσίου η ασκούµενη
από ιδιώτη νοµή επί δηµοσίου κτήµατος, εφόσον ο ιδιώτης ∆ΕΝ είναι κύριος αυτού (Βλ. ΕφΘεσ 551/71 Αρµ. ΚΕ΄ σελ. 788).
Με βάση το προεκτεθέν άρθρο 3 του α.ν. 1538/1939, µέρος
της θεωρίας23 θεωρεί ότι από το εν λόγω άρθρο, το οποίο, κατ’
απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 991 Α.Κ., θεσπίζει τον κανόνα του
απροστάτευτου της νοµής του ιδιώτη έναντι της κυριότητας του ∆ηµοσίου στη δίκη
περί της νοµής, συνάγεται µαχητό τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου και
επιρρίπτεται αποκλειστικά και µόνο στον ιδιώτη το βάρος της ανατροπής του µε
την απόδειξη της δικής του κυριότητας. Κατά την εν λόγω άποψη, εφόσον
αποδεικνύεται ότι ο νοµέας δηµοσίου κτήµατος δεν είναι κύριος, τούτο λογίζεται
ως ανήκον στο Ελληνικό ∆ηµόσιο, αποδεικνύον ή µη ίδιον δικαίωµα, και κατ’ αυτόν
τον τρόπο, θεσπίζεται µαχητό τεκµήριο
κυριότητας υπέρ του
∆ηµοσίου,
ήτοι το ∆ηµόσιο, ως εκπρόσωπος της
εθνικής ολότητας, θεωρείται κύριος παντός ακινήτου, µη δεσποζόµενου από ιδιώτη24.
Η θέσπισή του αυτή υπαγορεύθηκε, κατά την οικεία άποψη, από την αυξηµένη ανάγκη
της εποχής εκείνης για νοµική περιφρούρηση της εν γένει δηµόσιας περιουσίας,
καθώς τα περί τούτου αρµόδια ∆ηµόσια Όργανα, λόγω του µικρού αριθµού τους σε
σχέση µε το πλήθος των δηµοσίων κτηµάτων, αποδείχθηκαν ανεπαρκή και, ως εκ
τούτου, η διαρπαγή της δηµόσια περιουσίας υπήρξε χρόνιο νόσηµα του Ελληνικού
Κράτους ευθύς από της συστάσεώς του25.
Η προεκτεθείσα άποψη, όµως, έχει δεχθεί σφοδρή κριτική από έτερο µέρος της
θεωρίας, αλλά και της πρόσφατης νοµολογίας26, που επισηµαίνουν ως
πρόδηλο σφάλµα της ελεγχόµενης άποψης ότι ήδη από το ίδιο το κείµενο της
παραγράφου 3 του άρθρου 3, όπου ορίζεται ότι η νοµή δεν επιδικάζεται στον ενάγοντα ιδιώτη ΜΟΝΟ «εφ’ όσον το ∆ηµόσιο ήθελεν αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα,
είτε ότι η κυριότης δεν ανήκει εις τον ενάγοντα». Από το σαφέστατο
γράµµα του νόµου συνάγεται ότι το ∆ηµόσιο δέον όπως επικαλεσθεί και αποδείξει είτε
τη δική του κυριότητα, είτε την ανυπαρξία δικαιώµατος κυριότητας του αντιδίκου
του (σε δίκη περί της νοµής) ιδιώτη, ενώ ο τελευταίος καµία υποχρέωση δεν έχει
να προτείνει και αποδείξει τα εν λόγω περιστατικά27. Έτσι,
∆ΕΝ δύναται να γίνει λόγος περί µαχητού
![]() |
23 Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3
Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433-434, Αναστάσιου
Τάχου, Κτήση Κυριότητας επί ∆ηµοσίων Κτηµάτων και προστασία της Βιοµηχανίας
και της Βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4 Ν. 3127/2003), 2006, Σάκκουλας Αθήνα –
Θεσσαλονίκη, σελ. 35, αλλά και στα Πρακτικά
της Βουλής των Ελλήνων, της συνεδριάσεως της 26ης-02-2003 (επί
του άρθρου 4 Ν. 3127/2003), σελ. 7 επ. (όπου τα τοποθετούµενα επί του θέµατος
πολιτικά πρόσωπα κάνουν επανειληµµένως λόγο για καταργούµενο µε την εν λόγω
διάταξη τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου).
24 Υποστηρίζει, µάλιστα, η εν λόγω
άποψη ότι αυτό το τεκµήριο – αρχή δεν είναι άγνωστο στην εγχώρια νοµοθεσία,
καθώς διατυπώνεται ήδη και στο ν. της 21-6/10.7.1837 «περί διακρίσεως
κτηµάτων», επαναλαµβάνεται στο άρθρο
9 του ν. 262/1914
για τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, στο άρθρο 123 του π.δ. της 11/12.11.1929, στο
άρθρο 34 του α.ν. 1539/38 που αντικατέστησε την τελευταία διάταξη, στο άρθρο 2
του ιδίου α.ν.1539/38, αλλά και στο άρθρο 972 ΑΚ, Βλ. σχετικώς Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3
Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433-434
25 Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο ΙΗ΄ , Άρθρο 3
Α.Ν. 1539/1938, σελ. 433, παρ. 8
26 Βλ.
Γνωµοδότηση ΟλΝΣΚ 49/2000, µε σχόλιο Λ. Ι
Κιτσαρά, ∆ΕΕ 8-9/2002 (Έτος 8ο), σελ. 853-859 – Λ. Ι. Κιτσαρά, Γνωµοδότηση µε θέµα
“∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες.
Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς
προνοµιακής µεταχείρισης των εµπραγµάτων αξιώσεων
του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση
«τεκµηρίων κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον του
Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων”, ΧρΙ∆ 2003, σελ. 747-759
27 Βλ. ΕφΑθ 12/1975 ΝοΒ 23, σελ. 347
τεκµηρίου κυριότητας του ∆ηµοσίου, υπό την έννοια ενός γενικού διαδικαστικού προνοµίου, συνισταµένου στην απαλλαγή του ∆ηµοσίου από το βάρος αποδείξεως της κυριότητάς του σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διένεξή του µε ιδιώτες.
Όµως, τέτοιο µαχητό τεκµήριο κυριότητας, υπό την έννοια
ενός διαδικαστικού προνοµίου υπέρ του ∆ηµοσίου καθιερώνεται από τη δασική
νοµοθεσία ειδικά για τα δάση και τις εν γένει δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, σύµφωνα
µε το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. α΄ Ν. 998/1979, επί πάσης φύσεως αµφισβητήσεις ή
διενέξεις ή δίκες µεταξύ αφενός µεν του ∆ηµοσίου ως
ενάγοντος/εναγοµένου/αιτούντος/καθ’ ου η αίτηση, αφετέρου δε φυσικού ή νοµικού
προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οιοδήποτε, εµπράγµατο ή µη, δικαίωµα
επί δασών και δασικών εκτάσεων (και των αναφερόµενων στο άρθρο 74 του εν λόγω
νόµου εδαφών), το τελευταίο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει το
δικαίωµά του28. Αντίθετα, σύµφωνα µε το εδάφιο β΄ της ιδίας
παραγράφου η εν λόγω διάταξη ∆ΕΝ ισχύει στις Κυκλάδες, όπου, ακόµη και αν
πρόκειται για δασική έκταση, και πάλι δεν ισχύει τεκµήριο κυριότητας υπέρ του
∆ηµοσίου, υπό την έννοια της σε βάρος του ιδιώτη αντιστροφής του βάρους
αποδείξεως.
Η ίδια άποψη της θεωρίας αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τόσο στα Πρωτόκολλα
Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, τα οποία υπογράφτηκαν από τις Μεγάλες ∆υνάµεις µετά
την Επανάσταση του 1821, όσο και στην εν γένει νοµοθεσία περί ∆ηµοσίων
κτηµάτων, η οποία ετέθη σε ισχύ
αµέσως µετά τη δηµιουργία του Ελληνικού Κράτους, απαντούν διατάξεις,
που θεσπίζουν «αµάχητο29 τεκµήριο κυριότητας» υπέρ του Ελληνικού
∆ηµοσίου (και όχι µαχητό, όπως γίνεται λόγος
παραπάνω).30
![]() |
28α) Κατ’ ορθότερη άποψη, (Βλ. Σχόλιο Λ.Ι.
Κιτσαρά στην υπ’ αριθµ. 49/2000 Γνµδ Ν.Σ.Κ., ό.αν.) ο δασικός χαρακτήρας
µιας περιοχής τότε µόνο θα πρέπει να παράγει τεκµήριο, και µάλιστα, αµάχητο περί κυριότητας του
∆ηµοσίου, υπό την έννοια του πρωτότυπου τρόπου (τίτλου) κτήσεως
κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου, όταν αποδεικνύεται ότι η περιοχή ήταν δασική ΠΡΙΝ το 1836, ενώ το εν λόγω τεκµήριο
δεν έχει εφαρµογή για περιοχές που κατέστησαν δασικές µεταγενέστερα (ΑΠ
575/1967 ΝοΒ 16, σελ. 174, ΑΠ 296/1936 ΕΕΝ Γ΄, 254). Και τούτο διότι το, υπό
την άνω έννοια, τεκµήριο κυριότητας του ∆ηµοσίου επί των δασικών εκτάσεων
θεσπίστηκε µε το Βασιλικό ∆ιάταγµα της
17(29) Νοεµβρίου/1 ∆εκεµβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», στο οποίο
αποδόθηκε ισχύς νόµου και σύµφωνα µε το οποίο ανήκουν στο Ελληνικό ∆ηµόσιο όλα
τα δάση, για τα οποία δεν θα αποδεικνυόταν, στο πλαίσιο συγκεκριµένης
διοικητικής διαδικασίας, ότι είχαν αποκτηθεί νοµίµως από ιδιώτες µε τίτλους
κυριότητας από το οθωµανικό κράτος. Συνεπώς, µόνη η δήλωση του δασάρχη ότι η
δηλούµενη περιοχή είναι δασική σήµερα ή ήταν δασική σε προγενέστερο χρόνο (λ.χ.
το 1945), δεσµεύει µεν την κτηµατογραφούσα αρχή ως προς το δασικό χαρακτήρα της
επίµαχης έκτασης, κατά την προεκτεθείσα όµως άποψη ∆ΕΝ παράγει τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου.
29 Σηµασία εδώ έχει να διευκρινιστεί ότι αµάχητο τεκµήριο κυριότητας,
θεσπιζόµενο µε τις εν λόγω διατάξεις, και
µαχητό τεκµήριο κυριότητας υπό
την έννοια της επιρρίψεως στον ιδιώτη του βάρους αποδείξεως, εν περιπτώσει
αντιδικίας του µε το πλήρως απαλλασσόµενο της υποχρεώσεως αποδείξεως ∆ηµοσίου,
είναι δύο έννοιες τελείως διαφορετικές, καίτοι η διοικητική πρακτική συχνά συγχέει
τις εν λόγω έννοιες, σύγχυση η οποία πιθανώς προκαλείται εκ του γεγονότος ότι
τα µαχητά τεκµήρια (άρθρο 338 ΚΠολ∆) πράγµατι συνιστούν κανόνες αντιστροφής του
βάρους αποδείξεως.
30Έτσι, αµάχητο τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου θεσπίζουν:
i) Το Πρωτόκολλο της 3-22/1.2.1830
«Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος». Ειδικότερα:
- Στο άρθρο 5 του εν λόγω Πρωτοκόλλου ορίζετο ότι «Οι Μουσουλµάνοι δεν θέλουσι στερηθή τας εν Ελλάδι ιδιοκτησίας των και
θέλουσι διατηρεί ταύτας, εφ’ όσον εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν
εις τας χώρας και τας νήσους τας διορισθείσας εις την Ελλάδα».
Με την καθιέρωση του ΑΜΑΧΗΤΟΥ
αυτού τεκµηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού
∆ηµοσίου,
αποκλείεται, εν τέλει, πλήρως η απόδειξη. Πλην, όµως, δεν τίθεται θέµα
αντισυνταγµατικότητας των εν λόγω ρυθµίσεων, λόγω πιθανής αντίθεσής
τους προς τα άρθρα 20 και 17 του Συντάγµατος, διότι, στην
πραγµατικότητα, οι διατάξεις µε τις οποίες καθιερώνεται το αµάχητο αυτό
τεκµήριο ∆ΕΝ αποκλείουν την απόδειξη
ως προς την κυριότητα, για την οποία ερίζουν ∆ηµόσιο και ιδιώτης, αλλά, στο
σύνολό τους, κατά τρόπο απόλυτα σύννοµο, σχεδόν αυτονόητο, αναγορεύουν τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του ∆ηµοσίου31, η
οποία έχει ως θεµέλιο τη διαδοχή του Ελληνικού ∆ηµοσίου στην κυριότητα του Οθωµανικού
∆ηµοσίου και των εκδιωχθέντων Οθωµανών ιδιοκτητών: Τεκµαίρεται, δηλαδή, αµαχήτως ότι η Ελλάς, ως διάδοχο κράτος, απέκτησε αιτία πολέµου την κυριότητα των
δηµοσίων οθωµανικών κτηµάτων και των ανηκόντων στους εκδιωχθέντες Οθωµανούς
ιδιώτες ακινήτων, τα οποία κατέλαβε µε στρατιωτικά µέσα ή ως εγκαταλειφθέντα
από τους ιδιοκτήτες τους.
Έτσι, λόγου χάρη, εφόσον στο πλαίσιο της διοικητικής
έρευνας, η οποία διεξάγεται ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων
Κτηµάτων προκύψει ότι το υπό έρευνα ακίνητο εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής µίας
εκ των διατάξεων µε τις οποίες εισάγεται αµάχητο
![]() |
- Με το άρθρο 6 παρεχόταν στους Μουσουλµάνους η ευχέρεια να πωλήσουν εντός έτους τις ιδιοκτησίες τους σε
Έλληνες και να απέλθουν στην Τουρκία.
- Με τα ερµηνευτικά του εν λόγω Πρωτοκόλλου Πρωτόκολλα της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου από 4-16/6/1830 και 1.7./19.6/1830
διευκρινίσθηκε ότι «τα Βακούφια
ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Ελλάδος» και ότι «διά του ανωτέρου Πρωτοκόλλου δεν σκοπείται η απόδοσις των κατά την
διάρκειαν του πολέµου δηµευθεισών ιδιοκτησιών». Πάντα τα ανωτέρω
επαναλήφθησαν ουσιαστικώς και από τη Συνθήκη
της 27.6/9.7/1832, η οποία
υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη µεταξύ των αντιπροσώπων των Μεγάλων ∆υνάµεων και
της Υψηλής Οθωµανικής Πύλης, οπότε και καθίσταται σαφές ότι δυνάµει των άνω
διατάξεων θεσπίστηκε «αµάχητο τεκµήριο κυριότητας» του Ελληνικού ∆ηµοσίου, και,
συνεπώς, περιήλθαν σε αυτό αιτία πολέµου (µε εξαίρεση την Αττική και την
Εύβοια) οι κάτωθι γαίες της Ηπειρωτικής Ελλάδος, ήτοι:
1) οι εξουσιαζόµενες πριν από την
Επανάσταση από τον Σουλτάνο και οι ανήκουσες σε Σερί – Βακούφια,
2) οι υπό Οθωµανών ιδιωτών
δηµευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόµενες στρατιωτικώς από τους Έλληνες
κατά την 30η-02-1830 και
3) οι ανήκουσες σε ιδιώτες
Οθωµανούς, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν και δεν εξουσιάζονταν από τους ιδιοκτήτες
τους κατά την 03η-02-1830, εφόσον την εγκατάλειψη επακολούθησε
κατάληψη (occupatio) από το Ελληνικό
∆ηµόσιο (ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6, σελ.
1122, ΕφΘεσσ 209/1958 ΑρχΝ 5, σελ. 121, ΠΠρΑθ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σελ. 365, ΓνµΝ.Σ.Κ.
293/1952 ΑρχΝ 7, σελ. 598, Νάκος, Το νοµικό καθεστώς των τέως οθωµανικών γαιών
1821- 1912, 1984, σελ. 106-107).
ii) Το ∆ιάταγµα της 17.29/11/1836
«περί ιδιωτικών δασών», το οποίο προέβλεπε ειδική διαδικασία για την
προσκόµιση τίτλων, βάσει των οποίων ιδιώτες είχαν αποκτήσει, επί Τουρκοκρατίας,
εµπράγµατα δικαιώµατα σε δάση, επί τω τέλει της αναγνωρίσεως των κεκτηµένων
αυτών δικαιωµάτων επί των προϋφισταµένων
του έτους 1836 δασών.
Συνεπώς, τα
προϋφιστάµενα του 1836 δάση, ως προς τα οποία:
- είτε δεν θα ακολουθείτο η νόµιµη διαδικασία αναγνωρίσεως των
κεκτηµένων επ’ αυτών ιδιωτικών δικαιωµάτων
- είτε αυτή θα ακολουθείτο µεν, πλην όµως ο αιτών θα αποτύγχανε να
αποδείξει την ύπαρξη νόµιµου τίτλου κτήσης του δικαιώµατός του,
ανακηρύσσονταν από το ∆ιάταγµα (άρθρο
3 παρ. 2) ως «αδιαφιλονίκητα εθνικά»,
θεσπιζοµένου, ως εκ τούτου, αµάχητου τεκµηρίου κυριότητας του Ελληνικού
∆ηµοσίου επ’ αυτών.
iii) Το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15
∆εκεµβρίου 1833 «περί ορισµού του φόρου βοσκής και του διά τα Εθνικοϊδιόκτητα
λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», µε το οποίο θεσπίστηκε ανάλογο
αµάχητο τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί των χορτολιβαδικών εκτάσεων.
31 Βλ. ΠΠΑ 12147/1980 ΑρχΝ 1983,
σελ. 365 (∆. Γυφτάκης)
τεκµήριο
κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου, οι αρµόδιες Αρχές θα προβούν σε καταγραφή
του εν λόγω ακινήτου στο Βιβλίο ∆ηµοσίων Κτηµάτων κατά τρόπο θετικό, ήτοι δυνάµει
του εν λόγω τεκµηρίου ως τίτλου κτήσεώς του.
Στο βαθµό που το ∆ηµόσιο επικαλείται και αποδεικνύει ότι
ένα ακίνητο αποτελούσε δηµόσιο κτήµα του Οθωµανικού ∆ηµοσίου ή ότι εξουσιαζόταν
από Οθωµανό ιδιώτη κατά την Επανάσταση (και µόνο τότε), ∆ΕΝ τάσσεται περαιτέρω απόδειξη ως προς το αν αυτό περιήλθε στην
κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου, αφού επί των εν λόγω κτηµάτων το Ελληνικό
∆ηµόσιο
διαθέτει κατά τα ανωτέρω πρωτότυπο (αµάχητο) τίτλο κτήσεως κυριότητας32.
Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο ιδιώτης καλείται να αποδείξει ότι απέκτησε την
κυριότητα σε χρόνο και επί τη βάσει
περιστατικών µεταγενέστερων εν σχέση προς την αιτία πολέµου κτήση κυριότητας
από
µέρους
του Ελληνικού ∆ηµοσίου: ∆ηλαδή, ανεξαρτήτως της δικονοµικής θέσεως του ∆ηµοσίου
και του τρόπου εισαγωγής στη δίκη του ισχυρισµού του ∆ηµοσίου περί κτήσεως της
κυριότητας του επιδίκου ακινήτου δικαιώµατι
πολέµου, ο ιδιώτης οφείλει να αποδείξει όχι απλώς ότι διαθέτει κάποιο τίτλο
κυριότητας, αλλά, έτι περαιτέρω, ότι ο εν λόγω τίτλος αντιτάσσεται κατά του ελληνικού ∆ηµοσίου, ήτοι, επί της ουσίας, ο
ιδιώτης καλείται να επικαλεσθεί και να προσκοµίσει παραχωρητήριο του επιδίκου
ακινήτου από το ∆ηµόσιο υπέρ του ιδίου ή των δικαιοπαρόχων του ή κάποιον
πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, αντιτασσόµενο κατά του Ελληνικού ∆ηµοσίου33.
Το προεκτεθέν αµάχητο τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού
∆ηµοσίου ∆ΕΝ καταλαµβάνει ακίνητα,
τα οποία δεν αποκτήθηκαν από το Ελληνικό ∆ηµόσιο αιτία πολέµου, όπως συµβαίνει
µε τα ακίνητα στα νησιά των Κυκλάδων, όπου
ούτε το Οθωµανικό ∆ηµόσιο ούτε Οθωµανοί ιδιώτες είχαν περιουσίες, αλλά ο
πληθυσµός ήταν (κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας) αµιγώς χριστιανικός και η
κυριότητα της γης ανήκε στο σύνολό της σε χριστιανούς ιδιώτες. Ειδικότερα, λόγω
της οικειοθελούς υποταγής τους στους Τούρκους, επί τω τέλει της εκδιώξεως των
Γενουατών και των Ενετών κατακτητών, οι Κυκλάδες διατήρησαν
![]() |
32 Όµως, ως προς το αν ένα ακίνητο αποτελούσε ή όχι δηµόσια οθωµανική γαία ή
ιδιοκτησία Οθωµανού ιδιώτη κατά τον χρόνο πριν
την Επανάσταση και την Ανεξαρτησία της Ελλάδος, γεγονότα που αποτελούν τη
βάση του αµαχήτου τεκµηρίου του ∆ηµοσίου, ∆ΕΝ
υφίσταται οποιδήποτε µαχητό ή αµάχητο τεκµήριο υπέρ του ∆ηµοσίου. Συνεπώς,
το ∆ηµόσιο οφείλει, όταν επικαλείται ως τίτλο κτήσης του την ιδιότητά του ως
διαδόχου του οθωµανικού
∆ηµοσίου, να
επικαλείται και να
αποδεικνύει είτε ότι
το επίδικο ακίνητο
αποτελούσε πριν την Επανάσταση
∆ηµόσια γαία
ανήκουσα στο Σουλτάνο ή σε Βακούφιο είτε ότι ανήκε σε Οθωµανό ιδιώτη που
την εγκατέλειψε, οπότε και κατελήφθη από το ίδιο το ∆ηµόσιο, ως αδέσποτο, επί
τω σκοπώ κτήσεως κυριότητας.
33Ενδεικτικώς, κυρωµένη πράξη εφαρµογής του άρθρο 12 Ν. 1337/1983, µε την
οποία αφαιρέθηκε ιδιοκτησία
ιδιώτη και του
δόθηκε σε αντάλλαγµα άλλη, ανήκουσα πριν την πράξη εφαρµογής στο ∆ηµόσιο (Γνµδ
Ν.Σ.Κ. 644/2000 ∆ΕΕ 2002, σελ. 848 επ.), επιδίκαση (ΑΚ 1010), έκτακτη
τριακονταετής χρησικτησία, η οποία, σύµφωνα
µε το προϊσχύσαν του Ν. 3127/2003
καθεστώς έπρεπε να είχε συµπληρωθεί µέχρι την 12η-09-1915 (οπότε ο
ιδιώτης αναγκάζετο να ανατρέξει στο έτος 1885 και να αποδείξει ότι τουλάχιστον
από τότε έως το 1915 οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του χρησιδέσποσαν στο δηµόσιο
κατά τον τότε χρόνο ακίνητο, καταστάντες ούτω κύριοι αυτού µε έκτακτη
χρησικτησία) κλπ, Βλ. Λ. Ι. Κιτσαρά,
Γνωµοδότηση µε θέµα “∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που
εισάγουν καθεστώς προνοµιακής µεταχείρισης των εµπραγµάτων αξιώσεων του
∆ηµοσίου µε τη θέσπιση «τεκµηρίων κυριότητας» υπέρ αυτού. ∆ιαδικασία ενώπιον
του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων”, ό.αν.
κάποια
αυτονοµία κατά την Τουρκοκρατία, και ο Σουλτάνος, ως ανταµοιβή για την ειρηνική
τους αυτή ενσωµάτωση στην Οθωµανική αυτοκρατορία, παραχώρησε προνόµια στους
κατοίκους τους, αναγνωρίζοντας ιδίως το σύνολο των γαιών ως ιδιωτικών, κάτι το οποίο παγίως, επί σειρά δεκαετιών
γίνεται δεκτό τόσο από τη νοµολογία, όσο και από την επιστήµη34.
Συνεπώς, τα ακίνητα στα νησιά των Κυκλάδων δεν ανήκαν στην κατηγορία των δηµοσίων
οθωµανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν
πριν την Επανάσταση από το Σουλτάνο ούτε
κατέχονταν από Οθωµανούς ιδιώτες, αλλά ανήκαν στους Χριστιανούς κατοίκους
τους. Ως εκ τούτου, δεν περιήλθαν
δικαιώµατι πολέµου στο ελληνικό ∆ηµόσιο, αλλά, αντίθετα, εξακολούθησαν να
ανήκουν στους µέχρι τότε κυρίους τους.
Έτσι, σε περίπτωση διένεξης µεταξύ ∆ηµοσίου – ιδιώτη ως
προς την κυριότητα ακινήτου ευρισκόµενου στις Κυκλάδες (είτε ενώπιον
διοικητικής Αρχής είτε ενώπιον ∆ικαστηρίου) ισχύει ό, τι θα ίσχυε επί διένεξης
µεταξύ ιδιωτών, ήτοι:
α) Το ∆ηµόσιο
οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τους
παραγωγικούς του δικαιώµατός του
λόγους, χωρίς να δύναται να επικαλεσθεί ως πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας
επί του επιδίκου ακινήτου τον Αγώνα περί Ανεξαρτησίας.
β) Ο ιδιώτης, ακόµη
και αν φέρει, δυνάµει ειδικής διατάξεως, το βάρος αποδείξεως, υποχρεούται να
αποδείξει την ύπαρξη ενός τίτλου κυριότητα, ενώ ∆ΕΝ φέρει το επιπλέον βάρος να
επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο τίτλος του αντιτάσσεται κατά του ∆ηµοσίου ή
αλλιώς ότι ο τίτλος του αποκτήθηκε έγκυρα σε βάρος του ∆ηµοσίου35.
Σύµφωνα, λοιπόν, µε τη δεύτερη αυτή και ορθότερη
δογµατικά άποψη, δεδοµένου ότι η νοµοθεσία µας αγνοεί την ύπαρξη ενός «γενικού
τεκµηρίου κυριότητας» υπέρ του ∆ηµοσίου υπό την προεκτεθείσα έννοια (της
πλήρους απαλλαγής του ∆ηµοσίου από κάθε υποχρέωση αποδείξεως της κυριότητάς του
έναντι των ιδιωτών), αλλά και σύµφωνα µε την αρχή της νοµιµότητας, που διέπει τη δράση της ∆ιοίκησης στο πλαίσιο κάθε διοικητικής ενέργειας και
![]() |
34 Μάλιστα, το γεγονός ότι οι Κυκλάδες αποτελούντο κατά την απελευθέρωσή τους
από τον οθωµανικό ζυγό από γαίες
καθαρής ιδιοκτησίας θεωρείται «πασίδηλον» σύµφωνα µε τη θεµελιώδη υπ’ αριθµόν 200/1934 Απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ το ιδιόµορφο αυτό
ιδιοκτησιακό καθεστώς όχι µόνο των Κυκλάδων, αλλά και άλλων νησιών του Αιγαίου
έχει αναγνωριστεί και από τον νοµοθέτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη
«∆ιασάφηση» (ήτοι την τρόπο
τινά Αιτιολογική Έκθεση)
της 27ης Νοεµβρίου 1835 του Νόµου «περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 16.5./7.6/1835»,
όπου γινόταν αναφορά στο «ιδιότροπο της
ιδιοκτησίας στην Ελλάδα κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι
ιδιόκτητες, [ενώ] άλλες κατέχονται µε
εµφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώµατα», µη καταλειποµένης ως εκ
τούτου οιασδήποτε αµφιβολίας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Κυκλάδων κατά
την απελευθέρωσή τους.
35Συγκεκριµένα, εφόσον ο ιδιώτης
επικαλείται ως τίτλο τη χρησικτησία, φέρει το βάρος αποδείξεως µόνο των θετικών
προϋποθέσεων του νόµου για την κτήση της χρησικτησίας, όχι όµως και των
αρνητικών, όπως λ.χ. ότι το
ακίνητο δεν ήταν ανεπίδεκτο
χρησικτησίας διότι δεν ήταν δηµόσιο, ενώ δεν υποχρεούται να ανατρέξει και στο
έτος 1885 ως έτος ενάρξεως της έκτακτης, τριακονταετούς χρησικτησίας του
επιδίκου ακινήτου υπό των δικαιοπαρόχων του. Αντίθετα, εν προκειµένω, ο
επικαλούµενος τη κτήση κυριότητας µε χρησικτησία αρκείται στην επίκληση και
προσκόµιση εκείνων των τίτλων των δικών του ή των δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι
καλύπτουν διάστηµα δέκα ή είκοσι ετών, ήτοι όσο απαιτείται για τη συµπλήρωση
της τακτικής (ΑΚ 1041) ή έκτακτης (ΑΚ 1045) χρησικτησίας.
επιτάσσει την
ενέργεια της ∆ιοικήσεως σύµφωνα µε το προκαθορισµένο, ουσιαστικό και
διαδικαστικό, νοµοθετικό πλαίσιο συνάγονται τα εξής συµπεράσµατα:
α) Η διαδικασία και
ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου
∆ηµοσίων Κτηµάτων, και ειδικότερα η διοικητική έρευνα ως προς το κύρος των
εκατέρωθεν (από τον ιδιώτη αφενός, από το ∆ηµόσιο αφετέρου) επικαλούµενων
τίτλων ιδιοκτησίας, καίτοι δεν διεξάγεται, ως κατωτέρω αναλυτικώς παρατίθεται, µε
τα εχέγγυα της δικαστικής διαδικασίας, διεξάγεται εν τούτοις υπό καθεστώς δικονοµικής / διαδικαστικής
ισότητας µεταξύ ιδιώτη – ∆ηµοσίου.
β) Οµοίως, στο
πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης του
Ν. 2308/1995 για τη δηµιουργία
Εθνικού Κτηµατολογίου και της εκεί διεξαγόµενης διοικητικής έρευνας ως προς το
ιδιοκτησιακό καθεστώς των υπό κτηµατογράφηση ακινήτων, στις περιπτώσεις όπου το
∆ηµόσιο (εν στενή εννοία) αποφασίζει να συµµετέχει ενεργά (καίτοι δεν
υποχρεούται προς τούτο), αφενός µεν ο
Ν. 2308/1995 ∆ΕΝ του παρέχει κανένα
διαδικαστικό προνόµιο, αφετέρου δε δεν
αρκεί η υποβολή µίας γενικής δηλώσεως του Ν. 2308/1995 από µέρους του ∆ηµοσίου
για όλα τα ακίνητα της κτηµατογραφούµενης περιοχής, ως προς τα οποία δεν
προβάλλονται δικαιώµατα ιδιωτών, αλλά, αντιθέτως η υποβολή δηλώσεως ιδιοκτησίας
του ∆ηµοσίου θα πρέπει να αφορά ορισµένο ακίνητο και η δηλούµενη κυριότητά του
θα πρέπει να διαπιστώνεται θετικώς, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων δικών του
στοιχείων και του διέποντος την ακίνητη περιουσία του νοµικού πλαισίου και όχι
κατά τρόπο αρνητικό, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων ή ελλειπόντων τίτλων του
ιδιώτη36.
ΙΙ. Α. 4. Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου:
Θεσπίζεται επί της ουσίας µε το άρθρο 4 του α.ν. 1539/38,
το οποίο προβλέπει ότι:
«1. Τα επί των ακινήτων κτηµάτων δικαιώµατα του ∆ηµοσίου εις ουδεµία υπόκεινται παραγραφήν.
2. Παραγραφή του δικαιώµατος του
∆ηµοσίου επί ακινήτου κτήµατος, αρξαµένη
προ της ισχύος του παρόντος νόµου, ουδεµίαν νόµιµον συνέπειαν έχει, αν αύτη
δεν συνεπληρώθη µέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντες νόµους.»
Επί του εν λόγω
άρθρου λεκτέα τα κάτωθι:
i)
Το εν λόγω άρθρο διατηρήθηκε σε ισχύ και µετά την
εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δυνάµει του άρθρου 53 του Εισαγωγικού αυτού Νόµου.
ii) Ουσιαστικά, µε
αυτό επαναλήφθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ./τος της
22.4/16.5.1926, το κείµενο του οποίου είχε ως εξής: «Τα επί των ακινήτων κτηµάτων δικαιώµατα του ∆ηµοσίου, της αεροπορικής αµύνης
και των ιερών µονών, εις ουδεµίαν
υπόκεινται «εις το µέλλον» παραγραφήν, η δε αρξαµένη
παραγραφή ουδεµίαν νόµιµον
συνέπειαν
![]() |
36 Βλ. αναλυτικώς υπ’ αριθµόν
49/2000 Γνωµοδότηση ΟλΝ.Σ.Κ., ∆ΕΕ 2002, σελ. 852 επ.
κέκτηται αν µέχρι της δηµοσιεύσεως του παρόντος δεν
συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή
κατά τους ισχύοντας νόµους.»
∆εδοµένου, λοιπόν, ότι υπό το προϊσχύσαν του Αστικού
Κώδικα δίκαιο ενέπιπτε στο θεσµό της παραγραφής όχι µόνο η αποσβεστική, αλλά
και η κτητική παραγραφή (χρησικτησία), το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου είχε ως άµεσο αποτέλεσµα και το ανεπίδεκτο χρησικτησίας των ακινήτων
του ∆ηµοσίου.
iii) Νοµοθετικό καθεστώς παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου προ του άρθρου 21 του ν.δ./τος της 22.4/16.5.1926 (το οποίο επαναλαµβάνεται από το άρθρο 4 του α.ν. 1539/38):
Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου είχε εισαχθεί
στο πλαίσιο του Ρωµαϊκού ∆ικαίου µε τη νεαρά 29 του Βασιλείου του
Πορφυρογέννητου (κεφάλαιο 4) 37.
Η ως άνω νεαρά περιελήφθη στην Εξάβιβλο του Αρµενόπουλου
Α΄γ΄6538, ως επίσης και σε σχόλιο στη Βασιλ. 8 (60.49)39.
Η τελευταία διάταξη εισήχθη σε εµάς µε το β.δ. της 23.2/7.3.1835 «περί
πολιτικού νόµου» και καταργήθηκε µε το Ν. της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως
κτηµάτων», ο οποίος µε τα άρθρα 18 και 21 υπέβαλε σε παραγραφή και τις
διεκδικητικές ακινήτων (εµπράγµατες) αγωγές του ∆ηµοσίου. Ειδικότερα, δυνάµει
του άρθρου 18 του εν λόγω Νόµου προβλέφθηκε ότι τα δηµόσια κτήµατα υπόκεινται
σε χρησικτησία, χωρίς να προσδιορίζεται ως χαρακτήρας της ως τακτικής ή
εκτάκτου ή η διάρκειά της, ενώ δυνάµει του άρθρου 19 προβλέφθηκε ότι και επί
των κτηµάτων του ∆ηµοσίου εφαρµόζονται οι περί κτήσεως, διατηρήσεως και
µεταβιβάσεως διατάξεις του ρωµαϊκού δικαίου, εφόσον ειδικοί νόµοι δεν
διατάσσουν διαφορετικά40. Και από τη νεότερη διάταξη του άρθρου 60
Ν. ΣΟΖ΄/1855 προκύπτει ότι οι ως άνω αγωγές του ∆ηµοσίου υπόκεινται σε παραγραφή41.
Αλλά και δυνάµει περαιτέρω διατάξεων, ήτοι του άρθρου 1
β.δ. της 3/15.12.183342, του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. ΚΘ/186443, του άρθρου 3 Ν. ΨΖ΄/188044
προβλέφθηκε ότι τα δηµόσια
![]() |
37 «µη είναι κατά του ∆ηµοσίου χρόνον αποκλείοντα το ίδιον αυτού δίκαιον, αλλά
ανακαλείσθαι αυτόν τούτο από Αυγούστου Καίσαρος και την παρά τούτου ανάληψιν
δικαιούσθαι.».
38 «µηδέ το ∆ηµόσιον αποκλείεσθαι χρόνω, αλλ’ ανακαλείσθαι το ίδιον δίκαιον
από Αυγούστου Καίσαρος και δικαιούσθαι την περί τούτου ανάληψιν»
39 «σήµερον δε από νεαράς του
Βασιλέως κυρού Βασιλείου του Πορφυρογέννητου αι αρµόζουσαι των ∆ηµοσίω
χρηµατικαί και πραγµατικαί δίκαι αείζωοι εισί και ουδενί
χρόνω κλείονται.»
40Εφ. Ιωαν. 113/55 ΝοΒ 4, σελ. 94
41 «το ∆ηµόσιον εξακολουθεί να διατηρή εις εαυτό την νοµικήν κατοχήν επί των
εθνικών και εκκλησιαστικών γαιών
και κτηµάτων, εφ’ όσον ελάµβανε
δικαίωµα επικαρπίας µέχρι τέλους του 1843, εκτός αν απώλεσεν αυτήν δια
δικαστικής αποφάσεως ή δια ρητής παραιτήσεως.»
42 «όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσιάση
έγγραφον (ταπί), εκδοθέν επί
τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως
δηµόσια και η νοµή αυτών µένει ως και
µέχρι τούδε εις το δηµόσιον», προκύπτει δε εκ του γράµµατος του νόµου ότι το εν λόγω
άρθρο αφορά τη συντήρηση των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου για το
µέχρι την έναρξη ισχύος του
χρονικό διάστηµα και όχι για το µέλλον, ότε τα λειβάδια είναι δεκτικά νοµής και
ιδιωτικής κτήσεως.
43 «το ∆ηµόσιον ως και αι Κοινότητες
διατηρούσιν ανέπαφα τα δικαιώµατα όσα προ της εποχής ταύτης είχον επί των
αµφισβητούµενων λειβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων
δικαιωµάτων».
κτήµατα ήταν για
ένα χρονικό διάστηµα δεκτικά ιδιωτικής κτήσεως µε χρησικτησία, η διάρκεια της
οποίας ορίστηκε τριακονταετής (30ετής) µε το άρθρο 1 του Ν. ΓΧΞ/1910.
iv) Μέχρι την 16η Μαϊου 1926, ότε και δηµοσιεύθηκε το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, το οποίο επαναλήφθηκε και διατηρήθηκε ουσιαστικά σε ισχύ µε το άρθρο 4 Α.Ν. 1539/1938, οι διεκδικητικές ακινήτων Αγωγές του ∆ηµοσίου υπέκειντο σε παραγραφή, η οποία δυνάµει του άρθρου 1 του Ν. ΓΧΞ/1910 είχε οριστεί τριακονταετής45.
Ήτοι:
-
Μέχρι τις 16-05-1926, ότε, κατά τα ανωτέρω, δηµοσιεύθηκε
και τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 21 του ν.δ./τος της 22.4/16.5.1926, µε το οποίο
καθιερώθηκε το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και το οποίο διατηρήθηκε
ουσιαστικά σε ισχύ µε το άρθρο 4 α.ν. 1539/38, ∆ΕΝ χωρούσε τακτική, αλλά µόνο
έκτακτη, τριακονταετούς (άρθρο 1 Ν. ΓΧΞ/1910) διάρκειας χρησικτησία επί των
πραγµάτων του ∆ηµοσίου.
-
Από τις 16-05-1926 και µέχρι
τη θέση σε ισχύ του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, ∆ΕΝ
χωρούσε πλέον οποιαδήποτε µορφή χρησικτησίας, τακτική ή
έκτακτη, επί κτηµάτων του
∆ηµοσίου46.
-
Η προ της 16ης-05-1926
αρξαµένη, τριακονταετής παραγραφή των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου ∆ΕΝ επιφέρει οποιαδήποτε έννοµη
συνέπεια, εάν, κατά το γράµµα του άρθρου 21 ν.δ./τος 22.4/16.5.1926, αλλά και
του παραπέµποντος σε αυτό άρθρου 4 α.ν. 1539/1938, δεν είχε συµπληρωθεί µέχρι
την εν λόγω ηµεροµηνία (16-05-1926), κατά
τους ισχύοντες τότε νόµους, σύµφωνα µε τους οποίους, όµως, ως απώτατο
χρονικό σηµείο απαραίτητης συµπληρώσεώς της (προκειµένου αυτή να θεωρηθεί
συντελεσµένη και ισχυρή κατ’ άρθρο 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926 και, κατά συνέπεια,
και κατ’ άρθρο 4 α.ν. 1539/38) θα πρέπει να εκληφθεί η 11η-09-1915. Και τούτο διότι από την 12η-09-1915
τέθηκαν σε ισχύ τα εκδοθέντα κατά το Νόµο ∆ΞΗ/1912 ∆ιατάγµατα περί
∆ικαιοστασίου, δυνάµει των οποίων ανεστάλη η κατά το χρόνο της ισχύος τους
τυχόν συντρέχουσα λήξη κάθε παραγραφής δικαιωµάτων και αγωγών του αστικού και εµπορικού δικαίου.
Κατά τη διάρκεια ισχύος αυτών ακριβώς
των

∆ιαταγµάτων και της υπ’
αυτών προβλεποµένης
αναστολής παραγραφής εξεδόθη
το ν.δ. της
22.4/16.5.1926, µε το άρθρο 21 του οποίου προβλέφθηκε
αφενός µεν ότι τα δικαιώµατα του
∆ηµοσίου
επί ακινήτων δεν υπόκεινται σε
παραγραφή, αφετέρου δε ότι η δε ήδη αρξαµένη κατά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω
ν. δ/τος παραγραφή δεν επιφέρει έννοµες συνέπειες, αν αυτή, µέχρι της δηµοσιεύσεως
και, συνεπώς, θέσεως
σε ισχύ του
διατάγµατος (16-05-1926), δεν
είχε
![]() |
44 «το ∆ηµόσιον, ως προς τα εθνικά
και αι κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούσιν απέναντι των
ιδιωτών την νοµικήν κατοχήν επί των βοσκησίµων τόπων, εφ’ ων εγένοντο κατά το
άρθρο 11 του από 2.3.1847 ΝΕ΄ Νόµου τοποθετήσεις ποιµνίων µέχρι του έτους 1864
και όπως διεκρίθησαν δια των άρθρων 1,2 και 9 του Ν. ΚΘ΄/1864, εκτός εάν
απώλεσαν την κατοχήν δια δικαστικής αποφάσεως ή δια ρητής παραιτήσεως.»
45 Βλ. ΑΠ 113/62 ΝοΒ 10, σελ. 649,
σχετ. ΑΠ 220/60 ΝοΒ 8, σελ. 969
46 Βλ. ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931,
ΑΠ 61/67 ΝοΒ 15, σελ. 741, ΑΠ 407/66 ΝοΒ 15, σελ. 205
συµπληρωθεί
κατά τους τότε ισχύοντες νόµους. ∆εδοµένου, λοιπόν, ότι στους τότε ισχύοντες
νόµους, σύµφωνα µε τους οποίους όφειλε η παραγραφή των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου
να είχε συµπληρωθεί, συµπεριλαµβάνονται και τα ανωτέρω ∆ιατάγµατα περί
∆ικαιοστασίου, δυνάµει των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή δικαιωµάτων και
αγωγών από την 12η-09-1915, συνάγεται ότι η τριακονταετής παραγραφή
θα πρέπει να είχε συµπληρωθεί µέχρι την 11η-09- 1915, προκειµένου
αυτή να είναι αντιτάξιµη έναντι του Ελληνικού ∆ηµοσίου47 48.
- Για τη συµπλήρωση της ως άνω έκτακτης χρησικτησίας,
συνυπολογίζεται η νοµή των προκατόχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση νόµιµης
αιτίας προς µεταβίβαση από τον προκάτοχο στον νυν νοµέα, ήτοι καθολική ή ειδική
διαδοχή, ενώ στην τελευταία περίπτωση, για την προσαύξηση του χρόνου του
δικαιοπαρόχου θα πρέπει η νοµή να φέρει τα προσόντα της χρησικτησίας, το οποίο
απαιτείται άλλωστε και κατ’ άρθρο 1045 Α.Κ.49.
v) Συνεπώς, το
άρθρο 4 α.ν. 1539/1938:
- µε την παρ. 1 επαναλαµβάνει και επικυρώνει το ήδη θεσπισθέν µε το άρθρο 21 ν.δ.
22.4/16.5.1926 απαράγραπτο των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου και
- µε την παρ. 2 παραπέµπει
ως προς την τύχη της, τυχόν, πριν τη θέση του σε ισχύ αρξαµένης, παραγραφής των
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και τη συµπλήρωσή της, στους ισχύοντες νόµους, ήτοι
παραπέµπει ουσιαστικά στην τριακονταετή
παραγραφή του άρθρου 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δέον
όπως έχει συµπληρωθεί µέχρι την 11η-09-
1915, δεδοµένου ότι ο Α.Ν. 1539/38 ∆ΕΝ
καταργεί ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά, αντιθέτως, επαναλαµβάνει και παραπέµπει
στο άρθρο 21 του ν.δ. του 192650.
![]() |
47 Προκειµένου, όµως, περί παραγραφής, η πρόοδος της οποίας ανεστάλη συνεπεία
των εκδοθέντων κατά τα έτη 1897, 1898 Βασιλικών ∆ιαταγµάτων, και για τις
περιφέρειες τις οποίες αυτά τα ∆ιατάγµατα αφορούσαν, θα πρέπει στον προ της
ενάρξεως της αναστολής από της 11ης-09-1915 διαδραµόντα χρόνο να
προστεθεί και χρόνος ίσος προς τον ανασταλέντα κατά ∆ιατάγµατα των ετών
1897,1898 (Π.χ. η 30ετής παραγραφή των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου,
επί ακινήτων κείµενων
στους νοµούς Τρικάλων
και Λαρίσης και στην επαρχία
της Σκοπέλου, λογίζεται
συµπληρωθείσα εφόσον κατά την 11η-09-1915 είχε συµπληρωθεί χρόνος 30
ετών, 2 µηνών και 27 ηµερών, προκειµένου περί ακινήτων κειµένων στο Νοµό Άρτας
30 ετών, 7 µηνών και 14 ηµερών, προκειµένου δε περί ακινήτων κειµένων σε όλο το
υπόλοιπο παλαιό κράτος 30 ετών, 6 µηνών και 13
ηµερών).
48 Σε απόλυτη συµφωνία µε τα
ανωτέρω, η υπ’ αριθµόν 78/1940 απόφαση του Α.Π. έκρινε επί δουλείας διόδου υπέρ
δηµοσίου κτήµατος και σε βάρος γειτονικού
ακινήτου, η οποία εκτήθη δια χρησικτησίας, ότι ο χρόνος της τριακονταετούς
παραγραφής έπρεπε να είχε συµπληρωθεί όταν δηµοσιεύθηκε το ν.δ. της
22.4/16.5.1926, δυνάµει του οποίου και θεσπίστηκε το απαράγραπτο των
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου και κατά τους κείµενους νόµους, ήτοι
µετά την αφαίρεση του χρόνου κατά την οποίο αυτή ανεστάλη σύµφωνα µε τα
∆/τα περί ∆ικαιοστασίου.
49ΑΠ 406/74 ΝοΒ 22, σελ. 1384, ΑΠ
97/58 ΝοΒ 6 σελ. 680
50 Αντιθέτως, δεν αναφέρεται στην
τυχόν αρξαµένη σαρακονταετή (40ετή) των αντιστοίχων αξιώσεων των ιερών
µονών, η οποία ίσχυε µέχρι την θέσπιση του Ν. ΓΧΞ/1910, ο οποίος αδιακρίτως
πλέον, ήτοι και τις ιερές µονές,
προέβλεψε τριακονταετή (30ετή) χρόνο παραγραφής και αυτό διότι:
- ο γενικός ορισθείς, συνεπώς και
για τις αξιώσεις επί ακινήτων των ιερών µονών 30ετής χρόνος παραγραφής ήτο αδύνατο να συµπληρωθεί από της ισχύος
του εν λόγω νόµου και µέχρι της δηµοσιεύσεως του ν. δ/τος της 22.4/16- 05-1926,
δεδοµένης άλλωστε και της αναστολής της από της 11ης-09-1915
συνεπεία των ∆/των περί ∆ικαιοστασίου,
- η προ του Ν. ΓΧΞ/1910 τυχόν
αρξαµένη παραγραφή εις βάρος των ιερών µονών θα συµπληρωνόταν σύµφωνα τις
διατάξεις περί 40ετούς παραγραφής του Ρωµαϊκού ∆ικαίου σύµφωνα µε τα κρατούσα
τότε δικαιϊκή αρχή η οποία προέβλεπε ότι εν περιπτώσει ορίσεως υπό του νόµου
βραχύτερου του ισχύοντος µέχρι πρότινος χρόνου παραγραφής, εάν ο υπολειπόµενος
χρόνος για τη συµπλήρωση της ήδη αρξαµένης µακροτέρας παραγραφής είναι
βραχύτερος του υπό του νόµου νέου ορισθέντος χρόνου παραγραφής, τότε
εφαρµόζεται ο παλαιός νόµος, η ήδη αρξαµένη παραγραφή συνεχίζεται και
συµπληρούται σύµφωνα µε την προγενέστερη νοµοθεσία.
vi)
Ειδικά το
απαράγραπτο των δικαιωµάτων του Ελληνικού ∆ηµοσίου επί των δασών και δασικών
εκτάσεων: Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των δασών καθιερώθηκε το
πρώτον µε το άρθρο 8 εδ. 8 του Ν. 343/1914 «περί των πυρκαϊών των δασών», το οποίο:
-
καταργήθηκε µε το άρθρο 21 του ν.δ. της 28.9.1919,
-
αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 20 του ιδίου ως άνω νοµοθετικού διατάγµατος και
- κυρώθηκε µε τον
Ν. 2036/20, επαναληφθέν στο άρθρο 215 του Ν. 4173/29 (∆ασικός Κώδικας).
Έτσι, ο χρόνος της παραγραφής των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου επί των δασών υπολογίζεται αναδροµικά από της ισχύος του αρχικού Ν.
343/1914 και οποιοσδήποτε έκτοτε διαδραµών χρόνος ουδεµία έννοµη συνέπεια
επάγεται, καθιερωµένου έκτοτε, πέραν οιασδήποτε αµφιβολίας, του απαραγράπτου
των δικαιωµάτων επί των δασών του ∆ηµοσίου.
vii) Ο σκοπός της θεσπίσεως του απαράγραπτου των δικαιωµάτων του Ελληνικού
∆ηµοσίου
συνίσταται στη διασφάλιση
των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου
από κάθε επιβουλή
(κακόπιστου)
τρίτου, ο οποίος στερείται µε τον
τρόπο αυτό της
δυνατότητας να αποκτήσει,
µέσω της νοµής ή
κατοχής δηµοσίου κτήµατος, κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επ’ αυτού,
παραγράφοντας τα δικαιώµατα του ∆ηµοσίου.
Συνεπεία της θεσπίσεώς του, η κατάληψη από τρίτον
δηµοσίου κτήµατος δεν συνεπάγεται την απώλεια της νοµής από µέρους του
Ελληνικού ∆ηµοσίου και την κτήση της επ’ αυτού
κυριότητας από τον τρίτο, ακόµη
και µετά την πάροδο µακροτάτου χρονικού διαστήµατος (ακόµη
και 60ετίας), κατά το οποίο το ∆ηµόσιο, καίτοι γνωρίζον την από τρίτου
κατάληψη, ουδέποτε διαµαρτυρήθηκε 51.
Είναι σαφές, όµως, ότι δεν εµπίπτει στον κανόνα περί απαραγράπτου των
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου η περίπτωση κατά την οποία το ∆ηµόσιο, µε τα νόµιµα
όργανά του και σε εκτέλεση νόµιµης υποχρέωσής του, παραχωρεί συννόµως σε
κάποιον την νοµή ή κατοχή κάποιου κτήµατος, επί τω σκοπώ της κτήσεως κυριότητας
από µέρους του. Τυχόν αντίθετη άποψη θα αντιτίθετο προς τον επιδιωκόµενο µε τη
θέσπιση του απαραγράπτου σκοπό, ο οποίος συνίστατο στην προστασία του ∆ηµοσίου
από τους κακόπιστους καταπατητές και όχι
από καλόπιστους ιδιώτες, οι οποίοι απέκτησαν τη νοµή νοµίµως και δύνανται
συνεπώς να αποκτήσουν κυριότητα δια χρησικτησίας52 53 .
![]() |
Την αρχή δε αυτή
δεν θέλησε να αποκλείσει ούτε ο νοµοθέτης του άρθρου 21 του ν.δ./τος της
22.4/16-05-1926, ο οποίος απέβλεψε µάλιστα σε µείζονα προστασία της ακινήτου
περιουσίας των ιερών µονών, αλλά ούτε και ηδύνατο να αποκλείσει την εν λόγω
αρχή, διότι κάτι τέτοιο θα αντίκειτο στο άρθρο 17 του Συντάγµατος (ΠρΑθ 3239/68
ΕΕΝ 35, σελ.481)
51 Βλ. ΑΠ 195/70 ΝοΒ 18, σελ. 931
52 Βλ. Ευ. ∆ωρή, ό.αν., Κεφάλαιο
ΙΗ΄, άρθρο 4, σελ. 443.
53 Λ.χ. το άρθρο 19 του Ν. 719/77 δηµιουργεί ένα ρήγµα στον καθιερωθέντα ήδη
εν έτει 1926 κανόνα περί απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου επί των
ακινήτων και του ανεπιτρέπτου της κτήσεως κυριότητάς
ΙΙ. Α. 5. Το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Ανταλλαξίµου Περιουσίας54
∆υνάµει του άρθρου
10 α.ν. 1539/1938, και για τη διασφάλιση των ιδιοκτησιακών δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου επί των ∆ηµοσίων Κτηµάτων, δηµιουργήθηκε το Γνωµοδοτικό Συµβούλιο ∆ηµοσίων Κτηµάτων (ήδη και Ανταλλαξίµου
Περιουσίας) του Υπουργείου Οικονοµικών, η αρµοδιότητα του οποίου συνίσταται
στην έκδοση γνωµοδοτήσεων επί των
εισαγοµένων σε αυτό σύµφωνα µε τον εν λόγω νόµο υποθέσεων, απτόµενων την ύπαρξη
ή µη δικαιώµατος κυριότητας ιδιώτη ή του ∆ηµοσίου επί συγκεκριµένου ακινήτου,
οι οποίες, όµως, γνωµοδοτήσεις τελούν πάντοτε υπό την έγκριση του Υπουργού
Οικονοµικών, δυνάµενου να τις αποδεχθεί ή και να µην τις αποδεχθεί.
Σύµφωνα, ειδικότερα, µε την κείµενη νοµοθεσία (Α.Ν
1538/1939, από 29/9-4/10/1939 β.δ.) περί προστασίας των δηµοσίων κτηµάτων
παραπέµπονται, µεταξύ άλλων, στο Γνωµοδοτικό αυτό Συµβούλιο:
- οι αιτήσεις όσων
αξιώνουν δικαίωµα κυριότητας ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επί ακινήτου έναντι του
ελληνικού δηµοσίου,
![]() |
του από µέρους των ιδιωτών µε
χρησικτησία. Με αυτό ο νοµοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα αναγνωρίσεως της
αµφισβητούµενης κυριότητας ιδιώτη
επί συγκεκριµένης εκτάσεως
γης, έναντι απλώς µειωµένου, ενίοτε
µάλιστα και απλώς συµβολικού
τιµήµατος, επιλογή η οποία επικρίθηκε εντόνως υπό της τότε θεωρίας,
καθώς, ο νοµοθέτης θα
µπορούσε να επιλέξει δια την υπό
κρίσιν περίπτωση τον πιο γνώριµο στη νοµοθετική ιστορία της νεότερης Ελλάδος
και ευνοϊκότερο δια τα έννοµα συµφέροντα του ∆ηµοσίου, θεσµό της εξαγοράς ή
εκποιήσεως, επιλογή η οποία άλλωστε προεκρίθη µε το άρθρο 26 α.ν. 1539/38,
άρθρο 1 Ν. 3800/57, άρθρο 4 α.ν. 26/68 και άρθρο 1,4,11 αυτού του ιδίου Ν.
719/77.
Πλην, όµως, ο ίδιος ο νοµοθέτης
του άρθρου 19 Ν. 719/77 ΕΞΑΙΡΕΣΕ της
εφαρµογής του:
α) Εκτάσεις καλυµµένες µε πευκοδάση, κατεχόµενες προς της
01ης-01-1967, οι οποίες παραµένουν συνεπώς στην κυριότητα του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Μάλιστα, τοποθετώντας ο νοµοθέτης το χρονικό σηµείο της απαιτούµενης
κατοχής των αγροτικών εκτάσεων την 01η-01-1967, προδήλως απαιτεί τη
συνδροµή κατά το εν λόγω χρονικό σηµείο όλων των θεµελιωτικών του δικαιώµατος
κυριότητας των κατόχων προϋποθέσεων, µεταξύ των οποίων περιλαµβάνεται και το
ακάλυπτο των εν λόγω εκτάσεων από πευκοδάσος (Βλ. υπ’ αριθµόν 145/78 Γνωµοδότηση του ΝΣΚ)
β) Τους αιγιαλούς και τις
παραλίες.
γ) Τις αποψιλωθείσες εξαιτίας προηγούµενων πυρκαϊών εκτάσεις: Ο νοµοθέτης δεν προσδιορίζει
περαιτέρω το χρόνο κατά τον οποίο θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η αποψίλωση λόγω
πυρκαϊάς, αρκεί η εν λόγω αποψίλωση να είναι πρότερη. Η προκειµένη επιλογή του
νοµοθέτη µόνο τυχαία δεν µπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς ο σκοπός του
συνίσταται:
- στον αποκλεισµό της αποκτήσεως
ιδιωτικών δικαιωµάτων από µέρους τρίτων κατόχων επί εκτάσεων, οι οποίες
οφείλουν τη σηµερινή αγροτική τους µορφή στην παρελθοντική αποψίλωσή τους λόγω
πυρκαϊάς και, κατ’ αυτόν τον τρόπο,
- στην οιονεί κύρωση όσων
επιβουλεύθηκαν µέχρι τότε το δασικό πλούτο της χώρας λόγω της απληστίας τους και
προς ικανοποίηση ατοµικών οικονοµικών συµφερόντων, αποπειρώµενοι, µέσω του
καταστρεπτικού για την εθνική οικονοµία και το κοινωνικό σύνολο εµπρησµού, τη
δηµιουργία ασκεπών εκτάσεων, οι οποίες και προσφέρονται για ευχερή κατάληψη.
54Βλ. Λ.Ι.Κιτσαρά, Γνωµοδότηση µε θέµα
«∆ηµόσια Κτήµατα. Κυκλάδες. Εµβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς
προνοµιακής µεταχείρισης των εµπράγµατων αξιώσεων του ∆ηµοσίου µε τη θέσπιση
«τεκµηρίων
κυριότητας» υπέρ αυτού.
∆ιαδικασία ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και Ανταλλαξίµων
Κτηµάτων», ό.αν.
- υποθέσεις
καταπατήσεως από τρίτους κτηµάτων (δηλ. περιπτώσεις ακινήτων γνωστών στο
Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών και στη ∆ιεύθυνση ∆ηµοσίων Κτηµάτων ως
δηµόσιων και κατεχόµενων από τρίτους) ή γίνεται καταγγελία για το χαρακτήρα
τους από ιδιώτες, οπότε το συµβούλιο γνωµοδοτεί µετά από προηγούµενη έρευνα (ειδική ένορκη
εξέταση, συλλογή στοιχείων κλπ) α)
αν πρέπει να παύσει κάθε ενέργεια, ή β)
αν θα προσκληθεί ο κάτοχος να προσκοµίσει τους τίτλους του, οπότε από τη
µελέτη των εν λόγω τίτλων και την εν γένει εκτίµηση των στοιχείων θα κριθεί το δικαίωµα ή µη του ∆ηµοσίου επί του εν λόγω ακινήτου,
- επί εξαγοράς
δηµοσίου κτήµατος από τον κάτοχο ή νοµέα αυτού κατά το άρθρο 26 Α.Ν. 1539/1938,
σε περίπτωση αµφισβήτησης του χρόνου ενάρξεως της κατοχής ή νοµής του κτήµατος
∆ιευκρινίζεται, κατ’ αρχάς, ότι οι διαφορές περί την κυριότητα, ως οι εισαγόµενες, εν
προκειµένω, για γνωµοδότηση ενώπιον του ως άνω Συµβουλίου, είναι πάντοτε ιδιωτικές διαφορές, και όχι
διοικητικές, ακόµη και αν οι επίδικη
έριδα αναφύεται στις σχέσεις µεταξύ ιδιώτη και ∆ηµοσίου. Και τούτο διότι η
κυριότητα, αποτελεί δικαίωµα (ή έννοµη σχέση) του ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα
αν διεκδικείται από το ∆ηµόσιο ή εάν πράγµατι ανήκει σε αυτό.
Συνεπώς, ως πάντοτε
ιδιωτικές, οι διαφορές περί την κυριότητα, κατά τα ανωτέρω, υπάγονται κατ’
άρθρο 94 παρ. 3 Σ στη δικαιοδοσία των πολιτικών
δικαστηρίων. Τούτο υπαγορεύεται όχι µόνο από τη φύση του δικαιώµατος της
κυριότητας ως ιδιωτικού, αλλά και από την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, η
οποία εφαρµόζεται ιδιαιτέρως αυστηρά στην περίπτωση της δικαστικής λειτουργίας και σύµφωνα µε την οποία ο κοινός νοµοθέτης
αδυνατεί να αναθέσει σε διοικητικά όργανα την επίλυση των ιδιοκτησιακών
διαφορών µεταξύ
∆ηµοσίου και ιδιωτών, υπό την έννοια
της παροχής σε αυτά αποφασιστικής αρµοδιότητας να τέµνουν διαφορές εκδίδοντας
δεσµευτικές και εκτελεστές αποφάσεις, γεγονός το οποίο θα αντίκειτο ούτως ή
άλλως προς το συνταγµατικά (άρθρο 20 Σ) κατοχυρωµένο δικαίωµα της δικαστικής
προστασίας.
Συµπερασµατικώς:
α) Οι διαφορές περί
την κυριότητα, ακόµη και όταν ένα εκ των εµπλεκοµένων µερών τυγχάνει το
∆ηµόσιο, επιλύονται:
-
ΜΟΝΟ από τα δικαστήρια και ΟΧΙ από τη ∆ιοίκηση,
-
ΜΟΝΟ από τα πολιτικά δικαστήρια και ΟΧΙ από τα διοικητικά.
β) Ως εκ τούτου,
µία καθαρά διοικητική διαδικασία, στο
πλαίσιο της οποίας
η
∆ιοίκηση
εκφέρει άποψη ως προς την ύπαρξη ή µη δικαιώµατος κυριότητας ενός ιδιώτη, ως τυγχάνει εν προκειµένω η διαδικασία
ενώπιον του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων (Γ.Σ.∆.Κ.) του Α.Ν. 1538/1939,
εξ ορισµού ∆ΕΝ δύναται να φέρει το
χαρακτήρα επιλύσεως της
διαφοράς, παρά µόνο το
χαρακτήρα απλής διοικητικής
διερευνήσεως του
ζητήµατος
αν το ∆ηµόσιο ή τρίτος ιδιώτης έχει την κυριότητα επί τινός ακινήτου.
Ουσιαστικά πρόκειται για µία εσωτερική διοικητική διαδικασία, αποσκοπούσα στην
εξέταση και αντιπαραβολή των τίτλων κυριότητας του ιδιώτη αφενός και του
∆ηµοσίου αφετέρου, µετά την ολοκλήρωση της οποίας απλώς διαπιστώνεται από τη
∆ιοίκηση η ύπαρξη ή µη τίτλων κυριότητας του ενός ή του άλλου µέρους, µη δηµιουργουµένου κατ’ αυτόν τον τρόπο
οιουδήποτε τίτλου. Τέτοιες, αποβλέπουσες στη διευθέτηση αµφισβητήσεων,
δραστηριότητες της
∆ιοικήσεως,
εκ φύσεως, προϋποθέτουν υφιστάµενους τους
τυχόν τίτλους κυριότητας, ∆ΕΝ τους δηµιουργούν επενεργώντας διαπλαστικά
επί των ιδιωτικών δικαιωµάτων. Στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών η ∆ιοίκηση ∆ΕΝ επιλύει, αλλά, εφόσον «διαπιστώνει»
την ύπαρξη κυριότητας του ∆ηµοσίου και, αντιστρόφως, την ανυπαρξία κυριότητας
του ιδιώτη, δηµιουργεί διαφορά περί
την κυριότητα, την οποία µόνα αρµόδια
να επιλύσουν είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Πριν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως
επί της προκυψάσης κατά τον άνω τρόπο διαφοράς ουδεµία δέσµευση δηµιουργείται σε βάρος του ιδιώτη εκ της απλής
διοικητικής διαπιστώσεως περί υπάρξεως ή µη δικαιώµατος κυριότητάς του. Η
αποτυπούµενη γνώµη του αρµοδίου διοικητικού οργάνου, εν προκειµένω του
Γ.Σ.∆.Κ., δεν συνιστά εκτελεστή
διοικητική πράξη, δεν επάγεται
εξωτερικές συνέπειες, δεν εξοπλίζεται
µε το τεκµήριο της νοµιµότητας και δεν δύναται
να αποτελέσει αντικείµενο διοικητικού καταναγκασµού.
Έτι περαιτέρω, ειδικότερα
επί του Α.Ν. 1538/1939 και της καθιερούµενης από αυτόν διαδικασίας ενώπιον
του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων Κτηµάτων λεκτέα τα κάτωθι:
Εκ φύσεως η εν λόγω διαδικασία στερείται αµεροληψίας και αντικειµενικότητας, καθώς η αποφασιστική
εν προκειµένω αρµοδιότητα ανήκει στον Υπουργό Οικονοµικών, στη διακριτική
ευχέρεια του οποίου εναπόκειται η αποδοχή ή µη µίας ευνοϊκής για τον ιδιώτη
Γνωµοδοτήσεως του Συµβουλίου. Ως ενδεικτικό της ελλείψεως αντικειµενικότητας αναφέρουµε:
- αφενός µεν ότι απαραίτητη προϋπόθεση ενδεχόµενης µερικής αποδοχής από τον Υπουργό της
Γνωµοδοτήσεως αποτελεί η µερική αποδοχή να αποβαίνει επ’ ωφελεία του
∆ηµοσίου,
- αφετέρου δε ότι αποκλείεται
η τροποποίηση από τον Υπουργό
της Γνωµοδοτήσεως στο βαθµό που η εν λόγω τροποποίηση θα καθιστούσε δυσµενέστερη τη θέση του ∆ηµοσίου.
Άλλωστε και το γνωµοδοτούν Συµβούλιο ∆ΕΝ συνιστά όργανο επιφορτισµένο µε οιονεί δικαστικής αρµοδιότητας,
οπότε και θα όφειλε να τηρεί ίσες αποστάσεις από τα διάδικα µέρη (ιδιώτη,
∆ηµόσιο).
Η ως άνω έλλειψη αντικειµενικότητας και αµεροληψίας ∆ΕΝ δηµιουργεί επιφυλάξεις
συνταγµατικής φύσεως, καθώς, ως προελέχθη, η εν λόγω διαδικασία, ως καθαρά
εσωτερική, δεν παράγει εξωτερικές έννοµες συνέπειες55.
∆εδοµένων, λοιπόν:
-
τόσο της ελλιπούς δηµοσιοποιήσεως της διαδικασίας προς τον ιδιώτη,
-
όσο και των προεκτεθεισών δεσµεύσεων του αποφασίζοντος Υπουργού υπέρ του
∆ηµοσίου,
καθίσταται σαφές ότι η καταληκτική της όλης διαδικασίας
Απόφαση του Υπουργού, ιδίως όταν αυτή είναι αρνητική για τον ιδιώτη, συνιστά µονοµερή διοικητική πράξη, µη παράγουσα οποιεσδήποτε αρνητικές για
τον ιδιώτη έννοµες συνέπειες, µη παράγουσα
τεκµήριο νοµιµότητας του ∆ηµοσίου και, ως εκ τούτου, µη δυνάµενη να εκτελεστεί αναγκαστικώς εναντίον του, δηµιουργεί
απλώς «διαφορά» περί την κυριότητα, η επίλυση της οποίας ανήκει στην
αποκλειστική αρµοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων56.
ΙΙ. Α. 6. Επίλυση των αµφισβητήσεων διακατοχής µεταξύ ∆ηµοσίου και ιδιώτη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών57
Σύµφωνα µε το άρθρο 22 του α.ν. 1539/38:
«1. Οσάκις
µεταξύ των οργάνων του ∆ηµοσίου και ιδιώτου αµφισβητείται η διακατοχή58
επί ωρισµένου κτήµατος, ζητείται η προσωρινή παρά του Εισαγγελέως Πρωτοδικών ρύθµισις παρά
µεν του ιδιώτου δι’ αιτήσεως, παρά δε των οργάνων του
∆ηµοσίου δι’ απλού εγγράφου.»
![]() |
55 Τα παραπάνω δικαιολογούν άλλωστε και την πρόβλεψη στο άρθρο 11 παρ. 5 α.ν.
1538/1939 ότι µόνο η περίληψη της Γνωµοδοτήσεως και Αποφάσεως του Υπουργού
κοινοποιούνται στον ενδιαφερόµενο ιδιώτη. Ως απεφάνθη,
µάλιστα, το Νοµικό
Συµβούλιο του Κράτους (υπ’ αριθµόν 969/1954 Γνωµοδότηση, ΝοΒ 6, σελ. 1028) οι
Γνωµοδοτήσεις του Συµβουλίου δεν είναι ανακοινώσιµες στον ιδιώτη πριν γίνουν
αποδεκτές από τον Υπουργό Οικονοµικών, διότι συνιστούν έγγραφα εµπιστευτικά της
∆ιοικήσεως, µη συνταχθέντα προς το συµφέρον του ιδιώτη, ενώ ακόµη και µετά την
έγκρισή τους από τον Υπουργό ανακοινώνεται στον ιδιώτη µόνο το διατακτικό τους,
ενώ το υπόλοιπο, ιδίως το περιέχον την εισήγηση τµήµα τους παραµένει
εµπιστευτικό της ∆ιοικήσεως έγγραφο.
56 Στην περίπτωση πάντως µίας
θετικής για τον ιδιώτη Γνωµοδοτήσεως, η οποία επικυρώνεται και µε απόφαση του
Υπουργού Οικονοµικών, δύναται να ειπωθεί ότι η εν λόγω Απόφαση δεν στερείται
οιασδήποτε έννοµης συνέπειας,
αλλά αντιθέτως
αναδύεται από αυτήν ένα είδος «οιονεί διοικητικού δεδικασµένου», το οποίο
απαγορεύει την επανεξέταση της υποθέσεως σε διοικητικό επίπεδο και το οποίο
µόνο δικαστικώς δύναται πλέον να ανατραπεί. Η εν λόγω άποψη επικυρώνεται από το
άρθρο 12 του α.ν. 1538/1939, το οποίο προβλέπει την «εκτέλεση» µίας θετικής για
τον ιδιώτη Γνωµοδοτήσεως του Γ.Σ.∆.Κ. και της επικυρωτικής αυτής Αποφάσεως του
Υπουργού Οικονοµικών, ενώ αντιθέτως, αντίστοιχη διάταξη για την «εκτέλεση» µίας
αρνητικής για τον ιδιώτη Αποφάσεως του Υπουργού ουδόλως ανευρίσκεται στον α.ν.
1538/1939, καθώς κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στα προεκτεθέντα συνταγµατικά
εµπόδια. Συνεπώς, η Απόφαση του Υπουργού µε την οποία «διαπιστώνεται» η
κυριότητα του ∆ηµοσίου επί τινός ακινήτου, ∆ΕΝ εκτελείται σε βάρος του ιδιώτη,
πριν την έκδοση επικυρωτικής αυτής δικαστικής αποφάσεως.
57 Αναστασίου Ι. Τάχου, Κτήση Κυριότητας επί ∆ηµοσίων Κτηµάτων και Προστασία της Βιοµηχανίας και
Βιοτεχνίας (ερµηνεία του αρ. 4, Ν. 3127/2003, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα –
Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 37
58 Είναι δε χαρακτηριστική η, διατυπωθείσα εις την υπ’
αριθµόν 1/1986 Απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών
Πειραιώς (ΝοΒ 1986,
σελ. 704), εισαγγελική σκέψη σύµφωνα µε την οποία προϋπόθεση εφαρµογής του
άρθρου 22 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 «…είναι
και η µεταξύ του ∆ηµοσίου και ιδιώτη ύπαρξη διαφοράς που ανάγεται στην
αµφισβήτηση της διακατοχής, δηλ. της νοµής επί ακινήτου………. Ο όρος “αµφισβήτηση” … είναι φανερό ότι
υποδηλώνει προσβολή της νοµής του επιδίκου, …». Γενικώς, η Εισαγγελική
επέµβαση ή ορθότερα παρέµβαση
Λόγω του προαναφερθέντος πλάσµατος νοµής επί των δηµοσίων
κτηµάτων υπέρ του
∆ηµοσίου,
η εν λόγω διάταξη συνιστά µία εκ των περιορισµένων περιπτώσεων αναγνωρίσεως
στους κατόχους δηµοσίων κτηµάτων ενός είδους προστατευοµένης κατοχής, η οποία
ενδέχεται να θεµελιώσει δικαίωµα νοµής και συνεπώς κυριότητας.
Η εν λόγω αρµοδιότητα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών συνιστά
ένα είδος αστυνοµικού
µέτρου,
και, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται την επιδίκαση ιδιωτικού δικαιώµατος. Όµως ο Εισαγγελέας επιλαµβάνεται της άρσεως
της αµφισβήτησης ως «όργανον εντεταλµένον εις την δικαστικήν
εξουσίαν και ουχί εις την διοικητικήν εξουσίαν» (ΑΕ∆ 2/1977). Συνεπώς,
η Εισαγγελική Απόφαση υπέρ του ιδιώτη δηµιουργεί πεποίθηση ή αλλιώς δικαιολογηµένη
εµπιστοσύνη σε αυτόν για τη νοµιµότητα
της υπ’ αυτού ασκούµενης κατοχής επί του ακινήτου. Και αυτό διότι η καλή πίστη ή αλλιώς η συνταγµατική αρχή της εµπιστοσύνης πρέπει
να διέπει τη συµπεριφορά όχι µόνο των πολιτών, αλλά και της ∆ιοικήσεως, καθώς
το Κράτος αποτελεί ενιαίο Νοµικό Πρόσωπο ∆ηµοσίου ∆ικαίου.
ΙΙ. Α. 7. ∆υνατότητα εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος από ιδιώτη νοµέα ή κάτοχό του, έχοντος ή και στερούµενου σχετικού τίτλου:
Τέλος, αξίζει να µνηµονευθεί το άρθρο 26 παρ. 1 του α.ν.
1539/38, ως αντικαταστάθηκε
µε το άρθρο 1 του Ν. 3800/1957), σύµφωνα µε το οποίο:
«1. Πας νοµεύς ή κάτοχος δηµοσίου κτήµατος,…, είτε
έχων τίτλον είτε στερούµενος τοιούτου,…,δύναται,…,όπως εντός ανατρεπτικής
προθεσµίας … (η οποία έχει παραταθεί µε
µεταγενέστερους νόµους) … ζητήση παρά
του ∆ηµοσίου την εξαγοράν … κατά τον προσδιορισµόν της αξίας του κτήµατος
αγροτικού ή αστικού εκπίπτεται η γενοµένη υπό του κατόχου αξιοποίησις αυτού …»
Πρόκειται για άλλη µία εξαιρετική περίπτωση αναγνωρίσεως
στον ιδιώτη κάτοχο δηµοσίου κτήµατος ενός είδους προστατευµένης κατοχής, η
οποία θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο µίας σειράς διατάξεων, σχετιζόµενων σε
σηµαντικό βαθµό µε την προστασία της βιοµηχανίας
και της βιοτεχνίας59
και, συνεπώς, µε την προστασία και ενίσχυση της εθνικής
![]() |
αφορά και την άρση της αµφιβολίας «περί του δικαιούχου
εις κατοχήν», ιδίως όταν η κατοχή στηρίζεται σε πράξη
∆ηµόσιας Αρχής (ΕιρΠειρ 204/1985 ΝοΒ 1985, σελ. 847).
59 Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό.αν.,
σελ. 37-43: Η έννοια της βιοτεχνίας, στην προστασία της οποίας πρωτίστως
αποβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, οριοθετήθηκε στο άρθρο 2 του µεταγενέστερου Ν.
2516/1997, το οποίο απλώς επανέλαβε – υιοθέτησε την πάγια άποψη της µέχρι τούδε
αποκρυσταλλωθείσης νοµολογίας. Ειδικότερα, στο εν λόγω άρθρο ορίζεται ότι η
βιοτεχνία, ως επιχείρηση, αποτελεί «τεχνοοικονοµική µονάδα», όπου:
- ως «µονάδα» νοείται ένα ενιαίο
σύνολο δραστηριοτήτων,
- ως «τεχνοοικονοµικού» χαρακτήρα η εν λόγω µονάδα θα αποτελεί έναν συνδυασµό από ένα τµήµα
(δραστηριότητα)
«τεχνικό» και ένα τµήµα (δραστηριότητα) «οικονοµικό»,
- η εν λόγω ενότητα (µονάδα) είναι
αδιάσπαστη και αναγκαία, καθώς το οικονοµικό προϋποθέτει το τεχνικό για την
παραγωγή των προϊόντων και το τεχνικό απαιτεί το οικονοµικό για τη διάθεση των
παραχθέντων προϊόντων,
οικονοµίας,
και, συγκεκριµένα, του άρθρου 96 του Π.∆. 11/12-11-1929 «Περί διοικήσεως
δηµοσίων κτηµάτων» 60, του άρθρου 10 παρ. 2 Ν.∆. 2176/1952 «Περί
προστασίας της βιοµηχανίας κ.λ.π.»61, του Ν. 357/1976 «Περί
επιταχύνσεως της ρευστοποιήσεως και εκκαθαρίσεως της ανταλλαξίµου περιουσίας»62
και του άρθρου 4 Α.Ν. 263/196863.
Όλες οι ανωτέρω διατάξεις, ιδίως στο βαθµό που αποβλέπουν
στην προστασία της βιοµηχανίας και της βιοτεχνίας, ενεργοποιούν τη συνταγµατική
πρόβλεψη για την «οικονοµική ανάπτυξη όλων των τοµέων της εθνικής οικονοµίας»
και «για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης» (άρθρο 106 παρ. 1 Συντ), δηλαδή
παραγόντων αναγοµένων στο γενικότερο εθνικό και δηµόσιο συµφέρον. Εξάλλου οι
διατάξεις αυτές, αφενός µεν δεν
αντίκεινται η µία προς την άλλη, αφετέρου
δε συµπληρώνονται και συν-εφαρµόζονται µε εκείνες τις διατάξεις που αφορούν
τη διοίκηση των δηµοσίων κτηµάτων, εφόσον βέβαια δεν αντίκεινται προς τις
διατάξεις που αφορούν τη διαχείριση των ανταλλάξιµων κτηµάτων64,
συνιστούν δε ειδικές διατάξεις,
θεσπισθείσες για τον ειδικό σκοπό της
προστασίας της αντίστοιχης (βιοµηχανικής ή βιοτεχνικής) επιχείρησης υπό την έννοια της περιουσίας, το κυριότερο στοιχείο της οποίας, εκ των πραγµάτων, αποτελεί το δικαίωµα νοµής (κατοχής) του ακινήτου
που είναι αναγκαίο για την «τεχνοοικονοµική µονάδα» της βιοµηχανίας ή
της βιοτεχνίας65.
![]() |
- η βιοτεχνία, ως επιχείρηση, είναι
ενιαία και αδιαίρετη λειτουργικά: Αυτή ακριβώς η λειτουργική µονάδα
προστατεύεται υπό του νόµου, ενώ τυχόν διαχωρισµός της συνεπάγεται την αναίρεση
του σκοπού της ειδικής προστασίας.
60 «Προς ίδρυσιν, λειτουργίαν ή αξιόλογον επέκτασιν υφισταµένων βιοµηχανιών ή
βιοτεχνιών επιτρέπεται…η απ’ ευθείας και άνευ δηµοπρασίας εκποίησις γηπέδων της
∆∆Κ…»
61 σύµφωνα µε το οποίο «Επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ
δηµοπρασίας εκποίησις, κατά τας ισχύουσας περί
διοικήσεως δηµοσίων κτηµάτων διατάξεις, ακινήτων ή γηπέδων αποτελούντω
ανταλλάξιµον περιουσία, εφ’ ων στεγάζονται ή είναι εγκατεστηµέναι βιοµηχανίαι ή
βιοτεχνίαι» ενώ «Πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικείµενη εις τα διατάξεις του
παρόντος Ν∆ καταργείται» (άρθρο 16 παρ. 2)
62 - «Οι κατέχοντες αστικά ανταλλάξιµα κτήµατα εφ’ ων ανεγείρονται κτίσµατα
µονίµου ή προχείρου µορφής
χρησιµοποιούµενα παρ’ αυτών δι’ οικογενειακήν ή
επαγγελµατικήν στέγασιν, δικαιούνται να εξαγοράσουν ταύτα αντί τιµήµατος ίσου …
της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας του εδάφους αυτών» (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α΄),
- «Εις την εξαγοράν των κατά την προηγουµένην παρ’αγραφον αστικών
ανταλλαξίµων κτηµάτων, δικαιούνται και οι κάτοχοι των επ’ ων κτισµάτων, εφόσον
διαδέχθησαν εις την κατοχήν των κτισµάτων των τους ανεγείραντες ταύτα» (άρθρο 2 παρ. 2),
- «Πάσα γενική ή ειδική διάταξις της κείµενης περί διοικήσεως και
διαχειρίσεως της ανταλλαξίµου περιουσίας νοµοθεσία αντίθετος προς τα διατάξεις
του παρόντος καταργείται» (άρθρο 15 παρ. 1).
63 «1. Πας νοµεύς ή κάτοχος δηµοσίου κτήµατος,…, είτε έχων τίτλον είτε στερούµενος
τοιούτου, δικαιούται όπως αιτήσηται … την εξαγοράν …, εφ’ όσον: …….»
64Η προκειµένη συµπληρωµατική
εφαρµογή, ερειδοµένη επί ρητής νοµοθετικής παραποµπής ή επί της εν γένει
ερµηνείας της νοµοθεσίας περί δηµοσίων κτηµάτων, δικαιολογείται λόγω του κοινότητας
του σκοπού τους, τούτου
συνισταµένου στην
προστασία και τη διαχείριση, υπό την έννοια της αξιοποιήσεως, τόσο των
ανταλλάξιµων όσο και των δηµοσίων κτηµάτων, δεδοµένου, άλλωστε, ότι και τα
ανταλλάξιµα κτήµατα είναι δηµόσια, γεγονός το οποίο εγένετο δεκτό δυνάµει της
υπ’ αριθµόν 207/23-3-1993 Γνωµοδοτήσεως του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους.
65 Όλως ενδεικτικώς, η νοµολογία
απεφάνθη εν προκειµένω:
α) Η άνευ
δηµοπρασίας παραχώρηση (πώληση) κτήµατος του ∆ηµοσίου για την ανέγερση και
λειτουργία βιοτεχνίας, σύµφωνα µε το Π.∆.
11/12-11-1929 και το Ν.∆. 2176/1952,
προβλέφθηκε νοµοθετικώς ακριβώς διότι από αυτήν «εξυπηρετείται η εν γένει
εθνική οικονοµία» (ΑΠ 405/1980 ΝοΒ
1980, σελ. 1760).
β) Κατά την
έννοια της διατάξεως του άρθρου 96 Ν.∆.
11/12-11-1929 περί εκποιήσεως απ’ ευθείας και χωρίς δηµοπρασία δηµοσίου
κτήµατος για την ίδρυση, λειτουργία ή επέκταση βιοµηχανιών και βιοτεχνιών, η
οποία αφορά την εξυπηρέτηση του δηµοσίου συµφέροντος, συνισταµένου στην ίδρυση,
τη λειτουργία και την αξιόλογη επέκταση υπαρχουσών βιοµηχανιών ή βιοτεχνιών, ή στην παραχώρηση δηµοσίου κτήµατος προς ίδρυση ή
ΙΙ. Β. Το πεδίο εφαρµογής του
Α.Ν. 1539/1938:
Το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου εν στενή εννοία.
Όλες οι προεκτεθείσες διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938
εισάγουν το απαράγραπτο των δικαιωµάτων µόνο του Ελληνικού ∆ηµοσίου εν στενή
εννοία και το ανεπίδεκτο νοµής και, συνεπώς, το ανεπίδεκτο της τακτικής και
έκτακτης χρησικτησίας των ανηκόντων στην κυριότητά του ακινήτων από ιδιώτη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όµως, καταλείπονταν αρύθµιστες δύο ευρύτατες και
σηµαντικότατες κατηγορίες ακινήτων του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, και
συγκεκριµένα τα ακίνητα των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και τα
ακίνητα των εκκλησιαστικά Νοµικών
Προσώπων ∆ηµοσίου ∆ικαίου, για τις οποίες κατηγορίες προβλέφθηκαν εν συνεχεία
τα εξής:
II. B. 1. Ακίνητα των Ο.Τ.Α.66
Η προστασία των ακινήτων των ∆ήµων και Κοινοτήτων
θεσπίστηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του Ν.∆./τος 31/1968, όπως αυτό
τροποποιήθηκε µε το άρθρο 62 Ν. 1416/1984 και το άρθρο 1 παρ. 11 Ν. 2307/1995,
µε το οποίο προβλέφθηκε ότι:
«1. Ως προς τα
κτήµατα των δήµων και κοινοτήτων εφαρµόζεται η νοµοθεσία που ισχύει εκάστοτε
για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του ∆ηµοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως
20 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ 488Α΄).
2. Όπου στις διατάξες
αυτές αναφέρεται: α) ∆ηµόσιο, β) διεύθυνση δηµοσίων
κτηµάτων, γ) υπουργός ή
Υπουργείο Οικονοµικών, δ) οικονοµικός έφορος ή οικονοµικός υπαλληλος, ε)
πρόεδρος νοµικού συµβουλίου, νοείται αντίστοιχα: α) οργανισµός τοπικής
αυτοδιοίκησης, β) οικονοµική υπηρεσία του οργανισµού τοπικής αυτοδιοίκησης, γ)
δήµος ή κοινότητα, δ) δήµαρχος ή πρόεδρος κοινότητας, ε) νόµιµος εκπρόσωπος των οργανισµών τοπικής
αυτοδιοίκησης».
Συνεπώς, η χρησικτησία επί ακινήτων των Ο.Τ.Α. είναι
αντιτάξιµη έναντι αυτών αν έχει συµπληρωθεί έως την 02α-12-1968, ηµέρα θέσεως σε ισχύ του Ν.∆./τος 31/1968
(και όχι έως την 11η-09-1915, ως ισχύει για τα ακίνητα του
∆ηµοσίου): Από το χρονικό αυτό σηµείο και εφεξής, τα ακίνητα των ∆ήµων και Κοινοτήτων αφενός µεν εξαιρούνται της τακτικής ή
![]() |
επέκταση βιοµηχανίας ή
βιοτεχνίας, … δεν εµποδίζεται από αυτή ο νοµοθέτης, όπως, στη µέριµνά του για
την προστασία του δηµοσίου συµφέροντος, επιτρέψει την παραχώρηση δηµοσίων
κτηµάτων προς ίδρυση ή επέκταση βιοµηχανίας ή βιοτεχνίας, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση
της εκπληρώσεως του σκοπού, για τον οποίο έγινε η παραχώρηση, εντός ευλόγου
πάντοτε χρόνου (ΑΠ 1609/1986, ΕΕΝ 1987, σελ. 602).
66 Σηµαντική κατηγορία των ακινήτων
αυτών αποτελούν οι προβλεπόµενες στο άρθρο 1 Ν. 2079/1920 γαίες, οι οποίες
είχαν προορισθεί για κοινή χρήση των κατοίκων (κυρίως ως βοσκότοποι) και οι
οποίες από την ισχύ του εν
λόγω νόµου περιήλθαν στην
κυριότητα των ∆ήµων και των Κοινοτήτων των νέων χωρών. Με τη ρύθµιση αυτή
έπαυσε οποιοδήποτε δικαίωµα του ∆ηµοσίου πάνω στα εν λόγω ακίνητα, τα οποία, ως
περιελθόντα στους ∆ήµους και τις Κοινότητες, συνιστούν εγγραπτέα δικαιώµατα των
τελευταίων, οι οποίοι και έχουν ως προς αυτά υποχρέωση υποβολής δηλώσεως του Ν.
2308/1995. Τούτο δε διότι σύµφωνα µε το Ν. 2308/1995 ΜΟΝΟ το ∆ηµόσιο εν στενή εννοία έχει δικαίωµα και όχι
υποχρέωση υποβολής δηλώσεως ως προς τα ανήκοντα σε αυτό ακίνητα. Αντιθέτως,
οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.∆.∆., τα οποία και συνιστούν το ∆ηµόσιο εν ευρεία εννοία,
υποχρεούνται να δηλώσουν τα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, ειδάλλως υφίστανται τις
δυσµενείς συνέπειες του νόµου
έκτακτης
χρησικτησίας, αφετέρου δε καλύπτονται από το εκάστοτε ισχύον νοµοθετικό πλαίσιο
περί προστασίας της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Είναι εµφανές ότι επιδεκτικά χρησικτησίας έως την 02α-12-1968
ήταν µόνο τα ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία των δήµων και κοινοτήτων ακίνητα,
ενώ, αντιθέτως, διαφορετική ήταν η αντιµετώπιση των πραγµάτων - ακινήτων, των «προορισµένων για την εξυπηρέτηση δηµοτικών
και κοινοτικών σκοπών», τα οποία είναι κατ’ άρθρο 968 Α.Κ. εκτός συναλλαγής
και επιπρόσθετα, κατά το συνδυαστικώς εφαρµοζόµενο άρθρο 1054 Α.Κ., ανεπίδεκτα
χρησικτησίας, ενώ παρόµοια ήταν και η
αντιµετώπιση των εκτός συναλλαγής πραγµάτων και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο.
II. B. 2. Εκκλησιαστικά ακίνητα – Ακίνητα των Ιερών Μονών
Σύµφωνα µε το άρθρο
62 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «περί του Κατασταστικού Χάρτη της Εκκλησίας της
Ελλάδος» ∆ΕΝ υπόκεινται σε
χρησικτησία ακίνητα, τα οποία
ανήκουν σε εκκλησιαστικά νοµικά πρόσωπα
δηµοσίου δικαίου. Τέτοια νοµικά πρόσωπα, σύµφωνα µε το άρθρο 1 παρ. 4 του
ίδιου νόµου, η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Μητροπόλεις, οι Ενορίες και οι
Ενοριακοί Ναοί, οι Μονές, η Αποστολική ∆ιακονία, ο Οργανισµός ∆ιοικήσεως
Εκκλησιαστικής περιουσίας (Ο.∆.Ε.Π.), το Ταµείο Ασφαλίσεως Κλήρου Ελλάδος
(Τ.Α.Κ.Ε.) και το ∆ιορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας και, συνεπώς, τα ακίνητα όλων
των ανωτέρω εκκλησιαστικών νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, από τη θέση σε
ισχύ του ανωτέρω νόµου, εξαιρούνται
της χρησικτησίας.
Ειδικά, όµως, τα µοναστηριακά
ακίνητα εµπίπτουν στη ρύθµιση του άρθρου 21 Ν.∆./τος της 22-04/15-05-1926 «περί
διοικητική αποβολής από των κτηµάτων της Αεροπορικής Αµύνης» και άρα,
κατά τα προεκτεθέντα, εξαιρούνται της χρησικτησίας από την 12η-09-1915
και εφεξής. Εποµένως, για να είναι αντιτάξιµη η έκτακτη χρησικτησία των εν λόγω
ακινήτων έναντι των κυρίων τους Ι. Μονών, θα πρέπει αυτή να είναι συµπληρωµένη
έως την 11η-09-1915 (συνεπεία των προαναφερθέντων ∆/των περί
∆ικαιοστασίου). Σηµειώνεται, πάντως, ότι µέχρι τη θέσπιση του Ν. ΓΧΞ/1910, ο
οποίος αδιακρίτως πλέον, ήτοι και για τις ιερές µονές, προέβλεψε τριακονταετή
(30ετή) χρόνο παραγραφής, τα µοναστηριακά ακίνητα υπόκειντο στη σαρακονταετή
(40ετή) παραγραφή του Ρωµαϊκού ∆ικαίου.
Και εδώ, όµως, θα πρέπει να διακριθούν, από τα ανωτέρω,
επιδεκτικά, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, χρησικτησίας ακίνητα των
εκκλησιαστικών Ν.Π.∆.∆. και των Ιερών Μονών, εκείνα τα πράγµατα - ακίνητα, τα προορισµένα για την εξυπηρέτηση
θρησκευτικών σκοπών, όπως λ.χ. οι ναοί και γενικότερα τα αφιερωµένα στη
δηµόσια λατρεία πράγµατα, τα νεκροταφεία κλπ, τα οποία είναι εκτός συναλλαγής, κατ’ άρθρο 966
Α.Κ. και, εποµένως, κατ’ άρθρο 1054 Α.Κ., ούτως ή άλλως, ανεπίδεκτα τακτικής ή
έκτακτης χρησικτησίας και τα οποία και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, ήταν επίσης
ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Τέλος, ως είναι αυτονόητο, ιδιοκτησίες που δηλώνονται ως
εκκλησιαστική περιουσία και για τις οποίες ∆ΕΝ
υπάρχουν τίτλοι (π.χ. δωρεές πιστών χωρίς τίτλους), δεν θεωρούνται
εκκλησιαστική περιουσία, απολαµβάνουσα των ανωτέρω προνοµίων (ανεπίδεκτο χρησικτησίας),
εκτός αν συµπληρώθηκε ήδη εικοσαετία από την παράδοση της νοµής τους, οπότε και
επήλθε απόκτηση κυριότητας µε χρησικτησία.
ΙΙ. Γ. Η ισχύουσα µέχρι της εισαγωγής του Ν. 3127/2003 νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων δύναται να συνοψισθεί στα εξής:
1) Αναγνωρίζεται πλασµατικώς, βάσει
νόµου, αµάχητο τεκµήριο νοµής υπέρ του
∆ηµοσίου. Το εν
λόγω τεκµήριο, ως µη αντικείµενο, αλλά και µη προβλεπόµενο από το Σύνταγµα,
εναπόκειται στο νόµο να το καθιερώσει, να το τροποποιήσει ή να το καταργήσει.
3)
∆ΕΝ αναγνωρίζεται
δικαίωµα νοµής των δηµοσίων κτηµάτων υπέρ των ιδιωτών, και, ως εκ τούτου,
δικαίωµά τους προς θεµελίωση δικαιώµατος κυριότητας βάσει της νοµής, δηλαδή
∆ΕΝ
αναγνωρίζεται δυνατότητα κτήσεως της κυριότητας δηµοσίων κτηµάτων µε
χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.
4)
Εν τούτοις, αναγνωρίζεται υπέρ των ιδιωτών ένα είδος
ανοχής της κατοχής δηµοσίου κτήµατος, το οποίο ενδέχετο να θεµελιώσει δικαίωµα
νοµής και συνεπώς κυριότητας κυρίως στις εξής
περιπτώσεις:
α) Στην περίπτωση
της Εισαγγελικής Παρεµβάσεως επί
διαφοράς µεταξύ ∆ηµοσίου – ιδιώτη, προς άρση της αµφιβολίας «περί του δικαιούχου εις κατοχήν» ορισµένου
κτήµατος, ιδίως µάλιστα όταν η κατοχή στηρίζεται σε πράξη δηµόσιας Αρχής. Η
προκειµένη εισαγγελική Απόφαση, καίτοι δεν συνιστά δικαιοδοτική απόφαση και,
συνεπώς, δεν επιδικάζει ιδιωτικό δικαίωµα, εν τούτοις, εφόσον αποφανθεί υπέρ
του ιδιώτη, δηµιουργεί σε αυτόν την πεποίθηση ή αλλιώς τη δικαιολογηµένη
εµπιστοσύνη για τη νοµιµότητα της ασκούµενης υπ’ αυτού επί του ακινήτου κατοχής67.
β) Ειδικώς όταν
προβλέπεται από το νόµο η δυνατότητα νόµιµης
χρήσης δηµοσίου κτήµατος ή εξαγοράς του,
η κατοχή από µέρους του ιδιώτη αποτελεί αναγνώριση προϋπόθεσης για την κτήση του δικαιώµατος της κυριότητας, ιδίως όταν η αρµόδια ∆ηµόσια
Αρχή έχει δεχθεί, κατ’ αρχήν, τη σχετική αίτηση,
οπότε και υπάγεται στην έννοια της προστατευόµενης κατοχής του άρθρου 997 του
Αστικού Κώδικα68.
![]() |
67 Ειδικώς, για το αγροτικό κτήµα το
οποίο καλλιεργείται από ιδιώτη
(άρθρο 2 παρ. 2 β΄ Α.Ν. 1539/38) θεωρείται ότι ο τελευταίος ασκεί «νοµή» επ’
αυτού. Η εν λόγω δε νοµή εξοµοιώνεται µε την κατοχή υπό την έννοια του Αστικού
Κώδικα και τυγχάνει, ως εκ τούτου, προστατευτέα από τις σχετικές διατάξεις (ΑΚ
997 επ) (ΑΠ 462/1990, ΕΕΝ 1991, σελ. 78) – Βλ. Αναστασίου Ι. Τάχου, ό. αν., σελ. 36-37
68- ∆υνάµει της υπ’ αριθµόν 821/1995 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Ελλ∆ικ 1997, σελ. 617)
εκρίθη ότι ο ιδιώτης
και αυθαίρετος κάτοχος δηµοσίου
κτήµατος, ο οποίος υπέβαλε αίτηση εξαγοράς του κτήµατος, για επαγγελµατικούς
σκοπούς, σύµφωνα µε τις νόµιµες προϋποθέσεις, «… έχει και αναγνωριζόµενη απ’ το νόµο κατοχή επί του πράγµατος …»,
διότι «… επί δικαιώµατος εξαγοράς δηµοσίου κτήµατος
…», η ελλείπουσα κατ’ άρθρο
ΙΙΙ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ: Η ΣΥΝΕΙ∆ΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ∆ΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΙΙI. Α.
Μεσολαβήσασα µεταβολή των κοινωνικών, πολιτικών, οικονοµικών και νοµικών
συνθηκών
Είναι προφανές εκ των ανωτέρω ότι η νοµοθεσία για το
ανεπίδεκτο της νοµής ιδιώτη επί δηµοσίων κτηµάτων και το απαράγραπτο των
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου καθιερώθηκε υπό εντελώς διαφορετικές κοινωνικές,
πολιτικές, οικονοµικές και εν τέλει νοµικές συνθήκες σε σχέση µε τη σηµερινή
εποχή.
Έκτοτε έχουν µεσολαβήσει γεγονότα και έχουν δηµιουργηθεί
καταστάσεις, οι οποίες ήταν αδύνατον να αγνοηθούν από τον νοµοθέτη:
Συγκεκριµένα, η αναµφισβήτητη πραγµατικότητα ότι η ∆ιοίκηση (∆ηµόσιο), καίτοι
αγνοεί στις περισσότερες των περιπτώσεων ποιά επακριβώς ακίνητα της ανήκουν,
προβαίνει στην έκδοση ∆ιοικητικών Πράξεων, µε τις οποίες εντάσσει ευρύτερες
περιοχές στο σχέδιο πόλης, χωρίς να µεριµνά προηγουµένως για τη προστασία
όποιων δικαιωµάτων της, θεωρώντας δεδοµένο ότι ουδέποτε θα απωλέσει τα
εµπράγµατα δικαιώµατά της, ακριβώς λόγω του προεκτεθέντος απαραγράπτου αυτών,
δεν είναι δυνατόν να αποβαίνει σε βάρος των πολιτών, οι οποίοι επιδεικνύοντας
εύλογη και δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη στο φαινόµενο δικαίου που η ίδια η
∆ιοίκηση αυτοβούλως δηµιούργησε, προέβησαν σε σχετικές συναλλαγές
(αγοραπωλησίες κλπ) επί τω εν λόγω ακινήτων.
Άλλωστε, η ανάγκη
απάµβλυνσης του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου
είχε ήδη διαγνωσθεί και κατ’ έµµεσο τρόπο επιχειρηθεί και από τη νοµολογία, η
οποία ως διέξοδο από το ανωτέρω πρόβληµα είχε εφαρµόσει και σε βάρος του
∆ηµοσίου τον κανόνα του άρθρου 281 του
Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής
ασκήσεως των έστω µη υποκείµενων σε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωµάτων του69.
![]() |
995ΑΚ προϋπόθεση
της απόκτησης της κατοχής από νοµέα αναπληρώνεται από τις νοµοθετικές ρυθµίσεις
των άρθρων 4 α.ν. 263/1968, 2 Ν.∆. 1154/1972, 1 παρ. 1 Ν. 719/1977, σύµφωνα µε
τις οποίες αναγνωρίζεται ως προστατευοµένη και η αυθαίρετη κατοχή δηµοσίου
κτήµατος έναντι τρίτων.
- ∆υνάµει της υπ’ αριθµόν 1351/1970 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΝοΒ 1972, σελ.
343) εκρίθη ότι εφόσον ο ιδιώτης
«… ευρίσκετο από πολλών ετών εν τη κατοχή
του επιδίκου ακινήτου
(του ∆ηµοσίου)» και το
∆ικαστήριο, «εµµέσως πλην σαφώς δεχθέν έλλειψιν αναµφισβητήτου κατοχής του ∆ηµοσίου
…», ακύρωσε, και δη ορθώς, το σχετικό Πρωτόκολλο ∆ιοικητικής Αποβολής.
69 Ενδεικτική είναι η υπ’ αριθµόν 644/2000
Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ό.αν., το όποιο έκρινε ότι
στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 12 Ν. 1337/1983 το ∆ηµόσιο οφείλει να
συµµετάσχει και να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας, ειδάλλως θα απωλέσει νοµίµως
την περιουσία του, χωρίς να δύναται να επικαλεστεί το απαράγραπτο των δικαιωµάτων
του. Στο συµπέρασµα αυτό, δηλ. στην υποχρέωση υποβολής ιδιοκτησίας όλων των
ιδιοκτητών, φυσικών ή νοµικών προσώπων ιδιωτικού ή δηµοσίου δικαίου, ΜΗ
εξαιρουµένου του ∆ηµοσίου,
ΙΙΙ. Β. Εισαγωγή του θεσµού του Εθνικού Κτηµατολογίου – Προβληµατισµοί σχετικά µε την εναρµόνιση του νέου συστήµατος δηµοσιότητας και της ήδη διαµορφωθείσης νέας κοινωνικο-πολιτικής πραγµατικότητας µε την ισχύουσα τότε νοµοθεσία περί δηµοσίων κτηµάτων.
Στο πλαίσιο της ως άνω προβληµατικής δροµολογήθηκε η
σύνταξη ενός νέου θεσµού δηµοσιότητας των εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί των
ακινήτων, του Εθνικού Κτηµατολογίου, εισαχθέντος στη χώρα µας δυνάµει:
- του Ν. 1647/1986, µε τον οποίο
δηµιουργήθηκε ο φορέας για τη σύνταξή του, δηλαδή ο Οργανισµός Κτηµατολογίου
και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.),
- του Ν. 2308/1995 περί της «Κτηµατογραφήσεως για τη δηµιουργία Εθνικού
Κτηµατολογίου, ∆ιαδικασίας έως τις πρώτες εγγραφές στα Κτηµατολογικά βιβλία και
άλλων διατάξεων» και
-
των Ν. 2508/1997 και 2664/1998 «Εθνικό Κτηµατολόγιο και άλλες διατάξεις».
∆εδοµένου ότι οι περί του Κτηµατολογίου Νόµοι ουδόλως
τροποποίησαν τα ισχύοντα σχετικά µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων στη
χώρα µας, παρέµεναν, µετά τη θέσπισή τους, σε ισχύ όλες οι διατάξεις για τον
τρόπο απόδειξης της ιδιοκτησίας, για το απαράγραπτο των δικαιωµάτων του
∆ηµοσίου και για την προστασία της ∆ηµόσιας Περιουσίας.
Ως εκ των άνω, εύλογα δηµιουργήθηκε έντονος
προβληµατισµός ως προς την επίτευξη εξισορρόπησης µεταξύ:
![]() |
κατέληξε το Ν.Σ.Κ. βασιζόµενο
τόσο στο γράµµα της ως άνω διατάξεως, όσο και στο σκοπό της, καθώς η
προβλεπόµενη δήλωση ιδιοκτησίας αποτελεί αναγκαία νόµιµη προϋπόθεση όχι µόνο
για τη διαδικασία της πράξης εφαρµογής, αλλά και για την ορθότερη σύνταξη αυτής
και τη συντόµευση της διαδικασίας κύρωσής της. Τούτο δε επιβάλλεται για την προστασία όχι µόνο του ιδιωτικού
συµφέροντος, αλλά, πρωτίστως, του κοινωνικού συνόλου, καθώς σε περίπτωση µη
υποβολής της εν λόγω δηλώσεως καθυστερεί η ολοκλήρωση των µελετών εφαρµογής και
συνεπώς και η απελευθέρωση των κοινόχρηστων χώρων και η κατασκευή των έργων
υποδοµής, πράγµα ανεπίτρεπτο. Έτσι, λόγω της γενικότητας του γράµµατος της
ρύθµισης, αλλά και του σκοπού της, υπάγεται σε αυτήν ΚΑΙ του ∆ηµόσιο, το οποίο για την ιδιωτική του περιουσία θα
υποβάλει την προβλεποµένη δήλωση, συνοδευόµενη από τα στοιχεία που διαθέτει·
εάν ο νοµοθέτης του άρθρου 12 Ν. 1337/1983 επιθυµούσε την εξαίρεση του ∆ηµοσίου
από την εν λόγω διάταξη, η οποία προβλέπει µάλιστα αυστηρότατες κυρώσεις, θα το
είχε προβλέψει ρητά. Άλλωστε, µε
αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται και δυσεπίλυτα προβλήµατα σχετικά µε την ιδιωτική
περιουσία του ∆ηµοσίου µετά την κύρωση και µεταγραφή της Πράξης Εφαρµογής.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ίδιου
Ν. 1337/1983, το ∆ηµόσιο αντιµετωπίζεται αναφορικά µε την ιδιωτική του
περιουσία όπως κάθε κύριος της περιοχής ένταξης ή επέκτασης, αφού και αυτό
υποχρεούται, όπως και τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, να
εισφέρει σε γη, εφόσον πρόκειται για ιδιοκτησίες του της ως άνω κατηγορίας, οι
οποίες προορίζονται από την πολεοδοµική µελέτη για οικοδοµήσιµους ή
κοινόχρηστους χώρους.
Το Ν.Σ.Κ. απεφάνθη ότι θα
αποτελούσε ανακολουθία από τη µία το Κράτος να προβαίνει δια των αρµοδίων
φορέων του σε εκπόνηση και υλοποίηση πολεοδοµικού σχεδιασµού και πολεοδοµικής
ανάπτυξης και ανάπλασης και από την άλλη το νοµικό πρόσωπο του ∆ηµοσίου να
παρεµποδίζει τη σχετική διαδικασία, συµπεριφερόµενο ως αδιάφορος και αµελής
ιδιοκτήτης και θέτοντας, έτσι σε κίνδυνο τόσο το δικό του συµφέρον, όσο και το
συµφέρον του κοινωνικού συνόλου, στην προστασία του οποίου και θα πρέπει να αποβλέπει.
Αναφερόµενο δε ειδικά στο
απαράγραπτο των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, το Ν.Σ.Κ. σηµείωσε ότι αυτό αποβλέπει
στην προστασία της ∆ηµόσιας περιουσίας από τις παράνοµες καταπατήσεις και
διεκδικήσεις, και όχι από τη σύννοµη προσβολή της, όπως στην περίπτωση της
πράξης εφαρµογής, όπου η περιουσία του ∆ηµοσίου προσβάλλεται, προκειµένου να
υλοποιηθεί ο πολεοδοµικός σχεδιασµός ορισµένης περιοχής. (Βλ. ∆ηµητρίου Β. Αργυρίου, Το ∆ίκαιο του
Κτηµατολογίου, Νοµική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 49-50).
- αφενός µεν της ανάγκης αποκάλυψης και προστασίας
της ∆ηµόσιας Γης και Περιουσίας, γεγονός το οποίο συνιστά και έναν των
βασικότερων σκοπών του Κτηµατολογίου,
- αφετέρου δε της ανάγκης αποτροπής των αναπόφευκτα
δυσµενών για τους ιδιώτες επιπτώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής επικλήσεως από
µέρους του ∆ηµοσίου του απαραγράπτου των δικαιωµάτων του επί δηµοσίων ακινήτων
επί των οποίων ουδέποτε είχε ενδιαφερθεί µέχρι σήµερα να ασκήσει τα υποτιθέµενα
εµπράγµατα δικαιώµατά του, επιτρέποντας ή και προτρέποντας, πολλές φορές, την
απόκτηση επ’ αυτών ιδιωτικών δικαιωµάτων.
Ειδικότερα, ως προελέχθη, το ∆ηµόσιο µπορεί να
επικαλεστεί τα µη υποκείµενα µέχρι πρότινος σε παραγραφή δικαιώµατά του σε τρία
στάδια και, συγκεκριµένα δύναται:
α) να δηλώσει τη
γνωστή σε αυτό ιδιοκτησία του κατά την πρώτη φάση της Κτηµατολογικής
διαδικασίας, ήτοι τη φάση της υποβολής δηλώσεων ιδιοκτησίας του Ν. 2308/1995.
Γνωστά θεωρούνται για το ∆ηµόσια τα αστικά και αγροτικά ακίνητα, τα οποία είναι
καταγεγραµµένα στα βιβλία δηµοσίων και Ανταλλαξίµων Κτηµάτων ή για τα οποία
έχουν εκδοθεί θετικές Γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων και
Ανταλλαξίµων Κτηµάτων ή για τα οποία το ∆ηµόσιο έχει τίτλους ιδιοκτησίας ή για
τα οποία υπάρχουν στις αρµόδιες υπηρεσίες ικανά αποδεικτικά των εµπραγµάτων
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου δικαιώµατα (π.χ. συντελεσµένες απαλλοτριώσεις,
διαγράµµατα, εκθέσεις ελέγχου κλπ).
β) να παρέµβει
υποβάλλοντας ενστάσεις κατά δηλώσεων που έγιναν, πλην, όµως, δεν τεκµηριώνουν
ιδιωτικά δικαιώµατα και
γ) µετά την
ολοκλήρωση της Κτηµατολογικής διαδικασίας και την έκδοση της διαπιστωτικής
πράξης του άρθρο 11 του Ν. 2308/1995, να εγείρει σχετικές αγωγές στις νόµιµες
προθεσµίες.
ΙΙΙ. Γ. Η υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, ενδεικτική της συνειδητοποιήσεως από το νοµικό κόσµο της επιτακτικής ανάγκης αναθεωρήσεως του διέποντος τη δηµόσια περιουσία νοµοθετικού πλαισίου.
∆εδοµένης της παρεµβατικής αυτής δυνατότητας του ∆ηµοσίου
τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας κτηµατογράφησης, όσο και στη φάση του
λειτουργούντος πλέον Κτηµατολογίου, ανέκυψε σειρά ζητηµάτων, σχετιζόµενων µε
την οικεία προβληµατική, επί των οποίων κλήθηκε να τοποθετηθεί το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους, εκδίδοντας
την υπ’ αριθµόν 49/2000 Γνωµοδότησή του70,
ενδεικτική της µεταστροφής της θέσεως του νοµικού κόσµου επί του απαραγράπτου
των εµπραγµάτων δικαιωµάτων και των εν γένει προνοµίων του ∆ηµοσίου.
![]() |
70 Βλ. Γνωµ ΝΣΚ 49/2000, ∆ΕΕ
8-9/2002 (ΕΤΟΣ 8ο), σελ. 853-859
Ειδικότερα, το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους απεφάνθη µε
την εν λόγω Γνωµοδότηση τα εξής:
i) Απαγορεύεται η υποβολή από µέρους του ∆ηµοσίου µίας Γενικής ∆ηλώσεως κυριότητας του Ν. 2308/1995 για όλα τα ακίνητα της υπό κτηµατογράφηση περιοχής, για τα οποία οι υποβαλλόµενοι τίτλοι δεν είναι πρωτότυποι και δεν ανατρέχουν στο έτος παραγραφής των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου (1885).
Η δήλωση ενός δικαιούχου εγγραπτέου στα κτηµατολογικά
βιβλία ή άλλου δικαιώµατος πρέπει να περιλαµβάνει περιγραφή του δικαιώµατος,
αναφορά στην αιτία κτήσεώς του και µνεία των τυχόν συνυποβαλλόµενων τίτλων και
εγγράφων.
Το Ελληνικό ∆ηµόσιο71 ναι µεν δεν έχει
υποχρέωση δηλώσεως της ακινήτου περιουσίας του στο στάδιο της κτηµατογραφήσεως,
πλην, όµως, αυτό δεν σηµαίνει ότι το ∆ηµόσιο στερείται του δικαιώµατος υποβολής
δηλώσεως, η οποία µάλιστα συνιστάται για τη διασφάλιση και την προστασία των δικαιωµάτων
του επί της ακινήτου περιουσίας του και την αποτροπή ενδεχόµενης βλάβης αυτών.
Το Νοµικό Συµβούλιο ρητώς απεφάνθη ότι η υποβολή ή µη από
µέρους του ∆ηµοσίου τέτοιας δηλώσεως τελεί σε άµεση συνάρτηση µε την ύπαρξη ή
µη δικαιώµατος κυριότητας του
∆ηµοσίου
επί συγκεκριµένου ακινήτου, το οποίο
ερευνάται και διαπιστώνεται θετικώς,
επί τη βάσει υπαρχόντων στοιχείων
και του νοµικού πλαισίου που διέπει την περιουσία του, και ΟΧΙ
µόνο
αρνητικώς, ήτοι επί τη βάσει των υπαρχόντων ή ελλειπόντων τίτλων τρίτου ιδιώτη.
Και τούτο διότι ναι µεν έχει θεσπισθεί ως κανόνας το απαράγραπτο των
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, πλην, όµως εκ τούτου και µόνο ∆ΕΝ συνάγεται γενικό τεκµήριο κυριότητάς του επί παντός ακινήτου της
Ελληνικής Επικράτειας, η ανατροπή του οποίου θα εβάρυνε αποδεικτικώς τον
προβάλλοντα ίδια δικαιώµατα τρίτο. Συνεπώς, µία Γενική ∆ήλωση υποβολής
δικαιωµάτων δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις του Νόµου και θα ήταν παντελώς
αόριστη.
Πλην, όµως, ως προελέχθη, µαχητό, υπό την ανωτέρω έννοια,
τεκµήριο κυριότητας υπέρ του ∆ηµοσίου έχει καθιερωθεί από τη δασική νοµοθεσία ειδικά για τα δάση και τις
δασικές εκτάσεις. Ετέθη, λοιπόν, το ερώτηµα πότε η δήλωση κυριότητας του Ν.
2308/1995 από µέρους του ∆ηµοσίου, στηριζόµενη στο δασικό χαρακτήρα της
δηλούµενης έκτασης, υποχρεώνει την κτηµατογραφούσα Αρχή να λάβει υπόψη της το εν λόγω µαχητό τεκµήριο κυριότητας του
∆ηµοσίου72. Ειδικά, λοιπόν, για τα δάση και
τις δασικές εκτάσεις73 ελήφθη πρόνοια έτσι ώστε:
![]() |
71 ∆ιευκρινίζεται για άλλη µια φορά ότι υπό την ισχύουσα διατύπωση του άρθρου
2 παρ. 2 του Ν. 2308/1995, όπως αυτή διαµορφώθηκε µε την παρ. 3 του άρθρου 29
του Ν. 2508/1997, από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης του Ν. 2308/1995
απαλλάσσεται µόνο το υπό στενή εννοία ∆ηµόσιο, όχι δε οι Οργανισµοί Τοπικής
Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και τα Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου (Ν.Π.∆.∆.)
72 Βλ. Ειδική µνεία Λ. Ι. Κιτσαρά στην
υπ’ αριθµ. 173/2002 Γνµδ ΝΣΚ, σε σχόλιό του επί της υπ’ αριθµόν 49/2000
Γνµδτ Ν.Σ.Κ.,
∆.Ε.Ε. 8-9/2002, σελ. 858-859
73Σηµειώνεται εκ νέου ότι η
διαδικασία της κτηµατογράφησης αφορά µόνο το είδος των εµπραγµάτων και λοιπών
εγγραπτέων δικαιωµάτων, ενώ η χρήση – προορισµός του ακινήτου, εν προκειµένω ο
δασικός του χαρακτήρας δεν
- αφενός µεν παράλληλα µε την εκπόνηση
των µελετών κτηµατογράφησης να εκπονείται και
δασικός χάρτης74, επί του οποίου κυρωµένου πλέον δασικού χάρτη να
στηρίζεται το τεκµήριο κυριότητας του ∆ηµοσίου,
- αφετέρου δε, και για τις περιπτώσεις που δεν έχει κυρωθεί ο εκπονούµενος
δασικός χάρτης πριν την ολοκλήρωση της µελέτης κτηµατογράφησης, ο νόµος (άρθρο
28 παρ. 7 Ν. 2664/1998) προβλέπει την υποχρεωτική λήψη υπ’ όψιν των τελεσιδίκων
πράξεων χαρακτηρισµού του άρθρου 14 Ν. 998/1979.
Εάν συντρέχει µία εκ των δύο αυτών περιπτώσεων είναι
σαφές για όλους τους φορείς της κτηµατογράφησης ότι πρόκειται για δασικές εκτάσεις
επί των οποίων ισχύει (µαχητό) τεκµήριο κυριότητας του Ελληνικού ∆ηµοσίου.
Το ΝΣΚ γνωµοδότησε, δυνάµει της - συναφούς µε την υπό
σχολιασµό - υπ’ αριθµόν 173/2002 Γνωµοδοτήσεώς του, ότι το ∆ηµόσιο δικαιούται σε κάθε περίπτωση (ήτοι
ανεξαρτήτως της υπάρξεως κυρωµένου δασικού χάρτη κλπ) να επικαλείται (µε την
υποβολή της δήλωσης του Ν. 2308/199575) το τεκµήριο κυριότητάς του
επί των δασικών εκτάσεων, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την περιέλευση των
ιδιωτών, που αντιτάσσουν ίδιο δικαίωµα κυριότητας επί της φερόµενης ως δασικής
εκτάσεως, σε ιδιαίτερα δυσµενή θέση, αφού τότε µόνο πρόκειται να τους
αναγνωρισθεί το υπ’ αυτών δηλούµενο δικαίωµα, εάν προσκοµίσουν, ως θεµελιωτικό
του δικαιώµατός τους έγγραφο, κάποιο από τα αναφερόµενα στην παράγραφο 1 του
άρθρου 3 του Π.∆. της 7.2/16.2.1981 «Περί
της υπό του ∆ηµοσίου ασκήσεως του δικαιώµατος προτιµήσεως κατά τις αιτία
πωλήσεως µεταβιβάσεις δασών και δασικών εκτάσεων» ή σε κάποια από τις
διατάξεις της γενικότερης δασικής νοµοθεσίας (εφαρµοζόµενης είτε σε ολόκληρη τη
χώρα είτε και σε συγκεκριµένες µόνο περιοχές).
ii) Προκειµένου περί της δηλώσεως, από πλευράς του ∆ηµοσίου, ακινήτων, για τα οποία έχουν εκδοθεί θετικές γνωµοδοτήσεις του Γνωµοδοτικού Συµβουλίου ∆ηµοσίων
![]() |
αποτελεί αναγκαίο
περιεχόµενο των κτηµατολογικών πινάκων και διαγραµµάτων, ούτε ανήκει στις
αρµοδιότητες των φορέων του Εθνικού Κτηµατολογίου ο χαρακτηρισµός µίας εκτάσεως
ως δασικής. Ο ενδεχόµενος δασικός χαρακτήρας της ενδιαφέρει τους φορείς ΜΟΝΟ στο βαθµό που παράγει το τεκµήριο
κυριότητας στις περιοχές υπέρ του ∆ηµοσίου, Βλ. Σχόλιο Λ.Ι.Κιτσαρά στη Γνµδ Ν.Σ.Κ. 49/2000, ό.αν.
74 Κατ’ άρθρα 27-28 Ν. 2664/1998
75 Τα αυτά βέβαια ισχύουν και για
τις Ενστάσεις, οι οποίες υποβάλλονται κατά των, εγγεγραµµένων στα προσωρινά
κτηµατολογικά διαγράµµατα, δικαιωµάτων και οι οποίες ασκούνται από τον έχοντα έννοµο συµφέρον,
ήτοι από τον βλαπτόµενο
από την προσωρινή εγγραφή, ο οποίος και αντιτάσσει ίδιο δικαίωµα έναντι του εγγραφέντος: Αυτό το δικαίωµα οφείλει ο
ενιστάµενος να επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισµένο στην Ένστασή του, η
οποία και πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε την πραγµατική και νοµική βάση επί των
οποίων στηρίζεται το αντιτασσόµενο δικαίωµα
επί του ακινήτου, µη αρκούσης του ήδη, προσωρινώς εγγεγραµµένου δικαιώµατος του αντιδίκου.
Πάντα ταύτα ισχύουν και για το
∆ηµόσιο ως ενιστάµενο ή προσφεύγον ή ενάγον, το οποίο οφείλει να επικαλεσθεί
και να αποδείξει την κυριότητά του, µη αρκούσης της απλής και µόνο προβολής
ενστάσεως κυριότητας αυτού ή, πολλώ δε µάλλον, της απλής και µόνο αρνήσεως της
κυριότητας του τρίτου: Ήτοι η Ένσταση δεν επιτρέπεται να είναι γενική, αλλά
δέον όπως ασκείται κατά συγκεκριµένης περίπτωσης εγγραφής, ενώ η δυνατότητα
παραδεκτής σώρευσης περισσοτέρων συγκεκριµένων περιπτώσεων στην ίδια Ένσταση
κρίνεται αµφίβολη και πρέπει να αποφευχθεί προς αποφυγή απαραδέκτου.
Κτηµάτων (ΓΣ∆Κ), οι οποίες στη συνέχεια έγιναν εν όλω ή εν µέρει (π.χ. διατασσόταν, σε πρώτη φάση, η καταγραφή µέρους των εν λόγω ακινήτων, λ.χ. τα άκτιστα κλπ) αποδεκτές
µε απόφαση
του Υπουργού Οικονοµικών,
όπως συνέβη στα γνωστά
µε τις ονοµασίες
«Βεϊκου», «Νάστου», «Καραπάνου»
δηµόσια κτήµατα κλπ
Το Νοµικό Συµβούλιο απεφάνθη ότι, ως προς τα ακίνητα
αυτά, το ∆ηµόσιο θα πρέπει να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας για την έκταση ως
προς την οποία εν τέλει έγινε αποδεκτή η γνωµοδότηση του ΓΣ∆Κ. Υπογράµµισε,
όµως, ότι δεν αποκλείεται η υποβολή τέτοιας δηλώσεως από µέρους του ∆ηµοσίου να
δηµιουργήσει έντονα κοινωνικά
προβλήµατα, υπαινισσόµενο σαφώς εκείνες τις περιπτώσεις δηµοσίων
κτηµάτων, τα οποία η ∆ιοίκηση εντάσσει στο σχέδιο πόλεως, προκαλώντας την
εύλογη και δικαιολογηµένη εµπιστοσύνη των ιδιωτών, ούσα βέβαιη δεν πρόκειται να
απωλέσει τα δικαιώµατά της λόγω του απαραγράπτου τους76 και
σηµειώνοντας ότι η αντιµετώπιση του επαπειλούµενου κοινωνικού προβλήµατος και
του κύµατος αντιδράσεων, που µετά βεβαιότητας θα προκληθούν σε περίπτωση
υποβολής δηλώσεως από µέρους του ∆ηµοσίου για τις ανωτέρω περιοχές, εκφεύγει
των αρµοδιοτήτων του και θα πρέπει να τεθεί υπ’ όψιν του αρµοδίου Υπουργού Οικονοµικών.
Με τον τρόπο αυτό, το Νοµικό Συµβούλιο επεσήµανε το νοµοθετικό κενό, το οποίο έπρεπε να
καλυφθεί επειγόντως ενόψει της επικείµενης θέσεως σε ισχύ του Εθνικού
Κτηµατολογίου και το οποίο ανέκυψε λόγω της µεταβολής των επικρατουσών συνθηκών
και των ισορροπιών στις σχέσεις ∆ηµοσίου - ιδιωτών: Προστασίας δεν έχρηζε πλέον
το ∆ηµόσιο από τους άµεσους καταπατητές των δηµοσίων κτηµάτων, οι οποίοι
επιδίωκαν, µέσω χρησικτησίας, άνευ νοµίµου τίτλου, και εκµεταλλευόµενοι την
αντικειµενική αδυναµία του
∆ηµοσίου
να γνωρίζει επακριβώς την ακίνητη περιουσία του, να αποκτήσουν δικαίωµα
κυριότητας, αλλά, όλως αντιθέτως, προστασίας έχρηζαν πλέον οι καλόπιστοι ιδιώτες, οι οποίοι
εµπιστευόµενοι το φαινόµενο δικαίου και νοµιµότητας που η ίδια η ∆ιοίκηση
δηµιούργησε, εντάσσοντας ορισµένες περιοχές στο σχέδιο πόλεως, προέβησαν σε
νοµότυπες συναλλαγές επί ακινήτων των εν λόγω περιοχών, προκειµένου να
αποκτήσουν ιδιωτικά δικαιώµατα: Με αυτόν τον τρόπο η εν λόγω Γνωµοδότηση του
Νοµικού Συµβουλίου προετοίµασε, τρόπον τινά, το καινοτόµο άρθρο 4 του Ν.
3127/2003.
Συµπερασµατικώς, η ως άνω Γνωµοδότηση είναι σηµαντικότατη για δύο
(2) λόγους:
1)
∆ιότι φαίνεται να δίδει σαφές προβάδισµα στην προεκτεθείσα άποψη της θεωρίας
ότι
o κανόνας περί απαραγράπτου των δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου ∆ΕΝ εξοπλίζει το
τελευταίο και µε
![]() |
76 Όλως χαρακτηριστικώς, οι
ευρύτερες περιοχές των ως
άνω κτηµάτων «Βεϊκου»,
«Νάστου», «Καραπάνου»
έχουν από σειρά
ετών ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως επί τη βάσει διοικητικών πράξεων, νοµίµως
εκδοθεισών υπό της
∆ιοικήσεως και
έχουν αποτελέσει αντικείµενο ιδιωτικών δικαιωµάτων ιδιωτών, οι οποίοι
συνηλλάγησαν εµπιστευόµενοι ακριβώς αυτό το φαινόµενο δικαίου και νοµιµότητας,
µε αποτέλεσµα τυχόν προβολή δικαιωµάτων από µέρους του ∆ηµοσίου να προκαλέσει
µείζον κοινωνικό ζήτηµα.
ένα «γενικό τεκµήριο κυριότητας», ως αυτό
αναλύθηκε ανωτέρω και υποστηρίχθηκε από µέρος της θεωρίας.
2)
∆ιότι καθιστά σαφές ότι σε οποιαδήποτε διαδικασία (δικαστική ή διοικητική, όπως π.χ. η
διαδικασία ενώπιον του Γ.Σ.∆.Κ. ή η διαδικασία κτηµατογράφησης) όπου κρίνεται –
επιλύεται, πρωτίστως ή παρεµπιπτόντως, έριδα µεταξύ ιδιώτη και ∆ηµοσίου ως προς
την κυριότητα ορισµένου ακινήτου, το ∆ηµόσιον δέον όπως αποδεικνύει θετικά το επικαλούµενο από αυτό
δικαίωµα, µη αρκούσης απλώς της από µέρους του επικλήσεως τυχόν ελλείψεων των
(αποδεικτικών της κυριότητας) στοιχείων που επικαλείται ο ιδιώτης, από τις
οποίες ελλείψεις ουδόλως και καθ’ οιονδήποτε τρόπο τεκµαίρεται η ύπαρξη
δικαιωµάτων του ∆ηµοσίου, εκτός εάν υφίσταται
ειδική νοµοθετική διάταξη, θεσπίζουσα διαδικαστικό προνόµιο του ∆ηµοσίου υπό τη
µορφή της επιρρίψεως του βάρους αποδείξεως στον ιδιώτη, ανεξαρτήτως της
δικονοµικής του θέσεως77.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ∆ΙΣΤΡΙΑΚΟ :
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε .
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ Α' Ι∆ΙΩΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΑΙΟΥ ΠΡΌΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ∆ΩΝ ΑΣΤΙΚΟΥ ∆ΙΚΑΙΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΕΤΟΣ: 2008-2009
∆ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Η ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
∆ΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 3127/2003
Της Κωνσταντίνας Ι. Παπακώστα ΑΜ: 608 ΠΜΣ
Επιβλέπoντες
κ. Φ. ∆ωρής
κ. Α. Χιωτέλλης
ΑΘΗΝΑ, ΜΑΪΟΣ 2009
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου