Η δωρεά - ΘΕΩΡΙΑ

Η δωρεά
Σύμφωνα με το άρθρο 496 του Αστικού Κώδικα «η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, εάν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα».
Τα συμβαλλόμενα μέρη στη δωρεά είναι ο δωρητής από τη μία πλευρά και ο δωρεοδόχος από την άλλη....

Η δωρεά είναι σύμβαση ετεροβαρής, δηλαδή δημιουργεί υποχρέωση μόνο στον δωρητή, ο οποίος με την κατάρτιση της σύμβασης της δωρεάς αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει στον δωρεοδόχο ένα περιουσιακό του στοιχείο, με αποτέλεσμα την αύξηση της περιουσίας του δωρεοδόχου και τη μείωση της περιουσίας του δωρητή.
Η δωρεά πρέπει να διακρίνεται από τις πράξεις φιλοφροσύνης, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της κοινωνικής δραστηριότητας, επειδή στις πράξεις φιλοφροσύνης δεν υπάρχει πρόθεση των μερών να δεσμευτούν νομικά. Πράξεις φιλοφροσύνης είναι λόγου χάρη η πρόσκληση κάποιου σε γεύμα, η φιλοξενία στο σπίτι του κλπ.
Η παροχή του περιουσιακού αντικειμένου μπορεί να συμπίπτει χρονικά με τη σύμβαση της δωρεάς. Τότε πρόκειται για «δωρεά άμεσης εκπλήρωσης». Είναι όμως πιθανό να αναλαμβάνεται πρώτα με τη σύμβαση της δωρεάς η υποχρέωση για την παροχή ενός περιουσιακού αντικειμένου και η παροχή αυτή να γίνεται αργότερα. Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για «υποσχετική δωρεά». Υπάρχει επίσης δυνατότητα η περιουσιακή μεταβίβαση να γίνει προγενέστερα της κατάρτισης της σύμβασης της δωρεάς. Τότε όμως η δωρεά δεν ολοκληρώνεται πριν την υπογραφή της σύμβασης, εφόσον ακόμη δεν έχει εκδηλωθεί η βούληση του δωρεοδόχου να αποδεχθεί την περιουσιακή μεταβίβαση.
Η δωρεά επίσης πρέπει να διακρίνεται και από άλλες συμβάσεις, οι οποίες διέπονται από ελευθεριότητα και τέτοιες είναι η εντολή (άρθρα 713 και επόμενα Αστικού Κώδικα), το χρησιδάνειο (άρθρα 810 και επόμενα Αστικού Κώδικα), το άτοκο δάνειο (άρθρα 806 και επόμενα του Αστικού Κώδικα) και την μη αμοιβόμενη παρακαταθήκη (άρθρα 822 και επόμενα του Αστικού Κώδικα).
Ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δωρεάς είναι αφενός η παροχή ή η υπόσχεση παροχής ενός περιουσιακού στοιχείου και αφετέρου η συμφωνία των συμβαλλομένων (δωρητή και δωρεοδόχου) για την έλλειψη ανταλλάγματος, η οποία υπόκειται σε συμβολαιογραφικό τύπο.
Ανεξάρτητα από το είδος, το αντικείμενο και την αξία της, η σύμβαση της δωρεάς πρέπει να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, διαφορετικά η δωρεά είναι απολύτως άκυρη.
Η ακυρότητα όμως της δωρεάς κινητού πράγματος χωρίς την τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου θεραπεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 498 παρ. 2 ΑΚ, αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στον δωρεοδόχο. Ειδικότερα, για να τύχει εφαρμογής αυτή η διάταξη πρέπει: α) να πρόκειται να δωρεά κινητού πράγματος και όχι ακινήτου, β) να γίνει υλική παράδοση της νομής του κινητού από τον δωρητή στον δωρεοδόχο με σκοπό την εκπλήρωση της δωρεάς και γ) η παράδοση να γίνεται απευθείας από τον δωρητή ανεξάρτητα αν αυτός γνώριζε ότι απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου για την εγκυρότητα της σύμβασης.
Ο δωρητής δεν έχει κατ' αρχήν ευθύνη για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του αντικειμένου της δωρεάς, παρά μόνο αν υποσχέθηκε ότι δεν υπάρχουν τέτοια ελαττώματα ή αν γνώριζε την ύπαρξή τους και τα απέκρυψε με δόλο. Επιπλέον, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του αντικειμένου της δωρεάς γεννά ευθύνη του δωρητή απέναντι στον δωρεοδόχο, εφόσον είχε συμφωνηθεί προγενέστερα ότι το αντικείμενο της δωρεάς θα είχε αυτές τις ιδιότητες.

Η ανάκληση δωρεάς

Κατά το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης του δωρεοδόχου προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς το δωρητή ή το σύζυγο ή στενό συγγενή του και αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.
Ειδικότερα αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου, γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση (ΑΠ 1275/1994 ΕλΔ 37. 640, ΕΑ 3386/2003 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ"). Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεως του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ'αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (ΑΠ 905/2002, 605/1998, ΑΠ 982/2004).
Από την περιέλευση στο δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθρα 509, 167 ΑΚ) η οποία είναι άτυπη, έστω και αν αφορά ακίνητο, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλά ανατρέπονται αυτοδικαίως για το μέλλον τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς και ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει το αντικείμενο αυτής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επ. ΑΚ) και ειδικότερα, λόγω λήξεως της αιτίας, για την οποία δόθηκε το πράγμα. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του, που το κατέχει χωρίς αιτία μετά την ανάκληση. Ο δωρητής συνεπώς δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η αναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμ/φου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 Κ.Πολ.Δ., 1192 και 1198 ΑΚ, ΑΠ 840/1994 ΕλΔ 37. 100, Εφ.ΑΘ. 9719/1997 ΕλΔ 39. 1359 και εκεί παραπομπές στη νομολογία και θεωρία). Κατά δε το άρθρο 510 § 1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (βλ. Ερμ. ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου κάτω από άρθρο 510 παρ. II) δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1043/2000 Τρ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, η ανάκληση της δωρεάς μπορεί να γίνει με μονομερή δήλωση του δωρητή, η οποία πρέπει να γνωστοποιηθεί στο δωρεοδόχο. Η δήλωση αυτή της ανακλήσεως δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο, ακόμη και αν αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο, μπορεί δε να περιληφθεί και σε δικόγραφο του δωρητή, τα αποτελέσματα της, όμως, επέρχονται μόνον όταν αυτή περιέλθει στο δωρεοδόχο (βλ. Φραγκίστα ό.π. στο άρθ. 509 αριθ. 1 μέχρι 4, ΑΠ 845/1984 ΝοΒ 33.616), από το χρονικό δε αυτό σημείο ανατρέπεται η ενοχική σύμβαση της δωρεάς. Τούτο σημαίνει ότι αν ο δωρητής δεν είχε ακόμη εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, αυτές με την ανάκληση αποσβήνονται, αν όμως είχε προβεί σε περιουσιακές παροχές προς το δωρεοδόχο, αυτές αναζητούνται, όπως προαναφέρθηκε, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από τη στιγμή συνεπώς, που ο δωρεοδόχος λάβει γνώση της ανακλήσεως ευθύνεται σαν να του είχε επιδοθεί η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή (βλ. ΕΑ 4778/1998 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ", Αθ. Φραγκίστα ό.π., αριθ. 6-7).

Η δωρεά ακινήτου

Από τις διατάξεις των άρθρων 496, 498 § 1, 1033, 1192 § 1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια, ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου λόγω δωρεάς, εκτός των άλλων απαιτείται συμφωνία δωρητή και δωρεοδόχου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτής και ότι κτήση της κυριότητας στο μεταβιβαζόμενο ακίνητο επέρχεται από και δια της μεταγραφής (ΑΠ 1824/ 2001 ΕλΔ 43.1381, Εφθεσ 1762/2003 ό.π.). Επομένως, χωρίς τη μεταγραφή ή με άκυρη μεταγραφή λόγω ουσιωδών ελλείψεων, δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα σ' αυτόν που έγινε η μεταβίβαση, ο οποίος, απλά, ενοχικό δικαίωμα έχει για παράδοση του πράγματος, καθόσον η μεταγραφή ενός τίτλου δεν νομιμοποιεί και δεν θεραπεύει ένα άκυρο τίτλο (ΕφΑΘ 1491/2003 ΕλΔ 2004.890).

Η γονική παροχή ως δωρεά

Κατά το άρθρο 1509 εδ. 1 ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επιτηδεύματος, αποτελεί δωρεά μόνον ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Το "μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις" αποτελεί αόριστη νομική έννοια εξειδικευόμενη από το δικαστή, ως "περιστάσεις" δε, προς τις οποίες πρέπει να είναι ανάλογο το ποσό της γονικής παροχής, μπορούν να θεωρηθούν η οικονομική κατάσταση του γονέα, οι άλλες υποχρεώσεις του που συναρτώνται με την οικογενειακή του κατάσταση και η ανάγκη του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή (ΑΠ 1248/2009).

Η σύμβαση δωρεάς που καλύπτεται από εικονική σύμβαση πώλησης ακινήτου

Επειδή το άρθρο 138 ΑΚ ορίζει ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Με τη διάταξη αυτή γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας και σε σχετική, που επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ' αυτή, η οποία είναι έγκυρη αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, αν δηλαδή την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Τέτοια δικαιοπραξία αποτελεί και η υπό την εικονική σύμβαση πωλήσεως ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς (άρθ. 496 ΑΚ), την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι' αυτήν συμβολαιογραφικός τύπος, εφόσον η κυριότητα του πράγματος μετεβιβάσθηκε με τη μεταγραφή του συμβολαίου στον δωρεοδόχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή, εάν δεν ακολούθησε ανάκληση της δωρεάς από τον δωρητή ή τον κληρονόμο του (άρθ. 505 - 507 ΑΚ) (ΑΠ 1426/2007).

Η μέμψη άστοργης δωρεάς

Από τις διατάξεις των άρθρων 496 επόμενα, 512, 1825, 1831, 1835 και 1836 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς το άρθρο 88 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι οι αναγκαίοι κληρονόμοι μπορούν να προσβάλουν τη δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, κατά το μέρος που η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα τους. Κατ' εξαίρεση δεν προσβάλλονται οι δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας. Ως ιδιαίτερο ηθικό καθήκον νοείται εκείνο το οποίο, κάτω από ειδικές συνθήκες, υποδεικνύεται ως επιβεβλημένο από τις επιταγές της ηθικής. Στα πλαίσια των εν λόγω συνθηκών λαμβάνεται υπόψη η περιουσία του δωρητή, η κοινωνική του θέση καθώς και οι προσωπικές σχέσεις αυτού έναντι του δωρεοδόχου.

Η δωρεά αιτία θανάτου

Δωρεά αιτία θανάτου είναι η δωρεά που συμφωνείται με την αναβλητική αίρεση ότι θα προαποβιώσει ο δωρητής ή ότι θα συναποβιώσουν οι συμβαλλόμενοι, χωρίς ο δωρεοδόχος να έχει εν τω μεταξύ την απόλαυση του δωρηθέντος ή των δωρηθέντων. Με την πλήρωση δε της αίρεσης ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως και αυτοδικαίως το δωρηθέν αντικείμενο, χωρίς αυτό να διέλθει από την κληρονομία και δεν έχει απλώς ενοχικό δικαίωμα να το αποκτήσει από τους κληρονόμους του δωρητή, δεδομένου ότι η δωρεά αιτία θανάτου δεν είναι υποσχετική αλλά εκποιητική δικαιοπραξία. Ο κληρονόμος δε του δωρητή ευθύνεται για την εκπλήρωση της δωρεάς έναντι του δωρεοδόχου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1901 επ., 1885, 480 επ. και 499 επόμενα.

Η δωρεά υπό τρόπο

«Τρόπος» είναι μία συμφωνία που τίθεται στη δωρεά, με την οποία ο δωρεοδόχος υποχρεώνεται να εκπληρώσει ορισμένη παροχή. Για τη δωρεά υπό τρόπο θα γίνει αναλυτική αναφορά σε ειδικό ξεχωριστό άρθρο.
http://www.nomikosodigos.info/guide/simple-legal/635-i-dorea.html

Σχόλια