830/2017 ΜΟΝ ΕΦΕΤ ΘΕΣ - ΕΡΓΑΤΙΚΗ - ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ...Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της Ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα κω αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής


Αριθμός απόφασης    830 /2017 ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
το ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Συγκροτήθηκε  από  τη  Δικαστή  Μαργαρίτα  Νrκάκη,  Εφέτη,  καr τη Γραμματέα Αναστασία Μήκα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17.10.2016 για να
δικάσει την ακόλουθη υπόθεση μεταξύ:


ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ...., που παραq:τάθΙJκε με δηλωσή:, κατ'  άρθpο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., του πληρεξουσίου  δικnvόΡου της ...., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ  ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ  ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:    Του    Ν.Π.Ι.Δ.   ...., που  εδρεύει στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που παραστάθηκε με δήλωση,. κατ• άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., του πληρεξουσίου δικηγόρου της ..., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η εκκαλούσα, από κοινού και με άλλους ενάγοντες, με τη με αριθ. κατάθεσης 1175/51/3.7 .2 013 αγωγή, που απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ• αυτή. Το Δικαστήριο εκείνο με την 16/2014 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την εκκαλούσα - ενάγουσα.. Κατά της απόφασης αυτής, η άνω ενάγουσα άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν,   την   ένδικη   από   8.8.2015   και   με   αριθμό   έκθεσης    κατάθεσης 1 29/12 .10.2015 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία  του  παρόντος  με  αρrθ . έκθεσης  κατάθεσης  3374 /16.10.2015. Για τη συζήτηση δε αυτής, που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο σχετικό πινάκιο, ορίσθηκε δικάσιμος η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν με δηλώσεις, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που υπογράφονται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους κα1 οι οποίες παραδόθηκαν στον αρμόδιο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 14.10.2016, ενώ κατέθεσαν και έγγραφες προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ το ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου 129/12.10.2015 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικογράφου του παρόντος Δικαστηρίου 3374/16.10.2015, έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας Ειρήνης Γαροφάλλου κατά της 16/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ., ως είχαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και που εφαρμόζονται όμως στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της  ένδικης  αγωγής), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση δε αυτής, στις 18.2.2014, μέχρι την άσκηση της έφεσης δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρα 495, 498, 511,516,513 παρ. 1β', 517,518 παρ. 2,520 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, φερόμενη νομίμως στο Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρα 498 και 19 Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 72 παρ. 13  Ν. 3994/2011),  πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της, κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου, επιπρόσθετα, και του ότι δεν απαιτείται για το παραδεκτό της η κατάθεση παραβόλου εκ μέρους της εκκαλούσας λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ περισσού, επομένως , έχει αυτό καταβληθεί.
Με τη με αριθ. κατάθεσης 1175/51/3.7.2013 αγωγή, που άσκησε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ... από κοινού  και  με λοιπούς εvάyο\!τες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής,εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 12.2 .2002 από την πρώην Αμιγή Δημοτική Επιχείρηση Ν. Μουδανιών «ΤΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ», της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είνα1 η εναγομένη «Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Ν. Προποντίδας» Χαλκιδικής, προκειμένου  να  εργαστεί ως  υπάλληλος γραφείου στο Μουσείο Αλιευτικών σκαφών και εργαλείων του πρώην Δήμου Ν. Μουδανιών, και παρείχε σ' αυτήν τις συμφωνηθείσες  υπηρεσίες της κατά τα αναφερόμενα,  συνεχόμενα μεταξύ τους, χρονικά διαστήματα και μέχρ1 την 31.12.201Ο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου, πράγματι δε δυνάμει μίας σύμβασης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Ότι, ειδικότερα, 01 ανωτέρω συμβάσεις εργασίας ή έργου στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής της σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ο χαρακτηρισμός δε αυτών ως ορισμένου χρόνου   ή   ως  έργου   έγινε  προς  καταστρατήγηση  των   διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η εvάγουσα κατ'ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, να αναγνωριστεί δικαστικά, κυρίως μεν βάσει της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και επικουρικά βάσει των διατάξεων των άρθρων 5, 6 και 11 του ΠΔ/τος 164/2004, ότι συνδέεται με την εναγομένη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον προαναφερθέντα χρόνο (12.2.2002).Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη 16/2014 οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως προς την ανωτέρω ενάγουσα. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση και ζητά, για τους σ' αυτή διαλαμβανόμενους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς αυτήν. Οι λόγοι τούτοι της έφεσης είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν και από ουσιαστική άποψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι  συμβαλλόμενοι  με  τους όρους  της  συμφωνίας  τους, αποβλέπουν  στην παροχή  της εργασίας  που συμφωνήθηκε  και  στον μισθό,  ανεξάρτητα από τον  τρόπο  καθορισμού της προσβολής του, και ο εργαζόμεvσς υπόκειται στη νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως  έργου,  επί  της οποίας δεν έχουν εφαρμογή or διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 122/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 127/2015). Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν 01 συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.  Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου  γεγονότος  ή  του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότr τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση .αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον  οποίο  συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ• εξοχήν  έργο  της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Η δυνατότητα  του  ορθού  χαρακτηρισμού από  το  δικαστήριο  της  έννομης σχ  έ σης  ω  ς σύμβασl      έργου  ήεργασίας  ορισμέvου  ή αορίστου  χρόνου  δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 122/2016, ΑΠ 244/2015,  ΑΠ  6/2014, ΑΠ 79/2013). Εξάλλου, κατά τις διατάξε1ς του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.  α  και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεf  και αυθεντικώς ερμηνευθεί  (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και 'Άι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας  με ωρισμένην  χρονικήν  διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας τούτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως,        αλλ'    ετέθη    σκοπίμως    προς        καταστρατήγησιν    των    περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος   νόμου"   (παρ.  3). .        Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων  σε βάρος  των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται            αλλεπάλληλες    συμβάσεις    εργασίας    ορισμένης        χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δ1και ολογείται από  τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από  ειδικό λόγο    που        ανάγεται    ιδίως    στις    ιδιαίτερες        συνθήκες        λειτοuργϊας        της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ.16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα  νομικά  πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επrτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού δrκαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων  αναγκών,  με  τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία  των  επόμενων παραγράφων"  (παρ. 1). 'Ή διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό  χρόνο  δώδεκα  (12) μηνών.    Στις        περιπτώσεις    προσωρινής        πρόσληψης    προσωπικού        για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδ ιο άτομο. Παρότι ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδωυ άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1Οε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Σύμφωνα δε με την παρ. 1  του άρθρου 14 του fδιου ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΑΠ 104/2016 ΤΝΠ Νόμος), ενώ, με το άρθρο 1  παρ. 3 και 6 του ν. 2527/1997 "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα" οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στις οποίες ο οργανισμός τοπικής αυτοδικοίκησης κατέχει άμεσα ή έμμεσα "ιu• :;::/,ύ -.ουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, υπήχθησαν στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994  ως  προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση  ορισμένου  χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, καθώς και του τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ (βλ. και ΑΠ 531/2016 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ κα1 λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση, δε, μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδ1ωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση 1δ1ωτικού δικαίου. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της Ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας  κατά τις προσλήψεις  στο  Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του  Συντάγματος  παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και  στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα κω αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων  και  πέραν  των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεf να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. 01  απαγορεύσεις  της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους  με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103  του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή  επέβαλε  στον  κοινό  νομοθέτη  και στη διοίκησr. αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού  για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις π10 πάνω διατάξεις του  ν.  2190/1994 και 01 οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 κα1 8 τ ου  Συντάγματος,• τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο,  τους  οργαν1σμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα  του  ευρύτερου δημόσιου τόμέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δ1καίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση  εργασίας  ιδιωτικού  δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με  το  Δημόσιο,  τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων  του  άρθρου  103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2 001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω ιωι  αν καλύπω υν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκωρες ή απρόβλεππ ς αvάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτfμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρ1σμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικα σία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει  των  πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορfστου χρόνου. Συνεπώς, στις  συμβάσεις  αυτές  δεν  είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007). Αντίθετα, η τελευταία  αυτή  διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσ10, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν  από  την έναρξη της ισχύος των τροποπο1ημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο, διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της σύναψής τους ως  τέτοιων  (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβ ι τον χαρακτήρα  της  σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.ΑΠ 7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω, στις 1 0-7-1999  δημοσιεύτηκε  στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται όη στα κράτη­ μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα . Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται,  τις συνθήκες  υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη, ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003  και  19-7-2004  αντίστοιχα)  και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου  χρόνου  στον  δημόσιο  τομέα.  Το  άρθρο  5  του τελευτα ίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορfζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και  του ιδίου  εργαζόμενου  με  την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς  όρους  εργασίας,  εφόσον  μεταξύ  των συμβάσεων αυτών  μεσολαβεί  χρον1κό  διάστη μα  μικρότερο  των  τρ1ών μηνών. 2. Η κατάρηση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται  κατ•  εξαίρεση, εφόσον δικαιολογεfται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν 01 επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για τήν εξυπηρέτηση  ειδικών  ομοε1δών  αναγκών  που  σχετίζονται  ευθέως  και αμέσως με τη μορφή  ή το είδος  ή τη  δραστηριότητα  της επ1χείρηση  ς. 3...  4. Σε κάθε περίπτωση,  ο  αριθμός  των  διαδοχικών  συμβάσεων  δεν.επιτρέπεται να εfναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων τη ς παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση γ1α τη ν περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των  ως  άνω  κανόνων,  κατάρτισης δ1αδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους καJ η καταβολή  στον  εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε,  εφόσον  οι  άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης  με το ποσό "το οποιο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση   καταγγελίας   της   συμβάσεώς   του",   ενώ  θεσπίστηκε   ποινική και πειθαρχική ευθύνη για •την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως,  ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ΠΔ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1  του  άρθρου  5  του  παρόντος  διατάγματος,  οι οποίες έχουν συναφθεί πριν  την  έναρξη  ισχύος  του  παρόντος  και  είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου  χρόνου  εφόσον  συντρέχουν  αθροιστικά  οι   ακόλουθες προϋποθέσεις: α)Σuνολική χρονική  διάρκεια  διαδοχικών  συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος  του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων  ή  τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος,  με  συνολικό ελάχιστο  χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα  σε  συνολικό  χρονικό  διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α' ). "Για τη διαπίστωση     της συνδρομής  των  κατά την προηγούμενη  παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον 01κείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α' και β'). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3)  μηνών από τη διαβίβαση  σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και 01 συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξε κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών  πριν  την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρt,ρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 122/2016, ΑΠ 142/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 413/2016, ΑΠ 483/2016,  ΑΠ 531/2016,  ΑΠ  401/2015  δημ/νες  σε ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου,
στο άρθρο 3 περίτττ. δ' του προαναφερόμενου ΠΔ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση), αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οποιαδήποτε  άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 590/2011, Σ.τ.Ε. 2427/2010). Κατά την έννοια, τέλος, των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. δ' του Π.Δ. 164/2004, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη κα του ίδιου εργαζομένου με την ίδια  ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στην παρά γραφο 1 του ως
άvω άρθρου 11, δύνανται να θεμελιώσουv δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα  μικρότερο  των  τριών μηνών. Επομένως, ως αρχική τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, με βάση την οποία ελέγχεται, μεταξύ άλλων, και η συνδρομή των προϋποθέσεων της περιπτώσεως δ' της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, θεωρείται η πρώτη από τις αλληλοδιάδοχες  συμβάσεις,  μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, αφού μόνον με βάση τέτοιες συμβάσεις είναι δυνατή κατ' αρχάς, με τη  συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, η μετατροπή της σχέσης εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 280/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1324/201Ο, Σ.τ.Ε. 634/201Ο, ΣτΕ. 28/2008).
Στην περίπτωση που κρίνεται και σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 άνω Ν. 2112/1920, είναι νομικά αβάσιμη, αφού, αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα σ• αυτή, οι μεταξύ των ήδη αντιδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας  ορισμένου  χρόνου  n έργου,  στην  πραγματικότητα δε εργασίας καταρτίσθηκαν από τις 12-2-2002 και εφεξής, δηλαδή μετά τις 17-4-2001, αφότου, κατά τα προεκτεθέντα, άρχισε η ισχύς των  αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος  και  ειδικότερα  των παραγράφων 7 και 8 αυτού, με τις οποίες απαγορεύεται η κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920 μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν καταρτισθεί με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και  τα  λοιπά  νομικά  πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως η εναγομένη, ακόμα και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς που  ανήκουν  στον  ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις  αορίστου  χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες  και  διαρκείς  και  όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση της επίδικης σύμβασης κατ• ορθό νομικό χαρακτηρισμό  της  έννομης  σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως σύμβασης  αορίστου  χρόνου,  έστω  και αν καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού η εναγομένη βάσει  των  ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέο\Ι ευχέρεια. γισ τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή οι προκείμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου θα μπορούσαν να αναγνωριστούν, κατ• ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως ενιαία σύμβαση  αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Η διάταξη αυτή του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος  του ΠΔ/τος αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 122/2016, ΑΠ 142/2016 ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 64/2010). Νόμιμη, ωστόσο, κρίνεται η αγωγή κατά την επικουρική της βάση, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 και 11 ΠΔ/τος 164/2004, 648, 656 ΑΚ και 70 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να ερευνηθεί και από ουσιαστική άποψη.
Από  τα έγγραφα που με επίκληση  νόμιμα πρl?σκομίζουν  οι διάδικοι, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, δίχως κάποιο από αυτά να  παραλειφθεί  για  την  κατ'  ουσία  διάγνωση  της  διαφο. ράς,  μεταξύ  των οποίων περιλαμβάνονται και οι •πρυσκομιί,όμενες από την ενάγουσα αποφάσεις πολιτικών Δικαστηρίων, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1503/2009 ΔΕΕ 201Ο, 2020, ΑΠ 472/2004 Δίκη 2005,  368, ΑΠ  1286/2003   ΧρΙΔ   2004,  245,  ΑΠ  156/2000   ΑρχΝ   ΝΒ,  415, ΕφΠειρ
43/2006 ΠειρΝ 2006, 165) (μάρτυρες δεν εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 12-2-2002 ατομικής σύμβασης εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας Ειρήνης Γαροφάλλου και, τυπικά, του «Εμπορικού Πολιτιστικού Κέντρου του Αγίου Μάμαντος,>, ουσιαστικά όμως με την πρώην Αμιγή Δημοτική Επιχείρηση Νέων Μουδανιών «ΤΑ ΜΟΥΔΑΝIΑ>,, η πρώτη προσλήφθηκε από την επιχείρηση αυτή, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως διοικητική υπάλληλος γραφείου στο Μουσείο Αλιευτικών Σκαφών και Εργαλείων του πρώην Δήμου Νέων Μουδανιών κω ήδη Δήμου Νέας Προποντίδος. Η χρονική διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε διετής, αρχόμενη στις 12-2-2002 και λήγουσα στις 12-2-2004. Στις 5-9-2005 η ενάγουσα συνήψε με την άνω Δημοτική Επιχείρηση («Τα Μουδανιά») σύμβαση έργου , η δυνάμει και σε εκτέλεση της οποίας ανατέθηκε σ' αυτή «το έργο» της διοιιcητικής στήριξης του εν λόγω Μουσείου, καθώς και η πώληση των εισιτηρίων και η ξενάγηση των επισκεπτών, έναντι χρηματrκής αμοιβής 12.925,00 ευρώ. • Η δ1άρκεια της σύμβασης ορίστηκε για το χρον1κό διάστημα από τις 5-9-2005 μέχρι 31-5-2006 και ανανεώθηκε στη συνέχεια, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, με το ίδιο αντικείμενο και με διάρκεια από 1-9-2006 έως 31-5-2007, έναντι χρηματικής αμοιβής 11 .200,00 ευρώ, από 17-9-2007 έως 17-3-2008, έναντι χρηματικής αμοιβής 12.5 00,00 ευρώ, από 1-6-2008 έως 31-12-2008, έναvη χρηματικής αμο1βής 9.1 00 ,00 ευρώ, από 17-4-2009 έως 31-12-2009, έναντι χρηματικής αμοιβής 14.220,00 ευρώ. Τέλος, στ1ς 24 -12-2 009 η ενάγουσα συνήψε με τον Δήμο Μουδανιών σύμβαση έργου, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε από 24-12-2009 έως 23-12- 2010, αντί χρηματικής αμοιβής 16.000 ,00 ευρώ. Με την τελευταία αυτή σύμβαση η ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση του έργου της φύλαξης των εγκαταστάσεων των τριών βιολογικών σταθμών του Δήμου. Εν τω μεταξύ, με την υπ' αριθμ. 879/5-3-2009 απόφαση του Γ.Γ. της Π.Κ.Μ. (ΦΕΚ 644/Β/8- 4-2009), η Αμιγής Δημοτική Επιχείρηση Ν. Μουδαv1ών 'Τ Α ΜΟΥΔΑΝΙΑ'', μετατράπηκε, σύμφωνα με το άρθρο 269 του Νόμου 3463/2006 και τις πρ9βλέψεις του άρθρου 254 του ίδιου Νόμου, σε Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Μουδανιών (ΔΗ.Κ.ΕΜ), ενώ ακολούθως, με την 78/28.2.2011• απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Νέας Προποντίδας (ΦΕΚ Β 590/2011) αποφασίστηκε η συγχώνευση της Δημοτικής αυτής επιχείρησης (ΔΗ.ΚΕ.Μ.) με τη "Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Τρίγλιας", και τη "Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Καλλ1κρά τε1ας" (αμφότερες Κοινωνικές Επιχειρήσεις του δήμου Νέας Προποντίδας) κα1 η σύσταση ενιαίας Κοινωφελούς Δημοτικής επιχείρησης, της «Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου  Νέας  Προποντίδας»,  νυν  εναγομένης,  η  οποία  συνεπώς  νομίμως ενάγεται. Με την αγωγή της η ενάγουσα επ1κα λείται, όπως κα1 πιο πάνω αναφέρεται, αδιάλειπτες διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας με την εναγομένη, ως διάδοχο φορέα του αρχικού της εργοδότη, ήτοι της άνω Αμιγούς Δημοτικής Επιχείρησης «ΤΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ». Πλην όμως, ο 1σχυρισμός της αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς - κατ' αρχάς­ έγγραφες συμβάσεις της προσκομίζονται όσες ανωτέρω αναφέρονται. Ισχυρίζεται βεβαίως ότι, κατά τα μεσολαβήσαντα μεταξύ των διαδοχικών τούτων συμβάσεων ενδιάμεσα χρον1κά δ1αστήματα, απασχολείτο από την εναγομένη με απλή σχέση εργασίας με την ίδια ως άνω ειδικότητα, ήτοι ως διοικητική υπάλληλος γραφείου, με πλήρες ωράριο και σχέση πλήρους εργασιακής εξάpϊησης, υπό τις οδηγίες ϊω\' προϊσταμένων των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης και, συγκεκριμένα, από τις 13-2-2004 έως 4-9-2005, από 1-6- 2006 έως 31-8-2006, από 1-6-2007 έως 16-9-2007, από 18-3-2008 έως 31-5-2008 και από 1-1-2009 έως 16-4-2009. Τα επικαλούμενα, όμως, αυτά περιστατικά, και δη η απασχόλησή της με οποιαδήποτε μορφή εργασιακής σχέσης από τίς13-2-2004 έως 19-7-2004,_η οποία εν προκειμένω και μόνον ενδιαφέρει, δεδομένου ότι ενδεχόμενη απασχόλησή της μετά την έναρξη εφαρμογής του ΠΔ/τος 164/2004, ήτοι μετά τις 19-7-2004, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο -καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου άνω ΠΔ/τος, απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται εφεξής κατά παράβαση των  διατάξεων των άρθρων 5 και 6 αυτού- ουδόλως αποδείχθηκαν. Μάρτυρας δεν εξετάστηκε, ώστε να καταθέσει περί του θέματος αυτού, ούτε η ενάγουσα προσκομίζει οποιοδήποτε    έγγραφο    αποδεικτικό    του    περί    τούτου ισχυρισμού της στοιχείο, όπως αποδείξεις καταβολής των νομίμων αποδοχών της από την εναγομένη ή τυχόν παρουσιολόγιο, από το οποίο να αποδεικνύεται η επικαλούμενη από •13-2-2004 έως 19-7-2004 ή, έστω, έως και τρεις μήνες πριν την i 9-ϊ-Lull'-t  προσέλευση της στην εναγομένη , όπου διατείνεται ότι απασχολειτο με πλήρες μάλιστα ωράριο, όπως και οι λοιποί μόνιμοι υπάλληλοι της αντιδίκου της. τούτο δε καθόσον, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη που προηγείται, στις διατάξεις τqς παρ. 1 του άρθρου 11 του άνω ΠΔ/τος 164/2004 συμπεριλαμβάνονται και οι  συμβάσεις  οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του ΠΔ/τος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προσκομιζόμενη με  αριθ. πρωτ. 17376/23-12-2010 βεβαίωση του Δημάρχου Μουδανιών, καθώς  σ' αυτή βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στον Δήμο Μουδανιών, με πλήρες ωράριο όλες τις εργάσιμες ημέρες του χρόνου, την τετραετία  2007 έως 201Ο, που δεν ενδιαφέρει την κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, ανεξαρτήτως συνδρομής ή μη των τασσομένων από  τις  διατάξεις  του άρθρου 11 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και δ' ΠΔ/τος 164/2004 ουσιαστικών προϋποθέσεων, ήτοι του εάν οι παρεχόμενες υπηρεσίες της προς την εναγομένη συνιστούσαν σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασ ίας ορισμένου χρόνου με πλήρες ωράριο και όχι σύμβαση μίσθωσης έργου και του εάν κάλυπτε  με  την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες   της επιχείρησης ως υπάλληλος γραφείου και όχι έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες, ουδόλως συντρέχει εν προκειμένω η τυπική προϋπόθεση της παραγράφου 1 του ίδιου ανωτέρω άρθρου, ήτοι της ενεργούς σύμβασης εργασίας έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (19-7-2004) (ήτοι, έως  και  τρεις μήνες  πριν την 19-7-2004), καθόσον η αρχική σύμβαση εργασίας της είχε ήδη λήξει στις 12-2-2004 και η επομένη σύμβαση σuνάφθηκε στις 5-9-2005, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος. Δεν συντρέχουν, συνεπώς, εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος  διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 ΠΔ/τος 164/2004, ώστε η αγωγή κατά την επικουρική της βάση, την ερειδόμενη στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου αυτού (11 παρ. 1 περ. αΊ 2 εδ. αΊ βΊ 3  ΠΔ/τος  164/2004),  κρίνεται  αβάσιμη  στην ουσία της και πρέπει να απορριφθεί.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη κατά νόμο την αγωγή, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις της 1999ΠΟ/ΕΚ Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 5 καt 11 του ΠΔ/τος 164/2004 που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη ϊης παρούσας και την απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαση κr1 ό.ϊ1 v ψ ; 1, ι-'- 1Cι σκεπηκό ότι, ναι μεν η ενάγουσu  απασχολήθηκε  στην εναγομένη  δυνάμει συμβάσεως  εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το χρονικό διάστημα από 12-2-2002 έως 12-2-2004 (   και  κατόπιν,  από  1-6-2004  μέχρι  30-5-2006  (αλλά  και   μετέπειτα) δυνάμει/ συμβάσεως έργου, όμως δεν αποδείχθηκε ότι η σύμβαση  αυτή είχε στην (\ πραγματικότητα τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, κω δη αορίστου χρόνου, για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγομένης. Κρίνοντας έτσι και απορρίπτοντας σιγή ως αβάσιμη κατά νόμο την αγωγή κατά την επιχειρούμενη κύρια θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920 και ως αβάσιμη στην ουσία της την αγωγή κατά την επικουρική  της βάση (τη θεμελιούμενη  στις διατάξεις  του άνω  άρθρου 11 Δ/τος 164/2004) με τις αιτιολογίες που πιο πάνω αναφέρονται , ορθά κα•τ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε. Πρέπει μόνο να συμπληρωθούν και να αντικατασταθούν (κατά περίπτωση) οι αιτιολογίες αυτής (Κ.Πολ.Δ. 534). r•ι αυτό, και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα λόγοι της έφεσης, όπως αυτοί εκτιμούνται ορθά από το Δικαστήριο , με τον πρώτο   από  τους  οποίους  η  εκκαλούσα  παραπονείται        για εσφαλμένη ερμηνεία    και    εφαρμογή    των    διατάξεων    του    νόμου    που    πιο    πάνω αvαφέρονται, με τον δε δεύτερο παpαποvεfται για πλημμελή εκτίμηση και αξιολόγηση του προσαχθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και η υπό κρfση έφεση στο σύνολό της. Η εκκαλούσα πρέπει  να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των  δικαστικών  εξόδων της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό και υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 εδ.  α  Ν.  4194/2013 (Κώδικα Περί Δικηγόρων), σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Τέλος, ανεξαρτήτως της απόρριψης της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του καταβληθέντος παραβόλου, αφού αυτό έχει καταβληθεί χωρίς να υφίσταται υποχρέωσή της από  τον νόμο, όπως στην αρχή της παρούσας αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την Εφεση της εκ των εναγόντων ....κατά της με αριθ. 16/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς  Πρωτοδικείου  Χαλκιδικής; που δίκασε αντιμωλία  των διαδίκων κα'τά την ειδική  διαδικασία  των  άρθρων •663 επ. Κ.Πολ.Δ., επί  της με αριθ.κατάθεσης 1175/51/3.7 .2013
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΞΙ αυτή στην ουσία
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου της έφεσης, ποσού διακοσίων (200) ευρώ, που καταβλήθηκε με το με αριθ.4122/12-10-2015 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ν. Μουδανιών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του παρόντος    Δικαστηρίου,    σε    έκτακτη    δημόσια    συνεδρiασή    του    στη Θεσσαλονίκη,   στις   31   Μαρτίου  2017   αποντω.ν  τωϊι•διαδiκων   και   των
πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με παρούσα τη Γραμματέα.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια