
Αριθμός απόφασης 307/2018
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 307 /2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αγγελική Δέτση, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και τη γραμματέα Δ.Π..
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 307 /2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αγγελική Δέτση, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και τη γραμματέα Δ.Π..
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-9-2015 και με αρ. κατάθ. …./2015 έφεση του ηττηθέντος εναγομένου ελληνικού δημοσίου κατά της με αρ. 2465/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 30-6-2015 (βλ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά . .. επί αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης) και η έφεση κατατέθηκε στις 1-1-2015 (άρθρα 144 § 1, 495, 499, 511, 513 § 1β, 516, 517 ΚΠολΔ, 10 και 11 ΚΔ 26-6/10-7-1944 «Κώδικα των νόμων περί δικών του δημοσίου», όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006) – συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής των προθεσμιών κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (ΑΠ 486/2016, ΕΠειρ 400/2015 ΝΟΜΟΣ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011). Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση από το εκκαλούν Δημόσιο του παραβόλου, που προβλέπεται από το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το Δημόσιο δεν προκαταβάλλει τέτοιο παράβολο (βλ. Μ. Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Α΄, άρθρο 495, αρ. 17, σελ. 849). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), ν. 6 Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23-3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ’ άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως «καλή πίστη» νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ’ αυτού. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ΝΔ της 21-6/10-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» προκύπτει ότι, η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Και αυτό, γιατί μετά την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου», που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του, και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, κατά την οποία τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή στο μέλλον, ενώ, εξάλλου, αυτή που άρχισε, δεν έχει καμιά συνέπεια αν μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών, κατά τους νόμους που ίσχυαν. Κατά δε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει έννομη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με εκείνη του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που προμνημονεύθηκαν, προκύπτει ότι, μέχρι το χρόνο ισχύος του πιο πάνω ΝΔ του έτους 1926, τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16-5-1926 έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του Δημοσίου και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας. Ενόψει, επομένως, του ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ήδη ανασταλεί από τα προγενέστερης ισχύος διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12-9-1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, ενώ η μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου σε ακίνητο του Δημοσίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του, μέχρι μεν τις 15-6-1926 λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, έκτοτε δε λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται της χρησικτησίας (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 1077/2012, ΑΠ 501/2011, ΑΠ 266/2010, ΑΠ 2058/2009). Με άλλα λόγια, μόνο η συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 11-9-1915 μπορεί να αντιταχθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 33/2008 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 «Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις» ορίζονται τα εξής: «Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ» (παρ. 1). «Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή» (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου», που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ. α’ και β’ του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 225/2017, ΑΠ 187/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το γράμμα της ερμηνευομένης ενταύθα ανωτέρω διατάξεως αβιάστως συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας σε βάρος του ελληνικού δημοσίου μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (ΑΠ 165/2017 ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου, ειδικότερα, περί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, μεταξύ άλλων και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του, ενώ δεν απαιτείται η προσάρτηση τοπογραφικού διαγράμματος, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 619/2014 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, αν η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και, αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής, και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1360/2014, ΑΠ 96/2010 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν αμφισβητηθεί ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, τότε ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα, που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του δικαιοπαρόχου του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (ΑΠ 1203/2012, ΑΠ 96/2010 ΝΟΜΟΣ).
Με την από 9-1-2014 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως ορθά εκτιμάται το περιεχόμενο της και όπως αυτή παραδεκτά, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, διορθώθηκε ως προς την περιγραφή του νοτιοανατολικού ορίου του επίδικου ακινήτου και την αξία του, η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι έχει στην κυριότητα, νομή και κατοχή της το επαρκώς περιγραφόμενο κατά θέση και όρια οικόπεδο, έκτασης 285,57 τ.μ., που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Σεληνίων δήμου Σαλαμίνας. Ότι απέκτησε το ακίνητο αυτό με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της, .. ….., το 1975 ασκώντας έκτοτε επ’ αυτού τις αναφερόμενες αναλυτικά πράξεις νομής και έτσι, έχοντας συμπληρώσει μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής τριάντα χρόνια αδιατάρακτης νομής, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το ακίνητο, που έλαβε ΚΑΕΚ ………, ανεγράφη ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ήδη εκκαλούντος, και καταχωρήθηκε αυτό στις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 100%. Με βάση τα παραπάνω, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς άρση της αμφισβήτησης της κυριότητας της επί του επιδίκου, η ενάγουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του επίδικου ακινήτου και β) να διορθωθεί η σχετική ανακριβής αρχική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, ώστε αντί του εναγομένου να αναγραφεί η ίδια ως κυρία στο ακίνητο αυτό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η άνω αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς και ότι είναι ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1-2 του Ν. 3127/2003, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ’ ουσία και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, ενώ διέταξε και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε αντί του εναγομένου να αναγραφεί η ενάγουσα ως κυρία στο επίδικο ακίνητο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ήδη εκκαλούν, με την υπό κρίση έφεσή του για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αφού αφενός δεν γινόταν επαρκής περιγραφή του επίδικου ακινήτου και δεν είχε επισυναφθεί τοπογραφικό διάγραμμα, αφετέρου δεν αναφερόταν ο τρόπος κτήσης της κυριότητας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατέρα της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, η περιγραφή του επίδικου ακινήτου ήταν σαφής και πλήρης, ώστε να μην δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του, ενώ δεν ήταν αναγκαία η επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος. Εξάλλου, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει και τον τρόπο κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου της, ούτε με σχετική συμπλήρωση στις προτάσεις της.
Περαιτέρω, ωστόσο, η αγωγή, στηριζόμενη σε πρωτότυπη κτήση
κυριότητας εκ μέρους της ενάγουσας (στην έκτακτη χρησικτησία) και άρα θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αφού χρησικτησία έναντι του ελληνικού δημοσίου πριν τον νόμο αυτόν ήταν δυνατή μόνο με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου, που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και μέχρι την 11-9-1915, θα έπρεπε να περιλαμβάνει τα τις προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και την τριακονταετή νομή επί του επιδίκου μέχρι τις 19-3-2003, είτε μόνο στο πρόσωπο της ενάγουσας είτε και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, με αναφορά στις πράξεις νομής όχι μόνο της ίδιας αλλά και των τελευταίων. Εντούτοις, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, από το έτος 1975, που η ενάγουσα έλαβε τη νομή του επιδίκου με παράδοση από τον πατέρα της, μέχρι την 19-3-2003, δεν συμπληρώνεται διάστημα 30 ετών στη νομή αυτού (αλλά μόνο 18 χρόνια), και δεν επικαλείται (η ενάγουσα) προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της με αναφορά στις υλικές πράξεις νομής, που αυτός άσκησε επί του επιδίκου. Τα περιστατικά, δηλαδή, που επικαλείται η ενάγουσα δεν μπορούν να στηρίξουν νόμιμη εκ μέρους της κτήση κυριότητας έναντι του ελληνικού δημοσίου και άρα η αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη. Τα δε επικαλούμενα με τις προτάσεις της (που κατέθεσε στο πρωτόδικο δικαστήριο) περιστατικά περί προσμέτρησης του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της στον δικό της χρόνο νομής και των υλικών πράξεων νομής, που αυτός ασκούσε από το 1967 μέχρι το 1975, δεν μπορούν να καταστήσουν την αγωγή νόμιμη (ή ακόμη και ορισμένη), η δε εκ των υστέρων συμπλήρωση με τις προτάσεις μεταβάλλει απαραδέκττως την βάση της. Συνακόλουθα, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, εξεταζομένου του νόμω βάσιμου αυτής και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, καθώς τούτο έχει ως προς την αγωγή (εισαγωγικό δικόγραφο) την αυτή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξουσία (ΕΑ 110/2006 ΕλΔνη 48.1477), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο και νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψει αν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωση της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕλλΔνη 42.925). Επομένως, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο. Στη συνέχεια, αφού δικάσει την ως άνω αγωγή, πρέπει να την απορρίψει. Τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου – εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει, τέλος, να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας- εφεσίβλητης λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσίαν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αρ. 2465/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου -εκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της ενάγουσας- εφεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 17-5-2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου