Αριθμός απόφασης: 205/2013 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - Αμφισβήτηση της κυριότητας επί ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο. Δημόσια κτήματα. Τύχη οθωμανικών κτημάτων μετά την σύσταση του ελληνικού κράτους. Προϋποθέσεις για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ιδιωτικά δάση. Υποχρέωση των ιδιοκτητών των δασικών εκτάσεων, για την αναγνώριση αυτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να μην θεωρηθούν στην αντίθετη περίπτωση ως δημόσια δάση

205/2013 ΜΠΡ ΑΘ ( 695430)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αμφισβήτηση της κυριότητας επί ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο. Δημόσια κτήματα. Τύχη οθωμανικών κτημάτων μετά την σύσταση του ελληνικού κράτους. Προϋποθέσεις για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ιδιωτικά δάση. Υποχρέωση των ιδιοκτητών των δασικών εκτάσεων, για την αναγνώριση αυτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να μην θεωρηθούν στην αντίθετη περίπτωση ως....
δημόσια δάση. Κατοχύρωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του τεκμηρίου κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Κτήση της κυριότητας επί ακινήτου του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο. Προϋποθέσεις. Απορρίπτει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

          Αριθμός απόφασης: 205/2013
   ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Κτηματολογική Δικαστή Αριάδνη Καρνάρου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Αναστασία Χατζίκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ................... του ............ και της .............., κατοίκου .............. Αττικής (οδός .....................................αριθ. ...... - Ν. Βουτζάς), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Κουντουράκη.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Δικαστική Αντιπρόσωπο Σωτηρία Κοσμά.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-12-2011 και με αριθμό καταθέσεως 226556/15961/21-12-
2011 αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την προκειμένη δικάσιμο του Δικαστηρίου και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος και η Δικαστική Αντιπρόσωπος του Δημοσίου ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

                                                      ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

                                                      ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 182,56 τμ. κατά τον τίτλο κτήσεως αυτού, ευρισκόμενου στη θέση «....................» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ........... - ....... Αττικής, όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην ίδια αγωγή. Ότι έχει αποκτήσει, από 18-5-1976, την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με συμβόλαιο και μεταγραφή αυτού, εξ αγοράς από τους πωλητές .............. ................................... σύζ. .............................. το γένος ...................................................., .................................. και ........ σύζ. ..................... το γένος ................ Ότι - καθΆ υποφορά - υπάρχει αδιάσπαστη σειρά διαδοχικών νομίμων μεταβιβάσεων του ίδιου ακινήτου μεταξύ των δικαιοπαρόχων του, από τους ανωτέρω άμεσους μέχρι τους απώτερους, αναγόμενη στη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς υπ` αριθ. ...../1976 της Συμβ/φου Αθηνών ........................ - ............., που έχει νόμιμα μεταγράφει και αφορά ευρύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το ήδη επίδικο ακίνητο. Ότι ο εμφανιζόμενος ως κληρονομούμενος στο αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο, ........................, είχε καταστεί κύριος του ευρύτερου πωληθέντος ακινήτου, από κληρονομιά του πατέρα του (χωρίς χρονολογία και ειδικότερη μνεία δικαιοπαρόχου). Ότι του ίδιου ακινήτου ο ενάγων έχει καταστεί κύριος και με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τακτική χρησικτησία, δηλαδή με τουλάχιστον 10ετή βάσει νόμιμου τίτλου καλόπιστη νομή, αλλιώς με έκτακτη, προσμετρώντας, σε κάθε περίπτωση, και στη νομή του, τη με τις ίδιες προϋποθέσεις, νομή των δικαιοπαρόχων του, της νομής αυτής συνισταμένης σε καλλιέργεια του ακινήτου, συλλογή των καρπών, οριοθέτηση, πληρωμή τελών και φόρων καθώς και οικοδόμηση αυτού και χρήση ως κατοικία. Ότι το αντίδικο Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του στο επίδικο, καταχωρίσθηκε δε το ίδιο, αναληθώς, στις πρώτες εγγραφές του οικείου Κτηματολογίου, ως ιδιοκτήτης του ακινήτου αυτού, με ΚΑΕΚ ............................. Με τα περιστατικά αυτά, ο ενάγων ζητεί, (1) να αναγνωρισθεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης του επιδίκου, αξίας 70.000 ευρώ, έναντι του Δημοσίου, (2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του αποδώσει το επίδικο ακίνητο, διατασσομένης της αποβολής του απ`αυτό, άλλως να παύσει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, (3) να διαταχθεί η διόρθωση στο οικείο Κτηματολόγιο της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με την οποία φέρεται αναληθώς το εναγόμενο να έχει την κυριότητα του επιδίκου, και να καταχωρισθεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης στη θέση του αντιδίκου του και (4) να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική του δαπάνη.

Μ` αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, 7, 8, 9, 11 αριθμ. 1, 13, 14 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, για το παραδεκτό της οποίας: (1) Η αγωγή ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/98, εντός 10 ετών από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ, (Β` 527/27-4-2006), της απόφασης του ΟΚΧΕ κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ίδιου νόμου, (2) η αγωγή έχει καταχωρισθεί στο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογίου, που τηρείται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο ......, κατ` άρθρο 12 παρ. 1, περ. ιβΆ του ν. 2664/98, που υποκαθιστά την εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθ/κείου, κατ` άρθρο 220 ΚΠολΔ., (βλ. ΑΠ 452/2011 ΝΟΜΟΣ και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑν.ΚΠολΔ., συμπληρ. τόμ. Η`, άρθρο 220, αριθ. 10), εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατά την 21-12-2011 κατάθεσή της, βάσει του τελευταίου άρθρου του ΚΠολΔ., που έχει ανάλογη εφαρμογή, ως προς την εκεί τασσόμενη προθεσμία, και επί των καταχωρίσεων στο Κτηματολόγιο, (βλ. Γ. Μαγουλά, Κτηματολογικές εγγραφές παρ. 4-β, σελ. 31 επ.), ήτοι καταχωρίσθηκε στις 21-12-2011, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό καταχώρισης υπ` αριθ. πρωτ. 3323/21-12- 2011 του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου, ενώ αφετέρου ο εναγών, πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, τήρησε την επιβαλλόμενη προδικασία, βάσει του άρθρου 8 παρ. 1 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», όπως ίσχυε κατόπιν της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, οι οποίες έχουν ήδη, (δηλ. κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής), καταργηθεί, ως προς τις αγωγές του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/98, με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3983/17-6-2011, με την επίδοση της από 15-4-2011 αίτησης θεραπείας προς το Ελληνικό Δημόσιο για την επίδικη διαφορά και την πάροδο του νόμιμου εξαμήνου από την άσκησή της με επίδοση στις 19-4-2011 (βλ. την υπ`αριθ. 7845(Γ)/19-4-2011 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημήτρη Καρακωστή και το υπ` αριθ. πρωτ. 217217/2348/11-7-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης «Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος» του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που νόμιμα προσκομίζονται με επίκληση από τον ενάγοντα) και την κοινοποίηση της αγωγής στον Προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου ......., με την υπ` αριθ. 2125(Γ)/24-1 -
2012 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μερκούρη Καρακωστή, η οποία επίσης καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 3983/2011 (ΦΕΚ A 144/17-6- 2011). Η αγωγή είναι ορισμένη ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, παρά το ότι δεν περιέχει ειδικότερο προσδιορισμό της θέσης του επιδίκου εντός του ευρύτερου ακινήτου, του οποίου παλαιότερα αποτελούσε μέρος, αφού αυτό προσδιορίζεται επαρκώς ως ανεξάρτητο και αυτοτελές πλέον ακίνητο, κατά τρόπο που δεν δήμιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, έτσι ώστε δεν εμποδίζεται το εναγόμενο ν` αμυνθεί και το Δικαστήριο να προσδιορίσει τα αποδεικτέα θέματα. Η αγωγή, με το ανωτέρω ιστορικό και αιτήματα, είναι νόμιμη, καθόσον στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων: 6 παρ. 2 του ν. 2664/98, 70 του ΚΠολΔ., 513, 947, 948, 974, 983, 999, 1000, 1033, 1041-1043, 1045, 1051, 1094, 1192, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας ν. 8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 πανδ. (23.3), όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, (23-2-1946), υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Μη νόμιμο και απορριπτέο είναι το αίτημα περί απαγορεύσεως κάθε μελλοντικής διαταράξεως, διότι αυτό δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις περί αγωγής αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο και περί διορθώσεως πρώτης ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής, που προσβάλλει το δικαίωμα αυτό. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν δεδομένου ότι έχουν καταβληθεί τα απαιτούμενα τέλη δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. τα υπΆ αριθμ. 106236, 106237, 162976, 162977 σειράς Α παράβολα αγωγοσήμου μετά των επικολληθέντων ενσήμων ΤΠΔΑ και το υπ`αριθμ. 685963 παράβολο ΕΤΑΑ-ΤΑΝ), καθότι κατ άρθρο 72 παρ. 14 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ ΑΆ 165/25.7.2011 - Μεταβατικές διατάξεις), η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942, η οποία τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 του ίδιου (ως άνω) νόμου και προβλέπει πλέον την καταβολή δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές, εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, ήτοι μετά την 25.7.2011, η δε υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης δικογράφου, κατατέθηκε την 21.12.2011 ήτοι μετά από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 3994/2011.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφενός, αρνήθηκε την κυριότητα του αντιδίκου του, αφετέρου, ισχυρίσθηκε δική του κυριότητα, προς επιστήριξη της οποίας επικαλέσθηκε σωρευτικά τις ακόλουθες νομικές βάσεις: (1) Το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και τα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19- 6/1-7-1830, καθώς και τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος», με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο διαδέχθηκε το Οθωμανικό, σε συνδυασμό και με κατάληψη βάσει δικαιώματος πολέμου και δήμευση. (2) Κατ` εφαρμογή των διατάξεων του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών". (3) Το χαρακτήρα του επιδίκου ανέκαθεν ως χορτολιβαδικού, γεγονός που δημιουργεί τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου. (4) Την κτήση από αυτό πρωτοτύπως κυριότητας στο επίδικο, βάσει τακτικής, αλλιώς έκτακτης χρησικτησίας, υπό τις προϋποθέσεις του προϊσχύσαντος β/ρ δικαίου και του ΑΚ, με την οποία καταλύθηκαν οποιαδήποτε τυχόν ιδιωτικά δικαιώματα σε αυτό. Και (5) Την κατάληψη του ίδιου ακίνητου από το Δημόσιο, ως αδέσποτου.

Όσον αφορά την επικαλούμενη από το Δημόσιο κτήση δυνάμει των διεθνών συνθηκών συστάσεως του ελληνικού κράτους κλπ., σε συνδυασμό με τη μορφολογική φύση του επιδίκου ως χορτολιβαδικού, λεκτέα τα ακόλουθα: (Α) Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, «έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ` αυτών πράξιν νομής». Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, «νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη, α),.. β) επί των λοιπών αγροτικών κτημάτων διά τακτικής καλλιέργειας και γ)...». Επίσης κατά μεν το άρθρο 3 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, «η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει, είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα», κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, «τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ιδιώτης καταλαμβάνει αυθαιρέτως δημόσιο κτήμα, το οποίο είναι αγροτικό, (ήτοι κατάλληλο για αγροτική καλλιέργεια) και εκμεταλλεύεται τούτο με τακτική καλλιέργεια σύμφωνα με τον προορισμό του, (λ.χ. με σπορά δημητριακών), θεωρείται ότι ασκεί «νομή» επ` αυτού. Όμως η εν λόγω "νομή" είναι πράγματι απλή κατοχή, (άρθρο 997 Α.Κ.), αφού δεν επιδικάζεται στον τυχόν ενάγοντα ιδιώτη, ούτε και θεμελιώνει, οσοδήποτε μακρά και αν είναι, δικαίωμα κυριότητας στο κτήμα του Δημοσίου με χρησικτησία, το οποίο (Δημόσιο) και μόνον θεωρείται νομέας, προστατεύεται δε αυτός (ο ιδιώτης) από τις ανωτέρω διατάξεις μόνον έναντι τρίτων, όσον αφορά την τακτική καλλιέργεια του αγροτικού κτήματος, (ΑΠ 462/1990 ΕΕΝ 199178 και ΝΟΜΟΣ).

(Β) Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος» και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-
6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος» και του άρθρου 16 του ν. της 21-6/10-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης, που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο, είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως «πολεμικώ δικαιώματι», (βλ. ΑΠ 472/1899 Θεμ. ΙΑ` 347, Γ. Καριψιάδη, «Η Ελλάδα ως διάδοχο κράτος», έκδ. Α. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 2000, σελ. 137 - 145 και 178 επ. και τις εκεί παρατιθέμενες παλαιότερες αποφάσεις, ιδιαίτερα δε τις ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871, ΑΠ 80/1877, ΕΑ 13502/1855).

Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, (3-2- 1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες, (βλ. τον ίδιο, ό.π., σελ. 161 επ. και 178 επ. και τις εκεί αναφερόμενες ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877). Όσον αφορά δε τα ακίνητα, που ευρίσκοντο εντός όλων των εδαφών που τελικά συναποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος, στην ελληνική ή στην τουρκική ζώνη κατοχής αδιακρίτως, κατά την ημερομηνία διακηρύξεως της ανεξαρτησίας (3-2-1830) και τα οποία κατέχονταν από Έλληνες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους, (βλ. ΕΑ 1162/02 ΝοΒ 2002.1281 και τις εκεί αναφερόμενες ΑΠ 472/1899 Θεμ. ΙΑ`.347, ΑΠ 269/1898 Θεμ. Γ.34, επίσης ΕΑ 2516/08 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 2874/1959 ΕΕΝ 27.592 και ΕφΠατρ. 281/1981 ΝοΒ 29.118, καθώς και τον ίδιο ό.π. σελ. 197 - 200 και τις εκεί παρατιθέμενες ΕΑ 13502/1855 και 14116/1856). Ειδικότερα στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κατοχής, (1827-
1833), και ειδικότερα το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ` όλης της γης που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, αναγνώρισε στους υπηκόους του Έλληνες και Τούρκους ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα ακίνητα, που κατείχαν νόμιμα κατά το οθωμανικό δίκαιο, τα οποία αργότερα με την περιέλευση της περιοχής στο Ελληνικό Κράτος αναγνωρίσθηκαν και από αυτό δυνάμει της Συνθήκης της Κων/πόλεως και του Πρωτοκόλλου της 3-2-1830, (βλ. ΕΑ 1162/2002 ο.π., ΕΑ 5279/08 ΝΟΜΟΣ, Ευθ. Κουρουσόπουλο, Δασική Ιδιοκτησία και Διαχείρισις, σελ. 183-185 και 198). Κατά δε το οθωμανικό δίκαιο επί δημοσίων γαιών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και τα οριζόμενα σήμερα ως δάση και λιβάδια, το οθωμανικό δημόσιο μπορούσε να παραχωρήσει σε ιδιώτες ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως Δήμοι - Κοινότητες, Μονές κλπ., όχι κυριότητα υπό την σημερινή έννοια, αλλά νόμιμη κατοχή και ειδικότερα δικαίωμα διηνεκούς φυσικής εξουσιάσεως, (οιονεί επικαρπίας), με την χορήγηση «ταπίου», δηλαδή επίσημου τίτλου παραχωρήσεως, που εξέδιδε κρατικός υπάλληλος, (βλ. ΑΠ 749/89 ΕλΔ. 31.1258, Κων. Παπαδόπουλο, «Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου», Αθήνα 1989, τ. Α`, σελ.529, Γ. Καριψιάδη, ό.π., σελ. 94), ενώ κτήση κυριότητας με χρησικτησία δεν αναγνωριζόταν, (βλ. ΑΠ 1053/82 ΕλΔ. 24. 210, ΑΠ 416/63 ΕΕΝ 30.875, ΕφΔωδ. 183/09 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5279/08 ΝΟΜΟΣ και ΕΑ 2579/06, επίσης Κων/νο Παπαδόπουλο ο.π., παρ. 244. 5, σελ. 562).

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα ευρισκόμενα στην περιφέρεια του σημερινού Νομού Αττικής, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως - όχι, όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και εν συνεχεία δημεύσεως - εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται (και δεν αποδεικνύει), ότι, κατά την κήρυξη της ανεξαρτησίας, το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα βάσει έγκυρων οθωμανικών τίτλων σε ιδιώτες, Έλληνες ή Οθωμανούς, ή ότι κατεχόταν από αυτούς, έστω και με άκυρους οθωμανικούς τίτλους. Όμως, η κτηθείσα κατ` αυτόν τον τρόπο κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μπορούσε να ανατραπεί από ιδιώτες με συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας μέχρι την 11-9-1915, κατά τους όρους του τότε ισχύοντος βυζαντινο-ρωμαϊκού δικαίου.

(Γ) Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι «εξουσιάσεως» θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου, (βλ. ΕΑ 1162/02 ό.π., ΕΑ 5279/08 ό.π.). Ο ορισμός της έννοιας του δάσους, κατά το ελληνικό δίκαιο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ71888 «περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», (ήτοι εδαφική έκταση, καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων) και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνθείς ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες, (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και της οικολογικής λειτουργίας τους), ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 57 του ν.3077/1924, 45 του ν.4173/1929, (όπως τροπ. με τα άρθρα 9 του α.ν. 3/1935 και 1 του α.ν. 857/1937), 1 του ν.δ. 69/1969 και 3 του ν.998/1979, (ΑΠ 552/98 ΕλΔ.39.1284, ΕΑ 1 162/02 ό.π.).

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.δ. της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα δάση, για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι με την υπόψη διαδικασία και κατέχονταν από ιδιώτες, δήμους ή κοινότητες και μοναστήρια, χαρακτηρίζονταν ως «διακατεχόμενα». Ο διακάτοχος αντιστοιχεί, ως όρος, στον κατά τον ΑΚ νομέα, (βλ. ΕΑ 5279/08 ό.π. και ΕΑ 6598/06 αδημοσίευτη). Στα τοιαύτα, δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα, δάση ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από τους διακατόχους-νομείς αυτών ιδιώτες ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμοι, μοναστήρια κλπ., όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο αγροτικό ή αστικό κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ β.ρ. δίκαιο, με έκτακτη χρησικτησία, [βλ. ν.8 παρ.8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.4), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3)]. Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα (30) τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη. Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων, [βλ. ν.27 Πανδ. (18.1), 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 Πανδ.
(50.16)]. Την ύπαρξη της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στην διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα. Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερβείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 «περί δικαιοστασίου», σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22-4/16-5- 1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», (ΟλΑΠ 75/87 ΝοΒ 37.84 και ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 840/10 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 266/10 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 102/10 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2058/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 815/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ. 279/2010 ΝΟΜΟΣ).

(Δ) Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προκύπτει, ότι, επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με τη συμπλήρωση τριακονταετίας μέχρι την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις των δασικών κωδίκων, που τέθηκαν σε ισχύ αργότερα, ειδικότερα δε εκείνες του άρθρου 215 του ν.4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του αν.ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του αν.ν. 192/1946 που επαναλήφθηκε με το άρθρο 58 του ν.δ.86/1969 «περί Δασικού Κώδικος», με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων γενικά δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι η εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, βοσκή και λοιπές αγροτικές πράξεις επί των δημοσίων δασών δεν θεωρούνται ποτέ ως πράξεις νομής ή οιονεί νομής, (βλ. ΑΠ 840/10 ο.π., ΕΑ 5279/08 ο.π., ΕΑ 5996/08 αδημ., ΕΑ 6598/06 αδημ. ΕφΝαυπλ. 410/07 ΕφΑΔ 2009.163 και ΝΟΜΟΣ). Ούτε, άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ71885 «περί βεβαιώσεως και εισπράξεως των εγγείων φόρων και του δικαιώματος της επικαρπίας», που ορίζει ότι το Δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί «τη νομική κατοχή» του επί των εθνικών και εκκλησιαστικών γαιών και κτημάτων, εφόσον ελάμβανε δικαίωμα επικαρπίας μέχρι τέλους 1843, εκτός αν απώλεσε αυτή με δικαστική απόφαση ή με ρητή παραίτηση, προκύπτει, ότι είναι ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον και μέχρι την 11-9-1915 τα ακίνητα αυτά, διότι με την εν λόγω διάταξη απλώς διατηρούνται τα δικαιώματα του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ακινήτων αυτών, (βλ. ΑΠ 1528/03 ΕλΔ. 46.1716 και ΕΑ 5279/08 ο.π.).

(Ε) Προκειμένου για εκτάσεις ασκεπείς με φρυγανώδη βλάστηση, που δεν περικλείονται από δασικές εκτάσεις, ούτε βρίσκονται σε υψόμετρο υπεράνω δασών και δεν έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το νόμο «χορτολιβαδικές», (άρθρο 3 παρ. 3, σε συνδ. με 6β` του ν. 998/1979), ισχύει το ακόλουθο, ανάλογο με εκείνο των δασικών εκτάσεων νομικό καθεστώς: Κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 12-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834», όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο «ταπί» εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ` της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφετέρου από τις προαναφερθείσες διατάξεις: περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ71855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ71912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από τρίτους, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (βλ. ΑΠ 730-731/04 ο.π.). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος της 12-12-1833 εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση.

Από τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις υπό τα ως άνω στοιχεία Α` έως ΕΆ συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, προτείνει νόμιμα ένσταση ιδίας κυριότητας, στηριζόμενη σε όλες τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενόψει της φύσης του εδάφους του επιδίκου ως δασικού/χορτολιβαδικού, (όχι όμως και λόγω καταλήψεως με δικαίωμα πολέμου και δημεύσεως, εφόσον το επίδικο βρίσκεται στην Αττική).

Την ένσταση αυτή ιδίας κυριότητας αρνείται ο ενάγων, ώστε πρέπει να ερευνηθεί και κατ` ουσία. Εξάλλου, προς απόκρουση του εν λόγω ισχυρισμού, ο ίδιος διάδικος, (ήτοι για να καταλύσει το τυχόν αποδειχθησόμενο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου), προτείνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς αντενστάσεις του: Κατ` εκτίμηση και καθ` υποφορά στην αγωγή του, (α) ισχυρίσθηκε ότι είχε συμπληρωθεί υπέρ των δικαιοπαρόχων του έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο πριν από την 11-9-1915, (βλ. ΑΠ 874/06 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 7301/04 ΕλΔ.47.1020-1021, ΑΠ 178/04 ΕλΔ. 45.1685, ΑΠ 1359/02 ΝοΒ 51.450, ΑΠ 1404/98 ΕλΔ. 40.85, ΑΠ 191/97 ΕλΔ.38.1543, ΑΠ 956/90 ΕλΔ.31.324, ΟλΑΠ 75/87 ΝοΒ 37.84, ΑΠ 701/78, ΕΑ 1162/02 ό.π., Κων. Παπαδόπουλο ό.π., σελ. 82-83 και 529). Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, σύμφωνα με τις αμέσως προηγούμενες διατάξεις και αποβαίνει ερευνητέος και από ουσιαστική άποψη, (β) Ότι το εναγόμενο ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα κυριότητάς του το οποίο αποδυναμώθηκε διότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος μέλη της οικογένειας ............ νέμονταν το επίδικο από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και σήμερα και το εναγόμενο παρακολουθούσε τις διακατοχικές πράξεις τους και αδρανούσε δημιουργώντας την πεποίθηση στον ενάγοντα ότι, ακόμη και άν υφίσταται δικαίωμα αυτού επί του επιδίκου, αυτό δεν θα το διεκδικήσει στο μέλλον, επικαλείται δε προς θεμελίωση της αντένστασής του το με αρ. Κ 9021/326 από 31-7-78 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών και το από 29-7-78 απόσπασμα σχεδιαγράμματος του Ελληνικού Δημοσίου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση. Είναι νόμιμη, στηρίζεται στο άρθρο 281 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα), που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα
επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ` αριθμ. ......../18-5-1976 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών .............. ............................... αναπληρούντος τη συμβολαιογράφο Αθηνών ................................ που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...... στον τόμο ... και αριθμό ..., ο ενάγων αγόρασε από τους ..................................... του ............................ σύζ. ................................. το γένος ........................., ................. του ......................, ................. του ................... και ...... σύζ. ........................ το γένος ......................., το υπ`αριθμόν ένα (I) τμήμα ενός αγροτεμαχίου κείμενου εις θέσιν «.............» της κτηματικής περκρερείας του Δήμου ..................... - ........... Αττικής εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου τούτου, συνολικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 340,15, διαχωριζόμενον εις δύο τμήματα διά της δημοτικής οδού ...................... - ................ ως ταύτα εμφαίνονται υπό τους αριθμούς ένα (I) και δύο (2) εις το από Απριλίου 1976 τοπογραφικόν σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......................... .........., το οποίο προσαρτάται στο υπ`αριθμ. ......../18-5-1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ............................................. Εκ τούτων το υπ`αριθμόν ένα (1) τμήμα εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία A Β Γ Δ Α του ως άνω τοπογραφικού έχει επιφάνειαν μέτρα τετραγωνικά εκατόν ογδοήκοντα δύο και 56/οο (182,56) και συνορεύεται Βορείως επί πλευράς Β Γ μέτρων είκοσι δύο και 70/οο (22,70) με ιδιοκτησίαν .......................... Νοτίως επί πλευράς Α Δ μέτρων είκοσι και 90/οο (20,90) με ιδιοκτησίαν Αφών ..................... Ανατολικώς επί πλευράς A Β μέτρων οκτώ και 65/οο (8,65) με παραλίαν και Δυτικώς επί πλευράς Γ Δ μέτρων οκτώ και 20/οο (8,20) με δημοτικήν οδόν και πέραν ταύτης με το έτερον τμήμα υπ`αριθμόν δύο (2) του ιδίου αγροτεμαχίου και μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση 187,72 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή «................» του Δήμου .................... Αττικής, εκτός σχεδίου πόλεως, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες Πολεοδομικές διατάξεις, δεν υπόκειται στις διατάξεις του Ν. 1337/83, όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία A, Β, Γ, Δ, Α στο από Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Βασιλείου Γλύτση και συνορεύει γύρωθεν, σύμφωνα με το
παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς ΒΓ μέτρων 22,58 με ιδιοκτησία ........... ...................., ....................., ................................... και ........................., νότια επί πλευράς ΑΔ μέτρων 22,06 με ιδιοκτησία Σιδέρη, ανατολικά επί πλευράς ΑΒ μέτρων 8,64 με παραλία και δυτικά επί πλευράς ΓΔ μέτρων 8,20 με Λ. Βραυρώνος και έχει συντεταγμένες σύμφωνα με το ΕΓΣΑ 87

Α.ΣΗΜΕΙΟΥ            X              Y   

A                  Χ=500724.74   Υ=4197814.85   
Β                  Χ=500727.93      Υ=4197822.88   
Γ                  Χ=500706.45      Υ=4197829.89   
Δ                  Χ=500703.90      Υ=4197822.10   

Το ως άνω ακίνητο, στα πλαίσια κτηματογράφησης της περιοχής έλαβε ΚΑΕΚ ....................... στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ........ που σύμφωνα με το κτηματολόγιο έχει εμβαδόν 175 τ.μ.. Στους ως άνω δικαιοπαρόχους του ενάγοντος είχε περιέλθει η κυριότητα ευρύτερης έκτασης 500 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το ήδη επίδικο αγροτεμάχιο, δυνάμει της υπ` αριθμ. ...../18-4-1976 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ............................, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ......... στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ...., κατά ποσοστά: α) 6/18 στον ..............., β) 6/18 στην ....... σύζ. ...... το γένος ....., γ) 2/18 στον ...... του ......., δ) 2/18 στον ............. και ε) 2/18 στην ........ σύζ. ............. το γένος .............., λόγω αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα των δύο πρώτων και παππού των λοιπών τριών .................. και της ...................................., ο οποίος απεβίωσε χωρίς ν` αφήσει διαθήκη την 12-4-1948 σε ηλικία 81 ετών, την κληρονομιά δε αυτή οι τρεις τελευταίοι αποδέχθηκαν και για λογαριασμό του πατέρα τους ............................................. και της ..............., ο οποίος απεβίωσε χωρίς ναφήσει διαθήκη την 28-5-1966. Κατά την παραπάνω
συμβολαιογραφική πράξη ο ................................................................., που απεβίωσε στα Σπάτα στις 12-4-1948, είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το επίδικο με ΚΑΕΚ ................................ φέρει το χαρακτήρα δασικής έκτασης κατά την έννοια του νόμου, όπως προκύπτει από το υπ`αριθμ. πρωτ. 267/8-3-2012 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ανατ. Αττικής, διότι εμπίπτει σε ευρύτερη έκταση που έφερε κατά το παρελθόν δασική βλάστηση, η οποία σύμφωνα με τον θεωρημένο Δασικό Χάρτη του Δήμου .......... φέρει τον ακόλουθο κωδικό αριθμό: ΔΑ......................... (δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1937, άλλης μορφής χρήσης έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1998, καθώς και στις αυτοψίες κατά τη σύνταξη του Δασικού Χάρτη), συνολικής εκτάσεως 44.078,90 τ.μ.. Το γεωτεμάχιο του υπ`αριθ. ΚΑΕΚ ..................... περιλαμβάνεται επίσης στον Προσωρινό Κτηματικό Χάρτη (Π.Κ.Χ.) και Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (Π.Κ.Π.) του Δήμου ............., που συντάχθηκαν με βάση τον Ν. 248/76 και αναρτήθηκαν στις 09/09/1985. Εμπίπτει δε στην έκταση με κωδικούς αριθμούς 1260207422.2, 1260207432.3 και 1260207424, που χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια έκταση, όπως απεικονίζεται με κόκκινο χρωματισμό, στο προσαρτώμενο στο παραπάνω έγγραφο, απόσπασμα (Π.Κ.Χ.) που αναγράφεται ως εξής:

Κωδικός Αριθμός  Μορφή έκτασης κατά την κτημ/ση  Παρατηρήσεις   Χαρακτηρισμός Ιδιοκτησίας
                                              (έτους 1985)   
1260207422.2                  Μη δασική έκταση           Δασική έκταση     Δημόσια δασική έκταση   
                                                                              στις
                                                                           αεροφωτογραφίες του
                                                                             έτους 1937 και
                                                    μη δασική στις Α/Φ 1939 και 1945    Δημόσια δασική έκταση
   
1260207432.3      Μη δασική έκταση    Δασική έκταση
                                                                              στις                Δημόσια δασική έκταση
                                                       αεροφωτογραφίες των ετών
                                                                      1937, 1939 και 1945
       
1260207424    Μη δασική έκταση      Δασική έκταση                          Δημόσια έκταση   
                             (παραλία)              στις αεροφωτογραφίες
                                                                των ετών
                                                          1937, 1939 και 1945.
                                           Με το υπ`αρ. 52/7-3-83 ΦΕΚ είναι παραλία                  

Έπειτα από την ανάρτηση του προαναφερθέντος Π.Κ.Χ., δόθηκε η δυνατότητα στους πολίτες που αξίωναν δικαιώματα εντός των δασικών εκτάσεων να υποβάλλουν αντιρρήσεις. Ο ως άνω χάρτης (Π.Κ.Χ.) παρεμένει σε ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 16 του άρθρου 28 του Ν. 2664/98 και χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για την σύνταξη του Δασικού Χάρτη Δ. ..............., σε υπόβαθρο Ορθοφωτοχάρτη έτους 1998, με σύστημα συντεταγμένων το Ε.Γ.Σ.Α. 87. Το δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από το προσκομιζόμενο με αρ. πρωτ. Κ.9021/326/31-7- 1978 έγγραφο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών «... έγινε αυτοψία, μέτρηση και εφαρμογή των οριογραμμών του αιγιαλού και της παραλίας στη θέση «............» .......... Αττικής, όπου βρίσκεται το αυθαίρετο κτίσμα του ............................., από τον παρ`ημίν Τοπογράφο Μηχανικό ........................... Από τις ανωτέρω εργασίες προέκυψε ότι το αυθαίρετο αυτό κτίσμα βρίσκεται μεταξύ της παραλιακής οδού και της θαλάσσης, αλλά έξω από τον αιγιαλό και την παραλία. Η απόσταση του κτίσματος από την οριογραμμή του αιγιαλού είναι 11,50 μ. περίπου ...» και το συνημμένο σ`αυτό τοπογραφικό διάγραμμα με το από 29-7-1978 υπόμνημα του Τοπογράφου Μηχανικού ........................ «Στο διάγραμμα αυτό τοποθετήθηκε ύστερα από μέτρηση το νέο κτίσμα του ........................... Το νέο κτίσμα δεν βρίσκεται στον αιγιαλό και στο προς τη θάλασσα όριο δεν έχει περιφραχθεί. Το νέο κτίσμα βρίσκεται σε απόσταση 11.50 μ. περίπου από τον αιγιαλό», διότι από τα έγγραφα αυτά συνάγεται ότι οι αντίστοιχες υπηρεσίες αντιμετώπισαν αποκλειστικά το ζήτημα εάν η οικοδομή του ενάγοντος έχει κτιστεί στον αιγιαλό και δεν μπορεί να θεμελιωθεί σ`αυτά ένσταση για καταχρηστική άσκηση/αποδυνάμωση δικαιώματος του δημοσίου. Συνεπώς εφόσον το επίδικο έφερε τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού δημοσίου κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17/29-11-1836 διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ` αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία, ανεξάρτητα αν τούτο ενήργησε ή όχι πράξεις νομής επ`αυτού. Ο εναγών επικαλείται στην αγωγή του ότι από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα η οικογένεια ................. κατείχε και νεμόταν το ευρύτερο ακίνητο αδιατάρακτα και συγκεκριμένα καλλιεργώντας αυτό και συλλέγοντας καρπούς. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι δεν αποδείχθηκε πότε αυτό περιήλθε στην περιουσία του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος .................. του ................ και της ............., ποιος ήταν κύριος του επιδίκου πριν περιέλθει σ`αυτόν, τί είδους πράξεις νομής ασκούσαν, επί πόσο συγκεκριμένα χρονικό διάστημα και αν ήταν καλόπιστοι υπό την έννοια του τότε ισχύοντος β/ρ δικαίου και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι, για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον πριν από την 11-9-1915 και έκτοτε μέχρι το θάνατό του την 12-4-1948, κατείχε και νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, αυτός και οι δικαιοπάροχοι αυτού, το τεμάχιο έκτασης 500 τ.μ. τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ασκώντας τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του παραπάνω ακινήτου διακατοχικές πράξεις. Συνεπώς, ο εναγών δεν απέκτησε επ`αυτού κυριότητα με τον πρωτότυπο τρόπο που αναφέρει στην αγωγή του. Εξάλλου, στα πλαίσια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, η περιοχή ............. του Νομού Αττικής, όπου βρίσκεται το επίδικο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, οι οποίες ήδη ολοκληρώθηκαν, ως ημερομηνία δε έναρξης ισχύος του θεσμού του Κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή ορίσθηκε, η 27-4-2006 και το επίδικο ακίνητο σήμερα εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ............. με ΚΑΕΚ ........................ και φέρεται ότι ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 100% στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με
αναφερόμενη αιτία κτήσης «Νόμο» μετά από ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου (βλ. το από 27-3-2012 αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου). Επομένως, η επίδικη πρώτη εγγραφή, κατά την οποία το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ........................ φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου είναι ακριβής. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Η δικαστική δαπάνη του εναγόμενου πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ενάγοντος λόγω της ήττας του (176 ΚΠολΔ).

                                            ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουάριου 2013, απάντων των διαδίκων και της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος, καθώς και της εκπροσωπούσας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο Δικαστικής Αντιπροσώπου.

                              Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Μ.Τ.



 

Σχόλια