Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

855/2002 ΑΠ (318111) - Κοινός τραπεζικός λογαριασμός. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Επιτρεπτή η προσθήκη όρου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου ενός δικαιούχου, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχονται στον επιζώντα δικαιούχο. Η ως άνω περιέλευση λαμβάνει χώρα αυτοδικαίως, χωρίς να οφείλεται φόρος κληρονομίας ή άλλο τέλος. Καταργείται, επίσης, αυτοδικαίως, το από την ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή ή την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση δικαίωμα αναγωγής των κληρονόμων του θανόντος. Οι σχετικές διατάξεις κατισχύουν εκείνης του άρθρου 368 ΑΚ.

855/2002 ΑΠ (318111)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΝΟΒ 2003/53)
Κοινός τραπεζικός λογαριασμός. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Επιτρεπτή η προσθήκη όρου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου ενός δικαιούχου, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχονται στον επιζώντα δικαιούχο. Η ως άνω περιέλευση λαμβάνει χώρα αυτοδικαίως, χωρίς να ....
οφείλεται φόρος κληρονομίας ή άλλο τέλος. Καταργείται, επίσης, αυτοδικαίως, το από την ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή ή την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση δικαίωμα αναγωγής των κληρονόμων του θανόντος. Οι σχετικές διατάξεις κατισχύουν εκείνης του άρθρου 368 ΑΚ. Τα ως άνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ποιος από τους συμβαλλομένους είχε την πρωτοβουλία για τη θέσπιση αυτού του όρου, καθώς και από το εάν η σχετική αίτηση που προμηθεύει η τράπεζα στους ενδιαφερομένους περιελάμβανε ή όχι τον όρο αυτό. Πολιτική Δικονομία. Απόρριψη της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί αποδοχής της εφετειακής απόφασης από πλευράς των αναιρεσειόντων, καθόσον κρίνεται ότι η καταβολή έγινε μετά την τελεσιδικία και προς αποφυγήν της σε βάρος των τελευταίων δυναμένης να λάβει χώρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Λόγοι αναίρεσης. Πότε η παραβίαση των συναλλακτικών ηθών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 περίπτ. 1 του ΚΠολΔ. Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η αντιφατικότητα των αιτιολογιών δύο αποφάσεων. Απορρίπτεται η αναίρεση που ασκήθηκε κατά της υπ΄ αρ. 3679/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αριθμός  855/2002
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A` Πολιτικό Τμήμα


    ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Πέτρο Κακκαλή,  Σπυρίδωνα Γκιάφη, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο και Χρήστο Μπαβέα,
Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2002, με την παρουσία και της Γραμματέως Κωνσταντίνας Ξηροτύρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:......................Από αυτούς ο 1ος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .... και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης:..................... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......

 Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 10-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.  Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4801/2000 του ίδιου δικαστηρίου και 3679/2001  του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες  με την από 19-6-2001  αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως  αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.   Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης
Σπυρίδων Γκιάφης ανέγνωσε την από 1-4-2002 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.  Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε  την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος  της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και  καθένας την καταδίκη του  αντιδίκου  στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η με τις παραδεκτές προτάσεις της αναιρεσίβλητης ένσταση αυτής, ότι επήλθε η εκ μέρους των αναιρεσειόντων αποδοχή της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως σιωπηρώς με την από εκείνους καταβολή σ` αυτήν της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκε σ` αυτήν με την εν λόγω απόφαση και την ενσωματωμένη σε εκείνη πρωτοδικειακή απόφαση, με συνέπεια να είναι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απορριπτέα ως απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι, υπό τα εκτιθέμενα σ` αυτήν, κατ` ορθή εκτίμησή της, η καταβολή έγινε μετά την  τελεσιδικία και προς αποτροπή της σε βάρος των αναιρεσειόντων δυνάμενης να λάβει χώρα αναγκαστικής εκτελέσεως και γι` αυτό δεν στοιχειοθετεί την προβαλλόμενη σιωπηρή αποδοχή.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α και β του ΄΄περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν΄΄ Ν. 5638/1932, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 951/1971, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 489, 491, 493, 806, 822 και 830 ΑΚ και 112 Εισ. ΝΑΚ, συνάγονται αντιστοίχως τα εξής: α) Με τη συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσότερων ενδιαφερομένων και αφ` ετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό εκείνοι καταθέτουν σ` αυτήν χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της εκ μέρους αυτής τηρήσεως της καταθέσεως στο όνομα εκείνων από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν  χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων. Ο πρόσθετος δε αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε  λογαριασμό με δύο ή περισσοτέρους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό. Με τη σύναψη της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι ο καθένας από τους δικαιούχους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η οφειλέτρια όμως τράπεζα έχει την υποχρέωση να προβεί στην απόδοση των χρημάτων μόνο μια φορά, σε περίπτωση δε που η τελευταία αποδώσει σε εκείνον τα χρήματα, επέρχεται απόσβεση της έναντι αυτής απαιτήσεως ως προς όλους τους δανειστές, δηλαδή και ως προς τον άλλο ή άλλους δικαιούχους. Αυτοί έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ` εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα, σε περίπτωση δε δύο εις ολόκληρον δικαιούχων για την εκ μέρους του ανάληψη του μισού των εν λόγω χρημάτων, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση τους. β) Στην εν λόγω σύμβαση επιτρέπεται να τεθεί και δεύτερος πρόσθετος όρος, συνιστάμενος στο ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δικαιούχους, κατά το διάστημα, εννοείται, που παραμένει ανοικτός ο λογαριασμός, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα δικαιούχο. Στην περίπτωση πληρώσεως της  αναβλητικής αιρέσεως λαμβάνει χώρα αυτοδικαίως η ως άνω περιέλευση, μάλιστα δε η κατάθεση περιέρχεται στον επιζώντα ελεύθερη κάθε φόρου κληρονομίας ή άλλου τέλους. Παρέπεται ότι σε περίπτωση πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως καταργείται αυτοδικαίως το από την ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή ή την τυχόν υφιστάμενη εσωτερική σχέση δικαίωμα αναγωγής των κληρονόμων του θανόντος, οπωσδήποτε δε των εξ αδιαθέτου κληρονόμων, στη θέση εκείνου, κατά του επιζώντος δικαιούχου, η δε τράπεζα οφείλει να αποδώσει τα χρήματα του λογαριασμού όχι στους ως άνω κληρονόμους αλλά στον επιζώντα δικαιούχο. Οι προεκτιθέμενες διατάξεις ως ειδικές υπερισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 368 ΑΚ περί ακυρότητας της συμβάσεως για την κληρονομία προσώπου που ζει. Η δε ρύθμιση, που απορρέει από τις εν λόγω διατάξεις, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 17 παρ. 1) δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε προς το δικαίωμα διαθέσεως αιτία θανάτου. Από καμία δε διάταξη νόμου δεν εξαρτάται το κύρος του δεύτερου ως άνω πρόσθετου όρου είτε από το ποιος συμβαλλόμενος είχε την πρωτοβουλία να τεθεί στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο όρος αυτός, είτε από το κατά πόσο η σε έντυπο καταχωρισμένη αίτηση συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, που ενδεχομένως η τράπεζα προμήθευσε στους ενδιαφερομένους, δεν περιείχε το δεύτερο πρόσθετο όρο, ώστε να χρειάζεται να αναγραφεί αυτός στην αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως, ή από το κατά πόσο η ίδια σε έντυπο αίτηση περιείχε αυτόν τον όρο, ώστε να χρειάζεται να διαγραφεί αυτός από την αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν δεν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμηση της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Πριν από τις 11.1.1993 σε καταστήματα των τραπεζών ........ και ........ Τράπεζας της Ελλάδος ο ........... και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγός του εκδήλωσαν προς τις ως άνω τράπεζες τη βούλησή τους προς σύναψη συμβάσεων καταθέσεων σε κοινούς λογαριασμούς και αυτές υπέδειξαν σε εκείνους να τους υποβάλουν υπογεγραμμένες από εκείνους σχετικές αιτήσεις σε έντυπα αυτών. Πράγματι εκείνοι, αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου των αιτήσεων, τις υπέγραψαν και τις παρέδωσαν στις τράπεζες μαζί με τα προς κατάθεση χρήματα, δολλάρια Η.Π.Α. (USD) και δραχμές. Ετσι συνάφθηκαν μεταξύ εκείνων και αυτών τρεις και μία, αντίστοιχα, συμβάσεις καταθέσεων σε ανοικτούς λογαριασμούς στο όνομα εκείνων από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορούσε να κάνει μερική ή ολική χρήση των λογαριασμών, αναλαμβάνοντας από αυτές χρήματα των λογαριασμών, μόλις τα ζητούσε, χωρίς τη σύμπραξη του άλλου. Οι ίδιες συμβάσεις περιείχαν και δεύτερο πρόσθετο όρο, συνιστάμενο στο ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δικαιούχους, οι καταθέσεις και οι λογαριασμοί τους θα περιέρχονταν αυτοδικαίως στον επιζώντα δικαιούχο, ενώ δεν αποδείχθηκε ποιος από τους συμβαλλομένους είχε την πρωτοβουλία να περιέχουν οι συμβάσεις αυτόν τον όρο. Αμέσως μετά τη σύναψη των συμβάσεων ανοίχθηκαν οι αναφερόμενοι στην απόφαση λογαριασμοί. Στις 11.1.1993 πέθανε ο ....... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, ως προ την κινητή του περιουσία, από την εναγομένη και τους δύο ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αμφιθαλή αδελφό και γιο αμφιθαλούς αδελφού του θανόντος, αντίστοιχα, κατά τα 2/4, 1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της η εναγομένη σε καταστήματα των τραπεζών ζήτησε από τις τράπεζες να κλείσουν οριστικά τους λογαριασμούς και να της αποδώσουν τα κατάλοιπα των λογαριασμών και αυτές συμμορφώθηκαν και έτσι εκείνη ανέλαβε τα κατάλοιπα που, όπως και κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της, ανέρχονταν στα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά USD και δραχμών και, βάσει της τότε στην Ελλάδα ισοτιμίας USD και δραχμής, στο συνολικό ποσό των 28.462.752 δραχμών. Εκρινε δε το Εφετείο ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η καταλυτική της αγωγής ένσταση της εναγομένης, που στηριζόταν στο ότι εκείνη εδικαιούτο στην ανάληψη των χρημάτων υπό την ιδιότητά της του επιζώντος δικαιούχου δυνάμει του δεύτερου πρόσθετου όρου, και να απορριφθεί γι` αυτό ως κατ` ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, με την οποία επιδιωκόταν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το 1/4 του 1/2 του ποσού των 28.462.752 δραχμών σε εκτέλεση των και στερούμενων, κατά την αγωγή, του δεύτερου πρόσθετου όρου συμβάσεων και κατόπιν σχετικής αναγωγής. Ετσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν τις παραβίασε δε ούτε εκ πλαγίου με στέρηση της αποφάσεώς του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σε εκείνη χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε, και γι` αυτό οι περί των αντιθέτων και από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η από το δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των συναλλακτικών ηθών δεν αποτελεί τη θεμελιωτική λόγου αναιρέσεως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εκτός αν τέτοιος κανόνας παραπέμπει στην εφαρμογή εκείνων, οπότε και καθίστανται εκείνα δευτερογενείς πηγές δικαίου. Συνεπώς η αιτίαση, με την οποία προβάλλεται, κατ` ορθή εκτίμησή της, ότι το Εφετείο, με το που δέχθηκε ότι μέσω των τραπεζικών εντύπων συνάφθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τα συναλλακτικά ήθη και συγκεκριμένα τους τραπεζικούς γενικούς κανόνες συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, χωρίς παράλληλα να προβάλλεται ότι υπάρχει κανόνας ουσιαστικού δικαίου που να παραπέμπει στην εφαρμογή εκείνων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ετι περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η αντιφατικότητα μεταξύ των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλ-λόμενης αποφάσεως και των αιτιολογιών άλλης αποφάσεως. Συνεπώς η αιτίαση, με την οποία προβάλλεται, κατ` ορθή εκτίμησή της, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι η σχετική με τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων αιτιολογία είναι αντίθετη προς τη σχετική με τη σύναψη συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό αιτιολογία της αναφερόμενης στο αναιρετήριο αποφάσεως του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Με τον από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, που οι ενάγοντες - εκκαλούντες νόμιμα του πρότειναν και που συνίστατο στον ισχυρισμό, ότι αυτοί αξίωσαν από την αντίδικό τους την εκ μέρους της καταβολή σ` αυτούς του επίμαχου χρηματικού ποσού μόνο μετά την εκ μέρους της ανάληψη αυτού από τις τράπεζες, οπότε και εδικαιούντο σε τέτοια αξίωση βάσει κληρονομικού τους δικαιώματος. Ενόψει του ότι, σύμφωνα, με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν (υπό Ι), ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος και γι` αυτό δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙV. Από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδείξεως με το να δεχθεί ως αναφερόμενα στο έγγραφο και από αυτό αποκλειστικώς ή κυρίως αποδεικνυόμενα πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση μεταξύ της εναγομένης, του συζύγου της και της τράπεζας ........, που αφορούσε τον 5/500061/784 λογαριασμό, περιείχε τον επίμαχο δεύτερο πρόσθετο όρο, όπως τούτο αποδεικνυόταν όχι βέβαια από την αντίστοιχη αίτηση σε έντυπο της τράπεζας, αφού η ανεύρεση της εν λόγω αιτήσεως δεν είχε καταστεί δυνατή, αλλά τόσο από την 14.4.1999 βεβαίωση της τράπεζας, όσο και από την 11.10.2000 βεβαίωση της ίδιας τράπεζας, όσο και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και λοιπά έγγραφα), για το γεγονός δε τούτο δεν μπορούσε να υπάρξει καμία αμφιβολία, πολύ περισσότερο αφού η συνομολόγηση του όρου τούτου συνήδε απολύτως προς τους σκοπούς, που εξυπηρετούντο από τις καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό ως προς τους καταθέτες που τύχαινε να είναι μεταξύ τους σύζυγοι. Παρέπεται ότι το προαναφερόμενο πραγματικά γεγονός δεν αποδείχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως από την προμνημονευόμενη από 14.4.1999 βεβαίωση της τράπεζας. Συνεπώς ο από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος, μέρος δεύτερο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, κατ` ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 14.4.1999 βεβαιώσεως, με το που δέχθηκε ως αναφερόμενα σ` αυτή τη βεβαίωση και από αυτήν αποκλειστικώς ή κυρίως αποδεικνυόμενα τα παρατιθέμενα στο αναιρετήριο και σχετικά με το κατά πόσο στην ως ανωτέρω σύμβαση περιεχόταν ο επίμαχος δεύτερος πρόσθετος όρος πραγματικά γεγονότα, τα οποία όμως ήταν προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στο έγγραφο και αντιστοίχως στο αναιρετήριο πραγματικά γεγονότα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο καθόλου δεν ανέφερε το περιεχόμενο του από 5.2.1999 εγγράφου της τράπεζας ...... Συνεπώς ο τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, αναφέροντας το περιεχόμενο του ως άνω από  5.2.1999 εγγράφου που αφορούσε τους 5/049040/018 και 5/049.040/026 λογαριασμούς καταθέσεων σ` αυτήν την τράπεζα, παραμόρφωσε αυτό το περιεχόμενο με τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο τρόπο, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

V. Από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β ΚΠολΔ (πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 2915/2001) συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα ως αληθινό χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι` αυτό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είχε κατά νόμο υποχρέωση γι` αυτήν την ενέργεια, τέτοια δε υποχρέωση δεν υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΚΠολΔ, όταν εκείνο έχει ακολουθήσει την τακτική διαδικασία ενώπιον μονομελών πρωτοδικείων (Ολ. ΑΠ 12/1991). Συνεπώς ο τέταρτος, μέρος δεύτερο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, κατ` ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των μονομελών πρωτοδικείων, δέχθηκε ως αληθινό ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, ήτοι τον πραγματικό ισχυρισμό ότι στις μεταξύ της εναγομένης, του συζύγου της και των τραπεζών συμβάσεις περιεχόταν ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι` αυτό το πράγμα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο πράγμα όχι χωρίς απόδειξη αλλά από την απόδειξη που διεξήγαγε και από τα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες και έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή αποδείξεων. Συνεπώς ο από τον αριθ. 10 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος, μέρος πρώτο, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που του είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως έγγραφα, που οι ενάγοντες - εκκαλούντες του είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως. Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Για  τους λόγους αυτούς

 Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2001 αίτηση των .................κ.λ.π. για αναίρεση της 3679/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται σε χίλια εξήντα (1.060) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα  στις 29 Απριλίου 2002.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Δημοσιεύθηκε  στο ακροατήριό του  στις 16 Μαϊου 2002.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ





 

Δεν υπάρχουν σχόλια: