Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

Αριθμός απόφασης 690/2018 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ Θ' ΤΡΙΜΕΛΕΣ - ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΒΟΗΘΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΚΑ - Επειδή, ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/1971 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ L 149, σελ.2) περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005 (ΕΕ L 117 σελ.1), στο άρθρο 45 ορίζει ότι:

Αριθμός απόφασης 690/2018
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ       
ΤΜΗΜΑ Θ' ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις  16  Ιουνίου  2017  με δικαστές τις: Κωνσταντίνα Παπάζογλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Αικατερίνη - Ελένη Βάντση, Πρωτοδίκη Δ.Δ., Χριστίνα Αποστολίδου, Πρωτοδίκη  Δ.Δ.  - Εισηγήτρια, και γραμματέα την Αμαλία Σκιά, δικαστική υπάλληλο, για   ..
     να δικάσει την προσφυγή με αριθμό και χρονολογία κατάθεσης 3903/4.7.2014, της   ....., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός Βασιλίσσης Όλγας, αρ.231 Α), η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία <<'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Ι.Κ.Α.­ Ε.Τ.Α.Μ.) και ήδη «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικού  διαδόχου   του  πρώτου  [51  παρ.  1,  53  παρ.  1 στοιχ.   Α  70  παρ.  9   του ν. 4387/2016 (Α' 85)], που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αρ. 12) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατ11ριο, αλλά λογίζεται ότι παραστάθηκε μετά την υποβολή της από 7.6.2017 δ11λωσης παράστασης, σύμφωνα με το άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Στέλιου Λεμονίδη.
Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1.            Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2870149 και 5771152/2014, σειράς Α' , ειδικά έντυπα παραβόλου Δημοσίου), η προσφεύγουσα επιδιώκει, παραδεκτώς, την ακύρωση της 37 Συνεδρίαση: 3/26.3.2014 απόφασης της Α' Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.)                του Περιφερειακού Τποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Ν Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ένστασή της κατά της 3839/29.2.2012 απόφασης του Διευθυντή του ως ό.νω Υποκαταστήματος. Με την τελευταία αυτή απόφαση, πλην των άλλων, χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα, εκτός από το πραγματικό ποσό σύνταξης, συμπληρωματική παροχή, κατ' άρθρο 50 Καν. 1408/1971, από 2.5.2011 έως 31.1.2013 και καθορίσθηκε το καταβλητέο κατά μήνα ποσό σύνταξης, από 2.5.2011, σε 288,00 ευρώ, με κράτηση για ασφάλεια ασθενείας 4%.
2.            Επειδή, ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/1971 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 (ΕΕ L 149, σελ.2) περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005 (ΕΕ L 117 σελ.1), στο άρθρο 45 ορίζει ότι: «1. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει... », στο άρθρο 46 ότι : « 1. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα Κράτη μέλη, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος και της οποίας πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την γένεση του δικαιώματος παροχών, χωρίς να χρειάζεται να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 45, προσδιορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν, το ποσό της παροχής που αντιστοιχεί στην συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπ' όψη δυνάμει της νομοθεσίας αυτής. Ο φορέας αυτός προβαίνει επίσης στον υπολογισμό του ποσού της παροχής που θα εχορηγείτο κατ' εφαρμογή των κανόνων της παραγράφου 2 περιπτώσεις α) και β). Μόνο το μεγαλύτερο από τα δύο αυτά ποσά λαμβάνεται υπ' όψη. 2. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα Κράτη μέλη, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος, εφαρμόζει τους ακόλουθους κανόνες, εφ' όσον οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την γένεση του δικαιώματος παροχών δεν πληρούνται, παρά μόνον αν ληφθούν υπ' όψη οι διατάξεις του άρθρου 45: α) ο φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής, την οποία θα ηδύνατο να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν υπό τις νομοθεσίες των Κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί, είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω Κράτος και υπό την νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν κατά την ημερομηνία εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτήν, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση- β) ο φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στην προηγούμενη περίπτωση, κατ' αναλογία προς την διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό την νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς την συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των σχετικών Κρατών μελών- γ) ... δ) ... 3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α). Εφ' όσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας ο οποίος εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1. 4. ... »,στο άρθρο 49 ότι: «1. Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει, σε δεδομένη στιγμή, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 45 ή/και το άρθρο 40 παράγραφος 3, τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την πληρωμή των παροχών από όλ.ες τις νομοθεσί.ες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί, αλλά πληροί μόνον τις προϋποθέσεις μιας ή περισσοτέρων από αυτές, ισχύουν τα ακόλουθα: α) καθένας από τους αρμόδιους φορείς, κατά τη νομοθεσία του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις, υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής σύμφωνα με  το  άρθρο  46 εκτός εάν ο συνυπολογισμός των  εν λόγω  περιόδων  επιτρέπει  τον  καθορισμό   υψηλότερου  ποσού  παροχών   β)   ωστόσο:...    εάν ο  ενδιαφερόμενος  πληροί τις προϋποθέσεις μιας και μόνον νομοθεσίας, χωρίς να χρειασθεί να συνυπολογισθούν οι περίοδοι  ασφαλίσεως  ή διαμονής που πραγματοποιήθηκαν υπό        
 
νομοθεσίες των οποίων οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται, το ποσό της οφειλόμενης παροχής υπολογίζεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας της οποίας πληρούνται οι προϋποθέσεις και λαμβανομένων υπόψη μόνον των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό την εν λόγω νομοθεσία, εκτός εάν ο συνυπολογισμός των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό άλλες νομοθεσίες των οποίων δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτρέπει τον καθορισμό υψηλότερου ποσού παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ' αναλογία όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ζητήσει ρητά την αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 δεύτερη φράση... », στο άρθρο 50 ότι: «Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόσθηκε το παρόν κεφάλαιο, δεν δύναται, στο κράτος στου οποίου το έδαφος κατοικεί και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να εισπράξει ποσό παροχών μικρότερο από την ελάχιστη παροχή που ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων που ελήφθησαν υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού του καταβάλλει, ενδεχομένως, καθόλη τη διάρκεια της κατοικίας του στο έδαφος του κράτους αυτού, συμπλήρωμα ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου και του ποσού της ελάχιστης παροχής». Περαιτέρω, ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/1972 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972 (ΕΕ L 047 σελ.1), περί του τρόπου εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971, όπως κωδικοποιήθηκε και τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005, στο άρθρο 36 ορίζει ότι: « 1. Για να λάβει παροχές δυνάμει των άρθρων 40 έως 51, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 35 του κανονισμού εφαρμογ11ς, ο αιτών υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στο φορέα του τόπου κατοικίας σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.
4. Μια αίτηση παροχών που υποβλήθηκε στο φορέα ενός κράτους μέλους επιφέρει αυτόματα την ταυτόχρονη  εκκαθάριση των παροχών δυνάμει των νομοθεσιών όλων των κρατών μελών τις προϋποθέσεις των οπαίων πληροί ο αιτών εκτός αν, σύμφωνα με   το άρθρο  44 παράγραφος  2  του κανονισμού,  ο αιτών  επιθυμεί  να ανασταλεί η εκκαθάριση των παροχών γήρατος που δικαιούται  δυνάμει  της  νομοθεσίας  ενός  ή περισσοτέρων κρατών μελών», στο άρθρο 37 ότι: « Η υποβολή των αιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 του κανονισμού εφαρμογής υπόκειται στους ακόλουθους κανόνες: α) η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα και πρέπει να συντάσσεται στο έντυπο που προβλέπεται από την νομοθεσία:
i) του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο αιτών, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1... δ) αν, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο αιτών επιθυμεί την αναστολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος, που θα ελάμβανε κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών οφείλει να προσδιορίσει επακριβώς βάσει ποιας νομοθεσίας ζητεί παροχές». Επίσης, στον Κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166), ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Μαίου 2010, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 52: «1. Ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής: α) σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, μόνο όταν οι όροι που απαιτούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε παροχές, πληρούνται αποκλειστικά δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας (αυτοτελής παροχ11), β) με τον υπολογισμό ενός θεωρητικού ποσού και, εν συνεχεία, ενός πραγματικού ποσού (αναλογική παροχή), ως εξής: (i) το θεωρητικό ποσό της παροχής ισούται προς την παροχή την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή/και κατοικίας οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί δυνάμει των νομοθεσιών των άλλων κρατών μελών είχαν πραγματοποιηθεί δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας, κατά την ημερομηνία εκκαθάρισης της παροχής- εάν, δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί, το ποσό αυτό εκλαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό, (ii) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της αναλογικής παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού κατ' αναλογίαν  της διάρκειας  των περιόδων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας σε σχέση προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την επέλευση του κινδύνου δυνάμει των νομοθεσιών όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών. 2. Εφόσον είναι αναγκαίο, ο αρμόδιος φορέας εφαρμόζει επί του ποσού το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τα στοιχεία α)  και β) της παραγράφου 1, το σύνολο των κανόνων μείωσης, αναστολής ή κατάργησης οι οποίοι προβλέπονται από την νομοθεσία, που αυτός εφαρμόζει, εντός των ορίων τα οποία ορίζουν τα άρθρα 53 έως 55. 3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να λάβει από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο από τα ποσά που υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1. 4. Όταν ο υπολογισμός σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο α) σε ένα κράτος μέλος,  συνεπάγεται πάντοτε αυτοτελή παροχή ίση ή υψηλότερη της αναλογικής παροχής, η οποία υπολογίζεται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, στοιχείο β), ο αρμόδιος φορέας μπορεί να μην εφαρμόζει τον αναλογικό υπολογισμό, υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό εφαρμογής. Οι καταστάσεις αυτές ορίζονται στο Παράρτημα VΙΙΙ.». Άρθρο 58: «1. Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόζεται το παρόν Κεφάλαιο, δεν θα μπορούσε στο κράτος μέλος κατοικίας, και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να λάβει παροχή  μικρότερη από την ελάχιστη παροχή η οποία ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφάλισης ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο. 2. Ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους καταβάλλει στον ενδιαφερόμενο, καθ' όλο το διάστημα κατά το οποίο κατοικεί στο έδαφός του, συμπληρωματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των παροχών οι οποίες οφείλονται σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και του ποσού της ελάχιστης παροχής.» Άρθρο 59: «1. Εάν η μέθοδος καθορισμού των παροχών ή οι κανόνες για τον υπολογισμό των παροχών τροποποιηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους ή εάν η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου υποστεί σημαντική αλλαγή, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, μπορεί να οδηγήσει σε αναπροσαρμογή του ποσού της παροχής, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 52. Ωστόσο, εάν . .. τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών κατά ... εφ'άπαξ ποσό, το εν λόγω . .. ποσό εφαρμόζεται απευθείας στις παροχές οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 52, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός».
Επειδή,   εξάλλου,   με   το   αρ.   34   παρ.   1   του   ν.   3996/2011   (Α'    170) αντικαταστάθηκε το άρθρο 20 του ν. 2434/1996 (Α' 188), ορίζοντας μεταξύ άλλων ότι: «11. Ελάχιστη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 58 του Κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 είναι το ποσό της βασικής σύνταξης του άρθρου 2 του ν. 3863/2010, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης κρίνονται με τις ανωτέρω διατάξεις». Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 438712016 (Α' 85), οριζόταν ότι: «Από 1.1.2015 και εφεξής καθιερώνεται βασική σύνταξη. Το ύψος της βασικής σύνταξης, για το έτος 201Ο, καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εξήντα (360,00) ευρώ μηνιαίως, για 12 μήνες και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του νόμου αυτού».
4.            Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση ασφαλισμένου πολίτη κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος έχει πραγματοποιήσει περιόδους ασφάλισης σε περισσότερα κράτη - μέλη χωρίς να συμπληρώνει προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης αυτοτελώς σε ένα από αυτά, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία καθενός, ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του κράτους - μέλους της κατοικίας του προσμετρά στον χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σε συνταξιοδοτική παροχή, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, όλες τις ασφαλιστικές περιόδους που διανύθηκαν σε όλα τα κράτη - μέλη. Ακολούθως, υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της σύνταξης που αντιστοιχεί στον χρόνο αυτό και, στη συνέχεια, υπολογίζει το πραγματικό ποσό της τελικώς καταβλητέας σύνταξης που του αναλογεί, πολλαπλασιάζοντας το ανωτέρω θεωρητικό ποσό με το κλάσμα των ημερών εργασίας που διανύθηκε στην ασφάλισή του διά του συνολικού αριθμού των ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα κράτη - μέλη. Ωστόσο, η καταβλητέα σύνταξη δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την ελάχιστη, όπως ορίζεται κάθε φορά από την εθνική νομοθεσία του αρμόδιου φορέα, και η τυχόν διαφορά μεταξύ του, κατά τα ανωτέρω, πραγματικού ποσού και της ελάχιστης σύνταξης χορηγείται στον συνταξιούχο ως συμπληρωματικό ποσό. Η λειτουργία που επιτελεί η τελευταία αυτή παροχή συνίσταται στη χορήγηση ενός συμπληρωματικού εισοδήματος στους δικαιούχους ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, προς εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου μέσων βιοπορισμού στα άτομα αυτά των οποίων το σύνολο των εισοδημάτων  υπολείπεται  ενός  ορίου που  καθορίζει  ο  νόμος. Η παροχή αυτή έχει τον χαρακτήρα κοινωνικής αρωγής, που δικαιολογείται για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους βάσει ρυθμίσεων προβλεπουσών αντικειμενικά κριτήρια (πρβλ. επ' αυτού τις αποφάσεις του ΔΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 1997, C-20/96, Kelvin Albel't Snaies κατά Adjudication OfficeI, σκέψεις 33, 42 και 43•  της  11ης Ιουνίου 1998, C-297/96, Vel'a Α. Paι-tι-idge κατά Adjudication OfficeI, σκέψη 34, και της 31ης ΜαίΌυ 2001, C-43/99, Ghislain Lecleι-e και Alina Deaconescιι κατά Caisse nationale des piestations familiales, σκέψη 32), ενώ το καθοριζόμενο από  τον  νόμο ύψος της λαμβάνει υπόψη το βιοτικό επίπεδο στη χώρα, όπου  χορηγείται.  Ως  εκ τούτου, θα εκτρεπόταν του σκοπού της αν έπρεπε να χορηγείται εκτός του κράτους κατοικίας (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της 29ης Απριλίου 2004, C-160/02, Fiiedl'ich Skalka κατά Sozialveisiche1-ungsanstalt del' gewe1•blichen Wiιischaft, σκέψεις 24 και 25). Εξάλλου, σε περίπτωση νομοθετικής  τροποποίησης  των  συνταξιοδοτικών  παροχών του κράτους - μέλους κατά εφάπαξ ποσό, το ποσό αυτό εφαρμόζεται απευθείας στην καταβλητέα κατά τα ανωτέρω σύνταξη.
5.            Επειδή, τέλος, κατά το άρθρο 16 του π.δ.106/2007 (ΒΊ35) « Έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη της Ένωσης» (Άρθρο 19 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, «Αφού εξακριβωθεί η διάρκεια παραμονής των πολιτών της Ένωσης που είναι δικαιούχοι μόνιμης διαμονής, με την προσκόμιση της βεβαίωσης εγγραφής, οι αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους χορηγούν, κατόπιν αιτήσεως τους που υποβάλλεται αυτοπροσώπως, έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή τους». Επιπροσθέτως, στο άρθρο 11 του Κανονισμού 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 , για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, υπό τον τίτλο «Στοιχεία για τον προσδιορισμό της κατοικίας», διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «1. Σε περίπτωση διάστασης απόψεων μεταξύ των φορέων δύο ή περισσότερων κρατών μελών σχετικά με τον προσδιορισμό της κατοικίας ενός προσώπου για το οποίο εφαρμόζεται ο βασικός κανονισμός, οι φορείς αυτοί προσδιορίζουν με κοινή συμφωνία το κέντρο των συμφερόντων του εν λόγω προσώπου, βάσει συνολικής αξιολόγησης όλων των διαθέσιμων πληροφοριών που αφορούν συναφή στοιχεία, στα οποία μπορούν να περιλαμβάνονται  ανάλογα  με  την  περίπτωση:  α) η  διάρκεια  καθώς και η συνεχής παρουσία στην επικράτεια των σχετικών κρατών μελών β) η κατάσταση ενός προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται: i) η φύση και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ασκούμενης δραστηριότητας, και ιδίως ο τόπος όπου ασκείται συνήθως η δραστηριότητα, η σταθερότητα της δραστηριότητας, και η διάρκεια της τυχόν σύμβασης εργασίας, ii) η οικογενειακή κατάσταση και οι οικογενειακοί δεσμοί του, iii) η άσκηση τυχόν μη αμειβομένων δραστηριοτήτων, iv) στην περίπτωση σπουδαστών, η πηγή των εισοδημάτων τους, ν) οι συνθήκες στέγασης του, και ειδικότερα ο βαθμός μονιμότητάς τους, vi) το κράτος μέλος όπου θεωρείται ότι βρίσκεται η φορολογική κατοικία του προσώπου. 2. Εάν η εφαρμογή των διαφόρων κριτηρίων βάσει συναφών στοιχείων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπει στους σχετικούς φορείς να καταλήξουν σε συμφωνία, η βούληση του προσώπου, όπως προκύπτει από αυτά τα στοιχεία και τις περιστάσεις, και ιδίως οι λόγοι που το οδi1γησαν στην απόφαση να μετακινηθεί, θεωρούνται καθοριστικά για τον προσδιορισμό του πραγματικού κράτους μέλους κατοικίας του». Εξάλλου, στο άρθρο 51 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ) ορίζεται ότι: «Το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του. ....», στο δε άρθρο 52 αυτού ότι: «Η κατοικία διατηρείται ωσότου αποκτηθεί νέα». Κατά την έννοια τι1ς προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 51 του ΑΚ, κατοικία είναι ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει την κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, ο τόπος δηλαδή που έχει καταστεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων. Για την ύπαρξη κατοικίας δεν απαιτείται μόνον η πραγματική εγκατάσταση σε ορισμένο τόπο, αλλά πρέπει να προκύπτει ότι η εγκατάσταση αυτή γίνεται με σκοπό μονιμότητας. Η θέληση της συστάσεως κατοικίας ή μεταβολής αυτής προκύπτει προ πάντων από τη δήλωση στα οικεία Δημαρχεία, ελλείψει δε αυτής, δύναται να προκύπτει εξ οιουδήποτε σαφούς και αναμφισβήτητου γεγονότος από το οποίο να προκύπτει η πρόθεση της σε συγκεκριμένο τόπο κυρίας και μονίμου εγκαταστάσεως (πρβλ. ΣτΕ 1445/2016, 3973/2005, 3870/2002). Ειδικότερα, από την δήλωση στα οικεία Δημαρχεία προκύπτει τεκμήριο περί της φυσικής παρουσίας του ενδιαφερομένου στο εξωτερικό.
Επειδή, περαιτέρω, ο α.ν.1846/1951(Α' 179) στο άρθρο 28, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 παρ.1  του  ν.1902/1990  (Α'  138), ορίζει ότι:  «1.α) Ο ασφαλισμένος              στο Ίδρυμα δικαιούται  σύνταξη λόγω γήρατος, εάν κατά την υποβολή  της αιτήσεως  έχει συμπληρώσει το 65ό έτος της ηλικίας  του  ή  η  ασφαλισμένη  το  60ό  και πραγματοποίησε τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) τουλάχιστον ημέρες εργασίας. Το ως άνω όριο ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικά σε τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες εργασίας, με την προσθήκη στις τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) ανά εκατόν πενήντα (150) ημερών κατά μέσο όρο για καθένα επόμενο ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από της 1ης Ιανουαρίου 1992... ». Και στο άρθρο 29 παρ.5, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν.δ. 4476/1965 ( Α' 103), ότι: «Η καταβολή των συντάξεων και του επιδόματος αναπροσαρμογ11ς άρχεται από της ημέρας καθ' ήν υπεβλήθη υπό του ασφαλισμένου η αίτησις περί απονομ11ς της συντάξεως....». Επιπλέον, ο Κανονισμός Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας και Διαδικασίας Απονομής Παροχών Ι.Κ.Α. (57440 της 13.1/7.2.1938 απόφαση Υφυπουργού Εργασίας- Β' 33) στο άρθρο 10 παρ. 1 ορίζει ότι: «Προς άσκησιν παντός δικαιώματος εκ της ασφαλίσεως κατά της αναπηρίας, γήρατος και θανάτου, δέον να υποβληθεί υπό του αιτούντος εις την υπηρεσίαν του Ιδρύματος αίτησις, ήτις δέον να συντάσσεται και υπό της υπηρεσίας, εφ' όσον ζητεί τούτο ο ενδιαφερόμενος». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 29 παρ.5 του α.ν.1846/1951 και 10 παρ.1 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας και Διαδικασίας Απονομής Παροχών Ι.Κ.Α. συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι για την απονομή σύνταξης από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., συμπλήρωμα της οποίας αποτελεί η επίδικη παροχή, απαιτείται, κατ' αρχήν, η υποβολή από τον ασφαλισμένο 11 άλλο δικαιούχο αίτησης, η οποία αποτελεί και την αφετηρία για την έναρξη της διαδικασίας διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση (πρβλ. ΣτΕ 1535/2011, 3598/2008, 3702/2006). Η καταβολή της σύνταξης λόγω γήρατος αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία υποβλήθηκε από τον ασφαλισμένο η αίτηση αυτή, υπό τον όρο ότι είχαν ήδη λάβει χώρα όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το δικαίωμα. Αντιθέτως, σε περίπτωση κατά την οποία προϋπόθεση απονομής της σύνταξης συνέτρεξε μετά την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση, η καταβολή της αρχίζει όχι από την ημέρα υποβολής της αίτησης αλλά από την ημέρα που πληρώθηκε και η προϋπόθεση αυτή ( πρβλ. ΣτΕ 2900/2008, 2157/2006, 232/2005, 137/2002, 5292/1995), απόκειται ,δε, στον ενδιαφερόμενο να επικαλεστεί, και να αποδείξει τα περιστατικά που ανάγονται στην προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση και εκ των οποίων αποδεικνύεται η συνδρομή των.
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας οκύπτουν τα ακόλουθα:
Η προσφεύγουσα, με βουλγάρικη υπηκοότητα, γεννηθείσα το  έτος 1948, πραγματοποίησε συνολικά 6221 ημέρες ασφάλισης, εκ των οποίων στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. 942 ημέρες εργασίας, χρονικής περιόδου 16.5.2002 μέχρι 31.10.2007, ως οικιακή βοηθός, και στην ασφάλιση του βουλγαρικού ασφαλιστικού φορέα 5279 ημέρες ασφάλισης, χρονικής περιόδου από 1.12.1965 έως 1.4.1989 (σχετικό το Ε205 BG με στοιχεία 480 115 1590/1.8.2008 ). Με την 31643/20.3.2008 αίτησή της, στην οποία αναφέρει ως διεύθυνση κατοικίας της διαμέρισμα επί της οδού Βασ. Όλγας, αρ.231Α, στη Θεσσαλονίκη, ζήτησε να της χορηγηθεί πλήρης σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις των Κοινοτικών Κανονισμών 1408/1971 και 574/1972. Δοθέντος ότι ο Βουλγάρικος ασφαλιστικός φορέας με την υπό στοιχεία 4801154590/1.8.2008 απόφασή του απέρριψε σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας περί συνταξιοδότησής της ελλείψει χρονικών προϋποθέσεων, με την 1856/27.1.2011 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, χορηγήθηκε σε αυτήν πλήρης σύνταξη γήρατος με εφαρμογή των διατάξεων της Ε.Ε. από 20.3.2008, με συνολικό χρόνο ασφάλισης 6221 ημερών ασφάλισης (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. : 942 + ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ:5279 ) βάσει της 5ης ασφαλιστικής κλάσης, το ποσό της οποίας καθορίσθηκε στο πραγματικό ποσό των 60,97 ευρώ μηνιαίως από την ως άνω ημερομηνία, καθόσον η προσφεύγουσα δεν θεμελίωνε αυτοτελές δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος έναντι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., και ύστερα από μείωση κατά ποσοστό 20% , καθόσον ο χρόνος ασφάλισης στο σύνολό του πραγματοποιήθηκε βάσει του άρθρου 26 ν. 2639/98 και σε συνδυασμό με το άρθρο 48 παρ. 1 του προαναφερθέντος Κανονισμού 1408/1971. Με την 19900/14.2.2011 αίτηση η προσφεύγουσα ζήτησε να της χορηγηθεί και συμπληρωματική παροχή, κατ' άρθρο 58 Καν. 883/2004. Προς τούτο προσκόμισε  μαζί  με  την αίτηση αυτή, με άλλες  αιτήσεις  και έγγραφα,   αλλά   και κατόπιν της σχετικής 44304/6.4.2011 πρόσκλησης της αρμόδιας υπηρεσίας του  καθ' ου Ιδρύματος, τα παρακάτω δικαιολογητικά: C) λογαριασμούς της ΔΕΗ για το διαμέρισμα  επί της οδού  Βασ.  Όλγας, αρ.231Α, στη  Θεσσαλονίκη,  στο  όνομα  της ιδιοκτήτριας,  για  τα  έτη  2008-201Ο,  και  όμοιους  λογαριασμούς   στο όνομα  της  προσφεύγουσας  για  το  έτος  2011, @αποδείξεις  παραλαβής  από  την  ίδια  των κοινοχρήστων  για  τα έτη 2008-20100,            το 4000/10/5872/14.5.2008 έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Ελληνικής Αστυνομίας(Ι ) το 001635/14.12.2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και μελών της οικογένειας του αρμόδιου υπαλλήλου του Δ.Δ. Ζάπαντεν Δήμου Φιλιππούπολης, στο οποίο αναγράφεται ως «τωρινή διεύθυνση κατοικίας/νομός, οικισμός, δήμος/: Φιλιππούπολης, Φιλιππούπολης, Λεωφ. Πέστερσκο σοσέ αριθ.: 143, 1°ς όρ., διαμέρισμα 002»Q μισθωτήριο συμφωνητικό κύριας κατοικίας στην ως άνω διεύθυνση για τις χρονικές περιόδους 1.3.2008 - 1.3.2010 και 1.4.2010-1.3.2013, επ' ονόματί της, τα οποία κατατέθηκαν στη φορολογική αρχή το 2011, και υπεύθυνη δήλωση της ιδιοκτήτριας για ενοικίαση του διαμερίσματος  αυτού από 1.3.2008 έως 1.3.2013@, αποδείξεις κινητής τηλεφωνίας για  τα  έτη  2009-2010,  ομοίως,  στο  όνομά  τη½"l την  από  9.4.2002  βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και την από 7.2.2011 βεβαίωση Α.Μ.Κ.Α@ την από 2.5.2011 υπεύθυνη δήλωση της ίδιας, στην οποία δηλώνει τη διεύθυνση της μόνιμης κατοικίας της στην Ελλάδα και ότι στις 2.5.2011 έκανε αίτηση για υπογραφή συμβολαίου με την ΔΕΗ στο όνομα της λόγω του μισθωτήριου συμβολάιου αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007), με αναγραφείσα την ως άνω διεύθυνση και δηλωθέντα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες, ύψους 5.820,31 ευρώ και την από 14.2.2011 υπεύθυνη δ11λωσή της για τη μη υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης για τα έτη 2009 και 201Ο, και 1Ο. την άδεια παραμονής της από 18.6.1996 έως 17.6.1997 και το 355673468 διαβατήριο της με ισχύ από 12.3.2007 έως 12.3.2012. Εν συνεχεία, με την 3838/29.2.2012 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, τροποποιήθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 1856/27.1.2011 όμοια απόφαση ως προς το καταβλητέο ποσό της σύνταξης από τις 20.3.2008 και μετά, καθώς έγινε επανυπολογισμός του ποσού της σύνταξης βάσει των οδηγιών της 41/2011 Εγκυκλίου του καθ' ου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ήτοι η προσαύξηση του κατωτάτου ορίου για τις πλέον των 4500 ημερών ασφάλισης υπολογίστηκε μόνο με τον ελληνικό χρόνο ασφάλισης. Επίσης, εκδόθηκε η 3839/29.2.2012 απόφαση του ως άνω Διευθυντή, με την οποία: α. χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα εκτός από το πραγματικό   ποσό   και   συμπληρωματική   παροχή   από   2.5.2011  έως   31.1.2013  ημερομηνία  πιθανής  έναρξης  της  βουλγαρικής  σύνταξης),   β.  καθορίσθηκε  το καταβλητέο κατά μήνα ποσό σύνταξης, από 2.5.2011, σε 288,00 ευρώ με κράτηση για ασφάλεια ασθενείας 4%, γ. παραγγέλθηκε ο συμψηφισμός κάθε ποσού σύνταξης καταβληθέντος από την ως άνω ημερομηνία και μετά, δ. ορίστηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας να καθορίζονται βάσει της εγκυκλίου 93/2011 της Διοίκησης Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από 2.5.2011 και μετά, υπό την προϋπόθεση η προσφεύγουσα να είναι μόνιμη κάτοικος Ελλάδος και να μην συνταξιοδοτείται από κανένα άλλο ταμείο κύριας ασφάλισης από την Ελλάδα συμψηφιζομένου κάθε ποσού καταβληθέντος από 2.5.2011 και μετά, και ε. τέθηκε επιφύλαξη για την αναθεώρηση της τελευταίας απόφασης, ως προς το καταβλητέο ποσό σύνταξης και τον καταλογισμό των επιπλέον ληφθέντων ποσών σύνταξης, σε περίπτωση που χορηγηθεί στη συνταξιούχο έτερη σύνταξη για το χρονικό διάστημα από 2.5.2011 έως 31.1.2013 ή αλλάξει χώρα μονίμου διαμονής. Κατά της απόφασης αυτής η προσφεύγουσα υπέβαλε την 65696/18.5.2012 ένσταση στην οικεία Τ.Δ.Ε. του ως άνω Υποκαταστήματος του καθ' ου επιδιώκοντας την έναρξη της επίδικης συμπληρωματιιd1ς παροχής από τις 20.3.2008, ήτοι από την ημερομηνία υποβολ1Ίς της αρχικής αίτησής της για συνταξιοδότηση από το καθ' ου, και την αναθεώρηση της ως άνω απόφασης του Διευθυντή ως προς το ποσό της παροχής αυτής στο ποσό των 486 ευρώ. Ενώπιον της Επιτροπής αυτής η προσφεύγουσα παρέστη μετά της δικηγόρου της, Αναστασίας Δαρνάκα και ισχυρίσθηκε ότι, δεδομένου ότι το έτος 2007 η Βουλγαρία έγινε μέλος  της Ε.Ε., την επόμενη χρονιά υπέβαλε η ίδια αίτηση στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., για να  της χορηγηθεί σύνταξη γήρατος, δεν της ζητήθηκαν, όμως, δικαιολογητικά για τη συμπληρωματική παροχή που αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος σύνταξης, η παράλειψη δε αυτή, κατά τους ισχυρισμούς της, ήταν εσκεμμένη. Επίσης, υποστήριξε ότι η επίδικη παροχή έπρεπε να της χορηγηθεί από τότε που υπέβαλε την αίτηση για την συνταξιοδότηση της και το ποσό να έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τον τότε τρόπο υπολογισμού. Εξάλλου, κατά τους ισχυρισμούς της, τα απαιτούμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά μπορεί μεν να είναι περιοριστικά, ωστόσο στο τέλος αναφέρει ότι εκείνο που πρέπει να προκύπτει είναι η μόνιμη εγκατάσταση. Ακολούθως, εξιστορεί ότι   ήλθε  στην  Ελλάδα  το έτος  1992  και από τότε ζει μόνιμα  στη χώρα,  όπου οι τέσσερις κόρες της σπούδασαν, την συντηρεί, δε, οικονομικά η μικρότερη κόρη της που είναι 35 ετών, ανύπανδρη, εργάζεται και συγκατοικούν, ενώ η κόρη της, που διαμένει στη Δανία, της στέλνει χρήματα. Ως εκ τούτου, κατά τους ισχυρισμούς της, υπάρχουν πολλά στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότ.ι-έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα από το 1998 μέχpι και σήμερα (μισθωτήριο κατοικίας , επ' ονόματί της από το 2008, για το οποίο πλήρωσε πρόστιμο για την εκπρόθεσμη υποβολή του στην εφορία το έτος 2011, αποδείξεις καταβολί1ς ενοικίου, φορολογικές δηλώσεις από το έτος 2000 και μετά, εκτός από τα έτη 2009 και 2010, διότι τις χρονιές αυτές δεν είχε εισόδημα, ένσημα μέχρι και το έτος 2007, αποδείξεις πληρωμής λογαριασμών τηλεφώνου στο όνομα της από το έτος 2008 έως το έτος 2010, σύνδεση της ΔΕΗ στο όνομά της από το 2011, πληρωμές φυσικού αερίου, αποδείξεις είσπραξης κοινοχρήστων χρονικής περιόδου 2008-2011, αποδείξεις φαρμακείων κ.λ.π.). Ως προς την έναρξη χορήγησης της συμπληρωματικής παροχής η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε τις διατάξεις του άρθρου 50 του Καν. 1408/71, και ανέφερε τις προϋποθέσεις χορήγησης της επίδικης παροχ11ς επισημαίνοντας ότι δεν απαιτείται ξεχωριστή αίτηση για την χορήγηση αυτή, αλλά αρκεί η αίτηση για χορήγηση σύνταξης, διότι το έτος 2008 το ΙΚΑ εξέταζε αυτεπαγγέλτως την ανάγκη ή μη συμπλήρωσης του ποσού της σύνταξης με συμπληρωματική παροχή, οι παράνομες, δε, πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της Διοίκησης δεν μπορεί να αποβαίνουν σε βάρος των ασφαλισμένων. Επιπροσθέτως, επισήμανε ότι είναι άκρως προσβλητικός ο ισχυρισμός του καθ' ου, που ενήργησε με δόλο, ότι «δημιούργησε» τις προϋποθέσεις για συμπληρωματική παροχή, τη στιγμή που το ίδιο αδιαφόρησε για τη μόνιμη κατοικία της από το έτος 2008, ενώ δεν υπάρχει λογική στον ισχυρισμό  ότι είναι μόνιμη κάτοικος Ελλάδος από το έτος 2011, καθόσον από το έτος 2008 περίμενε την απονομ1Ί της σύνταξής της και γνώριζε ότι προϋπόθεση για την χορήγηση της ήταν να είναι μόνιμη κάτοικος της χώρας. Αν το καθ' ου Ίδρυμα είχε ενεργήσει σωστά, κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η απόφαση που θα αφορούσε και τη χορήγηση της συμπληρωματικής παροχής θα συμπεριλαμβανόταν στην υπ' αριθμ. 1856/27.1.2011 απόφαση και δεν θα επηρεαζόταν η περίπτωση της από την εγκύκλιο 41/2011. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της κατέθεσε ενώπιον της Τ.Δ.Ε. ένα υπόμνημα, 48 φωτοτυπίες αποδείξεων είσπραξης κοινοχρήστων, 9 αντίγραφα κίνησης λογαριασμού από 18.3.2009 -17.2.2012, 26 φωτοτυπίες λογαριασμών ΔΕΗ από 2008-2012, 39 φωτοτυπίες λογαριασμών  από σταθερό ΟΤΕ και WIND, 45 φωτοτυπίες από αποδείξεις είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας. Η εν λόγω Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη της τους ως άνω ισχυρισμούς και τα στοιχεία του φακέλου απέρριψε την ως άνω ένσταση, με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα δημιούργησε τις προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής παροχής μετά την συνταξιοδότηση της και προσκόμισε επαρκή στοιχεία μόνιμης κατοικίας με την υποβολή της ως άνω 19900/14.2.2011 αίτησής της περί χορήγησης συμπληρωματικής παροχής. Ειδικότερα, έκρινε ότι η προσφεύγουσα πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 50 του καν. 1408/71 και 58 Καν. (ΕΚ) 883/04 από 2.5.2011, ήτοι διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής της για την υπογραψί1 συμβολαίου στο όνομά της με τη ΔΕΗ ( σχετική και η υπ' αριθμ. 93/201 Ι εγκ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ) και δεν συνταξιοδοτείται από κανέναν άλλον φορέα ασφάλισης ελληνικό ή ξένο, ως εκ τούτου, δε, μπορεί να της χορηγηθεί ως συμπληρωματική παροχή η διαφορά μεταξύ του κατά τα ανωτέρω πραγματικού ποσού σύνταξης μέχρι την ελάχιστη παροχή του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ( = 360,00 ευρώ σύμφωνα με τα άρθρα 3-1 παρ. 1 εδαφ. 11 ν. 3996/2011 και 2 του ν. 3863/2010 ), από 2.5.2011 (ημερομηνία θεμελίωσης δικαιώματος χορήγησης συμπληρωματικής παροχής) έως 31.7.2013 (ημερομηνία πιθανής έναρξης της βουλγαρικής σύνταξης), το δε καταβλητέο κατά μήνα ποσό σύνταξης καθορίζεται σε 288,00 ευρώ (πραγματικό ποσό+ συμπληρωματική παροχή) .
8.            Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή και το νομίμως από 15.6.2017 κατατεθέν υπόμνημα, η προσφεύγουσα επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας ότι εσφαλμένα της απονεμήθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Διευθυντή η εν λόγω συμπληρωματική παροχή από 2.5.2011 και επαναλαμβάνοντας τους ως άνω προβληθέντες ενώπιον της Τ.Δ.Ε. του  ανωτέρω Υποκαταστήματος του καθ'  ου Ιδρύματος ισχυρισμούς. Ειδικότερα,   εμμένει στην άποψη ότι είναι μόνιμος κάτοικος της Ελλάδας τουλάχιστον από τις 20.3.2008, ημερομηνία υποβολής της αίτησης της περί συνταξιοδότησης της, που πρέπει, άλλωστε, να ληφθεί υπόψη και για το ύψος της  συμπληρωματικής παροχής, γεγονός που αποδεικνύεται,  κατά  την άποψή της, από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία, εξάλλου, παρανόμως και από υπαιτιότητα του καθ' ου δεν της ζητήθηκαν νωρίτερα, ειδικά δε το μισθωτήριο  διάρκειας από  1.3.2010 έως 1.3.2013  κατατέθηκε  στην εφορία στις 2.3.2010 και όχι τον 4° του 2011, ενώ τα απαραίτητα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται από τους ενδιαφερόμενους βάσει της 5/24/1-2011 εγκυκλίου της Διοίκησης δεν είναι περιοριστικά. Επίσης, επισημαίνει ότι είναι ελληνικής καταγωγής και οι δύο γονείς της είναι γεννημένοι στην Ελλάδα , ζει επί σειρά ετών στη χώρα, όπου έχει μεγαλώσει τα παιδιά της, ένα εκ των οποίων έχει σπουδάσει σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της επικαλείται και προσκομίζει εκ νέου τα ως άνω έγγραφα στοιχεία, επιπροσθέτως δε τα ακόλουθα: 1. το 18674/29.4. 2011 διπλότυπο είσπραξης της Ζ' ΔΟΥ, με το οποίο η εκμισθώτρια του ως άνω διαμερίσματος, Κουτσαγγέλα Βιργινία, πλήρωσε πρόστιμο για τα προαναφερθέντα μισθωτήρια συμφωνητικά, 2. αποδείξεις καταθέσεων του ενοικίου από την ίδια από το έτος 2008 έως το έτος 2012 μέσω τράπεζας, 3. βεβαίωση του φαρμακοποιού Γεωργίου Δουμπαλακίδη ότι η προσφεύγουσα είναι πελάτισσά του χρόνια και έρχεται συχνά στο φαρμακείο, 4. βεβαίωση της οδοντιάτρου Άννας Παπούλια ότι  η τελευταία είναι ασθενής της από το έτος 2001 και είναι μόνιμη κάτοικος Θεσσαλονίκης, 5. υπεύθυνη δήλωση του γείτονα της, Κωνσταντίνου Σιμαρά, ο οποίος βεβαιώνει ότι αυτή μένει μόνιμα στη συγκεκριμένη διεύθυνση για πάνω από 1Ο έτη, 6. υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή της οικοδομής που αφορά το ως άνω διαμέρισμα, Κωνσταντίνου Χριστοδουλίδη, που βεβαιώνει τη νόμιμη διαμονή της στη συγκεκριμένη διεύθυνση, 7. υπεύθυνη δi1λωση της συγκατοίκου της Ελένης Θεοδωρίδου, 8.υπεύθυνη δήλωση του Σάββα Παπαδόπουλου, ο οποίος διατι1ρεί κατάστημα εμπορίας τροφίμων στην ίδια πολυκατοικία επί σειρά ετών και βεβαιώνει ότι η προσφεύγουσα διαμένει επί σειρά ετών στο προαναφερθέν διαμέρισμα επί της οδού Βασ. Όλγας, αρ.231 Α. Αντίθετα, το καθού με το 50535/4.5.2017 έγγραφό του υπεραμύνεται της ορθότητας της προσβαλλομένης, την οποία θεωρεί πλήρως αιτιολογημένη.
9.            Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο λαμβάνει, κατ' αρχάς, υπόψη του ότι η επίδικη συμπληρωματιΚ1Ί παροχή, ενόψει του κοινωνικού της χαρακτήρα, χορηγείται μόνο εντός του κράτους κατοικίας του δικαιούχου, ήτοι του τόπου κύριας και μόνιμης εγκατάστασης αυτού, κρίσιμο δε χρονικό σημείο για τη χορήγηση της παροχής αυτής είναι ο χρόνος υποβολής της αρχικής αίτησης για συνταξιοδότηση του ενδιαφερόμενου, υπό τον όρο, όμως, ότι έχουν ήδη λάβει χώρα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αντίστοιχο δικαίωμα, τα  σχετικά δε δικαιολογητικά που  αποδεικνύουν σε κάθε περίπτωση την συνδρομή  των προϋποθέσεων  του  νόμου για την χορήγηση  της ανωτέρω παροχής  πρέπει να προσκομίζονται από τον δικαιούχο. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο λαμβάνει,   ειδικώς,   υπόψη ότι  από     το μείζονας αποδεικτικής βαρύτητας από 14.12.201Ο πιστοποιητικό  οικογενειακής  κατάστασης  και  μελών της οικογενείας (πρβλ. ΣτΕ 1445/2016, 3973/2005 και 3870/2002), το οποίο η ίδια η προσφεύγουσα   ,  γ: προσκόμισε   στο καθ'  ου    Ίδρυμα,   προκύπτει   ότι  η ως  άνω κατοικεί στη Φιλιππούπολη, Βουλγαρία (οδός Λεωφ. Πέστερσκο σοσέ αριθ.: 143, 1ος όρ., διαμέρι9"μα 002), ενώ _το ως άνω έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης δια τον  πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Ελληνικής Αστυνομίας  εκδόθηκε στις 14.5.2008 και αφορά τη  διαμονή της βάσει της βεβαίωσης εγγραφής της  την ίδια ημερομηνία (14.5.2008), δεν αποδεικνύει, δε, επαρκώς τη μόνιμη και συνεχόμενη διαμονή  της στην Ελλάδα από το  έτος 2000,  όπως η ίδια ισχυρίζεται,  καθόσον δεν συνεπικουρείται από λοιπά         σχετικά έγγραφα  στοιχεία,  ικανά  να αποδείξουν τον ισχυρισμό αυτόν. Εξάλλου,  οι λογαριασμοί της ΔΕΗ για το διαμέρισμα επί της οδού Βασ. Όλγας, αρ.231, στη Θεσσαλονίκη, για τα έτη 2008-2010, έχουν στο όνομα της Βιργινίας Κουτσαγγέλας, τα μισθωτήρια συμφωνητικά κατοικίας κατατέθηκαν στη φορολογική αρχή το έτος 2011 (και όχι το έτος 201Ο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η προσφεύγουσα,)ενώ στις 2.5.2011 υπέβαλε αίτηση για την υπογραφή συμβολαίου στο όνομά της με τη ΔΕΗ, όπως εξάλλου δεν αμφισβητεί και η ίδια. Μόνο από το ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε, εκτός άλλων, κατά το οικονομικό έτος 2008 την ανωτέρω δήλωση φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα, με δηλωθέν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 5.820,31  ευρώ,  ενώ  βάσει της από 14.2.2011  υπεύθυνής δήλωσής της δεν υπείχε υποχρέωση για υποβολή φορολογικής δήλωσης για τα έτη 2009 και 201Ο, δεν μπορεί να συναχθεί ότι εντεύθεν κατοικεί στην Ελλάδα. Ουδόλως, δε, προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής λογαριασμών τηλεφώνου ή από τις   αποδείξεις καταθέσεων  ενοικίου  ποσού  300,00  από  την ίδια                μέσω τράπεζας συγκεκριμένες ημέρες ότι ο τόπος μόνιμης εγκατάστασής της είναι η Ελλάδα, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, οι ως άνω προσκομιζόμενες υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις δέν λαμβάνονται υπόψη προεχόντως διότι δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, καθόσον δεν ελήφθησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 185 του Κώδικα Διοικητιιcί1ς Δικονομίας [Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α' 9 7) (πρβλ. ΣτΕ 2124/2012, ΔΕφΑθ 109/2014), ενώ η πιστοποίηση της μόνιμης κατοικίας προσώπου στη χώρα ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Δημάρχου της οικείας περιοχής, καθόσον ο τελευταίος έχει αρμοδιότητα έκδοσης πιστοποιητικών για την προσωπική κατάσταση των δημοτών [άρθρο 86 παρ. 1 περ. ζ του ν. 3463/2006 (A'l1)]. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς το καθ' ου Ίδρυμα χορήγησε στην προσφεύγουσα την επίδικη συμπληρωματική παροχή από 2.5.2011 και καθόρισε το καταβλητέο κατά μήνα ποσό σύνταξης, από την ημερομηνία αυτή, σε 288,00 ευρώ με κράτηση για ασφάλεια ασθενείας 4%, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 του Καν. 883/2004, του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3863/2010, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Συνεπώς,   η   Α'    Τ.Δ.Ε.    του   ανωτέρω    Υποκαταστήματος,   η    οποία    με    την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως, ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε τον νόμο, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των εκ του αντιθέτου ισχυρισμών της προσφεύγουσας.
1Ο. Επειδή, κατ' ακολουθία, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ενώ, ελλείψει σχετικού αιτήματος, δεν πρέπει να καταλογιστούν σε βάρος της προσφεύγουσας δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 7 εδ. α' του ίδιου Κώδικα).
ΔΙΑΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 16.10.2017 με τη σύνθεση που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και υπογράφεται, κατ' άρθρο 194 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τον αρχαιότερο Δικαστή της σύνθεσης αυτής, Χριστίνα Αποστολίδου, λόγω προαγωγής της Προέδρου της σύνθεσης αυτής Κωνσταντίνας Παπάζογλου σε Εφέτη Δ.Δ., και τοποθέτησής της στο Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής, και λόγω προαγωγής της Αικατερίνης  - Ελένης Βάντση σε Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ. και τοποθέτησής της στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρικάλων.
Η Αρχαιότερη Δικαστής - Εισηγήτρια
Δημοσιεύτηκε   σε           έκτακτη               δημόσια              συνεδρίαση       στο         ακροατήριο       του
Δικαστηρίου τούτου στις 31.1.2018, με τη συμμετοχή στη σύνθεση της Προεδρεύουσας του Θ' Τμήματος, Αικατερίνης Κοντάκι, Πρωτοδίκου Δ.Δ. και της Πρωτοδίκου Δ.Δ. Χριστίνας Χατζηδήμου, λόγω της πιο πάνω υπηρεσιακής μεταβολής.
 Η Προεδρεύουσα

Δεν υπάρχουν σχόλια: