758/2017 ΑΠ ( 713720) - Διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει για το ορισμένο της αγωγής του, το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω στο ακίνητο, καθώς και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Επί απόρριψης της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμης, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντα, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγόμενου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένσταση του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα

758/2017 ΑΠ ( 713720)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει για το ορισμένο της αγωγής του, το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω στο ακίνητο, καθώς και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Επί απόρριψης της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμης, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντα, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγόμενου, αφού η..
απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένσταση του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής και όχι γιατί έγινε δεκτή η ως άνω ένσταση του εναγόμενου, η έρευνα της οποίας κατέστη περιττή. Κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία. Άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Απόρριψη της αναίρεσης της υπ’αριθμ. 3146/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.


Αριθμός 758/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα


 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

 Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", (...) που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύοντος στου ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον .....

 Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1) Ι. Κ. Γ. κατοίκου ..., 2) Α. χήρας Μ. Α., κατοίκου ..., 3) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 4) Ε. Α. του Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ....., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

 Των αναιρεσίβλητων-καθων η κλήση 5) Λ. Τ. του Δ. και 6) Τ. συζ. Λ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

 Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2005 αγωγή - προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 11-1-2006 κύρια παρέμβαση των 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6140/2006 μη οριστική, 4219/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 3146/2014 του Εφετείου Αθηνών.

 Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον, με την από 14-1-2015 αίτησή του.

 Εκδόθηκε η 578/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την από 23-11-2016 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες επανέφεραν προς συζήτηση την ως άνω αίτηση.

 Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 13-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ... και .../7.12.2106 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Σ. Α. αποδεικνύεται ότι: α) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 14/1/2015 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 21/9/2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 578/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και β) ακριβές αντίγραφο της από 23/11/2016 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (15/3/2017) επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, στους πέμπτο και έκτο από αυτούς, Λ. και Τ. Τ.. Όμως οι τελευταίοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

 Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2,568 παρ. 4 εδάφ. β’ ΚΠολΔ).

 Από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1192 ΑΚ προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 973, 974, 999, 1000, 1041, 1045, 1051 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο επί συνεχή δεκαετία, για δε την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με το συνυπολογισμό και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, ο ενάγων επί διεκδικητικής αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητας του πάνω σε αυτό (ακίνητο) και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει. Αν, όμως, απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητος του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένσταση του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής και όχι γιατί έγινε δεκτή η πιο πάνω ένσταση του εναγομένου, η έρευνα της οποίας κατέστη περιττή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή τους στο νόμο, οπότε ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 24/1992). Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση για την παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αυτούς αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας του δικαστηρίου ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 48/2000).

 Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα τμήματα είναι α) τμήμα οικοπέδου εμβαδού 652,50 τ.μ. επί οικοπέδου εκτάσεως 2 στρεμμάτων περίπου, το οποίο εμφαίνεται με ... στο από Νοέμβριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β. Α. , με στοιχεία ..., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ... Αττικής, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού " ..." του ..., το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς 39-40 μήκους 12,08 μ. με το υπ’ ... οικόπεδο του αυτού διαγράμματος , νότια σε καμπύλη γραμμή επί προσώπου ... μήκους 25,82 μ. με τη συμβολή των οδών ... , ανατολικά επί πλευράς 40-74-41 μήκους εν μέρει 12,08 μ. με το υπ’ ... οικόπεδο και μήκους εν μέρει 32,72 μ. με το υπ’ ... οικόπεδο του αυτού σχεδιαγράμματος και δυτικά επί πλευράς ... μήκους 40,45 μ. με υπόλοιπο τμήμα του υπ’ ... οικοπέδου και β) τμήμα του οικοπέδου με ... του αυτού ..., εκτάσεως 1.733,30 τ.μ., που εμφαίνεται με στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, που συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά ... του σχεδιαγράμματος με την οδό ... πλάτους 10 μ. , νότια σε πλευρά ... εν μέρει με ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με υπ’ ... οικόπεδο, ανατολικά σε πλευρά 10-39 του σχεδιαγράμματος με το υπ’ ... οικόπεδο και δυτικά σε πλευρά ... με το υπόλοιπο τμήμα του υπ’ ... οικοπέδου . Τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα αποτελούσαν αρχικά τμήμα του αγροκτήματος "..." , εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Δήμου ... και ανήκε κατά κυριότητα στον Γ. Α. Σ.. Με το διάταγμα της 22-24/Νοέμβριος 1924 του Υπουργείου Γεωργίας, που καταχωρήθηκε στο υπ’ ...1 της 26 Νοεμβρίου 1924 ΦΕΚ, το αγρόκτημα αυτό κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, σύμφωνα με τον αγροτικό νόμο προς αγροτική αποκατάσταση των καλλιεργητών της περιοχής. Για το λόγο αυτό συστάθηκαν δύο συνεταιρισμοί και συγκεκριμένα ο Συνεταιρισμός ... ... ... και ο Συνεταιρισμός .. ... ..., στους οποίους εγράφησαν ως μέλη οι δικαιούμενοι γεωργικής αποκατάστασης από τα δύο χωριά ... και ... και ο σχετικός πίνακας αυτών εγκρίθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας. Οι παραπάνω συνεταιρισμοί δυνάμει του υπ’ ....../18-12-1925 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... ( τόμος ... και αυξ. ...1), αγόρασαν από τον Γ. Σ. την ανωτέρω έκταση εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία, ενώ με το ήδη υπογραφέν από αυτούς από 13-10-1925 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέλαβαν την υποχρέωση να διανείμουν μεταξύ τους, κατά τα οριζόμενα σε αυτό, την εν λόγω αγορασθείσα έκταση. Ακολούθως έγινε καταμέτρηση του κτήματος "..." , που συνορεύει κατά τον ανωτέρω τίτλο, με ... και εκείθεν με ... πενήντα μέτρων κάτω, και διαιρέθηκε αυτό σε τέσσερα τμήματα, με αλφαβητικά στοιχεία, από νότο προς βορρά, Α, Β, Γ, Δ, επιφανείας 1340, 3215, 1340, 3215 στρεμμάτων αντίστοιχα, και ένα πέμπτο που η έκταση του δεν αναφέρεται, δυτικά των πρώτων, με στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, ι, κ, λ, α, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από 27-2-1926 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Π.. Περαιτέρω με το υπ’ αριθ. .../2-3-1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... (..., αυξ. ...05), οι δύο συνεταιρισμοί διένειμαν τα πρώτα τέσσερα τμήματα και έλαβε ο συνεταιρισμός ... τα υπό στοιχεία Α και Γ και ο συνεταιρισμός ... τα υπό στοιχεία Β και Δ. Στο τελευταίο βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, στη θέση "...", ενώ το πέμπτο τμήμα συμφωνήσαν να αφεθεί αδιανέμητο έτσι ώστε, μετά τον από κοινού καθορισμό της έκτασης που θα άφηναν στον Γ. Σ. προς σχηματισμό του κλήρου του, κατά τα συμφωνηθέντα με το ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης, η έκταση που θα πλεονάζει και που ανήκει και στους δύο εξ διαιρετού, να προστεθεί στο υπό στοιχείο Δ τμήμα του κτήματος, που είχε περιέλθει με τη διανομή στο συνεταιρισμό ..., ο οποίος σε αντάλλαγμα θα παραχωρούσε στο συνεταιρισμό ... και δη στο τμήμα υπό στοιχείο Γ, που είχε περιέλθει σε αυτόν από τη διανομή, έκταση ίση με το μισό της προσαύξησης που θα γινόταν στο δικό του τμήμα από την προσθήκη της έκτασης που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του μεγάλου ρέματος. Μετά την παραπάνω διανομή ο συνεταιρισμός "..." μεταβίβασε στα μέλη του, που ήταν συνεπή στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, το 1/20 εξ αδιαιρέτου των τμημάτων Β και Δ και του ημίσεως εξ αδιαιρέτου της αδιανέμητης παραπάνω έκτασης. Πλην όμως 16 καλλιεργητές, μεταξύ των οποίων και ο Δ. Σ. του Γ., απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, αρνήθηκαν να καταβάλουν τις ορισθείσες δόσεις, με αποτέλεσμα να διαγραφούν από μέλη του συνεταιρισμού, ο οποίος στη συνέχεια διαλύθηκε αφού εκπλήρωσε το σκοπό για τον οποίο είχε συσταθεί, ενώ οι λοιποί 184 κληρούχοι προέβησαν σε νέα καταμέτρηση του επικοίνου και ακολούθως σε νέο καταμερισμό αυτού σε 184 κλήρους και άτυπη μεταξύ τους διανομή αυτών (κλήρων). Οι 16 όμως αυτοί καλλιεργητές είχαν ήδη καταλάβει συγκεκριμένα εδαφικά τμήματα του επίκοινου κτήματος, που είχε διανεμηθεί στο συνεταιρισμό "..." και παρά τη διαγραφή τους συνέχισαν την καλλιέργεια αυτών. Τούτο είχε ως συνέπεια κάποιοι κληρούχοι του συνεταιρισμού γα στραφούν εναντίον τους δικαστικά, καταθέτοντας στο Ειρηνοδικείο ... σχετικές αιτήσεις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής. Στις 11-10-1926 συζητήθηκε η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Β. Χ. κατά των Ι. Γ., Κ. Γ., Δ. Σ. Χ. (απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων) και Ι. Λ.. Σ. Π., κατά την οποία παρενέβησαν προσθέτως υπέρ των αιτούντων όλοι οι λοιποί κληρούχοι του αγροκτήματος. Κατά τη δικάσιμο αυτή τα διάδικα μέρη συμβιβάστηκαν και συντάχθηκε το υπ’ ...31/1926 πρακτικό, με το οποίο τα μέλη του συνεταιρισμού, που είχαν ασκήσει τις εκκρεμείς κατ’ εκείνο το χρόνο αιτήσεις τους κατά των παραπάνω 16 καλλιεργητών, παραιτήθηκαν από αυτές και μαζί με τον αιτούντα της δικαζόμενης αίτησης και τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, συνομολόγησαν ότι οι 16 καθών η παραπάνω αίτηση καλλιεργητές, μεταξύ των οποίων και ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ. Σ. του Γ., είναι και αυτοί δικαιούχοι του αγροκτήματος, ίσης εκτάσεως με τους λοιπούς, αγρών και δάσους, δικαιούμενοι να λάβουν κλήρο της αυτής εκτάσεως με τους λοιπούς, ανέλαβαν δε την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον καθένα επί του υπό στοιχείο Δ τμήματος του σχεδιαγράμματος του Α. Π., μερίδιο ίσης έκτασης με το 1/200 του αγροκτήματος "..." που είχε συνολικά λάβει ο παραπάνω συνεταιρισμός "...", κατ’ απόλυτη εκλογή των κληρούχων, αρχομένη από νότο προς βορρά και με την υπόσχεση ότι η γη αυτή θα είναι ίσης ποιότητας με την ήδη διανεμηθείσα. Οι δε κληρούχοι, υπέρ των οποίων έγινε η παραχώρηση, αποδέχθηκαν τις προς αυτούς παραχωρούμενες εκτάσεις, για την εκλογή των οποίων θα συνεννοούνταν οι 16 καλλιεργητές μεταξύ τους. Από το συνταχθέν αυτό πρακτικό, στο οποίο γίνεται λόγος για παραχωρούμενες εκτάσεις ίσες προς το 1/200 των τμημάτων Β και Δ του συνεταιρισμού "..." και για την εκλογή της γης και όχι για εξ αδιαιρέτου μερίδια, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι μετά τη διάλυση του ανωτέρω συνεταιρισμού έλαβε χώρα μεταξύ των μελών του άτυπη διά κλήρου διανομή του μεγαλύτερου ακινήτου της ιδιοκτησίας του. Εκτός από τα ανωτέρω στοιχεία, το γεγονός της άτυπης διανομής της ιδιοκτησίας του παραπάνω συνεταιρισμού ενισχύεται και από τα συμβόλαια που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εναγόμενοι, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι διάφορα μέλη του εν λόγω συνεταιρισμού μεταβίβασαν σε μεταγενέστερο χρόνο, διακεκριμένα εδαφικά τμήματα του μεγαλύτερου αυτού ακινήτου. Ειδικότερα στα υπ’ ......-12-
1972 και .../17-4-1973 συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Μ. Α. Μ., υπ’ αριθ. ...-5-1984 και ...-8-
1984 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. συζ. Δ. Μ. και υπ’ ......-4-1974 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Κ. - Γ., γίνεται ρητή αναφορά για άτυπη διανομή μεταξύ όλων των εξ αδιαιρέτου αρχικών μεριδούχων, και έκτοτε για συνεχή και αδιάλειπτη νομή και κατοχή καθενός από αυτούς, διάνοια αποκλειστικών κυρίων, εν γνώσει όλων των υπολοίπων συνεταίρων που συμμετείχαν στη διανομή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ. Γ. Σ. Χ. με την ως άνω άτυπη διανομή, έλαβε στο τμήμα υπό στοιχείο Δ , όπως είχε συμφωνηθεί με το πρακτικό, στη θέση "...", συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα, επιφανείας 25 στρεμμάτων περίπου, δηλαδή ίσο με το 1/200 της συνολικής έκτασης που είχε ο συνεταιρισμός "..." των 5.000 στρεμμάτων, ήτοι 1340 το Β’ τμήμα, συν 3215 το Δ’ τμήμα, συν 1/2 εξ αδιαιρέτου δηλ. 500 στρέμματα από το αδιαίρετο τμήμα των 1.000 στρεμμάτων. Το ακίνητο αυτό ο δικαιοπάροχος των εναγομένων καλλιεργούσε μέχρι το θάνατο του, που συνέβη στις 15-10-1963. Οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγος του Μ. χήρα Δ. Σ. και τα τέκνα του Γ. συζ. Α. Μ., Κ. Σ., Χ. Σ. και Ε. συζ. Κ. Π., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού με την υπ’ ....../1974 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...), μετά το θάνατο αυτού, εξακολούθησαν τις ανωτέρω πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους μέχρι το έτος 1974 που διαίρεσαν το εν λόγω ακίνητο σε 12 οικόπεδα και προέβησαν σε πώληση αυτών. Ας σημειωθεί ότι η περιοχή "..." ... Αττικής υπήχθη το έτος 1972 στο σχέδιο πόλεως και τα παραπάνω οικόπεδα εντάχθηκαν στα οικοδομικά τετράγωνα .... Ειδικότερα με το υπ’ αριθ. .../21-6-1975 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. Γ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (..., αυξ. .....), οι ανωτέρω κληρονόμοι του Δ. Σ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ι. Γ. το ως άνω υπό στοιχ. α’ οικόπεδο, εκτάσεως 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στο ... και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεως "βόρεια με το υπ’ ... οικόπεδο του αυτού οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με ιδιοκτησία Π. Π., ανατολικά με το υπ’ ... οικόπεδο και οδόν και νότια με αμπέλους ιδιοκτητών πρακτικού …", τμήμα του οποίου, εκτάσεως 652,50 τ.μ., αποτελεί το πρώτο από τα επίδικα (φερόμενο στην αγωγή με ...). Εξάλλου με το υπ’ ...... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (..., αυξ. ...59), οι κληρονόμοι του Δ. Σ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Α. Α. και στο σύζυγο της Μ. Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το ως άνω υπό στοιχ. β’ οικόπεδο του ..., εμβαδού 2.240 τ.μ., τμήμα του οποίου, εκτάσεως 1.733,30 τ.μ. , αποτελεί το δεύτερο από τα επίδικα (φερόμενο στην αγωγή με ...), ενώ το ποσοστό εξ αδιαιρέτου του Μ. Α. περιήλθε μετά το θάνατο του, στις 24-6-1986, στα τέκνα του και εναγόμενες-εφεσίβλητες Ε. και Ε. Α., δυνάμει της από 29-4-1986 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 11-7-1986 με το .../1986 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ 1236/1986 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την υπ’ ....../8-2-1988 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ. Σ. - Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον ... και .... Μετά την αγορά των επιδίκων ακινήτων οι εναγόμενοι αγοραστές αυτών, ειδικοί διάδοχοι των κληρονόμων του Δ. Σ., άσκησαν επ’ αυτών συνεχώς την φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και σε συνδυασμό με τους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (7-9-2005) και συγκεκριμένα τα επέβλεπαν με τακτικές επισκέψεις και τα οριοθέτησαν με τοποθέτηση σταθερών ορόσημων από τσιμέντο, ενώ το έτος 1985 τα περιέφραξαν με συρματόπλεγμα και το οποίο αντικατέστησαν περί το έτος 1995. Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν καταστεί κύριοι των επιδίκων ακινήτων, αφού απέκτησαν την κυριότητα αυτών από αληθινούς κυρίους και μάλιστα με παράγωγο τρόπο με τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα και μεταγραφή αυτών στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών και επιπροσθέτως με τακτική χρησικτησία, με την άσκηση πράξεων νομής με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίων και καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών και με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών με συνυπολογισμό της νομής και των δικαιοπαρόχων τους. Το ενάγον και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία ... με την κρινόμενη αγωγή ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του με ......1985 διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ., νομίμως μεταγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα αυτοτελών οικοπέδων, με ελάχιστο εμβαδό 2.000 τ.μ. έκαστο, μεταξύ δε αυτών είναι και τα επίδικα και ότι μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου προέβη σε οριοθέτηση των οικοπέδων του με σταθερά ορόσημα, επιμελήθηκε για την εκτέλεση έργων οδοποιίας και την κατασκευή δικτύου ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεφωνικής σύνδεσης, ενώ καθημερινά μηχανικοί και υπάλληλοι αυτού προέβαιναν σε επιτόπιες επισκέψεις και επιμελούνταν για τη φύλαξη αυτών, έχοντας καταστεί κύριος των παραχωρηθέντων οικοπέδων τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι το έτος 2003 οι εναγόμενοι κατέλαβαν παράνομα, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Γ. έκταση 652,50 τ.μ. και οι λοιποί εναγόμενοι έκταση 1.733,30 τ.μ. των περιγραφομένων στην αγωγή οικοπέδων (επιδίκων), επικαλούμενοι δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ενάγοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα το ενάγον πράγματι το έτος 1972 αγόρασε στη θέση "..." από τους αρχικούς κληρούχους και τους διαδόχους αυτών έκταση 785,5 στρεμμάτων, ενώ σε αγορά μεγαλύτερης έκτασης, 1.751 στρεμμάτων περίπου, προέβη και ο ....με την επωνυμία "...". Το έτος 1985 οι δύο αυτοί συνεταιρισμοί καθώς και τρίτοι ιδιώτες, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι εναγόμενοι, προέβησαν δυνάμει του ως άνω υπ’ ......1985 διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ., σε διανομή των ιδιοκτησιών τους . Πλην όμως αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα περιλήφθησαν στο εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο και ακολούθως διανεμήθηκαν στο ενάγον, χωρίς όμως να περιλαμβάνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας των συμβαλλομένων μερών και των δικαιοπαρόχων τους. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι το ενάγον ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων, αφού τα τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, καλλιεργούντο αποκλειστικά από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων Δ. Γ. Σ. μέχρι το θάνατο του (1963) και ακολούθως από τους κληρονόμους του μέχρι την πώληση τους στους εναγόμενους, οι οποίοι στη συνέχεια επιμελούνταν τούτων. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων Κ. Δ. και ενισχύονται από τα παρακάτω νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα: 1) Τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσεως κυριότητας των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους. 2) Την από 6-8-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Β. Π., η οποία διετάχθη με την υπ’ αριθ. .../1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αφορμή την άσκηση της από 12-2-1999 αγωγής του Οικοδομικού Συνεταιρισμού ".. ..." μεταξύ άλλων και κατά των εναγομένων, με την οποία ο εν λόγω συνεταιρισμός διεκδικούσε και τα επίδικα, στην οποία ο ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει με επαρκή και σαφή αιτιολογία στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα οικόπεδα περιλαμβάνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων (πωλητήρια συμβόλαια του έτους 1974), σε συνδυασμό με τον τίτλο του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Δ. Σ. του Γ. ήτοι "στο υπ’ ...31/1926 πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας σε συνδυασμό επίσης με την άτυπη γενομένη τότε (1926) διανομή ορισμένων εκτάσεων, ως η επίδικη", 3) Την από Ιούνιο 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., η οποία διετάχθη με την υπ’ 2163/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αφορμή την άσκηση τριτανακοπής των κυρίως παρεμβαινόντων Λ. Τ. και Τ. συζ. Λ. Τ., με την οποία οι τελευταίοι ισχυρίζονταν ότι είναι συγκύριοι με τον ενάγοντα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του πρώτου εκ των επιδίκων οικοπέδων, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος φέρεται να έχει καταληφθεί παράνομα από τον εναγόμενο Ι. Γ., στην οποία ο ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του εναγόμενου Ι. Γ. ήτοι στο υπ’ αριθ. .../1975 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Κ. καθώς και στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του ήτοι στα υπ’ ....../1974 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς, .../1926 διανεμητήριο συμβόλαιο, .../1925 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και υπ’ ...31/1926 πρακτικό Ειρηνοδικείου ..., ενώ περιλαμβάνεται και στο υπ’ ...... διανεμητήριο συμβόλαιο, που επικαλείται ως τίτλο ιδιοκτησίας του το ενάγον, χωρίς όμως να περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των συμβαλλομένων στο ανωτέρω συμβόλαιο (1...) μερών και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. 4) Την υπ’ ...... πράξη τακτοποίησης ορίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. μεταξύ του ενάγοντος και ιδιωτών - ιδιοκτητών οικοπέδων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... Αττικής, στην οποία, μετά από εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας των συμβαλλομένων που πραγματοποιήθηκε από τοπογράφο-μηχανικό του ιδίου του ενάγοντος, το τελευταίο αποδέχθηκε ότι τα οικόπεδα που είχαν διανεμηθεί με το υπ’ ...... διανεμητήριο συμβόλαιο και ευρίσκοντο στα Ο.Τ. ..., ταυτίζονταν με την έκταση ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Δ. Σ. του Γ. και δεν ανήκαν στην ιδιοκτησία του (ενάγοντος), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ... ευρίσκεται μεταξύ των Ο.Τ. ... σύμφωνα με την ως άνω από 6-
8-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Π. και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από το ενάγον από 4-6-1974 και 10-5-1974 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Β. Γ.. Τα ανωτέρω περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Δ. Α., ο οποίος περιορίστηκε στο να καταθέσει ότι τα επίδικα οικόπεδα διανεμήθηκαν στον ενάγοντα με το ως άνω υπ’ ......1985 διανεμητήριο συμβόλαιο και έκτοτε το τελευταίο εκτέλεσε σειρά έργων υποδομής στην ευρύτερη περιοχή και ενώ περαιτέρω ομολογεί ότι το έτος 1985 οι εναγόμενοι τοποθέτησαν περίφραξη με συρματόπλεγμα στα επίδικα, αδυνατεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το ενάγον αδράνησε να τα διεκδίκησα, για είκοσι τουλάχιστον έτη (χρόνος κατάθεσης της κρινόμενης αγωγής 7-9-2005). Αλλά και από τα έγγραφα τα οποία επικαλείται και προσκομίζει το ενάγον δεν αντικρούονται όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, ενόψει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία κατά τρόπο σαφή, αντικειμενικό και πειστικό επιβεβαιώνουν την παραπάνω κρίση. Ειδικότερα το ενάγον προσκομίζει και επικαλείται το υπ’ ......-3-1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Σ., ισχυριζόμενο ότι με αυτό ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ. Σ. του Γ. είχε αποκτήσει ποσοστό 1/200 εξ αδιαιρέτου της επίμαχης περιοχής "...", το οποίο αντιστοιχούσε σε έκταση μόνο 16 στρεμμάτων (3215 στρέμματα η συνολική έκταση Χ 1/200 = 16 στρέμματα), εκ των οποίων τα 12 στρέμματα αντιστοιχούσαν στο δασικό τμήμα της περιοχής (που έμεινε αδιανέμητο μεταξύ των κληρούχων του συνεταιρισμού καλλιεργητών "...") και όχι 25 στρέμματα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ενάγοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο καθόσον το ανωτέρω συμβόλαιο, με το οποίο φέρεται ο Συνεταιρισμός ... ... - ... να μεταβιβάζει μεταξύ άλλων καλλιεργητών και στον ως άνω Δ. Σ. του Γ., ως ομάδα δικαιούχων, το 1/20 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία Β και Δ διακεκριμένων τμημάτων του αγροκτήματος, τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος για την αγορά αυτή ήτοι η μη καταβολή αυτού καθιστούσε την εν λόγω αγοραπωλησία ως μη γενομένη. Όπως δε προαναφέρθηκε, ο Δ. Γ. Σ. ανήκε στην ομάδα των 16 κληρούχων που δεν κατέβαλαν το τίμημα και συνέχισαν να καλλιεργούν διαιρετά τμήματα του αγροκτήματος, τα οποία είχαν καταλάβει, γεγονός που οδήγησε σε δικαστικούς μεταξύ των κληρούχων αγώνες, που έλαβαν τέλος με την υπογραφή του υπ’ 231/1926 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.

 Συνεπώς το ανωτέρω συμβόλαιο κατέστη ανενεργές, η ύπαρξη του δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση και επιπροσθέτως, ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από τον ως άνω πραγματογνώμονα Γ. Μ. .Επίσης είναι άνευ σημασίας α) το γεγονός ότι οι κληρονόμοι του Δ. Σ. προέβησαν το έτος 1974 σε αποδοχή κληρονομιάς, αναφορικά με το ως άνω ακίνητο του τελευταίου στη θέση "...", εκτάσεως 25 στρεμμάτων, ενώ δεν περιέλαβαν τούτο στην αρχική πράξη αποδοχής κληρονομιάς αυτού (συμβόλαιο με ....../1964 του συμβολαιογράφου ... Β. Π.), η οποία αφορά τριάντα αγροτικά ακίνητα αυτού σε άλλες περιοχές της κοινότητας ... Αττικής (... κ.λ.π.), καθώς και στην υπ’ ....../1964 πράξη διανομής των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, αφού η σύνταξη της τυπικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς δεν έχει χρονικούς περιορισμούς και β) το γεγονός ότι ο ανωτέρω Δ. Σ. εμφανίζεται στα επικαλούμενα από το ενάγον συμβολαιογραφικά έγγραφα με διάφορα παρατσούκλια (Χ., Μ.), αφού από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ουδεμία αμφιβολία προέκυψε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Ως εκ τούτου οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του ενάγοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες . Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου για όλα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν ενισχύεται α) από την με αριθ. 4609/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 28-5-1995 αναγνωριστική αγωγή των εναγομένων κατά του Οικοδομικού Συνεταιρισμού ".. ..." και αναγνωρίστηκαν κύριοι των επιδίκων οικοπέδων, ενώ απορρίφθηκε η από 12-2-1996 αγωγή του ως άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, που στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά των εναγομένων, με την οποία ο εν λόγω συνεταιρισμός ζητούσε να αναγνωριστεί αυτός κύριος τούτων (επιδίκων) και β) από την με αριθ. 5395/2010 αμετάκλητη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η από 14-7- 2004 τριτανακοπή των κυρίως παρεμβαινόντων Λ. Τ. και Τ. Τ., με την οποία επιχειρούσαν την ανατροπή της παραπάνω υπ’ αριθ. 4609/2003 αμετάκλητης απόφασης ισχυριζόμενοι ότι αυτοί είναι συγκύριοι με τον ενάγοντα του πρώτου εκ των επιδίκων ακινήτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη, από 2-9-2005, διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησε: α) ν’ αναγνωριστεί η συγκυριότητα και η αποκλειστική κυριότητά του στα περιγραφόμενα ακίνητα, αντίστοιχα, που έχει ως βάση τον παράγωγο, άλλως τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία) και β) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι τα κατέχουν παράνομα, να του τα αποδώσουν, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και, ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

 Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, μεταξύ των άλλων, ότι τα επίδικα ακίνητα, τα οποία περιλήφθηκαν στο ...1985 διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ. και στη συνέχεια, φέρονται ότι περιήλθαν, κατά κυριότητα, στον αναιρεσείοντα δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους ιδιοκτησίας των εκεί συμβαλλομένων και των δικαιοπαρόχων τους, καθώς και ότι ο αναιρεσείων δεν ασκούσε πράξεις νομής στα πιο πάνω ακίνητα και ότι, συνεπώς, ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος αυτών ούτε με παράγωγο, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης και δεν στέρησε την πληττόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στα επίδικα ακίνητα. Οι περαιτέρω παραδοχές της απόφασης, ως προς την απόδειξη του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα ακίνητα αυτά (με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο) διατυπώθηκαν ως εκ περισσού και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της παραπάνω κρίσης του Εφετείου, ως προς τη μη απόδειξη της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις που αποδίδονται με τους πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, τρίτο και τέταρτο, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγους αναίρεσης ότι το Εφετείο με την απόφαση του: α) παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 981 ΑΚ, με το να κρίνει αν είναι "άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι κληρονόμοι Σ. δεν περιέλαβαν το ακίνητο των 25 στρεμμάτων στην πρώτη πράξη αποδοχής κληρονομιάς του 1964 και την κατά το αυτό έτος γενομένη διανομή των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος, με το αιτιολογικό ότι η σύνταξη της τυπικής πράξης αποδοχής δεν έχει χρονικούς περιορισμούς", β) στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διότι δεν προσδιόρισε κατ’ είδος τις πράξεις νομής που προέβησαν κατά το διάστημα 1963-1974 οι καθολικοί διάδοχοι του Δ. Σ. στο ακίνητο των 25 στρεμμάτων, του οποίου δεν προσδιορίζονται επίσης με ακρίβεια το εμβαδόν και η θέση του στην ευρύτερη περιοχή των 3.215 στεμμάτων και γ) με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, υπό την οποία τελούσε το ...1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Σ. (μη καταβολή τιμήματος από το Δ. Σ.) και ότι αυτό κατέστη ανενεργό, χωρίς να αναφέρει τη δήλη ημέρα εξόφλησης του τιμήματος ούτε τον ακριβή χρόνο πλήρωσης της παραπάνω αίρεσης, είναι αλυσιτελείς, διότι ανάγονται σε πλεοναστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους στα επίδικα ακίνητα.

 Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση ή αν αυτή στηρίχθηκε κυρίως και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα ή όταν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού αν είχε ληφθεί υπόψη. Επίσης αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 95/2005, 1868/2007, 324/2009, 1456/2014, ΑΠ 292/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη την από 26-5-1985 αγωγή του αναιρεσείοντος περί νομής που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στην κατ’ έφεση δίκη, η οποία στρεφόταν, μεταξύ άλλων, κατά του άμεσου δικαιοπαρόχου των 2ης, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων και αποδείκνυε την ύπαρξη άμεσων αντανακλαστικών του, αναφορικά με την προάσπιση της ιδιοκτησίας του κατά των ανωτέρω προσώπων, λόγω της αποβολής του από τη νομή μέρους του άνω επιδίκου, ανεξάρτητα από το ότι η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε τελικά..." και ότι" η μη λήψη υπόψη του πιο πάνω εγγράφου οδήγησε το Εφετείο στην εσφαλμένη κρίση ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα λόγω αδράνειας του να τα διεκδικήσει". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί άσκησης πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα, σχετικά με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής περί κτήσης κυριότητας αυτών και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και "όλα τα έγγραφα" που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Έτσι, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με τα υπόλοιπα αποδεκτικά μέσα. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που εκτιμά διαφορετικά το εν λόγω έγγραφο, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και δεν συνιστούν αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

 Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι ΝΠΔΔ και απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου, αναφορικά με την απαλλαγή του από την καταβολή πάσης φύσεως παραβόλων, ενσήμων, τελών κ.λ.π. (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), αλλά η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 14/1/2015 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...) για αναίρεση της 3146/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

 Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

 ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 Ρ.Κ.



 

Σχόλια