
3473/2017 ΠΠΡ ΑΘ ( 712975)
(Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο. Ισχυρισμοί του ενάγοντα περί ακυρότητας του όρου της σύμβασης, ως καταχρηστικού, λόγω υπαγωγής του στη ρυθμιστική εμβέλεια του αρ. 2 παρ. 1, 2, 6 του ν. 2251/1994. Ο επίδικος όρος της σύμβασης εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους αφού το περιεχόμενό του επαναλάμβανε αυτούσια την ενδοτικού δικαίου διάταξη του αρ. 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγεται απόκλιση από αυτή και χωρίς...
να συμπληρώνεται η τελευταία με επιπλέον ρυθμίσεις ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, καταλείποντας τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην εναγόμενη τράπεζα, αλλά αντίθετα ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το ίδιο ρυθμιστικό πρότυπο στο οποίο απέβλεπε ο εθνικός νομοθέτης όταν τη θέσπιζε ώστε να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου κατ’αρ. 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Απορρίπτει.(Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Χορήγηση δανείου σε ελβετικό φράγκο. Ισχυρισμοί του ενάγοντα περί ακυρότητας του όρου της σύμβασης, ως καταχρηστικού, λόγω υπαγωγής του στη ρυθμιστική εμβέλεια του αρ. 2 παρ. 1, 2, 6 του ν. 2251/1994. Ο επίδικος όρος της σύμβασης εντασσόταν στους δηλωτικούς όρους αφού το περιεχόμενό του επαναλάμβανε αυτούσια την ενδοτικού δικαίου διάταξη του αρ. 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγεται απόκλιση από αυτή και χωρίς...
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
3473/2017
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ρηγίνα Αλεξίου, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια, Μαρία Μαζιώτη, Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Ολυμπία Κορμπάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η.12.2016, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του ενάγοντος: ..., κατοίκου Νίκαιας Ν. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του .....
Της εναγόμενης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...» και το διακριτικό τίτλο «.....», πρώην με την επωνυμία «..» και το διακριτικό τίτλο «..», εδρεύουσας στην Αθήνα Ν. Αττικής και νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά των πληρεξουσίων Δικηγόρων της Κ........
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 19.06.2015 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67110/2260/19.06.2015, προσδιορίστηκε, για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις των εντολέων τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 2251/1994, Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Περαιτέρω, στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, το μεν διατυπώνεται η γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών ΓΟΣ, το δε παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ. ΟΙ ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει τούτου, οι κατά τα ανωτέρω διατάξεις ενσωματώνουν κατ’ ανάγκη και το πνεύμα του άρθρου 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει, ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Με βάση τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει, ότι η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, επί ατομικών διαφορών, κρίνεται σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, όχι κατά το χρόνο της αρχικής διατύπωσής του ή της κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά κατά το χρόνο που, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, ανακύπτει το πρόβλημα, το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή (ΟλΑΠ 15/1007, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά λογική αναγκαιότητα, και προς το σκοπό ομοιόμορφης νομικής μεταχείρισης ομοίων πραγμάτων, η ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή. Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` Ν. 2251/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που
προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον εν λόγω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η παρεχόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών, στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 05ης.04.1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β` της Οδηγίας «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα Οδηγία, ενεργεί για σκοπούς, οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», ενώ, σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991 «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές, με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Ειδικότερα, καταναλωτής, βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος, ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεσή του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την κατά τα ανωτέρω Οδηγία, δεδομένου του ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει, ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη συνθήκη,
για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή, και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές, κατά την έννοια του άρθρου 2β της Οδηγίας αυτής. Έτσι, από το γεγονός, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή, στην προαναφερθείσα, ελάχιστης εναρμόνισης, Οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη Οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Ακόμη, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι, υπό την ευρεία, κατά τα προεκτεθέντα, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` Ν. 2251/1994, δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει οπό το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι προαναφερθείσες τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους, στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασής τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994, όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ΟλΑΠ 13/2015, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου
2 παρ. 6 Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της, ο σκοπός της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη
σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται, και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του. Ερευνάται, δηλαδή, ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος, και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Μάλιστα, εκτός από την προαναφερθείσα γενική ρήτρα για την
καταχρηστικότητα των ΓΟΣ που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου (2), ως ισχύει, απαριθμούνται ενδεικτικώς και 32 περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο η τεκμήριο, ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1332/2012, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή [ΕφΠειρ 638/2015 (Μον), A` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
ΙΙ) Βάσει του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, «Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καλύπτει επίσης τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλόμενων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως». Κατά δε τη 13η σκέψη του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας, «Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται, ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα γι` αυτό το λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καλύπτει τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως». Βάσει των συγκεκριμένων προβλέψεων, αλλά και της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ [βλ. Απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, στην υπόθεση C-
92/11 (RWE Vertrieb AG κατά ...), σκέψεις 25-28, οι οποίες επαναλαμβάνονται, ενδεικτικά, στην Απόφαση της 30ηζ Μάίου 2013, στην υπόθεση C-488/11 (Dirk Frederik Asbeek Brusse, Katarina de Man Garabito κατά ....), σκέψη 33, και στην Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, στην υπόθεση 034/13 (Monika Kusionova κατά ....), σκέψεις 76-80], αποκλείεται η εφαρμογή της κατά τα ανωτέρω Οδηγίας σε ρήτρες της σύμβασης που απηχούν εθνικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ήτοι στις λεγάμενες «δηλωτικές ρήτρες», καθώς εκκινεί από την παραδοχή ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου αποτελούν ήδη ανάλογες και δίκαιες λύσεις στις συγκρούσεις συμφερόντων των κοινωνών του δικαίου και δεν περιέχουν καταχρηστικές προβλέψεις. Υπό το πρίσμα αυτό, οι κανόνες του εθνικού δικαίου δεν μπορούν να περιέχουν καταχρηστικές προβλέψεις, κατά την έννοια της Οδηγίας, αφού εκφράζουν την κατά τον εθνικό νομοθέτη συμβατική ισορροπία, ο δε έλεγχος γενικών όρων συναλλαγών από τη σκοπιά της καταχρηστικότητας θέτει περιορισμούς στη μονομερή εκμετάλλευση της συμβατικής ελευθερίας, χωρίς, βεβαίως, να αποβλέπει στον έλεγχο των κανόνων δικαίου. Συνεπώς, οι δηλωτικοί συμβατικοί όροι εξαιρούνται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας, όταν για το εκάστοτε κρινόμενο ζήτημα η συγκεκριμένη σύμβαση ανταποκρίνεται πλήρως στο ρυθμισμένο από το νόμο πρότυπο, με άλλα λόγια, όταν αυτό που ορίζεται στη ρήτρα θα ίσχυε ήδη κατά νόμο, ακόμη και ελλείψει της σχετικής συμβατικής πρόβλεψης. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, βέβαια, όσον αφορά στις δικές του διατάξεις,να αποστεί της ενσωμάτωσης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας και, με αυτόν τον τρόπο, να επιτρέψει έλεγχο και των δικών του ρυθμίσεων. Πράγματι, στην ημεδαπή έννομη τάξη δεν ενσωματώθηκε η εν λόγω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Ως προς το ζήτημα, όμως, του ελέγχου των Γ.Ο.Σ. που αποτυπώνουν και επαναλαμβάνουν κανόνες εθνικού δικαίου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη και κατόπιν τελολογικής συστολής του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 - με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η προμνησθείσα Οδηγία -, οι εν λόγω Γ.Ο.Σ εκφεύγουν πλήρως του ελέγχου, καθώς δεν μπορεί να καθίσταται μέσω των Γ.Ο.Σ. ο ίδιος ο νόμος σε αντικείμενο ελέγχου. Αντιθέτως, είναι ο ίδιος αυτός που παρέχει τα αναγκαία κριτήρια για το δικαστικό έλεγχο των Γ.Ο.Σ. [βλ. Δέλλιο σε Αλεξανδρίδου, «Δίκαιο προστασίας καταναλωτή ελληνικό - ενωσιακό, Κατ` άρθρο ερμηνεία Ν. 2251/1994 (2015)», υπό άρθρο 2, παρ. 26, σελ. 114, και Χασάπη, «Δάνεια σε ξένο νόμισμα: Μία προσέγγιση με αφορμή την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελληνικών δικαστηρίων», ΧρηΔικ 2014.435-437]. Σε κάθε περίπτωση, όμως, Γ.Ο.Σ., οι οποίοι επαναλαμβάνουν για τον από αυτούς ρυθμιζόμενο συμβατικό τύπο, κατά λέξη, ρύθμιση του εθνικού δικαίου που ο νομοθέτης την προορίζει για άλλο συμβατικό τύπο ή οι οποίοι επαναλαμβάνουν εθνική διάταξη για ζήτημα ίδιο με αυτό που τούτη ρυθμίζει, όμως λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων το ρυθμιστέο ζήτημα αποκλίνει ουσιωδώς από το ρυθμιστικό πρότυπο που προϋποθέτει ο εθνικός νομοθέτης, θεωρούνται φαινομενικά δηλωτικοί και υπόκεινται σε πλήρη έλεγχο καταχρηστικότητας (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 21ης.03.2013 επί της υπόθεσης C-92/11, RWE Vertrieb, σκέψη 30 και Δέλλιο, ό.π., παρ. 26, σελ.114), το δε εθνικό Δικαστήριο καλείται να ελέγξει, αν ο υπό εξέταση συμβατικός όρος αποδίδει την ουσία και το περιεχόμενο της εθνικής διάταξης. Έτσι, οι συμβατικές ρήτρες κατανομής του κινδύνου από την αλλαγή της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου μεταξύ χρόνου εκταμίευσης του δανείου και χρόνου κατ αβολής των επιμέρους δόσεων, δεν θα πρέπει να ελεγχθούν από πλευράς καταχρηστικότητας, λόγω του δηλωτικού τους χαρακτήρα, στο μέτρο που αντιστοιχούν στις συναγόμενες από τον κανόνα του άρθρου 291 ΑΚ επιταγές (βλ. Λιάππη, Τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο: η διαγραφόμενη από το ΔικΕΕ και την Οδηγία 2014/17/ΕΕ προσέγγιση και η κυμαινόμενη ελληνική νομολογία, ΧρΙΔ 2016.244, Γιοβαννόπουλος, Προστασία δανειολήπτη στα
δάνεια από αλλοδαπό νόμισμα, ΕπισκΕμπΔ 2014.664 επ.), σε καταφατική δε περίπτωση, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος, εάν ο επίμαχος όρος αφορά το «κύριο αντικείμενο της σύμβασης» ή «την τιμή και την αμοιβή» για τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας. Πλέον συγκεκριμένα, το άρθρο 291
ΑΚ, που προβλέπει, ότι «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της
πληρωμής», είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου και καθιερώνει τη διαζευκτική ευχέρεια του οφειλέτη, αντί να καταβάλει οφειλή στο αλλοδαπό νόμισμα συμφωνηθείσας χρηματικής παροχής, να δώσει την αξία του στο εγχώριο νόμισμα (ευρώ), με την ισοτιμία του χρόνου και του τόπου της πληρωμής. Πρόκειται, δηλαδή, για απλή ενοχή, αφού οφείλεται μία μόνο παροχή, με παράλληλη ευχέρεια καταβολής άλλης παροχής, την οποία διατηρεί ο οφειλέτης, άνευ ετέρου, έως την καταβολή της μιας από τις δύο παροχές. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για διαζευκτική ενοχή, όπου οφείλονται διαζευκτικά δύο (ή και περισσότερες) παροχές και απαιτείται άσκηση διαπλαστικού
δικαιώματος, για να περιορισθεί η ενοχή σε μία από τις περισσότερες οφειλόμενες παροχές,· και τούτο γίνεται με την επιλογή (από τον οφειλέτη, σε περίπτωση αμφιβολίας), κατά την ΑΚ 307. Ο συγκεκριμένος κανόνας εντάσσεται στο γενικό ενοχικό δίκαιο, καταλαμβάνει κάθε χρηματική ενοχή, είτε αυτή στηρίζεται στο νόμο ή σε σύμβαση και, στη δεύτερη περίπτωση, ανεξάρτητα από το στιγμιαίο ή διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης και τον τύπο στον οποίο αυτή υπάγεται (προσιδιάζοντας σαφώς και στη σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, βλ. σχετικά Πρακτικά της Αναθεωρητικής Επιτροπής του ΑΚ, Συνεδρίαση 16η, της 21 ης.01.1931, σε Σχέδιον Αστικού Κωδικός, εκπονηθέν υπό της Συντακτικής Επιτροπής, II. Ενοχικόν Δίκαιο, 1935, σελ. 13 επ.), σχετίζεται δε μόνο με τον όρο της συναλλαγματικής ισοτιμίας που αφορά την καταβολή της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, χωρίς να θέτει ειδικές προϋποθέσεις για τον τρόπο προσδιορισμού αυτής (βλ. Χασάπη, σχόλιο στην ΠολΠρωτΑθ 334/2016, ΕΕμπΔ2016, σελ. 426). Οι εν λόγω παραδοχές ισχύουν ακόμα και αν η σύμβαση στεγαστικού δανείου αλλοιώθηκε και απέκτησε στοιχεία επενδυτικής φύσης, αν και πρέπει να τονιστεί, ότι η σύμβαση παραμένει, κατά τη βούληση των μερών και το σκοπό της, σύμβαση δανείου που απλώς ενέχει κινδύνους για τον οφειλέτη, τους οποίους αυτός δεν είχε συνειδητοποιήσει, όταν ο τελευταίος δεν απέβλεπε σε επένδυση, αλλά σε δάνειο για τη χρηματοδότηση των αναγκών του (π.χ. την απόκτηση στέγης). Περαιτέρω, η ρύθμιση της ΑΚ 291 για την κρισιμότητα, σε περίπτωση οφειλής σε ξένο νόμισμα, της ισοτιμίας του χρόνου εξόφλησης του χρέους, δεν είναι παρά εφαρμογή της διέπουσας το δίκαιο των χρηματικών ενοχών νομιναλιστικής αρχής, κατά την οποία η ονομαστική αξία του νομίσματος παραμένει αμετάβλητη, έστω και αν η πραγματική αξία του μεταβάλλεται. Από νομική άποψη ισχύει η ονομαστική αξία για όλες τις έννομες σχέσεις, περιλαμβανομένης και της εξόφλησης των χρεών, την οποία υιοθετεί, άλλωστε, και ο Ν. 2842/2000 (άρθρο 1 παρ. 2: «Το ευρώ ως μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία»). Η (έστω υποτιμημένη ή ανατιμημένη) πραγματική αξία του νομίσματος προσδιορίζεται, αφενός από την αγοραστική αξία του (εσωτερική αξία του νομίσματος), και αφετέρου από την τιμή του συναλλάγματος (την τιμή των ξένων νομισμάτων). Αυτή είναι η λειτουργία του χρήματος και της χρηματικής ενοχής, η οποία κατ` ανάγκη ενέχει ως εγγενές στοιχείο της και τον κίνδυνο από την υποτίμηση ή ανατίμηση του νομίσματος, κατανομή του οποίου επιχειρεί, βάσει της νομιναλιστικης αρχής, η ΑΚ 291, μεταβολή της οποίας δικαιολογείται επί υπερημερίας του οφειλέτη ή του δανειστή, όπως προβλέπει" η ΑΚ 292. Αν η διάρκεια της δανειακής σύμβασης είναι μακρά, η αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι από ανατροπή της ισοτιμίας του ξένου προς το εθνικό νόμισμα αυξάνουν, είναι δε θέμα των μερών να προβλέψουν συμβατικά μεταβολή του ύψους της παροχής. Αν δεν υπάρχει συμβατική πρόβλεψη, για την αντιμετώπιση των ύστερων εξελίξεων που π.χ. επιδρούν στην ισορροπία παροχής και αντιπαροχής, σε ακραίες περιπτώσεις υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 388 ή 288 ΑΚ, καταγγελίας διαρκούς σύμβασης για σπουδαίο λόγο κ.λπ. Επιπροσθέτως, το ζήτημα της ύπαρξης δύο συναλλαγματικών ισοτιμιών (τιμή αγοράς και τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος) δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα για την εφαρμογή της ΑΚ 291, αφού η διάταξη, με τον όρο «τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στον χρόνο και τον τόπο της πληρωμής», εννοεί μία ισοτιμία, μία τιμή του ξένου νομίσματος, είναι δε ζήτημα ερμηνείας της ΑΚ 291, και όχι μη εφαρμογής της, αν αυτή η μία τιμή είναι η τιμή της πώλησης ή της αγοράς του ξένου νομίσματος και αν η τιμή αυτή ταυτίζεται με την «τιμή πώλησης του νομίσματος», στην οποία αναφέρεται ο σχετικός Γ.Ο.Σ. Στην περίπτωση δε που ένας Γ.Ο.Σ. που προβλέπει τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ισοτιμίας είναι άκυρος για οποιοδήποτε λόγο, ως καταχρηστικός, ανακύπτει κενό ως προς το ζήτημα που αυτός ρυθμίζει και ανάγκη πλήρωσής του, για την οποία η προσφυγή στον ενδοτικό κανόνα της ΑΚ 291 αποτελεί αναπόδραστα τη μοναδική δυνατότητα για τους εξής λόγους: Οι συνέπειες της κρισιμότητας του χρόνου πληρωμής για τον καθορισμό της ισοτιμίας εθνικού και ξένου νομίσματος μπορεί να μην ήταν σαφείς και κατανοητοί στον δανειολήπτη, αφού δεν του αποκαλύπτουν τον ακριβή τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να μη μπορεί να προβλέψει, βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων, τη βαρύτητα του συναλλαγματικού - οικονομικού κινδύνου που συνοδεύει τις δανειακές συμβάσεις μεγάλης χρονικής διάρκειας, όχι όμως και στο νομοθέτη που θέσπισε την ΑΚ 291. Όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης θέλησε να ισχύει η ρύθμιση αυτή και για διαρκείς συμβάσεις και για δανειακές συμβάσεις, έδωσε δε με αυτόν τον τρόπο το προβάδισμα στην τήρηση της νομιναλιστικής αρχής ενσυνειδήτως και με συνέπεια προς την αρχή αυτή. Και σε όποιες άλλες περιπτώσεις ο νομοθέτης εφαρμόζει τη νομιναλιστική αρχή ή στηρίζεται σ` αυτήν, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι η σχετική ρύθμιση τίθεται εκποδών, αν οδηγεί σε δυσμενή για ένα συμβαλλόμενο αποτελέσματα. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ περιέχει μία ρύθμιση που συνεκτιμά τα συμφέροντα, τόσο του δανειστή, όσο και του οφειλέτη, επιρρίπτοντας τον κίνδυνο υποτίμησης ή ανατίμησης του νομίσματος, στο οποίο εκφράζεται η χρηματική οφειλή, αντίστοιχα στο δανειστή ή στον οφειλέτη, για χάρη της τήρησης της νομιναλιστικής αρχής, την οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, και η σταθερότητα του νομίσματος, λαμβάνοντας υπόψη και τα δύο ενδεχόμενα (υποτίμηση ή ανατίμηση). Με άλλη διατύπωση, ο νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει βεβαιότητα δικαίου και να προσφέρει μια ρύθμιση με καθοδηγητικό χαρακτήρα, που προσφέρει μια δίκαιη, κατά την εκτίμησή του, λύση, κατόπιν στάθμισης των συμφερόντων των μερών, πράγμα που σημαίνει, ότι η νομοθετική πρόθεση είναι να επικρατεί ο ενδοτικός αυτός κανόνας έναντι της τυχόν αβέβαιης, έμμεσα συναγόμενης, βούλησης των μερών, δηλαδή της συμπληρωτικής ερμηνείας. Η προκύπτουσα από την ενδεχόμενη υποτίμηση ή ανατίμηση του νομίσματος, στο οποίο εκφράζεται η συνομολογηθείσα χρηματική οφειλή, αντίθεση συμφερόντων των δύο μερών είναι τόσο σημαντική, ώστε εύλογα ο νομοθέτης δεν έκρινε σκόπιμο να εξαρτηθεί από τις αβεβαιότητες μιας συμπληρωτικής ερμηνείας, αλλά θέλησε να δώσει σαφή λύση στο πρόβλημα και θέσπισε μια κατ’ αυτήν δίκαιη και, πάντως, ξεκάθαρη ρύθμιση. Ακόμα, όμως, και αν γίνει δεκτό ότι προηγείται η συμπληρωτική ερμηνεία της σύμβασης (ΑΚ 173, 200), ασφαλώς αυτή δεν θα κατέληγε στην ακραία λύση ότι κρίσιμη είναι η ισοτιμία του χρόνου της εκταμίευσης, χωρίς προηγούμενη στάθμιση των συμφερόντων αμφότερων των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη (ΑΚ 200), για την ανεύρεση της «υποθετικής» (ή «εικαζόμενης») βούλησης αμφότερων των μερών. Ειδικότερα, η επιλογή, προς κάλυψη του κενού, της ισοτιμίας του χρόνου της εκταμίευσης ικανοποιεί μεν στο ακέραιο τα (θεμιτά) συμφέροντα του δανειολήπτη, αλλά παραβλέπει τελείως τα (επίσης θεμιτά) συμφέροντα της τράπεζας, η οποία μπορεί να έχει δανεισθεί τα ελβετικά φράγκα, για να τα δανείσει στον δανειολήπτη, οπότε θα υφίσταται και η ίδια τον συναλλαγματικό κίνδυνο και τη ζημία από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου, ωστόσο αυτή η εκδοχή δεν θα ανταποκρινόταν στην υποθετική βούληση των μερών, αλλά ούτε και στις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης που επιβάλλουν ισόρροπη (ανάλογη, φυσικά με τις δυνατότητες, ιδίως τις οικονομικές, τομ
κάθε μέρους) κατανομή της ζημίας, πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε ατομικής περίπτωσης (βλ. Σταθόπουλο, Η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και η προστασία των Ελλήνων δανειοληπτών, ΧρΙΔ 2017, σελ. 161 επ.). Κι αυτό γιατί, οδηγεί σε μία μονόπλευρη επιβολή των συμφερόντων των δανειοληπτών εις βάρος των συμφερόντων της τράπεζας, διά της μετακύλισης, ουσιαστικά, στην τελευταία του κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ενδεχόμενο που τούτη δεν θα αποδεχόταν εξ’ αρχής, αφού θα αναλάμβανε, έτσι, το συγκεκριμένο κίνδυνο, αφιέμενη σε επιτόκιο οριοθετούμενο με βάση το χαμηλό επιτόκιο Libor και μειωμένο γι αυτή επιτοκιακό περιθώριο κέρδους (spread), σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα δάνεια σε ευρώ, τα οποία, όπως συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι συνδεδεμένα με το
υψηλότερο επιτόκιο Euribor, το οποίο συναρτάται με μεγαλύτερο επιτοκιακό περιθώριο κέρδους για τις τράπεζες. Άλλωστε, όσον αφορά το ζήτημα της πλήρωσης του κενού που δημιουργείται σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή από την κήρυξη της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας (με δεδομένη την παραδοχή ότι η ακυρότητα αυτή δεν επιδρά στο κύρος όλης της
στην υπόθεση C-26/13 (Arpad Kasler, Hajnalka Kaslerne Rabai κατά .. ..), σκέψεις 77-85, (ΠολΠρωτΑθ 1623/2017, A` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑθ 662/2017, αδημ.)].
Εν προκειμένω, ο εναγών με την κρινόμενη αγωγή του εκθέτει, ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../29.01.2007 σύμβασης, χορηγήθηκε από την εναγομένη σ’ αυτόν, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, στεγαστικό δάνειο σε συνάλλαγμα - ελβετικό φράγκο, ποσού 538.065 ελβετικών φράγκων. Οτι η εν λόγω συμφωνία συνοδευόταν από το από 29.01.2007 Προσάρτημα I, που
αφορούσε τη διάρκεια του δανείου, το επιτόκιο αυτού και τη διαδικασία πρόωρης αποπληρωμής, το δε προαναφερθέν δάνειο ορίστηκε, βάσει των σχετικών όρων του εν λόγω Προσαρτήματος, εξοφλητέο σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, με ημερομηνία έναρξης της τοκοχρεωλυτικής εξυπηρέτησης του δανείου
σύμβασης), και το ΔΕΕ προκρίνει την εφαρμογή εθνικής διάταξης ενδοτικού δικαίου, όπως εν προκειμένω η ΑΚ 291 [Απόφαση της 30ης Απριλίου 2014 το μήνα Μάρτιο 2007, σε χρέωση του υπ’ αριθ. ... λογαριασμού. Ότι, περαιτέρω, στο άρθρο 7α παρ. 2 της επίδικης συμφωνίας ορίστηκε, ότι, εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα, είτε στο νόμισμα χορήγησης είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ενώ, βάσει του άρθρου 2 του Προσαρτήματος I, συμφωνήθηκε το επιτόκιο να είναι κυμαινόμενο, ήτοι α) για το χρονικό διάστημα από την εκταμίευση του δανείου και μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης και για τον επόμενο μήνα, το επιτόκιο θα ήταν ίσο με το Libor μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ίσχυε 2 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, προσαυξημένο κατά 1,15%, και β) μετά τη λήξη της προαναφερθείσας περιόδου, το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο, αναπροσαρμοζόμενο κάθε μήνα, ίσο με το εκάστοτε LIBOR μηνός [αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιημένος προς τα άνω μέχρι 4 δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11:00 π.μ., περίπου (ώρα Λονδίνου), δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα μετατροπής του δανείου, για καταθέσεις σε ελβετικά φράγκα, ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και διάρκειας ενός (1) μήνα], όπως αυτό καθορίζεται 2 εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη του προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,15%. Ότι, ακόμη, το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε την 31η.01.2007, κατά το χρόνο δε εκείνο η ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ ήταν 1,6305 και, ειδικότερα, το εκταμιευθέν ποσό των 538.065 CHF αντιστοιχούσε την ημέρα εκείνη σε 330.000 ευρώ, που ήταν και το ποσό που τελικά χορηγήθηκε, καθόσον το δάνειο εκταμιεύτηκε σε ευρώ. Ότι το εν λόγω δάνειο λήφθηκε, προκειμένου να εξοφληθεί το τίμημα αγοράς μίας οικίας, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, ευρισκόμενης στην περιοχή ..... του Δήμου Νίκαιας Ν. Αττικής, προς εξασφάλιση δε των απαιτήσεων της εναγομένης ενεγράφη υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης επί του εν λόγω ακινήτου. Ότι, στη συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μερών η από 08.05.2015 Πρόσθετη Πράξη Τροποποίησης της αρχικής δανειακής σύμβασης, βάσει της οποίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα περίοδος εφαρμογής μειωμένης δόσης, από την 08η.06.2015 και για τους επόμενους 12 μήνες. Ότι, παρόλο που το επίμαχο δάνειο εξυπηρετείται μέχρι και σήμερα με συνέπεια, με μηνια καταβολές σε ευρώ, και έχει καταβληθεί ως τοκοχρεωλύσια το συνολικό ποσό ετών, λόγω δραματικής μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, το υπόλοιπο της οφειλής του ενάγοντος είναι μεταβαλλόμενο και συνεχώς διογκούμενο, έχοντας διαμορφωθεί, την 12η.06.2015, σε 420.565,11 CHF εναπομείναντος κεφαλαίου, αντιστοιχούντος σε 401.724,24 ευρώ, επί τη βάση ισοτιμίας, την ημέρα εκείνη, ευρώ/ελβετικού φράγκου, 1,0469 chf ανά ευρώ. Ότι ο ενάγων, ο οποίος δεν έχει ειδικές οικονομικές γνώσεις (απόφοιτος Λυκείου και επαγγελματίας ποδοσφαιριστής), στερήθηκε της κατάλληλης και εξειδικευμένης ενημέρωσης από τον προστηθέντα υπαλλήλο της εναγόμενης - μη ειδικό σύμβουλο παροχής επενδυτικών συμβουλών σε ξένο νόμισμα -, σχετικά με τους κινδύνους που επρόκειτο να αναλάβει και τη σύνδεση της δανειακής σύμβασης με την αγορά συναλλάγματος, καθόσον αυτός ουδέποτε του γνωστοποίησε, ως όφειλε, ούτε ότι το χορηγούμενο δάνειο ήταν στην ουσία επενδυτικό προϊόν, ούτε τις επιπτώσεις μιας σοβαρής υποτίμησης του ευρώ και τυχόν αύξησης του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου, περιοριζόμενος, αντίθετα, στην ολιγόλεπτη πληροφόρηση περί του ότι το επίμαχο δάνειο σε ελβετικά φράγκα ήταν ιδιαίτερα συμφέρον οικονομικά, γιατί είχε το χαμηλότερο επιτόκιο και, συνεπώς, χαμηλή μηνιαία δόση, καθώς και στη διαβεβαίωση περί του ότι η ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ είναι απόλυτα σταθερή τα τελευταία χρόνια. Ότι, επιπλέον, χορηγήθηκε στον ενάγοντα ενδεικτικό δοσολόγιο για το ύψος των καταβλητέων μέχρι την αποπληρωμή του δανείου σταθερών δόσεων, η δε προοδευτική απομείωση του ποσού ενίσχυσε την πεποίθησή του για τον ασφαλή χαρακτήρα του ληφθέντος δανείου, πλην όμως αυτή (απομείωση) αφορούσε την καταβολή δόσεων σε ελβετικό φράγκο και όχι σε ευρώ. Ότι, ακόμη, τόσο η επίμαχη σύμβαση όσο και το προσάρτημα αυτής περιείχαν προδιατυπωμένους όρους, επί των οποίων δεν έγινε καμία διαπραγμάτευση, άρα ούτε και ως προς τον όρο, ότι οι καταβολές και η εξόφληση του δανείου θα γίνονταν με την ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν κατά την ημέρα πληρωμής. Ότι, πλέον συγκεκριμένα, βάσει του προμνησθέντος άρθρου 7 της επίμαχης συμφωνίας και της σχετικής ρήτρας περί αποπληρωμής των δόσεων του δανείου με βάση την τρέχουσα ισοτιμία κατά την ημέρα της των 145.000 ευρώ περίπου, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίες δόσεις οκτώ καταβολής, την ύπαρξη της οποίας (ρήτρας) ο ενάγων αγνοούσε ανυπαίτια, δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς επίσης και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων που προβλέπουν έτερες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων, έτσι ώστε ο ενάγων καταναλωτής να μπορέσει να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες του προαναφερθέντος όρου και να διαγνώσει, εκ των προτέρων, τόσο το ύψος των μηνιαίων δόσεων, όσο και το ύψος του ανεξόφλητου κεφαλαίου, σε περίπτωση μιας εις βάρος του διαφοροποίησης της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Ότι, επίσης, η διατύπωση του εν λόγω καταχρηστικού όρου δεν πληροί τα κριτήρια διαφάνειας και σαφήνειας του Ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, καθόσον δεν κατέστησε σαφείς τις απορρέουσες εκ της ένδικης δανειακής σύμβασης οικονομικές συνέπειες και οδήγησε στη διάψευση των προσδοκιών του ενάγοντος, αναφορικά με την εξέλιξη της επίμαχης συναλλακτικής του σχέσης με την εναγομένη, ο ίδιος δε αγνοούσε τους αναλαμβανόμενους από αυτόν κινδύνους, δεδομένων των γνώσεων, του επαγγέλματος και του μορφωτικού του επιπέδου. Ότι, συνεπεία τούτων, έχει επέλθει σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών, αποκλειστικά εις βάρος του ενάγοντος, για το λόγο ότι, κατόπιν της δραματικής μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ιδιαίτερα μετά την 15η.01.2015, ο κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα δανειολήπτης καλείται να πληρώσει το κεφάλαιο του δανείου, με προσαύξηση περίπου 60 δεκαδικές μονάδες της ισοτιμίας, επί του οποίου υπολογίζονται πλέον και οι συμφωνηθέντες τόκοι, ενώ η εναγομένη αγόρασε ελβετικά φράγκα σε μία εξαιρετική γι αυτή ισοτιμία σε σχέση με το ευρώ, κατά το χρόνο της αγοράς τους, και, έτσι, σήμερα εισπράττει αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, εκτός από τους τόκους, και κεφάλαιο κατά πολύ μεγαλύτερο από το αρχικώς χορηγηθέν. Βάσει δε των προεκτεθέντων, ο ενάγων, κατά τη δέουσα εκτίμηση του αγωγικού του δικογράφου και ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου του, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον, ζητεί α) να αναγνωριστεί, ότι η διάταξη του άρθρου 7α παρ. 2 της ένδικης δανειακής σύμβασης είναι άκυρη, λόγω καταχρηστικότητας, ως αντί κείμενη στις διατάξεις του Ν. 2251/1994, και ειδικότερα, στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 6 αυτού, σε συνδύασμο με το άρθρο 281 ΑΚ (λόγω της ιδιότητας του ενάγοντος ως καταναλωτικού υπαγόμενου στην προστατευτική λειτουργία του Ν. 2251/1994), β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη, στα πλαίσια ερμηνευτικής συμπλήρωσης του κενού που δημιουργείται μετά την αναγνώριση της ακυρότητας του προμνημονευθέντος όρου, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και επικουρικά αναπροσαρμόζοντας την καταβλητέα παροχή, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, να υπολογίσει το ποσό του ένδικου δανείου με βάση την ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσής του, και συγκεκριμένα, με την ισοτιμία της 31ης.01.2007, ήτοι σε 1 ευρώ προς 1,6305 ελβετικά φράγκα, για όλη τη διάρκεια αυτού και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, ή, διαφορετικά, να το υπολογίσει εξ αρχής, δηλαδή από την 31η.01.2007, σε ευρώ, μέχρι την εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της προκληθείσας σ’ αυτόν ηθικής βλάβης, συνεπεία της προπεριγραφείσας υπαίτιας και παράνομης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της, νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης, δ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, και ε) να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος. Επιπλέον, ο ενάγων, επικαλούμενος την επιβάρυνσή του λόγω της μηνιαίας καταβολής δόσης υπέρογκου ποσού, σε σχέση με την αρχικώς συμφωνηθείσα, λόγω κατεπείγουσας περίπτωσης, αιτείται προσωρινά και έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής, να υπολογισθεί το σύνολο της οφειλής του με βάση την ισοτιμία συναλλάγματος που ίσχυε μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατά το χρόνο εκταμίευσής του δανείου (31.01.2007), δηλαδή 1 προς 1,6305, έτσι ώστε να εκκαθαρίσει το ποσό της απαίτησής της, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, να συμψηφίσει το οφειλόμενο ποσό με τις μέχρι σήμερα καταβολές του ενάγοντος και, τέλος, να υπολογίσει το τυχόν εναπομείναν, τακτικώς και μηνιαίως καταβλητέο, υπόλοιπο κατά τον ίδιο τρόπο, επί τη βάσει της προμνησθείσας ισοτιμίας. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύονται περισσότερες, αφενός, αξιώσεις (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά και νομικές βάσεις (άρθρο 219 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), αφετέρου, καθώς και η με το ίδιο δικόγραφο ασκηθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο [άρθρα 1, 7, 8, 9 εδ. α`, β`, γ, δ`, 10, 18, 25 παρ. 2, 31 παρ. 2 και 3, 33 εδ. α` και 35 ΚΠολΔ (ως προς την αγωγή), και άρθρα 682 παρ. 2, 683 παρ. 1, 3, 684, 686 παρ. 5 και 731 ΚΠολΔ (ως προς την αίτηση, βλ. και ΠολΠρωτΑθ 5249/2005, ΕΕΜΠΔ 2006, σελ. 154, ΠολΠρωτΘεσ/νικης 14712/1998, ΑΡΜ 1998, σελ. 1179)] εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ), η αγωγή, και τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 επ. ΚΠολΔ), η προαναφερόμενη σωρευθείσα αίτηση. Ωστόσο, ο κύριος αγωγικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του υπ’ αριθ. 7α παρ. 2 όρου της επίδικης συμφωνίας στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα ως καταχρηστικού, λόγω υπαγωγής του στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 6 Ν. 2251/1994, πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενος νομίμου ερείσματος, συμπαρασύροντας σε απόρριψη, για την ίδια αιτία και το, άμεσα συναρτώμενο με αυτόν, αυτοτελές αγωγικό αίτημα περί εκ νέου διαμόρφωσης του ύψους των δόσεων του ένδικου δανείου, βάσει της ισοτιμίας ευρώ ελβετικού φράγκου κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, σημειουμένου, ότι η απλή παράθεση στο εισαγωγικό της παρούσας δίκης δικόγραφο του περιεχομένου των πρόσθετων διατάξεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ περί πλάνης, δεν θεμελιώνουν αυτοτελή βάση χρήζουσα διερεύνησης από το Δικαστήριο, αφού δεν εξειδικεύονται τα αγωγικώς ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά, συγκεκριμένα, ως εμπίπτοντα στο ρυθμιστικό πλαίσιο των σχετικών κανόνων δικαίου, ενώ δεν προσαρτάται στο αιτητικό λυσιτελώς αίτημα, με αντικείμενο την ακυρωσία του επίμαχου όρου λόγω πλάνης. Πλέον συγκεκριμένα, ο ένδικος όρος της επίμαχης συμφωνίας, υπό την προπαρατεθείσα έννοιά του, εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους, αφού, βάσει των διαλαμβανομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το περιεχόμενό του επαναλαμβάνει αυτούσια την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγεται απόκλιση από αυτή και χωρίς να συμπληρώνεται η τελευταία με επιπλέον ρυθμίσεις ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, καταλείποντας τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην εναγόμενη τράπεζα, αλλά, αντίθετα, ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το ίδιο ρυθμιστικό πρότυπο, στο οποίο απέβλεπε ο εθνικός νομοθέτης, όταν τη θέσπιζε, έτσι ώστε να μην αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ ΕΟΚ. Η ενσωμάτωση του κατά τα ανωτέρω Γ.Ο.Σ. στο κείμενο της σύμβασης δεν αλλοιώνει τη συγκεκριμένη νομική φύση της, η οποία αποτελεί σύμβαση δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα και όχι σε ημεδαπό νόμισμα με ρήτρα αλλοδαπού νομίσματος (βλ. Γιοβαννόπουλο, ό.π., σελ. 653, 667, υποσημ. 67, όπου και περαιτέρω παραπομπές), ώστε δι’ αυτής να μην επιδιώκονται καθαρά δανειοδοτικοί σκοποί, κατ` απόκλιση από το συμβατικό πρότυπο του δανείου, και η ίδια να προσλαμβάνει χαρακτήρα επενδυτικής υπηρεσίας, με συνέπεια να μην καταλαμβάνεται από τους εν λόγω Γ.Ο.Σ. η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 1 παρ, 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Και τούτο διότι, υποτιθέμενα ως αληθή τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αγωγή, σκοπός του ενάγοντος ήταν η λήψη δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1,19 παρ. 4, 5 και 9 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (και ήδη από 1.1.2017 Οδηγία 2014/65/ΕΕ) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση δέσμευσης κεφαλαίων επί σκοπώ της επερχόμενης αύξησης αυτών και εισροής νέων, ούτε δημιουργίας μεταξύ των διαδίκων ταμειακών ροών ή πραγματικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, προς απόληψη περαιτέρω οικονομικού κέρδους από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επενδυτική εκμετάλλευση του δανείσματος [βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 3ης Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση C-312/14 (Banif Plus Bank Zrt. κατά ..., ..), σκέψεις 54 - 76]. Περαιτέρω, η περιέλευση του δανείσματος από την περιουσία του δανειοδότη σε αυτή του δανειολήπτη δύναται να λαμβάνει χώρα με οποιονδήποτε ισοδύναμο προς τη μεταβίβαση της κυριότητας οικονομικό τρόπο, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, με τη μετατροπή του δανείσματος από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και την απόδοση, στη συνέχεια, του ποσού αυτού σε ευρώ, ενώ δεν είναι αναγκαίο να συνδέεται η οικεία σύμβαση με πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά δύναται να χορηγείται αυτό από την τράπεζα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προερχόμενου, είτε από άντληση κεφαλαίων στο οικείο νόμισμα από τη χρηματαγορά, είτε από δανεισμό της τράπεζας από τη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου, δεδομένου του ότι δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί στη σύναψη δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα (ΠολΠρωτΑθ 1588/2017, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνάγεται, δηλαδή, ότι πρόκειται για συνήθη σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα και όχι για επενδυτικό προϊόν με κεφαλαίο κτητικό σκοπό, καθώς η χρηματική ροή είναι από την τράπεζα προς τον πελάτη και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η ενημέρωση του συναλλασσόμενου να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, έτσι ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, όπως προβλέπεται στο Κεφάλαιο Β, άρθρο 1 περ. Στ`, παρ. 2 του πδ/τος 2501/2002, που αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα επενδυτικών προϊόντων (ΕφΘρακ 21/2017, Α`δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε τούτου, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα η νομοθεσία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ούτε απαιτείται ο εκάστοτε υπάλληλος της τράπεζας, που είναι αρμόδιος για την κατάρτιση τέτοιου είδους συμβάσεων, να διαθέτει πιστοποιητικό τύπου Β1, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 Ν. 3371/2005, καθόσον τα χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής, ως στεγαστικού δανείου, δεν απαιτούν ειδικές γνώσεις, όπως αυτές που πιστοποιεί το πιστοποιητικό τύπου Β1, το οποίο αφορά σε σύνθετα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (ΠολΠρωτΤρικαλ 15/2017, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή στην υπ` αριθ. Υπόθεσης C- 312/14 Banif Pius Bank Zrt κατά ... απόφαση του ΔΕΕ). Εξάλλου, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί, ότι ο επίμαχος υπ’ αριθ. 7α παρ. 2 όρος ήταν καταχρηστικός, και συνεπώς άκυρος, τότε, βάσει των προρηθεισών νομικών παραδοχών, το αντίστοιχο κενό που θα ανέκυπτε στην επίδικη σύμβαση θα έπρεπε να πληρωθεί, κατά πρόταξη του ενδοτικού δικαίου της συμπληρωτικής ερμηνείας, και πάλι με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, ως της πρότυπης ρύθμισης του ημεδαπού εθνικού δικαίου που αρμόζει απόλυτα στην ένδικη συμβατική σχέση και με την οποία ο εθνικός νομοθέτης εγγυάται την ισόρροπη κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, οπότε θα επέρχονταν τα ίδια αποτελέσματα για την εξέλιξη της σύμβασης (ΠολΠρωτΑθ 1623/2017, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΑθ 662/2017, αδημ.). Αξίζει δε να σημειωθεί και obiter dicta, ότι ο οικείος όρος της σύμβασης δεν φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα ούτε πάσχει αοριστίας, κατά το περιεχόμενό του - όπως αναφέρθηκε και ως άνω - ενόψει του ότι η παροχή (μηνιαία δόση) προσδιορίζεται με επάρκεια και η ακριβής καταγραφή της ανάγεται σε απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, δεδομένου ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστικό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσόμενων και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη δε ημερήσια από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα (βλ. ΠολΠρωτΑθ 1125/2017, αδημ.). Επίσης, όσον αφορά στην επικουρική βάση της αγωγής, περί αναπροσαρμογής της επίδικης δανειακής σύμβασης, τόσο με γνώμονα την ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, όσο και επί τη βάσει της θεώρησης της επίμαχης συμφωνίας εξ αρχής καταρτισθείσας σε ευρώ, κατ` άρθρο 288 ΑΚ, τούτη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εντεύθεν δε, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Και τούτο διότι, δεν εκτίθενται από τον ενάγοντα εκείνα τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από τη στάθμιση των οποίων να μπορεί το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, βάσει των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (ΕφΘρακ 21/2017, ό.π.), και ιδίως δεν προσδιορίζεται το συνολικό κόστος του συγκεκριμένου δανεισμού του έως τη διάρκεια αποπληρωμής του, αφού συνυπολογιστεί και το όφελος, το οποίο αντλεί από το χαμηλό επιτόκιο Libor έναντι του Euribor, αν είχε συνομολογήσει δάνειο σε εγχώριο νόμισμα (ευρώ), ούτε και η επιβάρυνση της εναγόμενης από τη μετακύλιση αποκ λειστικά σε αυτή του αναληφθέντος από τον ενάγοντα συναλλαγματικού κινδύνου, η έκταση της οποίας (επιβάρυνσης) προφανώς διαφοροποιείται ανάλογα με το εάν η εναγομένη τράπεζα διέθεσε ίδια κεφάλαια σε συνάλλαγμα κατά τη χορήγηση του δανείου στον ενάγοντα ή προέβη κι αυτή σε αντίστοιχο δανεισμό, απευθυνόμενη στη διατραπεζική αγορά, οπότε θα υφίστατο και ή ίδια ανάλογο κίνδυνο συναλλαγματικής ισοτιμίας και αντίστοιχο κόστος αντιστάθμισής του, δοθέντος ότι η διεργασία του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει την αναπροσαρμογής συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα αναπροσαρμοστεί η παροχή στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1325/2013, Α` δημοσίευση
ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρωτΡεθυμν 31/2016, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον δε ότι, το προμνησθέν αίτημα αναπροσαρμογής σαν το δάνειο να είχε εξ αρχής καταρτιστεί σε ευρώ, πάσχει ούτως ή άλλως αοριστίας, δεδομένου ότι, προκειμένου η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει κατά μετατροπή ως άλλη, πρέπει αυτός που επιδιώκει τη μετατροπή να επικαλεσθεί (και να
αποδείξει), ότι η μετατροπή αυτή ανταποκρίνεται στη βούληση αμφοτέρων των μερών, ότι, δηλαδή, αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα, θα ήθελαν η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει κατά μετατροπή ως άλλη, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση, ο Δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει σ’ αυτήν την περίπτωση την υποθετική βούληση των μερών, εν προκειμένω δε, ο εναγών
δεν εκθέτει αυτά τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 121/2014, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 841/2009, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1892/2008, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πέραν δε τούτων, το αίτημα του ενάγοντος να τροποποιηθεί η ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, σαν να
είχε εξ αρχής το δάνειο ληφθεί σε ευρώ, ούτως ώστε να οριστεί το ανεξόφλητο οφειλόμενο κεφάλαιο στο ποσό που θα όφειλε στην εναγόμενη, αν το δάνειο είχε εξ αρχής ληφθεί σε ευρώ, αφού ληφθούν υπόψη και συμψηφιστούν οι καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί, κρίνεται, κατ’ επάλληλη αιτιολογία,ως νόμω αβάσιμο, κατά το μέρος που αναφέρεται σε χρόνο προγενέστερο της
άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι, αν η εν λόγω σύμβαση τροποποιηθεί κατ` αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, αφού ληφθούν υπόψη οι καταβολές που έχουν γίνει και στην περίπτωση που το δάνειο είχε εξαρχής ληφθεί σε ευρώ, η τροποποίηση αυτή ενεργεί και αναδρομικά (και όχι μόνο μελλοντικά) και μόνο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο, λόγω του διαπλαστικού
χαρακτήρα της σχετικής δικαστικής απόφασης (ΑΠ 2022/2014, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 3/2014, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, νόμω αβάσιμο τυγχάνει και το αγωγικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, συνεπεία της προκληθείσας σ` αυτόν ηθικής βλάβης, καθόσον αυτός δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά έτερα ή βαρύτερα της αθέτησης
της υποχρέωσης του προστηθέντος της εναγόμενης υπαλλήλου να του παράσχει ακριβείς πληροφορίες, ως προς το συναλλαγματικό κίνδυνο, που αναλάμβανε με τη σύναψη της ένδικης σύμβασης, δυνάμενα να αξιολογηθούν ως αδίκοπραξία, κατά τους όρους των κανόνων δικαίου 914 ή 919 ΑΚ, στοιχειοθετούντα το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 386 ΠΚ, με την αναφορά, περαιτέρω, και του στοιχείου της επιδίωξης παράνομου περιουσιακού οφέλους, εκ μέρους της εναγομένης, από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, μη νομιμοποιούμενος, ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Άλλωστε, οι επικαλούμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις του υπαλλήλου της εναγομένης δεν στοιχειοθετούν παράνομη συμπεριφορά συνδεόμενη αιτιωδώς με το παραπάνω αποτέλεσμα του μεταβλητού και απρόβλεπτου της απορρέουσας από την ένδικη συμφωνία οφειλής του, τα όποια δε επικαλούμενα συναισθήματα εξαπάτησης και άγχους του ενάγοντος οφείλονται στη δυσμενή εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου - ευρώ και όχι σε αυτήν καθ’ εαυτή τη σύνδεση της οφειλής με τη συγκεκριμένη ισοτιμία. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, η μεν κρινόμενη αγωγή για τους προαναφερθέντες επιμέρους λόγους, η δε σωρευόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως αβάσιμη, καθόσον, μετά την απόρριψη της κύριας αγωγής, πιθανολογείται, ότι δεν υφίσταται το επικαλούμενο από τον ενάγοντα, ως χρήζον προσωρινής προστασίας, ασφαλιστέο δικαίωμα. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ απάντων των διαδίκων, ενόψει του ότι, κατά την κρίση,του Δικαστηρίου, η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106, 179 ΚΠολΔ, βλ. και ΕφΠειρ (Μον) 768/2014, Α` δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], όλα τα ανωτέρω κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 19.06.2015 και υπ` αριθ. έκθεσης κατάθεσης ..../19.06.2015
αγωγή και την με αυτή σωρευθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.06.2015 και υπ` αριθ. έκθεσης κατάθεσης ..../19.06.2015 αγωγή
και την με αυτή σωρευθείσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ απάντων των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 04.07.2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15.09.2017, παρουσία της Γραμματέως και απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Π.Β.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου