
Αναψηλάφηση δίκης
Με το προβλεπόμενο
από τα άρθρα 538 επ. ΚΠολΔ έκτακτο ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, θεσπίζεται η
δυνατότητα ανατροπής του...
δεδικασμένου απόφασης
πολιτικού δικαστηρίου σε ορισμένες, ρητώς οριζόμενες, εξαιρετικές περιπτώσεις.
Σύμφωνα με τη διάταξη
του άρθρου 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ «αναψηλάφηση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν η
προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή
έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα,
εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού
δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία
του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι
αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία
ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η
αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν». Κατά την έννοια της
προαναφερόμενης διάταξης η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση
ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν
είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί
και το εν μέρει ψευδές αυτής!
κλονίζει την
εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με
αναψηλάφηση απόφαση.
Από το άρθρο 549
προκύπτει ότι αίτημα της αναψηλαφήσεως είναι η εξαφάνιση μιας τελεσίδικης (539
παρ 1) απόφασης. Κατά κανόνα η εξαφάνιση της αποφάσεως προκαλεί την αναβίωση
της εκκρεμοδικίας και τη νέα συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως.
Αναψηλάφηση είναι το
ένδικο μέσο στο οποίο υποβάλλονται οι οριστικές αποφάσεις που δεν μπορούν να
προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση. Η προθεσμία και η άσκησή της δεν
αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός από εξαιρέσεις. Αν
γίνει δεκτή η αναψηλάφηση, οδηγεί στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης
και, εφόσον ζητηθεί με το κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο, το δικαστήριο διατάσσει
την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά το 495 παρ 1
ΚΠολΔ «τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναφηλαφήσεως
και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη
γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση». Και με
το 500 ίδιου Κώδικα «τα αποτελέσματα του ένδικου μέσου αρχίζουν από την σύνταξη
της εκθέσεως καταθέσεώς του», μεταξύ των οποίων (αποτελεσμάτων) και η
εκκρεμότητα, δηλ. το καθήκον του δικαστηρίου ν αποφανθεί σχετικώς προς εκδίκασή
του. Η αναφηλάφηση είναι, όπως η αναίρεση, έκτακτο ένδικο μέσο, με την έννοια
ότι αποβλέπει στην εξαφάνιση της τελεσίδικης απόφασης για περιορισμένους λόγους
οι οποίοι όμως είναι διαφορετικοί για την κάθε μία. Το θετικό δίκαιο δεν
περιέχει καμμιά διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή συζητήσεως της
αναίρεσης, ωσότου να εκδικασθεί η αναφηλάφηση. Από το ότι η προθεσμία της
αναφηλάφησης είναι μεγαλύτερη από την προθεσμία της αναίρεσης (30 ημέρες, 564
παρ 1 ΚΠολΔ) διαφαίνεται ότι η αναίρεση προηγείται από την αναφηλάφηση. Πάντως
η απόρριψη της αναίρεσης δεν εμποδίζει την παραδοχή της αιτήσεως αναφηλάφησης
και αντιστρόφως.
Το 545 ΚΠολΔ,
καθιερώνει δύο κατηγορίες προθεσμιών προς άσκηση της αναφηλάφησης, την γνήσια
(545 παρ 1 και 2) και την καταχρηστική (545 παρ 5). Η γνήσια προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η
αναψηλάφηση, που είναι εξήντα ημέρες για εκείνους που έχουν γνωστή διαμονή στην
ημεδαπή (545 παρ 1) και εκατόν είκοσι ημέρες για εκείνους που διαμένουν στην
αλλοδαπή ή δεν έχουν γνωστή διαμονή (545 παρ 2). Η προθεσμία αυτή παραλλάσσει
στο άρθρο 605 και 652 παρ 1, καθώς και στο άρθρο 51 ν. 345/76. Αφετηρία δε της
γνήσιας προθεσμίας δεν είναι ενιαία σ όλα, διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο
που στηρίζει την σχετική αίτηση (αναφηλάφησης), ενώ η καταχρηστική, που είναι τρία χρόνια, αρχίζει από την επομένη
που δημοσιεύθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, είτε του
δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είτε του πρωτοβάθμιου που δίκασε ανεκκλήτως κατ
αντιμωλίαν των διαδίκων ή, αν πρόκειται για πρωτοβάθμια απόφαση, από την επομένη
ημέρα μετά την τελεσιδικία της (545 παρ 5).
Από τις διατάξεις των
άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι
"με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των
μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και του Αρείου Πάγου,
εφόσον δικάζει κατ ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι "αναψηλάφηση
επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν τη δίκη και δεν
μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση" προκύπτει ότι με
το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ως άνω
δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση,
σκοπό δε έχει, την ανατροπή του δεδικασμένου σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η
διατήρησή του, είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές αναγόμενες
ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων είτε εκ των υστέρων
αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων πρόταση της προσβαλλόμενης
αποφάσεως είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες !
πράξεις παραγόντων
της δίκης. Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη κατά το χρόνο
άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς, και πότε προέκυψε η
τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ,
με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του
δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ανωτέρω, όμως,
ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όχι
απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό,
μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση
στηρίζεται, πλην των άλλων, σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και το ψεύδος
αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Άρθρο
544 : Λόγοι αναψηλάφησης
Αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο:
1) αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων
διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά
δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους,
2) αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη,
εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης,
3) αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο
όνομά του ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν
αντίθετα συμφέροντα στη δίκη,
4) αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου
χωρίς πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης,
5) αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι
γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το
νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης,
δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές των
προσώπων που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα
αυτά,
6) αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή
κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε
ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα
αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για
κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής
αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται
με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από
την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα
σε έξι μήνες από αυτήν,
7) αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή
πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα
έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα
οποία κατακράτησε ο αντιδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό
του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από
τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης,
8) αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση
πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα
ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που
προσβάλλεται,
9) αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως
άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του.
10) αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης
επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος
συμπράττοντος στην έκδοσή της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση
καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η
άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη,
η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που
εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της
προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες
από αυτήν.
==========
Προθεσμία άσκησης αναψηλάφησης, στην
πολιτική δίκη.
Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης
ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που
αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες
αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου
και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και
της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.
1. Χρόνος.
α. (60)
ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.
β. (120)
ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η
διαμονή του είναι άγνωστη.
2. Αφετηρία.
Οι
προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της
προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την
επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.
α. Λόγοι
1, 6, 7, 8
Η
προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από
την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που
καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που
περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται
η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε
η προσβαλλόμενη απόφαση.
β. Λόγοι
2, 3, 4, 5 και 9
Η
προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
γ. Λόγος
10.
Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία
αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή.
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
ΠολΔ
545.- Προθεσμία αναψηλάφησης
Γνήσια
και καταταχρηστική προθεσμία άσκησης αναψηλάφησης. Ο αιτούμενος την αναψηλάφηση
δέν έχει βάρος ν' αποδείξει την εμπρόθεσμη άσκησή της. Αν πεθάνει ο καθ' ου
στρέφεται η αίτηση αναψηλάφησης, στις γαμικές διαφορές, πρίν απο την εκδίκασή
της, καταργείται η δίκη.
Εφετείο
Πειραιώς 396/1999 [Π. Γρουμπός]
(Σύνθεση:
Ρ. Κεδίκογλου, Γ. Στίγκας· δικαστικός παραστάτης: Ε. Λιβιεράτος).
Κατά
την 495 § 1 ΚΠολΔ «τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της
αναφηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο
πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη
απόφαση». Και με την 500 ίδιου Κώδικα «τα αποτελέσματα του ένδικου μέσου
αρχίζουν από την σύνταξη της εκθέσεως καταθέσεώς του», μεταξύ των οποίων
(αποτελεσμάτων) και η εκκρεμότητα, δηλ. το καθήκον του δικαστηρίου ν' αποφανθεί
σχετικώς προς εκδίκασή του (βλ. Κ. Μπέη, σχόλια στο άρθρο αυτό). Η αναφηλάφηση
είναι, όπως η αναίρεση, έκτακτο ένδικο μέσο, με την έννοια ότι αποβλέπει στην
εξαφάνιση της τελεσίδικης απόφασης για περιορισμένους λόγους οι οποίοι όμως
είναι διαφορετικοί για την κάθε μία. Το θετικό δίκαιο δεν περιέχει καμμιά
διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή συζητήσεως της αναίρεσης,
ωσότου να εκδικασθεί η αναφηλάφηση. Από το ότι η προθεσμία της αναφηλάφησης
είναι μεγαλύτερη από την προθεσμία της αναίρεσης (30 ημέρες, 564 § 1 ΚΠολΔ)
διαφαίνεται ότι η αναίρεση προηγείται από την αναφηλάφηση. Πάντως η απόρριψη
της αναίρεσης δεν εμποδίζει την παραδοχή της αιτήσεως αναφηλάφησης και
αντιστρόφως (Κ. Μπέη Πολ. Δικονομία, Kεφ. Δ' Αναψηλάφηση αρ. 2018).
Η
545 ΚΠολΔ, καθιερώνει δύο κατηγορίες προθεσμιών προς άσκηση της αναφηλάφησης,
την γνήσια (545 § 1 και 2) και την καταχρηστική (545 § 5). Η γνήσια προθεσμία,
εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η αναψηλάφηση, που είναι εξήντα ημέρες για
εκείνους που έχουν γνωστή διαμονή στην ημεδαπή (545 § 1) και εκατόν είκοσι
ημέρες για εκείνους που διαμένουν στην αλλοδαπή ή δεν έχουν γνωστή διαμονή (545
§ 2). Η προθεσμία αυτή παραλλάσσει στο άρθρο 605 και 652 § 1, καθώς και στο
άρθρο 51 ν. 345/76. Αφετηρία δε της γνήσιας προθεσμίας δεν είναι ενιαία σ' όλα,
διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο που στηρίζει την σχετική αίτηση
(αναφηλάφησης), ενώ η καταχρηστική, που είναι τρία χρόνια, αρχίζει από την
επομένη που δημοσιεύθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, είτε του
δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είτε του πρωτοβάθμιου που δίκασε ανεκκλήτως κατ'
αντιμωλίαν των διαδίκων ή, αν πρόκειται για πρωτοβάθμια απόφαση, από την
επομένη ημέρα μετά την τελεσιδικία της (545 § 5).
Για
το εμπρόθεσμο της αιτήσεως του ενδίκου μέσου και εν προκειμένω της
αναφηλάφησης, ότι δηλ. δεν λειτουργεί ο βασικός κανόνας της τριετίας (άρθρ. 545
§ 5), αλλ' αντίθετος προς αυτόν των εξήντα ημερών (545 § 1) ή των εκατό είκοσι
ημερών (545 § 2), γιατί συνέβη ένα από τα γεγονότα της § 3 του άρθρου αυτού,
«επίδοση» ή «αμετάκλητο» ή «γνώση» των αποφάσεων και εγγράφων που αναγράφει η
παράγραφος αυτή, δεν υποχρεούται ο αιτούμενος την εξαφάνιση της απόφασης, αλλ'
ο αντίδικός του που ισχυρίζεται ότι είχε αρχίσει να τρέχει η γνήσια προθεσμία
για την άσκηση του κρινόμενου μέσου, και εδώ της αναψηλάφησης (βλ. Κ. Μπέη,
Πολ. Δικον. σχόλια στο άρθρο 545). Τέλος, κατά την 604 ΚΠολΔ, «στις διαφορές
που αναφέρονται στο άρθρο 592 § 1 ΚΠολΔ (γαμικές διαφορές), αν πεθάνει ο ένας
από τους διαδίκους πριν γίνει η απόφαση αμετάκλητη, η δίκη καταργείται, ως προς
το κύριο αντικείμενό της (...). Κατά την σαφή δε έννοια του νόμου (604 ΚΠολΔ),
με το θάνατο του ενός των συζύγων στο στάδιο που η απόφαση δεν έχει καταστεί
αμετάκλητη, καταργείται, όχι μόνο η διαδικασία, αλλά αυτή η «έννομη σχέση της
δίκης» και το δικαστήριο, αποφαινόμενο την κατάργησή της, απλώς βεβαιώνει μια
κατάσταση επελθούσα αυτομάτως, χωρίς η τοιαύτη απόφαση να πρόκειται ν'
αναπτύξει διαπλαστική τινα ενέργεια ή να εξοπλιστεί με δεδικασμένο (ολομΑΠ
653/84, όπου και σύμφωνη αναλυτική αγόρευση εισαγγελέως Αρείου Πάγου Κ.
Φαφούτη, ΝοΒ 33,69. ΕφΑθ 6669/79 Αρμ 30,392).
Στην
προκειμένη περίπτωση κατά της 362/89 οριστικής απόφασης του δικαστηρίου τούτου,
που εκδόθηκε στις 16.2.1989, με την οποία λύθηκε τελεσίδικα ο γάμος μεταξύ των
συζύγων Α.Δ. και Φ.Δ., κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου αυτού στις
30.7.1990, δηλ. εντός της υπό του νόμου τασσομένης (καταχρηστικής) προθεσμίας
των τριών ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η από 19.7.1990
αίτηση αναψηλάφησης της Φ.Δ., με την οποία ζητείται να γίνει δεκτή και να
εξαφανιστεί η εν λόγω προσβαλλομένη απόφαση για τους λόγους: 1) διότι (κατ'
αντιγραφή από την αίτηση αναψηλάφησης) «η προσβαλλομένη απόφαση ερείδεται επί
των ψευδών καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του διορισθέντος δια της
προρρηθείσης υπ' αριθ. 2310 του έτους 1983 παρεμπιπτούσης περί αποδείξεως
αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου Πειραιώς εισηγητού δικαστού, μαρτύρων
αποδείξεως, προσκομισθέντων υπό του αντιδίκου: Μ.Δ. και ν. Ρ., ισχυρισθέντων,
εν γνώσει της αναληθείας, ότι δήθεν δεν συνεβιώσαμεν εκ νέου οι διάδικοι από 5
Σεπτεμβρίου 1980 μέχρι και του μηνός Φεβρουαρίου 1981 και 2) διότι ανεύρον προ
διμήνου, νέα κρίσιμα έγγραφα, προελεύσεως του αντιδίκου, την ύπαρξη των οποίων
ηγνόουν, άτινα εξ ανωτέρας βίας, αποτόκου των κατατρυχουσών εμέ βαρυτάτων
ασθενειών (στηθαγxικής συνδρομής λόγω δυσλειτουργίας των στεφανιαίων αγγείων,
oσφυοϊσχιαλγίας λόγω εκφυλιστικής σπονδυλοαρθροπάθειας, άλγους αρθριτικών κλπ.)
δεν ηδυνήθην να προσαγάγω εγκαίρως, αποδεικνύουσα περιτράνως τον πλέον ή
βάσιμον ισχυρισμόν εμού ότι συνεβιώσαμεν οι διάδικοι αρμονικώς κατά το
προρρηθέν διάστημα εν Σεληνίοις Σαλαμίνος».
Η
ένδικη αυτή αίτηση αναφηλάφησης, προσδιορισθείσα για την εις την αρχή
αναφερόμενη δικάσιμο, συζητήθηκε ερήμην του καθού η αναψηλάφηση Α.Δ., για τον
οποίο η αιτούσα με τις προτάσεις της επικαλείται και αποδεικνύει με
προσκομιζόμενο κεκυρωμένο αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης ότι απεβίωσε στις
24.70.1996 και ζητεί πλέον μ' αυτές (προτάσεις) από το δικαστήριο ν' αποφανθεί
ότι η ανοιγείσα δίκη διαζυγίου αυτής και του αποβιώσαντος συζύγου της, καθώς
και η υπό κρίση αναφηλάφηση έχει καταργηθεί λόγω του θανάτου του.
Κατ'
ακολουθίαν, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, η εμπροθέσμως ασκηθείσα υπό κρίση
αναψηλάφηση (και είναι εμπρόθεσμη γιατί ασκήθηκε εντός της τριετούς
καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 545 § 15 ΚΠολΔ) από την έκδοση της
προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, αφού δεν προβάλλεται ισχυρισμός και
απόδειξη αυτού (που άλλωστε ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο, αφού ο αντίδικος σύζυγος
έχει ήδη αποβιώσει) ότι έχει παρέλθει κάποια γνήσια βραχύτερη προθεσμία λόγω
προηγηθείσας επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και ότι επομένως η άσκηση
αυτής (αναψηλάφησης) είχε καταστεί αμετάκλητη, δηλ. ότι ο γάμος είχε λυθεί
αμετάκλητα, πριν από τον επισυμβάντα θάνατο του εναγομένου-καθού η αναψηλάφηση,
αλλά και αυτή η έννομη σχέση της δίκης που άρχισε με την έγερση της από
11.4.1983 αγωγής διαζυγίου, πρέπει να θεωρηθεί, κατ' αποδοχή σχετικού με τις προτάσεις
υποβληθέντος αιτήματος της αιτούσας την αναψηλάφηση, καταργημένη από τον
επισυμβάντα στις 24 Οκτωβρίου 1996 θάνατο του εναγομένου-καθού η αναφηλάφηση
συζύγου της (βλ. άρθρο 673 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι στο έγγραφο της
αναψηλάφησης (β' σελίδα) γίνεται μνεία ότι δεν έχει επιδοθεί η προσβαλλόμενη
απόφαση.
Παρατηρήσεις
Σύμφωνα
με το άρθρο 500 του ΚΠολΔ «Τα αποτελέσματα της αιτήσεως των ενδίκων μέσων
άρχονται από της συντάξεως της εκθέσεως, καταθέσεως αυτών στnv γραμματεία του
δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 § 1 του εν λόγω
κώδικα). Αντίστοιχα των δύο άρθρων αυτών είναι τα άρθρα 536 και 532 § 1 του
Σχεδίου Πολιτικής Δικονομίας της Συντακτικής Επιτροπής του 1955.
Κατά
το προϊσχύον δίκαιο τον τύπο και τον τρόπο της άσκησης των ενδίκων μέσων,
καθώριζε ο νόμος 194 της 13 Μαρτίου/2 Απριλίου 1914 «Περί ασκήσεως ενδίκων
μέσων εν ταις πολιτικαίς δίκαις», την υιοθέτηση του άρθρου 7 του οποίου
πρότεινε στο Διάγραμμα «Ένδικα μέσα - Δεδικασμένον», ο Eισηγητής καθητητής Γ.
Ράμμος, πράγμα που υιοθέτησε η Επιτροπή κατά την συνεδρίαση της 20 Νοεμβρίου
1937. Σημειωτέον ότι με πρόταση του προέδρου της Συντακτικής Επιτροπής,
«σύνταξη νέου Κώδ.Πολ.Δικ. κλπ.» Ιω. Σακέτα, ο οποίος διαδέχθηκε τον αποθανόντα
το 1939, πρόεδρο αυτής Λ. Γιδόπουλο, στη συνεδρίαση της 5 Οκτωβρίου 1939,
ωρίσθηκε με το άρθρο 244 α' του προσχέδιου ότι τα αποτελέσματα της άσκησης των
ενδίκων μέσων άρχονται από της συντάξεως της εκθέσεως καταθέσεως «μη
προσαπαιτουμένης επιδόσεως του κατατεθέντος δικογράφου προς τον αντίδικον»
φράση που διεγράφη και στο Σχέδιο και στο τελικό κείμενο του κώδικα.
Ανεξάρτητα
από το περιστατικό ότι ο νομοθέτης έπρεπε να τάξει προθεσμία στον ασκούντα το
ένδικο μέσο, προσδιορισμού εκδίκασης τούτου και επίδοσης μετά από αυτόν
αντιγράφου του δικογράφου του ενδίκου μέσου, στον αντίδικο, εκείνου που το
άσκησε, με συνέπεια το ανίσχυρο του ενδίκου μέσου, στην περίπτωση παρόδου
άπρακτης της προθεσμίας (εκτός εάν επέσπευσε τον προσδιορισμό δικασίμου ο
αντίδικος) πράγμα το οποίο θα συντελούσε στη συντόμευση της δίκης και απαλλαγή
του καθ'ου στρέφεται τούτο από την φροντίδα να επιμελήται του ορισμού της
σχετικής δικασίμου, υφιστάμενος στις δαπάνες προσδιορισμού, που δεν είναι
ευκαταφρόνητoς, όταν μάλιστα το αρμόδιο για την εκδίκαση του ενδίκου μέσου
δικαστήριο δεν εδρεύει στην ίδια πόλη με αυτό που εξέδωκε την πληττόμενη
απόφαση ή ο ασκήσας το ένδικο μέσο κατοικεί στην αλλοδαπή - η μετατενέστερη
διαγραφή της φράσης: «μη προσαπαιτουμένης επιδόσεως του κατατεθέντος δικογράφου
προς τον αντίδικο» δεν αποκλείεται να δημιουργήσει, ενδεχόμενα, προβλήματα στην
ερμηνεία διότι δεν είναι απίθανο να υποστηριχθεί ότι με την εν λόγω διαγραφή
εκδηλώθηκε βούληση του νομοθέτη ότι απαιτείται επίδοση τέτοιου δικογράφου στον
αντίδικο του ασκηθέντος το ένδικο μέσο, πράγμα που επιβάλλει, αναντίρρητα, το
έννομο εύλογο συμφέρον αυτού. Ορθή ερμηνεία των άρθρων 495 και 500 του ΚΠολΔ
κάνει ο καθηγητής Κ. Μπέης: Πολιτική Δικονομία ΙΙΙ σ. 1851.
Η
ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Πειραιά ορθότατα δέχεται στη συνέχεια, ότι το
θετικό δίκαιο δεν περιέχει καμμιά διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την
αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης μέχρις ότου δικασθεί η αναψηλάφηση
- ακολουθούσα την διδασκαλία του Κ. Μπέη: Πολιτική Δικονομία ibidem σ. 2018.
Αντίθετα επειδή η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι μεταλύτερη από την τοιαύτη
της αίτησης αναίρεσης (άρθρα 545 § 1 και 504 § 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα) συνάγεται
ότι η τελευταία προηγείται της πρώτης. Όμως ο Άρειος Πάγος μπορεί, σύμφωνα με
το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης της αίτησης
αναίρεσης μέχρι να εκδικασθεί η αναψηλάφηση, οπότε αν εξαφανισθεί η τελεσίδικη
απόφαση, στερείται αντικειμένου η αίτηση της αναίρεσης. Το αυτό μπορεί να
πράξει και το δικαστήριο που εκδικάζεται την αναφηλάφηση, οπότε αν γίνει δεκτή
η αίτηση αναίρεσns στερείται αντικειμένου η αναφηλάφηση.
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Απόφαση 746 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 746/2008
ΤΟ
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'
Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ
από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη
Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε
δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία
και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του
αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του …..
Της
αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της …...
Η ένδικη
διαφορά άρχισε με την από 27-12-1996 αγωγή και 11-3-1997 ανταγωγή των ήδη
διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και
συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23768/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και
197/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο
αναιρεσείων με την από 18-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης
αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται
πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από
2-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού,
ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της
κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την
παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της,
καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις
διατάξεις των άρθρων 538 και 539 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων
ορίζεται ότι "με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των
ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων, και
του Αρείου Πάγου, εφόσον δικάζει κατ` ουσίαν" και με τη δεύτερη ότι
"αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν
τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση"
προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναψηλάφησης, μπορούν να προσβληθούν οι
τελειωτικές αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με
ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, σκοπό δε έχει, την ανατροπή του δεδικασμένου σε
εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η διατήρησή του, είτε προσκρούει σε θεμελιώδεις
δικονομικές αρχές αναγόμενες ιδίως στην εκπροσώπηση και παράσταση των διαδίκων
είτε εκ των υστέρων αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η ελάσσων
πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, οφειλόμενη μάλιστα σε αξιόποινες
πράξεις παραγόντων της δίκης. Η απόφαση πρέπει να είναι οριστική και τελεσίδικη
κατά το χρόνο άσκησης της αναψηλάφησης, ανεξάρτητα από το πώς, και πότε
προέκυψε η τελεσιδικία, ενώ η άσκησή της τελειούται, κατά τη διάταξη του άρθρου
495 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία
του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ανωτέρω, όμως,
ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όχι
απεριορίστως, αλλά μόνο για τις περιπτώσεις, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό,
μία των οποίων είναι και η με αριθμό 6, όταν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση
στηρίζεται, πλην των άλλων, σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα και το ψεύδος
αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη
του άρθρου 545 παρ. 1 ΚΠολΔ "αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει
στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι εξήντα ημέρες" η οποία,
σύμφωνα με την παρ. 3 περίπτ. δ του ίδιου άρθρου, αρχίζει "στην περίπτωση
του άρθρου 544 αρ. 6 από το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται
η ψευδομαρτυρία... " ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "στις
περιπτώσεις της παραγράφου 3 εδάφ. δ, ε και στ, η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν
επιδοθεί προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αρχίζει από την επίδοση
μετά το αμετάκλητο.... Τα γεγονότα που αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας
των εδαφίων αυτών πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο ή με δικαστική
ομολογία" και κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "αν η απόφαση δεν
επιδόθηκε, η προθεσμία της αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της
προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την
ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Στις περιπτώσεις όμως του άρθρου 544 αρ. 6, η
αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη μετά την παρέλευση ενός έτους από τη δημοσίευση
της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού... δικαστηρίου. Η προθεσμία αυτή δεν
αρχίζει πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης". Από το συνδυασμό
των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η προθεσμία της αναψηλάφησης, στην περίπτωση
που δεν επιδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, που στηρίζεται σε ψευδή
κατάθεση μάρτυρα, είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του
ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ψευδομαρτυρία. Πρόκειται,
επομένως, για ειδική ρύθμιση της έναρξης της προθεσμίας αναψηλάφησης στην
περίπτωση αυτή, που εκφεύγει της γενικής ρύθμισης του άρθρου 545 παρ. 5 ΚΠολΔ,
περί τριετούς προθεσμίας της αναψηλάφησης από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης
τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης στην περίπτωση μη επίδοσης αυτής (ΑΠ
564/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα
έγγραφα τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2)
αλλά και από το αναιρετήριο, προκύπτουν τα ακόλουθα για την έρευνα της
βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,
σχετικά με την αφετηρία της προθεσμίας αναψηλάφησης: Στις 12-10-1999
δημοσιεύθηκε η υπ` αριθ. 2814/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την
οποία απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ.
23768/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ`
ουσίαν την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή
της τελευταίας εναντίον του. Κατά της αποφάσεως αυτής, που δεν προκύπτει ότι
επιδόθηκε, ο αναιρεσείων άσκησε την από 2-7-2004 αίτηση αναψηλάφησης, όπως
προκύπτει από την κάτω από το αντίγραφο αυτής σχετική σημείωση της γραμματέας
του πιο πάνω δικαστηρίου, με μοναδικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση,
στηρίχθηκε στη ψευδή κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της
μάρτυρος της αναιρεσίβλητης ........, η ψευδομαρτυρία της οποίας αναγνωρίστηκε
αμετάκλητα, κατόπιν υποβολής μηνύσεώς του, με την υπ` αριθ. 723/2004 απόφαση
του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στις
19-2-2004, καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο στις 14-4-2004 και κατέστη αμετάκλητη
στις 14-5-2004. Με βάση τα παραπάνω, εφόσον η αίτηση αναψηλάφησης κατά της
προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε στις 2-7-2004 δηλαδή εντός έτους
από τη δημοσίευση της αμετάκλητης, επί ψευδορκία μάρτυρα, απόφασης του ποινικού
δικαστηρίου αλλά και εντός δύο μηνών από το αμετάκλητο αυτής, είναι παραδεκτή.
Επομένως το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του,
απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο
τριετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά το νόμο κήρυξε
απαράδεκτο και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου
559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του
Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, εφόσον η αίτηση αναψηλαφήσεως ασκήθηκε
μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αυτή υπ'
αριθμ. 2814/1999 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήταν
απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Και τούτο για τους εξής λόγους: Κατά τη
διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδαφ. α' ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η
προθεσμία της αναψηλαφήσεως είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της
προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την
ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία διάκριση
γίνεται ως προς την έναρξη της προθεσμίας, ανάλογα με τους λόγους της
αναψηλαφήσεως, προκύπτει, ότι αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αναψηλαφήσεως
και συνεπώς και στην περίπτωση του προβλεπόμενου από το άρθρο 544 αριθμ. 6
ΚΠολΔ λόγου αναψηλαφήσεως, ήτοι της στηρίξεως της αποφάσεως σε ψευδή κατάθεση
μάρτυρα ή διαδίκου εφόσον το ψεύδος αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού
δικαστηρίου. Και ναι μεν στην περίπτωση του άρθρου 545 παρ. 6 η προθεσμία της
αναψηλαφήσεως αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 545 παρ. 3 εδαφ. δ' ΚΠολΔ από το
αμετάκλητο της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η ψευδορκία και εντός δύο
μηνών αν εκείνος που τη ζητεί διαμένει στην Ελλάδα, ο χρόνος όμως αυτός
ενάρξεως της προθεσμίας αφορά τη διαφοροποίηση της ενάρξεώς της, όταν αυτή
άρχισε με την επίδοση της αποφάσεως και όχι στην περίπτωση συμπληρώσεως
τριετίας από την ημέρα που αυτή (απόφαση) κατέστη τελεσίδικη. Με την
προαναφερομένη, δηλαδή, διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ καθιερώνεται
καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη προς εκείνες των διατάξεων των άρθρων 518
παρ. 2 ΚΠολΔ (για την έφεση) και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (για την αναίρεση), τριών (3)
ετών για την άσκηση της αναψηλαφήσεως, προς το σκοπό ασφαλείας των συναλλαγών,
με τη θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μη μπορεί να
ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προθεσμία αυτή αρχίζει, σε
κάθε περίπτωση, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης αποφάσεως και
επομένως και στην περίπτωση του άρθρου 544 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα
προαναφερόμενα, δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση ως προς τους λόγους
αναψηλαφήσεως. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν
επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει
επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευσή της
(προσβαλλομένης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως
προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον
διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί
το σε βάρος του περιεχόμενο της αποφάσεως, την οποία έχει έννομο συμφέρον να
προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της
τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή
(προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η
προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο
ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο
580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικαστεί
στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος
κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ
ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί
την υπ` αριθ. 197/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει
την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από
άλλους δικαστές.
Καταδικάζει
την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε
χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε
και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε
στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2008.
Ο
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Άρθρο τρίτο - Άρθρο 1 - Νόμος 4335/2015 - Τροποποιήσεις στον Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:
23/07/2015
Από το ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
(ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ, άρθρα 495 έως 590) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αντικαθίστανται οι διατάξεις των άρθρων 495, 498 παράγραφος 2, 502 παράγραφος
2, 512, 518 παράγραφος 2, 524 παράγραφοι 1, 2 και 3, 527, 538, 544 αρ. 6, 546
παράγραφος 1, 548, 560, 562 παράγραφος 4, 564 παράγραφοι 2 και 3, 565
παράγραφος 1, 568 παράγραφος 2, 569 παράγραφος 2, 571, 574, 575, 580 παράγραφος
3, 581 παράγραφος 2 και 585 παράγραφος 2 ως εξής:
«Άρθρο 495
1. Τα ένδικα μέσα της
ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται
με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που
έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της
μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε
μεταβατική έδρα.
2. Για την κατάθεση
συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία
υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο
αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή
εκείνου που συντάσσει την έκθεση.
3. Εκείνος που ασκεί
το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να
καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων
(400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο
γραμματέας. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων
διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή
αιτούντες. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών
Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε
περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το
δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος,
το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν,
αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας
παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθμ. 3 και 5, και 592
αριθμ. 1 και 3.
Άρθρο 498
2. Η προθεσμία για
την κλήτευση των διαδίκων είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο διάδικος που
καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης
διαμονής, εξήντα (60) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά τα λοιπά για τον προσδιορισμό
δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.
Άρθρο 502
2. Όποιος άσκησε
πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται
ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα
να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.
Άρθρο 512
Οι αποφάσεις των
ειρηνοδικείων σε διαφορές που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 466
έως 471 είναι ανέκκλητες.
Άρθρο 518
2. Αν δεν επιδοθεί η
απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση
της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Άρθρο 524
1. Στη διαδικασία της
δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, 237
παρ. 8 έως 11, 240 έως 312, 591 παράγραφος 1 εδάφιο α' έως γ' και 591
παράγραφος 4. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και
η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης
ημέρας μετά τη συζήτηση.
2. Η προφορική
συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528. Η κατάθεση των
προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδάφιο β' της
παραγράφου 1.
3. Σε περίπτωση
ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση
ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση.
Άρθρο 527
Είναι απαράδεκτη η
προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην
πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα,
εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν
μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή
προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με
πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2)
γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των
άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των
προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε
στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις
προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία' αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης
δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται
εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη
και αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 538
Με αναψηλάφηση,
μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των
πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ'
ουσίαν
Άρθρο 544
6) αν η προσβαλλόμενη
απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή
κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή ενόρκως βεβαιώσαντος ή σε
πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη
απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με
δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της
ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που
εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της
προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες
από αυτήν,
Άρθρο 546
1. Η προθεσμία της
αναψηλάφησης, καθώς και η άσκη-σή της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της
προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται
στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αριθμ. 1 ή στις διαφορές
που αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 592
αριθμ. 2 ή διατάζουν την εξάλειψη υποθήκης ή προσημείωσης ή κατάσχεσης ή
κηρύσσουν έγγραφο πλαστό και εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία
αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Μπορεί όμως το δικαστήριο
που δικάζει την αναψηλάφηση με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους που υποβάλλεται
με τις προτάσεις να διατάξει σε περίπτωση εξάλειψης υποθήκης, προσημείωσης ή
κατάσχεσης την άρση του ανασταλτικού αποτελέσματος με παροχή ανάλογης εγγύησης.
Άρθρο 548
Στη διαδικασία της
κατ' αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 268,
271 έως 312, 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' επ. έως 534 και 591 παράγραφος 4.
Άρθρο 560
Κατά των αποφάσεων
των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε
εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάστηκε
κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί
κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή
ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής
πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία
κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς,
Ο λόγος αυτός
αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,
2) αν το δικαστήριο
δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει
δεκτή η εξαίρεση,
3) αν το δικαστήριο
έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην
αρμοδιότητα,
4) αν παράνομα
αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
5) αν το δικαστήριο
παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα
που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
6) αν η απόφαση δεν
έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες
αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της
δίκης.
Άρθρο 562
4. Κατ' εξαίρεση ο
Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται
στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του αριμ. 559.
Άρθρο 564
2. Αν ο αναιρεσείων
διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναίρεσης
είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
3. Αν η απόφαση δεν
επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη
δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Άρθρο 565
1. Η προθεσμία της
αναίρεσης, καθώς και η άσκηση της, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της
προσβαλλόμενης απόφασης. Στις γαμικές διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592
αριθμ. 1, στις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 2, που αφορούν σχέσεις γονέων και
τέκνων, καθώς και σε δίκες που αφορούν εξάλειψη υποθήκης, προσημείωσης ή
κατάσχεσης ή κηρύσσουν έγγραφο πλαστό, η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η
άσκησή της, αναστέλλει την εκτέλεση.
Άρθρο 568
2. Η γραμματεία του
Αρείου Πάγου υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση τα έγγραφα που κατατέθηκαν στον
πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζει το αρμόδιο τμήμα, και ο πρόεδρος του
τμήματος με απλή σημείωση στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί
ορίζει:
α) δικάσιμο της
υπόθεσης,
β) την προθεσμία μέσα
στην οποία πρέπει να επιδοθεί η κλήση για συζήτηση,
γ) εισηγητή
αρεοπαγίτη προς τον οποίον διαβιβάζεται ο φάκελος της δικογραφίας για τους
σκοπούς του άρθρου 571.
Άρθρο 569
2. Οι πρόσθετοι λόγοι
αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια
εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που
κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες
πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια
προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να
γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη
συζήτηση. Αντίγραφα των πρόσθετων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού
κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από το γραμματέα του Αρείου
Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα
στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα
ημερών. Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή
ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα.
Άρθρο 571
1. Αν ο εισηγητής
κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και
πρόσθετοι, είναι απαράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε
τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο
αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την
απόρριψη της αναίρεσης. Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του
εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης. Με
την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυτός
είχε καταθέσει προτάσεις, ενώ η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του
υπολογίζεται στο μισό του ελάχιστου ορίου και ορίζεται παράβολο τριακοσίων
(300) έως εννιακόσια (900) ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβολο μπορεί να
μειωθεί έως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. Τα ποσά των δύο προηγούμενων
εδαφίων μπορούν να αυξομειώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και
Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με επιμέλεια του γραμματέα
σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο
της υπόθεσης και επιδίδεται κυρωμένο αντίγραφο της στον αναιρεσείοντα ή στο
δικηγόρο που υπογράφει την αναίρεση ή τους πρόσθετους λόγους μέσα σε τριάντα
(30) ημέρες από την έκδοσή της.
2. Αν εκδοθεί διάταξη
της προηγούμενης παραγράφου, με την οποία ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης,
μπορεί ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτηση του να συζητηθεί η υπόθεση στο
ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την
επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία
συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παραγράφου 3. Στην αίτηση επισυνάπτεται
με ποινή απαραδέκτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από
το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβόλου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο
αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από
τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση
συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν
μετέχουν τα μέλη του συμβουλίου της παραγράφου 1. Αν το δικαστήριο κρίνει
παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει τη διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την
αναίρεση. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο
ακροατήριο ως απαράδεκτη ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο
σύνολο της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο
δημόσιο ταμείο ως δημόσιο έσοδο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον
καταθέσαντα. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο
ακροατήριο ή η υποβληθείσα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης
θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
3. Αν ο εισηγητής δεν
εισηγηθεί την απόρριψη της αναίρεσης ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του
συμβουλίου σύμφωνα με την παρ. 1 ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να
συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παρ. 2, η υπόθεση συζητείται
κατά την ορισθείσα δικάσιμο.
4. Οι διατάξεις του
συμβουλίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό και οι αιτήσεις για συζήτηση
της υπόθεσης στο ακροατήριο καταχωρίζονται σε ειδικά βιβλία που τηρούνται στη
γραμματεία του Αρείου Πάγου.
Άρθρο 574
Μετά την εκφώνηση της
υπόθεσης αρχίζει η συζήτηση στο ακροατήριο και αγορεύουν, εφόσον το ζητήσουν,
οι πληρεξούσιοι των διαδίκων. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται,
αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα
εισαγγελέα.
Άρθρο 575
Με αίτηση του
εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη
δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια τρίτο και
τέταρτο της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ. Σε κάθε περίπτωση
αναβολής της συζήτησης το δικαστήριο μπορεί να διατηρήσει την κατά το άρθρο 565
παράγραφο 2 αναστολή.
Άρθρο 580
3. Αν ο Άρειος Πάγος
αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που
αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την
δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη
περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για
τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του
άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο
δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που
αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν,
όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την
ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο
τμήμα.
Άρθρο 581
2. Η υπόθεση
συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού
κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β'.
Άρθρο 585
2. Το έγγραφο της
ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα
118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με
πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο
απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται
στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν
πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη
συζήτηση.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου