ΕΡΓΑΤΙΚΗ - Αριθμός 14 /2007 το ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ - δημοτικη επιχειρηση - ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η ενάγουσα ......, από τις 12.2.2002 μέχρι και την 15.6.2006 , παρέχει τις υπηρεσίες τ 6 στον εναγόμενο και ότι συνδέεται με τον τελευταίο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως εξυπηρετούσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.

Αριθμός    14 /2007
το ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών
•    Συγκροτήθηκε από τον Δ1καστή Χρήστο Παπαγεωργόπουλο , Πρωτοδίκη, που όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Καλλιόπη Κοσμά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πολύγυρο, την 16 Μαϊου 2007 για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση :
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) .....2 , κατοίκων Χαλκιδικής,οι οποίες παραστάθηκαν στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ..

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Ο.Τ.Α με την επωνυμία  ... Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε  διά  του  πληρεξούσιου  δικηγόρου  ...
Οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 14.3 .2006 και με αριθμό κατάθεσης 765/41/15.6 .2006 αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 20/12/2006 και μετά από νόμιμη αναβολή,  η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζητηση της υπόθεσης 01 πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ το ΝΟΜΟ
Με την κοινοτικη οδηγία 1999ΠΟ/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν ανηκειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες 01 συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου    χρόνου        θεωρούνται    «διαδοχικές»            και    χαρακτηρίζονται    ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Αλλά ειδικότερα στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος,    η    διασφάλιση            των    εργαζομένων    από        την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων    τους,    δια    της            προσχηματικής    επιλογής        της    συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως «ισοδύναμο νομοθεηκό μέτρο», που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «01 διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται            ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση  των  περί        υποχρεωτικής    καταγγελίας    της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου». Κατά την παγιω είσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία  των εργαζομένων  από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των
τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν.  2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή  της αρκεί κα1 μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.Τούτο δε,  λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου,    αποτελεί   κατ'        εξοχήν έργο της δ1καιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου. Έτσι, και  κατ'  εφαρμογή  του  εθνικού  δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή    Ένωση   και        της  διασφάλισης    του    πεδίου    εφαρμογής    του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 1Ο, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ. και 28 του Συντάγματος,        έχουν    την        υποχρέωση    να        εξασφαλίζουν    την        πλήρη αποτελεσματικότητα        του        Ευρωπαϊκού            Κοινοτικού        Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτεpιJ<ό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες. Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες        διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον  ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης εiναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η  μετατροπή  από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής,  και  οι  γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων  αυτών  και  των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περiπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων  και  διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ• επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου. Επομένως, από την απαγόρευση «μετατροπής» από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή» αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Οι διατάξεις νόμων που για τη σύναψη συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου θέτουν ώς- ουσιώδη προϋπόθεση την κάλυψη περιορισμένης χρονικής διάρκειας αναγκών (π.χ. άρθρα 20-21 ν. 2190/1994, 6 ν.2527/1997) δεν είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και την κοινοτική οδηγία 1999ΠΟ/Ε.Κ (ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΕ 2006, σ. 1056).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, κατόπιν παραδεκτής παραίτησης από το δικόγραφο αυτής με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ως προς τη δεύτερη εξ αυτών, η (πρώτη) ενάγουσα εκθέτει ότι εργάσθηκε συνεχώς στον εναγόμενο Ο.Τ.Α, δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες  και  διαρκείς  ανάγκες  του.  Με  βάση _το  ως  άνω  ιστορικό,  ζητά  να αναγνωρισθεί ότι παρέχει τις υπηρεσίες της συνεχώς από της προσλήψεώς της στον εναγόμενο και πως η σχέση που τη συνδέει με αυτόν έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης αορίστου .χρόνου διότι εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του τελευταίου, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και τέλος, να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη.
Με τέτοιο περιεχόμενο κι αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (άρθρα 16 παρ.  2, 25 παρ, 2 και 664 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις  των άρθρων  648, 671 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1, 3, 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999ΠΟ/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ της 28.06.1999, 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί προσωρινής εκτελεστότητας, το οποίο είναι επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν μπορούν να κηρυχθούν προσωρινά εκτελεστές αλλά  η ενέργειά τους εξαντλείται στο δεδικασμένο που παράγουν (Εφθεσ 356/1994 Αρμ 1994, σ. 1389). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να  εξετασθεί  περαιτέρω στην ουσία της, κατά το μέρος αυτής που κρίθηκε νόμιμο.
Ο εναγόμενος, με προφορικη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου, που καταχωρηθηκε στα ταυτάριθμα με  την παρούσα    πρακτικά    δημόσιας    συνεδρiασης,    δεν    συνομολόγησε    το περιεχόμενο της αγωγής, πλην όμως δεν αρνήθηκε τα  πραγματικά περ1στατικά αυτής.
.Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήρ10 (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα) καI περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσ1ας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού και όλων των εγγράφων που 01 διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επIκαλούνται, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά  περιστατικά:  Η  ενάγουσα (Ελένη ...) προσελήφθη από τον εναγόμενο ΟΤΑ με την επωνυμία «Δήμος .....» ως υπάλληλος γραφείου στο Μουσείο Αλιευτικών σκαφών και εργαλείων του Δήμου Ν. Μουδανιών στις 12.2.2002 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί κατά τις χρονικές περιόδους από 12/2/2002 έως 12121200} 04  έως  31ί  512οοi)   απ'   1/6/200    έως  30/5/200    και από 1/6/2005 έως την άσκηση της αγωγής. Πράγματι,  η ενάγουσα εργάσθηκε με πλήρες ωράριο εργασίας, απασχολούμενη ουσιαστικά (πραγματικά) ως υπάλληλος γραφείου στα δημ()τολόγια του εναγομένου Δήμου. Μετά τη λήξη της εκάστοτε σύμβασης, η ενάγουσα εξακολούθησε να εργάζεται  στην  ίδια θέση και να παρέχει τις υπηρεσίες τ ανελλιπώς προς τον εναγόμενο μέχρι σήμερα, όπως σαφώς και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε και ο εξετασθείς μάρτυρας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι έκτακτες, πρόσκαφες ή εποχιακές. Εν όψει  των  ανωτέρω,  πρέπει  η  υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί  ότι  η ενάγουσα, από την πρόσληψή της μέχρι και την ημέρα κατάθεσης της αγωγής, παρέχει τις υπηρεσίες της στον  εναγόμενο,  καθώς  και  ότι συνδέεται με τον τελευταίο με  σύμβαση  εξαρτημένης  εργασίας  ιδιωτικού  ικαίοu αορίστου χρόνου, ως εξυπηρετούσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, ενόψε1 του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η ενάγουσα ......, από  τις  12.2.2002 μέχρι και την 15.6.2006 , παρέχει τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο και ότι συνδέεται με τον τελευταίο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως εξυπηρετούσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων μεταξύ τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημ,οσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πολύγυρο στις 23 Μαϊου 2007.


Σχόλια