ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 1509.- ΠΑΡΟΧΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥΣ

«ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ»


Ι. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ 
Μια από τις κυριότερες τραπεζικές εργασίες, όπως αυτές απαριθµούνται ενδεικτικά στο άρθρο 24 του Ν. 2076/1992, είναι και η αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων. Ως καταθέσεις νοούνται οι καταθέσεις χρηµάτων ή άλλων αξιών (π.χ. αξιογράφων), εφόσον παρέχεται στη τράπεζα η εξουσία χρησιµοποιήσεώς τους ως κεφάλαια ή προς ενίσχυση της πιστωτικής της λειτουργίας µε υποχρέωση αποδόσεως άλλων χρηµάτων ή αξιών της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Οι καταθέσεις χρηµάτων διακρίνονται ιδίως σε καταθέσεις όψεως, ταµιευτηρίου δεσµευµένες, υπό προειδοποίηση κ.λ.π καθώς και σε καταθέσεις σε κοινό ή αδιαίρετο λογαριασµό. Ο τραπεζικός λογαριασµός είναι συνοπτικός πίνακας όπου απεικονίζονται οι συναλλαγές µεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Από τα άρθρα 8 επ. του ΕµπΝ συνάγεται ότι πρόκειται για µορφή εµπορικού βιβλίου όπου καταγράφονται οι παραπάνω συναλλαγές και το οποίο αναπτύσσει αποδεικτική δύναµη (444 επ. ΚΠολ∆) υπέρ αµφοτέρων των µερών, εκτός εάν κάποιο από αυτά αµφισβητήσει το περιεχόµενό του. Στο λογαριασµό καταγράφονται όλες οι κινήσεις και συγκεκριµένα οι καταβολές που περιέρχονται από τη πλευρά του πελάτη στη τράπεζα καθώς και αυτές στις οποίες προβαίνουν τρίτοι υπέρ αυτού, οι αποκαλούµενες ως πιστωτικές. Εκτός από αυτές στον λογαριασµό εγγράφονται και οι καταβολές που περιέρχονται από τη πλευρά της τράπεζας στο πελάτη ή σε τρίτο για λογαριασµό του πελάτη, οι λεγόµενες χρεωστικές. Είναι σκόπιµο στο σηµείο αυτό να εξετάσουµε τη νοµική φύση του τραπεζικού λογαριασµού. Το άνοιγµα του λογαριασµού προϋποθέτει τραπεζική σύµβαση την οποία και εξυπηρετεί. Από την σύµβαση λοιπόν αυτή και µόνο πηγάζουν οι όποιες απαιτήσεις του πελάτη έναντι της τράπεζας και αντίστροφα και όχι από τη σύµβαση λογαριασµού η οποία έχει παρεπόµενο χαρακτήρα. Η τράπεζα βέβαια έχει από τη σύµβαση του λογαριασµού έναντι του πελάτη της την υποχρέωση προς απεικόνιση των κινήσεων του λογαριασµού ανά πάσα στιγµή. Από πού όµως προκύπτει αυτή η υποχρέωση της τράπεζας προς απεικόνιση. Στο άρθρο 303 ΑΚ ρυθµίζεται η υποχρέωση λογοδοσίας εκείνου που διεξάγει ολικά ή µερικά ξένη υπόθεση. Η δε υποχρέωση αυτή πηγάζει είτε από σύµβαση είτε από το Νόµο. Συνεπώς όταν η τράπεζα ενεργεί ως εντολοδόχος (718 ΑΚ) ή η υποχρέωσή της αυτή απορρέει από σύµβαση, όπως αυτή του λογαριασµού, οφείλει να αποδώσει λογαριασµό καθώς και το αντικείµενο του λογαριασµού όταν αυτό απαιτηθεί από τον πελάτη της. 1. ∆ικαιούχος – οι του τραπεζικού λογαριασµού Στον τραπεζικό λογαριασµό µε βάση την υποχρέωση απεικόνισης που γεννιέται σε βάρος της τράπεζας, αντίστοιχα ο δικαιούχος του λογαριασµού αποτελεί τον δικαιούχο της απαίτησης η οποία απεικονίζεται στο λογαριασµό. Ο λογαριασµός δηλαδή εξατοµικεύεται µε βάση κατά κύριο λόγο το όνοµα του φυσικού ή νοµικού προσώπου στο οποίο ανήκει. Ως δικαιούχοι του λογαριασµού µπορεί να οριστούν περισσότερα του ενός πρόσωπα και τότε θα πρόκειται είτε για κοινό λογαριασµό είτε για αδιαίρετο ή ενωµένο ή συµπλεκτικό λογαριασµό. ∆εν είναι επίσης απαραίτητο ο δικαιούχος του λογαριασµού να είναι το ίδιο πρόσωπο µε αυτό που συνοµολόγησε τη σύµβαση. Μπορεί αυτός που άνοιξε το λογαριασµό να αντιπροσωπεύει τον δικαιούχο π.χ. οι γονείς που ανοίγουν λογαριασµό υπέρ του παιδιού τους στα πλαίσια άσκησης της γονικής µέριµνας ή κάποιος να προέβη στο άνοιγµα του λογαριασµού υπέρ τρίτου προσώπου κατά τις γενικές διατάξεις για τη σύµβαση υπέρ τρίτου. ΙΙ. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Στον κοινό λογαριασµό σε αντίθεση µε τη κατάθεση σε ατοµικό λογαριασµό, υφίσταται η δυνατότητα ανοίγµατος του λογαριασµού από έναν ή περισσότερους στο όνοµα περισσοτέρων. Μέχρι το 1932 δεν υπήρχε ρύθµιση σχετικά µε το κοινό λογαριασµό στο ελληνικό δίκαιο, σε αντίθεση µε άλλες χώρες όπως η Γαλλία και η Αγγλία όπου ήδη λειτουργούσε ο θεσµός του κοινού λογαριασµού. Όµως ο έλληνας νοµοθέτης θέλησε να ενισχύσει την Ελληνική οικονοµία προσελκύοντας ξένα κεφάλαια στην χώρα. Η οικονοµική κατάσταση κατά τη διάρκεια του µεσοπολέµου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, µε συνέπεια τέτοιες ρυθµίσεις να θεωρούνται αναγκαίες, ώστε ο αντίστοιχος θεσµός του Αγγλοσαξωνικού δικαίου να είναι ευπρόσδεκτος και στην ελληνική πραγµατικότητα. Από το 1932 µέχρι σήµερα ο Νόµος που διέπει το κοινό λογαριασµό είναι ο Ν. 5638/1932 όπως τροποποιήθηκε και συµπληρώθηκε. Αντικείµενο της µελέτης µας είναι ο κοινός διαζευκτικός λογαριασµός, τον οποίο όµως πρέπει να διακρίνουµε από το συναφές είδος του κοινού συµπλεκτικού λογαριασµού µε τον οποίο παρουσιάζουν κοινά στοιχεία πλην όµως και σηµαντικές διαφορές. 1. ∆ιαφορές µεταξύ κοινού και συµπλεκτικού λογαριασµού. Ο κοινός λογαριασµός ονοµάζεται κοινός διαζευκτικός λογαριασµός ενώ ο κοινός συµπλεκτικός που συναντάται σπάνια στην τραπεζική πρακτική, ονοµάζεται και αδιαίρετος ή ενωµένος (άρθρ. 111 Ν.∆. 118/1973). Το σηµαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί τα δύο αυτά είδη έγκειται στο τρόπο κίνησης του λογαριασµού. Συγκεκριµένα στη δυνατότητα κάθε δικαιούχου χωριστά να απαιτήσει ολόκληρο ή µέρος του ποσού που είναι κατατεθειµένο στο λογαριασµό ή είναι απαραίτητη η σύµπραξη όλων των δικαιούχων για κάθε κίνηση του λογαριασµού. Εάν στη σύµβαση έχει συνοµολογηθεί ο όρος ότι για κάθε κίνηση του λογαριασµού απαιτείται η από κοινού σύµπραξη των δικαιούχων, τότε θα πρόκειται για κατάθεση σε συµπλεκτικό λογαριασµό1 . Στη περίπτωση αυτή πρόκειται για κατάθεση που πραγµατοποιείται από έναν ή περισσότερους υπέρ περισσοτέρων προσώπων ώστε να δηµιουργείται κοινωνία δικαιώµατος και το ίδιο δικαίωµα – απαίτηση να ανήκει σε περισσότερα του ενός πρόσωπα. Γεννιέται δηλαδή ενεργητική αδιαίρετη ενοχή που διέπεται από τη διάταξη 495 ΑΚ. Στον κοινό συµπλεκτικό λογαριασµό ανάληψη µπορούν να κάνουν µόνο όλοι µαζί οι δικαιούχοι – καταθέτες ή ο καθένας χωριστά, όµως µόνο για το ποσό που του αναλογεί, ή εν αµφιβολία για ίσο µέρος. Αντίθετα στο κοινό διαζευκτικό λογαριασµό ο κάθε δικαιούχος καταθέτης προβαίνει µόνος του σε οποιαδήποτε ανάληψη µέρους ή του συνολικού ποσού χωρίς να έχει σηµασία ποιο ποσό του αναλογεί. Τις περισσότερες φορές όταν περισσότερα πρόσωπα ανοίγουν κοινό λογαριασµό θεωρείται ότι επιθυµούν τον κοινό διαζευκτικό λογαριασµό και όχι τον κοινό συµπλεκτικό επειδή ο δεύτερος δηµιουργεί πρακτικά προβλήµατα για την κίνηση του λογαριασµού, εφόσον απαιτεί τη σύµπραξη όλων των δικαιούχων, ενώ παράλληλα δεν έχει τα πλεονεκτήµατα του κοινού διαζευκτικού τόσο από φορολογικής όσο και από κληρονοµικής φύσης. Η νοµολογία2 δέχεται ότι για να έχουµε κοινό διαζευκτικό λογαριασµό είναι απαραίτητο να τίθεται ο όρος ότι ο κάθε δικαιούχος µπορεί να κινεί το λογαριασµό χωρίς τη σύµπραξη των λοιπών συνδικαιούχων. Εξάλλου και η τραπεζική πρακτική ουσιαστικά έχει καθιερώσει τον κοινό διαζευκτικό λογαριασµό καθώς συνάγεται ότι αυτή είναι και η αληθινή βούληση των καταθετών η οποία προκύπτει έστω και σιωπηρά, λόγω ακριβώς των πλεονεκτηµάτων που παρουσιάζει αυτό το είδος του λογαριασµού όπως θα τα αναλύσουµε διεξοδικά κατωτέρω. 2. Έννοια – Νοµοθετική ρύθµιση Πολλές φορές έχουν απασχολήσει τα δικαστήρια ζητήµατα που άπτονται του κοινού λογαριασµού, ένα είδος λογαριασµού που εισήχθη στη χώρα µας µε το Νόµο 5638 του 1932. Στόχος του νόµου αυτού, ο οποίος εµπνεύστηκε από ξένα νοµοθετικά πρότυπα και κυρίως τον αγγλοσαξωνικό θεσµό του joint account, ήταν η συγκράτηση 1 Βλ. σχετικά, ΠολΠρΑθ 1652/1995, ΕΤρΑξΧρ∆ 1/1997, σελ. 91. 2 Βλ. ΑΠ 2670/1996, Αρµενόπουλος 1997, σελ. 1117. στην Ελλάδα κεφαλαίων αλλά και η προσέλκυση καταθέσεων από το εξωτερικό όπου ήδη λειτουργούσε ο θεσµός του κοινού λογαριασµού3 . Σύµφωνα λοιπόν µε το Ν. 5638/1932 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του Ν.∆. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ µε το άρθρο 124 περ. ∆΄ στοιχ. α΄ Ν.∆. 118/1973, έχει κάποιος ή κάποιοι τη δυνατότητα να ανοίξουν λογαριασµό στο όνοµα περισσοτέρων µε συνέπεια «ότι του εκ ταύτης λογαριασµού δύναται να κάµνη χρήσιν εν όλω ή εν µέρει, άνευ συµπράξεως των λοιπών, είτε είς είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι». Στην ελληνική τραπεζική πρακτική θεωρείται ότι το άνοιγµα του κοινού λογαριασµού εµπεριέχει συµφωνία των µερών για τον τρόπο χρήσης του κοινού λογαριασµού είτε από έναν, είτε από µερικούς, είτε από όλους τους καταθέτες κατ’ ιδίαν χωρίς τη σύµπραξη των λοιπών και πάντως κάθε δικαιούχος χωριστά4 . Η συνδροµή αυτής της προϋπόθεσης είναι εκείνη που προσδίδει στη χρηµατική κατάθεση στην τράπεζα, εκ µέρους πολλών, το χαρακτήρα της κατάθεσης σε κοινό λογαριασµό. Από τον συνδυασµό των διατάξεων του Ν. 5638/1932 και του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.∆. της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί Α.Ε.» συνάγεται ότι κατάθεση σε κοινό λογαριασµό είναι όχι µόνο εκείνη που έγινε από περισσότερους µαζί στο όνοµά τους και σε κοινό λογαριασµό των καταθετών, αλλά και εκείνη που έγινε από έναν ή περισσότερους, στο όνοµα και σε κοινό λογαριασµό των καταθετών και άλλων προσώπων, εφόσον περιέχει τον όρο ότι χρήση του λογαριασµού της κατάθεσης µπορούν να κάνουν ολικά ή µερικά χωρίς τη σύµπραξη των υπολοίπων, είτε ένας είτε µερικοί είτε όλοι στο όνοµα των οποίων έγινε η κατάθεση5 . Σύµφωνα δε µε το άρθρο 2 του Ν. 5638/1932 επί της κατάθεσης µε αυτό το περιεχόµενο δύναται να τεθεί πρόσθετα ο όρος ότι µε το θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασµός εξ’ αυτής περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες µέχρι του τελευταίου. Ο όρος αυτός, όπως θα εκτεθεί 3 Βλ. Λιτζερόπουλο, ΕρµΑΚ, άρ. 117 ΕισΝΑΚ, αρ. 3 επ. 4 Έτσι και στη Γαλλία όπου καθένας από τους δικαιούχους µπορεί να κάνει χρήση του λογαριασµού µε µόνη την υπογραφή του. Βλ. σχετικά Les comptes en banque, Banque et operations de banques de Joseph Hamel, Tome I, σελ. 345 επ. καθώς και Droit Bancaire, Institutions-Comptes-OperationsServices, Christian Gavalda-Jean Stoufflet, σελ. 160. Αντίθετα στην Αγγλία, εάν δεν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στη σύµβαση, απαιτείται να συµπράξουν όλοι οι δικαιούχοι ή να εξουσιοδοτήσουν προς τούτο έναν ή περισσότερους από αυτούς. Βλ. σχετικά Chorley & Smart Leading Cases in the Law of Banking, sixth edition by P.E. Smart, σελ. 161 καθώς και Paget’s Law of Banking, eighth edition, by Maurice Megrah and F.R. Ryder, London Butterworths 1972, σελ. 30. 5 Βλ. Βελέντζα, ∆ίκαιο Τραπ. Συµβάσεων, 1996, σελ. 125-126. Επίσης ∆ούβλη, Κοινός διαζευκτικός λογαριασµός, προσβολή της νόµιµης µοίρας και κάµψη του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, 1987, σελ. 15. εκτενώς κατωτέρω, συνιστούσε υπέρµετρο περιορισµό των δικαιωµάτων των νόµιµων µεριδούχων του καταθέτη και για το λόγο αυτό ο νοµοθέτης επενέβη διορθωτικά µε το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ για την προστασία του κληρονοµικού τους δικαιώµατος. Μάλιστα ορισµένοι συγγραφείς6 θεωρούν ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασµό αποτελεί εξωκληρονοµική σχέση, η οποία δεν εντάσσεται καν στη διάκριση των κληρονοµητών - ακληρονόµητων εννόµων σχέσεων του κληρονοµούµενου. 3. Επί µέρους στοιχεία του κοινού λογαριασµού. Ο ανωτέρω Νόµος, όπως σωστά ερµηνεύτηκε, αφορά αποκλειστικά τις χρηµατικές καταθέσεις, χωρίς η στενή γραµµατική του διατύπωση να αφήνει περιθώρια για εφαρµογή του σε µη χρηµατικές καταθέσεις7 . Η δε χρηµατική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασµό µε προθεσµία ή ταµιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Τα υποκείµενα του ως άνω Νόµου είναι µόνο φυσικά πρόσωπα και όχι νοµικά, διότι στο Νόµο γίνεται λόγος, για «θάνατο του δικαιούχου» και συνεπώς δεν µπορεί να ισχύσει για νοµικά πρόσωπα τα οποία δεν κληρονοµούνται αλλά διαλύονται και τίθενται σε εκκαθάριση. Από τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 1 και 2 του Ν. 5638/1932 και 2 παρ. 1 του Ν.∆. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί Α.Ε.») συνδυαζόµενες µε τις 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ προκύπτει ότι ανεξάρτητα αν τα κατατεθέντα χρήµατα ανήκουν σε έναν ή µερικούς ή σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, παράγεται µεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νοµικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο8 , ώστε η ανάληψη της χρηµατικής καταθέσεως να γίνεται από οποιοδήποτε καταθέτη ατοµικά9 . Σε περίπτωση δε που αναληφθεί όλο το ποσό από ένα µόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαίτησης σε ολόκληρο έναντι του δέκτη της κατάθεσης και 6 Βλ. Φίλιο, Κληρονοµικό ∆ίκαιο, εκδ. 1998. 7 Βλ. Κ. Ρόκα, Θέµις ΝΘ, σελ. 2. 8 Έτσι και το Γαλλικό δίκαιο που θέλοντας να τονίσει τη φύση αυτή του κοινού λογαριασµού ως ενεργητικής ενοχής σε ολόκληρο τον αποκαλεί compte collectif avec solidarite active. Βλ. σχετικά Droit Bancaire, Institutions-Comptes-Operations-Services, ό.π. σηµ. 4, σελ. 160 καθώς και Les Comptes en Banque, Banque et operations de banques, ό.π. σηµ. 4, σελ. 344 επ. 9 Βλ. σχετικά ΕφΑθ 4095/1993, ΕΤρΑξΧρ∆ 3/1995, σελ. 566. Βλ. επίσης ενδεικτικά ΕφΘράκης 493/1997, ΕπισκΕ∆ Β/2000, σελ. 412 καθώς και ΠολΠρΞάνθης 166/1995, ΑρχΝ 1997, τόµος 48, σελ.60. ως προς τον άλλον, δηλαδή τον µη αναλαβόντα10. Με βάση λοιπόν το άρθρο 489 ΑΚ καθένας από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασµού (δανειστές) δικαιούται να απαιτήσει τη παροχή είτε µερικώς είτε ολόκληρη, ο οφειλέτης όµως δηλαδή η τράπεζα έχει υποχρέωση να τη καταβάλλει µία µόνο φορά11. Για το λόγο αυτό άλλωστε, όπως έχει ήδη νοµολογιακά κριθεί, δεν στοιχειοθετείται η αντικειµενική υπόσταση του εγκλήµατος της υπεξαίρεσης όταν ο ένας από τους δικαιούχους προβεί στην ανάληψη όλου του ποσού της κατάθεσης ούτε καθίσταται αυτός πλουσιότερος χωρίς νόµιµη αιτία σε βάρος της περιουσίας ή µε ζηµία άλλων12. Το αν στην εσωτερική σχέση µεταξύ των συνδικαιούχων υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισµός µε αναγωγική ενοχή ή όχι θα κριθεί κατά περίπτωση13. Στο είδος του λογαριασµού που εξετάζουµε, κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι ο καθένας από τους δικαιούχους µπορεί να κινεί το λογαριασµό χωρίς τη σύµπραξη των υπολοίπων ώστε να αποφεύγονται πρακτικά προβλήµατα που αφορούν την κοινή σύµπραξη των δικαιούχων για τη στοιχειώδη κίνηση του λογαριασµού. Ο Ν. 5638/32 δεν ρυθµίζει, όπως είναι φυσικό όλες, τις έννοµες σχέσεις που δηµιουργούνται µεταξύ των συνδικαιούχων, συνεπώς εφαρµόζονται παράλληλα τα άρθρα 489 επ. ΑΚ για την ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή, εκτός εάν η βούληση των µερών έχει εκτοπίσει κάποιες από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις. Με την ανάληψη λοιπόν ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης από ένα δικαιούχο αποσβέννυται έναντι της τράπεζας η απαίτηση και ως προς τον άλλον µη αναλαβόντα καταθέτη. Όµως ο µη αναλαβών δικαιούχος αποκτά απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή του αναλογούντος σε αυτόν ποσού14 όπως αυτό προκύπτει από τις εσωτερικές σχέσεις µεταξύ των συνδικαιούχων που µπορεί να είναι δωρεά, εντολή, ή σχέση µεταξύ περισσοτέρων οµορρύθµων εταίρων κ.λ.π. 15 10 Έτσι και στο Γαλλικό δίκαιο όπου από τις αρχές που ισχύουν για την ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο προκύπτει ότι ο καθένας από τους συνδικαιούχους καθίσταται δικαιούχος απέναντι στη τράπεζα για ολόκληρο το διαθέσιµο ποσό του λογαριασµού και ότι σε περίπτωση ανάληψης του κατατεθειµένου ποσού από έναν από τους συνδικαιούχους αποσβέννυται έναντι της τράπεζας η απαίτηση και ως προς τους άλλους µη αναλοβόντες καταθέτες. Βλ. σχετικά Droit Bancaire, Institutions-Comptes-OperationsServices, ό.π. σηµ. 4, σελ. 160. 11 Βλ. Π. Ζέπο, Ενοχ. ∆ικ., εκδ. Β΄, σελ. 316, σηµ. 2. Επίσης Π. Βάλληνδα εις ΕρµΑΚ, 1954, άρ 489, αρ. 8-12 και Γεωργιάδη. – Σταθόπουλο, Ερµηνεία κατ’ άρθρο ΑΚ, 1982, σελ. 694 επ. 12 Βλ. εισαγωγικό σηµείωµα, Ι.2, σελ. 507, Κων. Γ. Παµπούκη στην ΕφΑθ 9827/2000, ΕπισκΕ∆ Β/2001, σελ. 506. ΕφΠειρ 1019/1996, ΕπισκΕ∆ Β/1997, σελ. 426. ΠολΠρΘεσ 8565/1998, ΕτρΑξΧρ∆ 3/1998, σελ. 672. ΠολΠρΘεσ 16325/1998, Αρµ. 1999, 10, σελ. 1414. 13 Βλ. Καράση, Οφειλή εις ολόκληρον, 1990, σελ. 499. 14 Βλ. ΕφΑθ. 2361/1997, ∆ΕΕ 1997, σελ. 604. Καθώς και ΑΠ 965/1992, Ελλ∆νη 35 (1994), σελ. 1509. 15 Έτσι και στο Γαλλικό ∆ίκαιο όπου βλέπε σχετικά Droit Bancaire, Institutions-Comptes-OperationsServices, ό.π. σηµ. 4, σελ. 161. Μέρος της θεωρίας και της νοµολογίας διατύπωσε την άποψη ότι ο κοινός λογαριασµός εµπίπτει στην κατηγορία συµβάσεως υπέρ τρίτου16, η οποία µάλλον υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι στην πράξη δεν είναι αναγκαίο να προβούν όλοι οι δικαιούχοι ταυτόχρονα στο άνοιγµα του λογαριασµού . Η άποψη όµως αυτή δεν φαίνεται να είναι πειστική για πολλούς λόγους. Ο Ν. 5638/32 δεν φαίνεται να καθιερώνει καµία υποχρέωση των συνδικαιούχων να προβούν στην από κοινού κατάθεση, όπως επίσης δεν χρειάζεται κοινή αυτοπρόσωπη εµφάνιση των δικαιούχων για το άνοιγµα του λογαριασµού. Κατά την κρατούσα εξάλλου γνώµη η ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο που συνάγεται από τον κοινό λογαριασµό διαφέρει από τη γνήσια υπέρ τρίτου σύµβαση για το λόγο κυρίως, ότι οι παράλληλες αξιώσεις του δέκτη της υπόσχεσης και του τρίτου δεν ταυτίζονται, αφού ο πρώτος δεν µπορεί να αξιώσει την παροχή να γίνει στον εαυτό του αλλά µόνο στο τρίτο, σε αντίθεση µε ότι συµβαίνει στο κοινό λογαριασµό όπου αυτός που προέβη στη κατάθεση των χρηµάτων και το άνοιγµα του λογαριασµού µπορεί να προβεί οποτεδήποτε στην ανάληψή τους, όπως άλλωστε και οι λοιποί συνδικαιούχοι ανεξάρτητα αν τα χρήµατα προέρχονται από την περιουσία τους ή όχι. Πέρα από το ότι οι διατάξεις για την ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο είναι ασυµβίβαστες κατά το µεγαλύτερο µέρος µ’ εκείνες για την σύµβαση υπέρ τρίτου. Έτσι λ.χ. συµψηφισµός ποσού κατάθεσης µε ανταπαίτηση της τράπεζας εναντίον ενός από τους δικαιούχους του λογαριασµού είναι επιτρεπτός και ενεργεί αντικειµενικά κατά το άρθρο 491 ΑΚ εναντίον και των λοιπών συνδικαιούχων. Σε αντίθεση µε ότι ισχύει κατά το άρθρο 414 ΑΚ στη σύµβαση υπέρ τρίτου όπου συµψηφισµός για απαίτηση κατά του δέκτη της υπόσχεσης (καταθέτη) είναι ανεπίτρεπτος17. Επίσης στην σύµβαση υπέρ τρίτου δεν υφίσταται δικαίωµα αναγωγής στις σχέσεις δέκτη της υπόσχεσης και τρίτου, όπως ισχύει µεταξύ των δανειστών ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (493 ΑΚ). Επιπλέον η δυνατότητα ανάκλησης της παροχής κατ’ άρθρο 412 ΑΚ που παρέχεται στον δέκτη της υπόσχεσης σε σύµβαση υπέρ τρίτου δεν υφίσταται στην σύµβαση του κοινού λογαριασµού. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είναι δυνατό να επιδιωχθεί και ο συνδυασµός του Ν. 5638/32 για τον κοινό λογαριασµό τόσο µε τις ειδικές όσο 16 Βλ. ΑΠ 467/1990, ΝοΒ 1991, τοµ. 39, σελ. 1205. Επίσης ΑΠ 907/1989, Ελλ∆νη 32 (1991), σελ. 61 και Σταθόπουλο σε ΕΕµπ∆ 1997, σελ. 506-507. 17 Βλ. Βουζίκα, ΕΕΝ 28, 1967, σελ. 815. Π. Κ. Μάζη, παρατηρήσεις υπό την υπ’ αριθµ. ΑΠ 467/1990, ό.π. σηµ. 12. και µε τις γενικές της σύµβασης υπέρ τρίτου διατάξεις των άρθρων 2 του Ν.∆. του 1923 και 411 ΑΚ. Αντίθετα στην καθηµερινή πρακτική έχει παγιωθεί η δυνατότητα ενός προσώπου να ανοίξει λογαριασµό στο όνοµα του ίδιου και άλλων προσώπων χωρίς καν να το γνωρίζουν οι άλλοι συνδικαιούχοι, µε τον όρο ότι ο καθένας από αυτούς θα µπορεί να κάνει χρήση του λογαριασµού χωρίς τη σύµπραξη του άλλου18. Σε αυτό συνηγορεί εξάλλου και το ίδιο το γράµµα του Ν. 5638/1932 που δεν φαίνεται να απαιτεί την αυτοπρόσωπη εµφάνιση των δικαιούχων και την από κοινού κατάθεση των χρηµάτων στην τράπεζα, αφού ως δικαιούχοι του λογαριασµού γίνονται απευθείας από αυτόν τον ίδιο το νόµο όλοι οι ορισθέντες στη σύµβαση του κοινού λογαριασµού. Βέβαια από την άλλη πλευρά δεν δηµιουργείται δικαίωµα του συνδικαιούχου να δώσει εντολή να διαγραφούν τα ονόµατα των υπολοίπων δικαιούχων ώστε να κινεί το λογαριασµό µόνος του. 18 Βλ. σχετικά Εφ∆ωδ 29/1999 ΕπισκΕ∆ Β/2000, σελ. 419, σύµφωνα µε την οποία «στην κατάρτιση της σύµβασης δεν είναι υποχρεωτικό να συµπράξουν όλοι οι δικαιούχοι αλλά µόνο ένας υπό τον όρο βεβαίως ότι η συγκεκριµένη κατάθεση συνοµολογείται επ’ ονόµατι όχι µόνο αυτού, αλλά δύο ή περισσοτέρων.» ΙΙΙ. ∆ΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Ο Ν. 5638/1932 ορίζει ρητά στο άρθρο 3 ότι α) απαγορεύεται οποιαδήποτε διάθεση της κατάθεσης µε πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου και β) οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος δεν αποκτούν κανένα δικαίωµα στην κατάθεση. Με άλλα λόγια σύµφωνα µε την ως άνω διάταξη, δεν επιτρέπεται η υπεισέλευση τρίτου στο σύνολο της έννοµης σχέσης της κατάθεσης, µε καθολική ή ειδική διαδοχή και υποκατάσταση του δικαιούχου στα σχετικά δικαιώµατα και υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας, χωρίς την συγκατάθεση της τελευταίας και των υπολοίπων καταθετών19. Βέβαια το πραγµατικό νόηµα της διάταξης δεν είναι η απαγόρευση πράξεων στο κοινό λογαριασµό όπως π.χ. δωρεών, εκχωρήσεων, ενεχυράσεων κ.λ.π. εκ µέρους των συνδικαιούχων του λογαριασµού. Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε την δυνατότητα χρήσης του λογαριασµού από τους συνδικαιούχους. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τη γραµµατική διατύπωση της διάταξης, η απαγόρευση της διάθεσης αφορά την κατάθεση, ενώ ως διάθεση νοείται η υποκατάσταση περισσοτέρων στο σύνολο της σχέσης «κατάθεσης». Κατά την ορθότερη γνώµη τόσο η ρήτρα απαγόρευσης διάθεσης όσο και η ρήτρα αποκλεισµού των κληρονόµων από την κατάθεση αναφέρονται στην εξωτερική σχέση (τράπεζας – 19 Και στο Γαλλικό δίκαιο µε το θάνατο ενός συνδικαιούχου του λογαριασµού, οι κληρονόµοι αυτού δεν υπεισέρχονται αυτοδικαίως στη σχέση της κατάθεσης. Όµως εν αντιθέσει µε το ελληνικό δίκαιο, ο Γαλλικός Αστικός Κώδικας παρέχει στους κληρονόµους το δικαίωµα να ζητήσουν από την τράπεζα να δώσει την συγκατάθεσή της προκειµένου να καταστούν και αυτοί συµβαλλόµενα µέρη στη σύµβαση του κοινού λογαριασµού. Στη τελευταία αυτή περίπτωση τα δικαιώµατα των κληρονόµων του αποβιώσαντος επί της κατάθεσης, περιορίζονται στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην κληρονοµική µερίδα του καθενός. Εκτός εάν οι επιζώντες συνδικαιούχοι επιτρέψουν οι κληρονόµοι να έχουν δικαίωµα στο σύνολο της κατάθεσης. Βλ. σχετικά Droit Bancaire, Institutions-Comptes-OperationsServices, ό.π. σηµ. 4, σελ. 161 καθώς και Les comptes en banque, Banque et operations de banques, ό.π. σηµ. 4, σελ. 347 επ. Στο αγγλικό δίκαιο µε το θάνατο ενός συνδικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται κατά κανόνα στους λοιπούς επιζώντες, εκτός εάν αποδειχθεί από τις περιστάσεις ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση από τα µέρη ή εάν υπήρξε αντίθετη ρητή ή σιωπηρή συµφωνία µεταξύ των µερών. Π.χ στην υπόθεση Marsall v. Crutwell όπου ο κοινός λογαριασµός ήταν στο όνοµα και των δύο συζύγων, το δικαστήριο έκρινε ότι µετά το θάνατο του συζύγου τα χρήµατα έπρεπε να περιέλθουν στους εκτελεστές της διαθήκης και όχι στην σύζυγο. Και αυτό γιατί υπό τις συγκεκριµένες συνθήκες (τα χρήµατα της κατάθεσης προέρχονταν µόνο από τον σύζυγο και οι αναλήψεις εκ µέρους της συζύγου γίνονταν µόνο για κάλυψη οικογενειακών αναγκών) έκρινε το δικαστήριο ότι ο κοινός λογαριασµός µεταξύ τους ανοίχτηκε αποκλειστικά προς διευκόλυνσή τους κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής και ότι δεν προέκυπτε η πρόθεση του συζύγου να περιέλθουν τα χρήµατα της κατάθεσης στη σύζυγό του, µετά το θάνατό του. Βλ. σχετικά Chorley & Smart Leading Cases in the Law of Banking, ό.π. σηµ. 4, σελ. 196 επ. καθώς και Paget’s Law of Banking, ό.π. σηµ. 4, σελ. 30 επ. και 161 επ.. πελάτη) και αφορούν τον κοινό διαζευκτικό λογαριασµό που αποτελεί το αντικείµενο της µελέτης µας20. Σκοπός της διάταξης όπως συνάγεται, είναι να µην επέλθει µεταβολή της συµβατικής σχέσης µεταξύ του πιστωτικού ιδρύµατος και των συνδικαιούχων µε την υπεισέλευση άµεσα των κληρονόµων αυτών ή των ειδικών διαδόχων, η οποία µπορεί να διαταράξει τη σχέση εµπιστοσύνης µεταξύ των συγκαταθετών21. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά µε το ζήτηµα αυτό παρουσιάζει η υπ’ αριθµ. 593/1992 απόφαση του Γ΄ Τµήµατος του Αρείου Πάγου22 η οποία αναφέρεται στις εσωτερικές – εξωτερικές σχέσεις που δηµιουργούνται µε το άνοιγµα του κοινού διαζευκτικού λογαριασµού, καθώς και τη µη υπεισέλευση του κληρονόµου στη σχέση µεταξύ θανόντος συνδικαιούχου και τράπεζας (εξωτερική σχέση). Θεωρεί δε ως νοητή τη γέννηση αξιώσεων κατά των λοιπών επιζώντων συνδικαιούχων µε βάση την εσωτερική σχέση στην απλή µορφή του κοινού διαζευκτικού λογαριασµού δηλ. όταν στη σύµβαση του κοινού λογαριασµού δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, όπως θα αναλύσουµε διεξοδικά κατωτέρω. Με την υπ’ αριθµ. 540/1998 νεότερη απόφαση του ο Άρειος Πάγος23 δέχθηκε ρητά ότι το άρθρο 2 του Νόµου που κάνει λόγο για «λογαριασµό εκ καταθέσεως» αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις µεταξύ των καταθετών ενώ το άρθρο 3 που κάνει λόγο µόνο για κατάθεση ρυθµίζει τις σχέσεις µεταξύ της τράπεζας και των περισσοτέρων καταθετών. Ένα ζήτηµα όµως στο οποίο δεν αναφέρονται οι σχολιαζόµενες αποφάσεις αλλά παρουσιάζει έντονο πρακτικό ενδιαφέρον είναι το εάν οι κληρονόµοι του θανόντος συνδικαιούχου δικαιούνται να ζητήσουν πληροφορίες προκειµένου να µπορέσουν να ασκήσουν το δικαίωµα απόδοσης σε αυτούς της αναλογίας του θανόντος στο λογαριασµό κατά το χρόνο του θανάτου του, ενόψει κυρίως της ισχύος του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων. Στην επιστήµη σήµερα κρατεί οµόφωνα η άποψη ότι και ο κοινός λογαριασµός καταλαµβάνεται από το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων. Γεννιέται λοιπόν το ερώτηµα κατά πόσο το πιστωτικό ίδρυµα υποχρεούται να δώσει τις πληροφορίες αυτές εν όψει της υποχρέωσης τήρησης εχεµύθειας που έχει έναντι των επιζώντων συνδικαιούχων, δεδοµένου 20 Βλ. ∆. Κουτσούκη, Το Τραπεζικό απόρρητο στο ιδιωτικό δίκαιο, 1994, σελ. 198 επ. 21 Βλ. Κοσιµόπουλο, Τραπεζική σύµβασις, ΝοΒ 12, σελ 436. 22 ΑΠ 539/1992, ό.π. σηµ 14. 23 ∆ΕΕ 1998, σελ. 723. Βλ. επίσης σχετικά και ΕφΑθ 9827/2000, ό.π. σηµ. 8. µάλιστα ότι οι κληρονόµοι των δικαιούχων της κατάθεσης δεν υπεισέρχονται στη σχέση µεταξύ του αποβιώσαντος δικαιούχου και της Τράπεζας. Το αίτηµα του κληρονόµου θα έχει ως βάση τις διατάξεις των άρθρων 902 και 1710 ΑΚ και το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932. Μεταξύ όµως των άρθρων αυτών και του άρθρου 1 § 1 του Ν.∆. 1059/71 υφίσταται µια σύγκρουση η οποία θα πρέπει να αρθεί µε κριτήριο την στάθµιση των εννόµων συµφερόντων όλων των µερών. Κατά τη στάθµιση αυτή το προβάδισµα θα πρέπει µάλλον να δοθεί στους κληρονόµους ώστε να έχουν δικαίωµα για παροχή πληροφοριών από το πιστωτικό ίδρυµα. Και αυτό γιατί η αντίθετη άποψη θα σήµαινε κατάφωρη παραβίαση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του κληρονοµικού δικαίου. Επίσης προς αυτή τη κατεύθυνση της διασφάλισης των συµφερόντων των κληρονόµων έναντι αυτών των υπολοίπων συνδικαιούχων µας οδηγεί και η σκέψη πως οι επιζώντες συνδικαιούχοι δεν είναι πλέον άξιοι προστασίας αφού γνώριζαν εκ των προτέρων ότι σε περίπτωση θανάτου του συνδικαιούχου τους, ελλείψει του όρου του άρθρου 2 από τη σύµβαση, θα απέδιδαν στους κληρονόµους την αναλογία στο λογαριασµό που ανήκε στο θανόντα δικαιούχο. Επίσης αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσµατα για τους κληρονόµους ενώ παράλληλα θα σήµαινε αδικαιολόγητο πλουτισµό των επιζώντων συνδικαιούχων και προπαντός θα σήµαινε κατάφωρη παραγνώριση της βούλησης του θανόντος, σύµφωνα µε την οποία η αναλογία του στον λογαριασµό θα έπρεπε να περιέλθει στους κληρονόµους του. Είναι προφανές ότι αν η βούληση του διαθέτη ήταν διαφορετική θα έθετε εξ’ αρχής τη ρήτρα του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932. Πάντως πρέπει στο σηµείο αυτό να υπογραµµισθεί ότι ακόµα και µε τη προπαρασκευαστική ενέργεια της παροχής πληροφοριών από το πιστωτικό ίδρυµα οι κληρονόµοι και πάλι δεν θα µπορούσαν να ικανοποιηθούν από το προϊόν της κατάθεσης αφού σύµφωνα µε τη µέχρι πρόσφατα σταθερή νοµολογία του Αρείου Πάγου (βλ. ΟΛ ΑΠ 1224/75, ΝοΒ 24, 1976, σελ.189 και ΟΛ ΑΠ 3/1993, Ελλ∆νη, 1993, σελ. 14) ήταν αδύνατη η κατάσχεση καταθέσεων στα χέρια του πιστωτικού ιδρύµατος ως τρίτου (για την στροφή όµως της νοµολογίας και την πρόσφατη νοµοθετική ρύθµιση αναφορικά µε το τραπεζικό απόρρητο και την άρση του ακατασχέτου των καταθέσεων θα αναφερθούµε διεξοδικά στο οικείο µέρος). Συνεπώς οι παραπάνω πληροφορίες θα ήταν δυνατό να χρησιµοποιηθούν για να αποκτήσουν οι κληρονόµοι ένα εκτελεστό τίτλο κατά των υπόχρεων συνδικαιούχων και να ικανοποιηθούν από άλλα περιουσιακά τους στοιχεία24. 24 Βλ. ∆ηµ. Β. Κουτσούκη, σχόλιο στην ΑΠ 593/1992, Ελλ∆νη 36 (1995), σελ. 607. ΙV. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ∆ΙΑ∆ΟΧΗ - ΤΥΧΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΥΝ∆ΙΚΑΙΟΥΧΟΥ 1. Κοινός τραπεζικός λογαριασµός µε τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/32. Ο Ν. 5638/1932 στο άρθρο 2 ορίζει ότι µπορεί στην κατάθεση να τεθεί επιπρόσθετα ο όρος ότι, όταν πεθάνει ο ένας συνδικαιούχος η κατάθεση περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους χωρίς καµία περαιτέρω διαδικαστική πράξη. Ο Νόµος λοιπόν καθιερώνει µία ενδοτικού χαρακτήρα διάταξη ώστε οι συνδικαιούχοι να δύνανται, χωρίς να υποχρεούνται, να θέσουν τον όρο αυτό. Εφόσον ο όρος αυτός αποτελέσει µέρος της ως άνω σύµβασης παρακάµπτονται οι κανόνες της κληρονοµικής διαδοχής (βλέπε παρ. 2 του άρθρου 2 «η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονοµίας ή άλλου τέλους»). Η νοµική ενέργεια του άρθρου αυτού συνίσταται, στο ότι οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος δικαιούχου δεν µπορούν να στραφούν κατά των επιζώντων συνδικαιούχων του λογαριασµού και να ζητήσουν το τµήµα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους, όπως θα µπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ανωτέρω όρος25. Σύµφωνα µάλιστα µε πολλούς συγγραφείς, στους κληρονόµους του αποβιώσαντος δικαιούχου οι οποίοι ουδέν κληρονοµικό δικαίωµα αποκτούν, περιλαµβάνονται και οι αναγκαίοι κληρονόµοι (νόµιµοι µεριδούχοι του 1825 ΑΚ) 26. Οι συνδικαιούχοι που αποκτούν µε τον τρόπο αυτό το υπόλοιπο της κατάθεσης του κοινού λογαριασµού δεν θεωρούνται κληρονόµοι του συγκαταθέτη που απεβίωσε και ασκούν τα σχετικά µε την κατάθεση δικαιώµατα εξ’ ιδίου δικαίου27. 25 Βλ. ΑΠ 540/1998, ∆ΕΕ 1998, σελ. 723, και Ελλ∆νη 40 (1999), σελ. 148. Βλ. επίσης σχετικά ΑΠ 539/1992, ΕΤρΑξΧρ∆ 3/1994, σελ. 420 και ΕφΑθ 7530/1997, Ελλ∆νη 39 (1998), σελ. 1686. 26 Βλ. Γ. Μπαλή, Εγχειρίδιο Κληρ. ∆ικ., εκδ. Γ΄, 1952, παρ. 237. 27 Βλ. σχετικά και ΕφΑθ 9395/1999 (µε τις εκεί παραποµπές σε θεωρία και νοµολογία), ΕΕµπ∆ 2001, σελ. 569, σύµφωνα µε την οποία όταν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 και υπάρχει ένας µόνο επιζών δικαιούχος, αυτός λαµβάνει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης αυτοδικαίως και ιδίω ονόµατι και όχι ως κληρονόµος του θανόντος αλλά µε βάση την συµβατική σχέση που τον συνδέει µε την τράπεζα, κατ’ αποκλεισµό των κληρονόµων του τελευταίου επί της καταθέσεως αυτής. Βλ. επίσης Παµπούκη, ∆ίκαιο Τραπεζικών Πιστωτικών Συµβάσεων, 1962, σελ. 290. Λιτζερόπουλο, ό.π. σηµ. 2. ΕφΘεσ. 2035/1991, Αρµ. 1991, 9, σελ. 879 και ΕφΑθ 2568/1988, ΕΕµπ∆ 1989, σελ. 33. Τίθεται πάντως το ερώτηµα κατά πόσο ο καταθέτης που προβαίνει στο άνοιγµα ενός κοινού λογαριασµού στο όνοµα περισσοτέρων δικαιούχων επιθυµεί την προσθήκη του ως άνω όρου αν δεν το διατυπώσει ρητά προς τον αντισυµβαλλόµενο δηλαδή την τράπεζα. Με βάση την ερµηνεία της δήλωσης βουλήσεώς του µε συνδυασµό των άρθρων 200,173 και 361 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση αµφιβολίας η σιωπηρή βούληση των µερών είναι η σχετική σύµβαση να καταρτισθεί µε τον ως άνω όρο αφού αυτός συνιστά την πεµπτουσία της θεσπίσεως του όλου νοµοθετήµατος. Άλλωστε οι περισσότερες τράπεζες στις σχετικές έντυπες συµβάσεις έχουν πάγια συµπεριλάβει τον σχετικό όρο, ο οποίος βέβαια µπορεί να διαγραφεί µε τη θέληση του καταθέτη. Σκοπός βέβαια του καταθέτη είναι να περιέλθει η χρηµατική κατάθεση στους επιζώντες συνδικαιούχους χωρίς επιβάρυνση µε φόρο κληρονοµιάς ή άλλο τέλος (άρθρο 124 παρ. 4 του Ν.∆. 118/1973 που διατήρησε σε ισχύ το Ν. 5638/1932)28. Πάντως η φορολογική αυτή απαλλαγή δεν επεκτείνεται και στους κληρονόµους του τελευταίου αποµείναντος δικαιούχου (βλ. άρθρο 2 παρ. 2 εδ β΄). Η ρύθµιση του άρθρου 2, για µη διέλευση της κατάθεσης και του λογαριασµού µέσω της κληρονοµιάς του αποθανόντος καταθέτη στους κληρονόµους αυτού και η συνεπεία αυτής απαλλαγή από τη φορολογική επιβάρυνση, αποτελεί τον κεντρικό άξονα επί του οποίου στηρίζεται η λειτουργία του κοινού λογαριασµού. Η εισηγητική έκθεση του νόµου, µνηµόνευε ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι η συγκράτηση και η προσέλκυση στη χώρα κεφαλαίων που βρίσκονται κατατεθειµένα σε τράπεζες του εξωτερικού. Βέβαια για να κατανοήσουµε το πνεύµα του νόµου θα πρέπει να εκτιµήσουµε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτός θεσπίστηκε και κυρίως το χρονικό σηµείο κατάρτισής του, όταν δηλαδή η Ελλάδα στα χρόνια του µεσοπολέµου αιµορραγούσε σε οικονοµικό και κοινωνικό επίπεδο29. Αξίζει στο σηµείο αυτό να σηµειώσουµε ότι στο Γαλλικό δίκαιο αντίστοιχη διάταξη για την αποφυγή του φόρου κληρονοµίας που επιτυγχάνονταν µε το άνοιγµα 28 Βλ. Κ. Φωτόπουλο, Η φορολογία κληρον. – δωρεών – γονικ. παροχών, 1985, σελ. 106, 143, 399. 29 Πρβλ. πάντως και άποψη Γ. Μπαλή, Εγχειρίδιο Κληρονοµ. ∆ικ., 1938, σελ. 373-374, ο οποίος εκείνη την εποχή διατύπωσε την γνώµη ότι η διάταξη αυτή είναι αµφίβολης ορθότητας και δηµιουργεί «ανισότητα και αδικία όχι ανεκτή» διότι οι καταθέσεις αυτές διέφευγαν του φόρου κληρονοµίας. κοινού λογαριασµού µεταξύ συγγενών έχει καταργηθεί30, ενώ στο Γερµανικό δεν υφίσταται ανάλογη τέτοια διάταξη. Αναζητώντας λοιπόν το πνεύµα του νοµοθέτη σε συνδυασµό µε τη βούληση του καταθέτη όπως αυτή ελεύθερα διαµορφώνεται, καταλήγουµε στο συµπέρασµα ότι οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος καταθέτη αποκλείονται από κάθε δικαίωµα που απορρέει από το κοινό λογαριασµό. Χαρακτηριστική για το θέµα αυτό είναι η υπ. αριθµ. 7530/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Ελλ∆νη 39, 1998, σελ. 1685) σύµφωνα µε την οποία από τα οριζόµενα στο άρθρο 3 του Ν. 5638/1932 «προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού, από τους τυχόν κληρονόµους του έναντι της Τράπεζας, κατά της οποίας και δεν µπορούν να στραφούν επικαλούµενοι το κληρονοµικό τους δικαίωµα, διότι διαφορετικά θα επήρχετο µεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας»31. Εάν δε έχει τεθεί στη σύµβαση και ο όρος του άρθρου 2, σύµφωνα πάντα µε την ως άνω απόφαση οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος δικαιούχου, δεν µπορούν να στραφούν ούτε κατά των επιζώντων συνδικαιούχων και να ζητήσουν το τµήµα εκείνο της κατάθεσης που µε βάση τις εσωτερικές τους σχέσεις αναλογούσε στον αποβιώσαντα. Η Εφετειακή απόφαση λαµβάνει προφανώς υπ΄ όψιν της, εκτός από τις τυχόν εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων και την συµβατική σχέση καταθέτη – τράπεζας (εξωτερική σχέση) η οποία ουσιαστικά αποτελεί ανώµαλη παρακαταθήκη του άρθρου 830 ΑΚ. Με βάση αυτή τη συµβατική ενοχή η κυριότητα του ποσού των χρηµάτων που κατατίθενται µεταβιβάζεται στην τράπεζα και µόνο ο καταθέτης έχει το δικαίωµα να του αποδοθεί σε ορισµένο χρόνο το κατατεθειµένο αυτό ποσό εντόκως32. Επιπλέον σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 5638/1932, όπως έχουµε ήδη αναφέρει, το οποίο εφόσον δεν προβαίνει σε καµία διάκριση εφαρµόζεται σε κάθε κατάθεση ανεξαρτήτως της προσθήκης ή όχι του άρθρου 2, τα δικαιώµατα από την κατάθεση που έχει ο κάθε δικαιούχος απέναντι στην τράπεζα είναι αµεταβίβαστα 30 Έτσι στο γαλλικό δίκαιο καθιερώθηκε µε νόµο η υποχρέωση των τραπεζών να δηλώνουν το άνοιγµα των κοινών λογαριασµών στην αρµόδια φορολογική αρχή. Βλ. σχετικά Les comptes en banque, Banque et operations de banques, ό.π. σηµ. 4, σελ. 349 επ. 31 Βλ. σχετικά µε το θέµα αυτό και ΕφΑθ 9827/2000, ό.π., σηµ. 8. 32 Βλ. σχετικά και την υπ’ αριθµ. 9395/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, (ΕΕµπ∆ 2001, σελ. 569) σύµφωνα µε την οποία η κατάθεση χρηµάτων σε κοινό λογαριασµό από τον έναν δικαιούχο δεν συνιστά από µόνη της, την εµπράγµατη σύµβαση µεταβίβασης της κυριότητας των χρηµάτων στον έτερο συνδικαιούχο γιατί η κυριότητα αυτών περιέχεται µε την κατάθεση, στην τράπεζα, ως θεµατοφύλακα ανώµαλης παρακαταθήκης. τόσο εν ζωή όσο και αιτία θανάτου. Το δε πραγµατικό νόηµα της διάταξης είναι ότι το αµεταβίβαστο ισχύει στις σχέσεις απέναντι στην τράπεζα και όχι σε αυτές απέναντι στους άλλους δικαιούχους. ∆ηλαδή ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος ενός δικαιούχου δεν δικαιούται να αναλάβει εν όλω ή εν µέρει από την τράπεζα το ποσό της κατάθεσης. Μπορεί όµως, αν κάποιος άλλος δικαιούχος αναλάβει το ποσό της κατάθεσης, κατ’ αναγωγή, να απαιτήσει από αυτόν το ποσό που αναλογεί στον δικαιοπάροχό του µε βάση τις εσωτερικές σχέσεις µεταξύ των δικαιούχων, εφόσον φυσικά δεν έχει τεθεί στη σύµβαση ο όρος του άρθρου 2. 2. Έλλειψη του όρου του άρθρου 2 από τη σύµβαση. Αν ο παραπάνω όρος δεν έχει τεθεί στη σύµβαση, οι κληρονόµοι του καταθέτη και πάλι δεν υπεισέρχονται έναντι της τράπεζας στη θέση συνδικαιούχου της κατάθεσης µε βάση το κληρονοµικό τους δικαίωµα, λόγω της απαγόρευσης του άρθρου 3 του Νόµου που ορίζει ότι δεν επιτρέπεται διάθεση της κατάθεσης µε πράξη είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, οι δε κληρονόµοι του αποβιώσαντος, είτε εξ’ αδιαθέτου είτε και εκ διαθήκης συµπεριλαµβανοµένων και των αναγκαίων κληρονόµων κανένα δικαίωµα δεν αποκτούν επί της κατάθεσης. Έχουν όµως το δικαίωµα να απαιτήσουν από τους λοιπούς συγκαταθέτες το µέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχο του κληρονοµούµενου µε βάση την εσωτερική σχέση των µερών της κατάθεσης. Αντιπροσωπευτική για το θέµα αυτό είναι η υπ’αριθµ. 362/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης33 η οποία αναφέρει ότι στη περίπτωση της απλής µορφής του κοινού διαζευκτικού λογαριασµού «κάποιος τρίτος δεν δύναται µεν µε την ιδιότητα του ειδικού ή καθολικού διαδόχου κάποιου των καταθετών να αξιώσει από την Τράπεζα να καταβάλει σ’ αυτόν κάποιο ποσό από την κατάθεση ή σε περίπτωση καταθέσεως που είναι αποδοτέα σε όλους από κοινού να αποζηµιώσει αυτόν, διότι επέτρεψε την ανάληψη χωρίς τη σύµπραξή του, µπορεί όµως να αξιώσει από τους λοιπούς ότι αναλογεί από την κατάθεση στο δικαιοπάροχό του, σύµφωνα µε τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, τις οποίες και θα αποδείξει ο επικαλούµενος αυτές». 33 Βλ. Ελλ∆νη 31 (1990) , σελ 321. Στο ίδιο συµπέρασµα καταλήγει και η υπ’αριθµ. 965/1992 απόφαση του Αρείου Πάγου34 σύµφωνα µε την οποία µπορεί από τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών να προκύπτει ότι αυτός που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού δεν έχει αναγωγικό δικαίωµα κατά αυτού που προέβη στην ανάληψη. Οπότε δηµιουργείται ανάλογη έλλειψη αναγωγικού δικαιώµατος και στους καθολικούς διαδόχους του αποβιώσαντος κατά των επιζώντων για τη µετά τον θάνατο ανάληψη. Το βάρος δε της επικλήσεως και της αποδείξεως της έλλειψης δικαιώµατος αναγωγής έχει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει το πιο πάνω εξαιρετικό δικαίωµα. 34 Βλ. ό.π. σηµ. 11. Βλ. επίσης ΑΠ 246/1992, Ελλ∆νη 34 (1993), σελ. 1311 και ΕφΠειρ 1146/1996, Ελλ∆νη 38 (1997), σελ. 1677. V. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΝΟΜΙΜΩΝ ΜΕΡΙ∆ΟΥΧΩΝ (άρθρο 117 ΕισΝΑΚ). Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω όταν στη σύµβαση ανοίγµατος κοινού λογαριασµού έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/32, η κατάθεση και τα ποσά εξ’ αυτής περιέρχονται στους επιζώντες συνδικαιούχους, µε συνέπεια να µένουν εκτός κληρονοµιάς τα ποσά του κοινού λογαριασµού που αναλογούσαν στον αποβιώσαντα σύµφωνα µε τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Το ποσό αυτό βέβαια δεν είναι ορισµένο αλλά θα συνάγεται από τις εκάστοτε εσωτερικές σχέσεις µεταξύ των συνδικαιούχων. Το αποτέλεσµα της προσθήκης του άρθρου 2 φάνηκε ιδιαίτερα αυστηρό για τους αναγκαίους κληρονόµους (νόµιµους µεριδούχους) του αποβιώσαντος και γι’ αυτό ο νοµοθέτης θέλησε πράγµατι να άρει αυτήν την αδικία εις βάρος των προσώπων αυτών. Εισήγαγε λοιπόν τη διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ η οποία όριζε ότι «Σε περίπτωση χρηµατικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασµό του Ν. 5638 της 31ης Αυγούστου / 7ης Σεπτεµβρίου 1932 “περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασµόν” η κατάθεση, αν µε αυτήν πραγµατοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόµιµης µοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονοµία καταθέτη που πέθανε µετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα». Βλέπουµε λοιπόν µια προσπάθεια του Νοµοθέτη να άρει τις ανισότητες που προέκυψαν από την οικονοµική αδικία σε βάρος των αναγκαίων κληρονόµων, οι οποίοι άλλωστε τυγχάνουν ιδιαίτερης προστασίας στο Αστικό ∆ίκαιο και µάλιστα µε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η ρύθµιση του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ σε συνδυασµό µε τη νοµοθετικά κατοχυρωµένη λειτουργία του κοινού λογαριασµού αποτελούν αντικείµενο προβληµατισµού ο οποίος συνεχίζεται µέχρι και σήµερα. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διερευνηθεί ποιες δικαιοπραξίες νοούνται µε τον όρο δωρεά προκειµένου να αποσαφηνισθεί ποιες περιπτώσεις υπάγονται στο πεδίο εφαρµογής της ως άνω διάταξης. Γενικότερα στο Αστικό ∆ίκαιο και τον Εισαγωγικό Νόµο, χρησιµοποιείται πολλές φορές η έννοια της «δωρεάς». Στην έννοια αυτή άλλοτε εµπεριέχονται όλες γενικότερα οι χαριστικές δικαιοπραξίες και άλλοτε όχι. Επίσης στην έννοια της δωρεάς άλλοτε υπάγεται η έννοια της γονικής παροχής και άλλοτε όχι καθώς ο Νόµος θεωρεί ως δωρεά το υπερβάλλον της γονικής παροχής. Ένα πολύ σηµαντικό ερώτηµα που ανακύπτει και που συναντάται συχνά στη πράξη είναι αν η δωρεά αιτία θανάτου θα υπάγεται στην έννοια της «δωρεάς» του 117 ΕισΝΑΚ ή το άρθρο αναφέρεται µόνο στις δωρεές εν ζωή των άρθρων 496 επ. ΑΚ. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η διερεύνηση της νοµικής φύσης της εσωτερικής σχέσης του καταθέτη προς άλλον συνδικαιούχο καθώς υπάρχουν και άλλες χαριστικές δικαιοπραξίες οι οποίες δεν έχουν απαραίτητα τα στοιχεία της δωρεάς εν ζωή ή δωρεάς αιτία θανάτου (2032 ΑΚ). Αναφέρουµε χαρακτηριστικά την κληροδοσία καθώς και άλλες ιδιόρρυθµες χαριστικές επιδόσεις αιτία θανάτου (βλέπε σύµβαση υπέρ τρίτου αιτία θανάτου). Πρέπει λοιπόν για να τύχει εφαρµογής το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ και να γεννηθεί το δικαίωµα του αναγκαίου κληρονόµου επί του ποσού του κοινού λογαριασµού για το µέρος που υπολείπεται της νόµιµης µοίρας του να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: α) Ύπαρξη κατάθεσης σε κοινό λογαριασµό του Ν. 5638/32. β) Συντέλεση δωρεάς µε τη κατάθεση αυτή (µε τη νοµική φύση όπως θα τη διερευνήσουµε κατωτέρω και γ) ο θάνατος του καταθέτη να επήλθε µετά την 23/02/1946 δηλ. µετά το χρόνο έναρξης ισχύος του Αστικού Κώδικα. Συνεπώς οι νόµιµοι µεριδούχοι στο δικόγραφο της αγωγής τους πρέπει να επικαλεσθούν τα παραπάνω φέροντας και το βάρος της απόδειξης και κυρίως ότι µε τη κατάθεση συντελέσθηκε δωρεά, το ακριβές ποσό αυτής, καθώς και το κατά πόσο υπολείπεται η νόµιµη µοίρα τους. 1. Πεδίο εφαρµογής της διάταξης του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ Σύµφωνα µε την πρώτη από τις υποστηριζόµενες απόψεις σχετικά µε την ερµηνεία της διάταξης, η έννοια της «δωρεάς» αναφέρεται αποκλειστικά στη δωρεά εν ζωή των άρθρων 496 επ. ΑΚ. Κατά συνέπεια άλλες χαριστικές επιδόσεις, όπως π.χ. η κληροδοσία, αποκλείονται από την ίδια την διατύπωση της διάταξης που αναφέρεται µόνο σε δωρεά. Η πρώτη λοιπόν εκδοχή αποκλείει την έννοια της δωρεάς αιτία θανάτου για το λόγο ότι στο δίκαιο της νόµιµης µοίρας η δωρεά αιτία θανάτου δεν αντιµετωπίζεται ως δωρεά αλλά ως κληροδοσία, η οποία όσο προσβάλει τη νόµιµη µοίρα θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη (2035 ΑΚ). Το άρθρο 2035 ΑΚ παραπέµπει στο άρθρο 1829 ΑΚ το οποίο µε τη σειρά του παραπέµπει στα άρθρα περί κληροδοσίας 1995-1996 ΑΚ. Σύµφωνα µε µια δεύτερη ερµηνεία της διάταξης στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ υπάγεται κατ’ αρχήν κάθε χαριστική επίδοση από τον καταθέτη προς άλλον συνδικαιούχο. Το πώς θα χαρακτηρισθεί η χαριστική επίδοση έχει σηµασία για την παραπέρα αντιµετώπισή της από τις διατάξεις για την προστασία της νόµιµης µοίρας. Αν υποθέσουµε ότι η κατάθεση προς συνδικαιούχο αποτελεί δωρεά εν ζωή του άρθρου 496 ΑΚ, τότε οι νόµιµοι µεριδούχοι θα προστατευτούν µε τις διατάξεις για την µέµψη άστοργης δωρεάς µε τις προϋποθέσεις των άρθρων 495 επ., 1835 και 1836 § 2 ΑΚ. Αν από την άλλη πλευρά κριθεί υποθετικά ότι µε την κατάθεση στο λογαριασµό συντελείται δωρεά αιτία θανάτου που αντιµετωπίζεται στον ΑΚ ως κληροδοσία, τότε οι µεριδούχοι θα επικαλεστούν τις διατάξεις περί ακυρότητας της κληροδοσίας όσο αυτή προσβάλει τη νόµιµη µοίρα35 (άρθρα 2035, 1825 § 2, 1829, 1967 επ. ΑΚ). Η δεύτερη ερµηνεία της διάταξης δεν φαίνεται ωστόσο να εναρµονίζεται πλήρως µε το γράµµα του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ του οποίου η διατύπωση είναι στενή. Πάντως από νοµικής απόψεως δεδοµένου και του σκοπού της διάταξης που ήταν η προάσπιση των συµφερόντων των νόµιµων µεριδούχων, ίσως να είναι ορθότερη γιατί θα ήταν αντιφατικό και άδικο να προστατεύεται ο µεριδούχος µόνο όταν η κατάθεση σε κοινό λογαριασµό συνιστά δωρεά εν ζωή του αποθανόντος προς τον συνδικαιούχο και όχι όταν πρόκειται για άλλη χαριστική επίδοση όπως π.χ. κληροδοσία ή δωρεά αιτία θανάτου οι οποίες αντιµετωπίζονται αυστηρότερα από το δίκαιο της νόµιµης µοίρας, σε σχέση µε τη δωρεά εν ζωή. Συνεπώς ως δωρεά στην περίπτωση του κοινού λογαριασµού θα θεωρήσουµε τη χρηµατική παροχή του αποβιώσαντος καταθέτη προς τους συνδικαιούχους του λογαριασµού, η οποία έγινε κατά τη συµφωνία των µερών ή µονοµερώς, χωρίς αντάλλαγµα, κάτι που θα κριθεί σε συνάρτηση µε τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων. Εποµένως οι αναγκαίοι κληρονόµοι του συνδικαιούχου δεν µπορούν να επικαλούνται χωρίς να το αποδεικνύουν, ότι η εσωτερική σχέση που συνδέει τους συνδικαιούχους καλύπτει οπωσδήποτε χαριστική επίδοση, διότι µπορεί να καλύπτει 35 Βλ. σχετικά ΕφΑθ 5774/1995, ΝοΒ, τόµος 45, 1997, σελ. 218 καθώς και ΕφΑιγαίου 147/1989, ΕΕµπ∆ 1990, σελ. 225. και άλλη έννοµη σχέση όπως δάνειο, εντολή ή σχέση µεταξύ περισσοτέρων οµορρύθµων εταίρων. Συµπεραίνουµε λοιπόν ότι οι αναγκαίου κληρονόµοι δεν έχουν απ’ ευθείας και αυτοδίκαια δικαιώµατα επί του ποσού της κατάθεσης σύµφωνα µε τα άρθρα 1825 επ. ΑΚ. 2. Νοµικός χαρακτηρισµός της χαριστικής επίδοσης. Προκειµένου λοιπόν να προσδιορισθούν οι έννοµες συνέπειες, πρέπει πρώτα να εξετάσουµε τις προϋποθέσεις σύστασης των κατ’ ιδίαν χαριστικών παροχών σε συνδυασµό µε την διαδικασία κατάθεσης στο κοινό λογαριασµό . α) ∆ωρεά εν ζωή (496 επ. ΑΚ) Για τη σύστασή της, εκτός από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του κύρους της δωρεάς, ο νόµος απαιτεί και την τήρηση τύπου και συγκεκριµένα την ύπαρξη συµβολαιογραφικού εγγράφου (αρ. 498 παρ. 1 ΑΚ). Σκοπός της τήρησης τύπου δεν είναι άλλος από το να δοθεί χρόνος στον δωρητή να προβεί σε ώριµη σκέψη εν όψει της χαριστικής διάθεσης ενός περιουσιακού του στοιχείου. Πάντως στη δωρεά κινητού πράγµατος η έλλειψη συµβολαιογραφικού τύπου αναπληρώνεται µε την παράδοση του πράγµατος από τον δωρητή στο δωρεοδόχο (498 παρ. 2 ΑΚ). Το άρθρο 498 παρ. 2 ΑΚ περιλαµβάνει στο πεδίο εφαρµογής του και τη δωρεά χρηµατικού ποσού η οποία συνίσταται έγκυρα µε την παράδοση χαρτονοµισµάτων είτε χρηµατογράφων. Η θεωρία του αστικού δικαίου εµφανίζεται ιδιαιτέρως επιφυλακτική όσο αφορά την αναπλήρωση του συµβολαιογραφικού εγγράφου µε παράδοση της νοµής στο δωρεοδόχο, όταν πρόκειται για δωρεά χρηµατογράφων. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι η δωρεά ισχυροποιείται µόνο µε την είσπραξη από το δωρεοδόχο του οικείου ποσού36. Με άλλα λόγια απαιτείται υλική παράδοση της νοµής του κινητού µε σκοπό τη µεταβίβαση της κυριότητάς του στο δωρεοδόχο και µόνο µε τους τρόπους των 36 Βλ. ενδεικτικά ∆εληγιάννη/Κορνηλάκη, Ειδικό ενοχικό δίκαιο Ι (1992) παρ. 15, σελ. 42 επ. Καθώς επίσης και Αλ Λιτζερόπουλο, ΕρµΑΚ ΕισΝΑΚ, άρθρο 117 αριθ. 13. άρθρων 976 εδ α΄ και 978 (δεν αρκεί δηλ. η παράδοση βραχεία ή µακρά χειρί ή η έκταξη ή η αντιφώνηση της νοµής) 37. Βέβαια στην επιστήµη έχει διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη σύµφωνα µε την οποία από τη στιγµή που ο καταθέτης - δωρητής θα καταθέσει το προερχόµενο από την περιουσία του ποσό στον κοινό λογαριασµό, εφόσον οι συνδικαιούχοι συµφώνησαν παροχή χωρίς αντάλλαγµα του ενός προς τον άλλον, η δωρεά συντελέσθηκε χωρίς άλλο. Οι λοιποί συνδικαιούχοι θεωρούνται δωρεοδόχοι οι οποίοι έχουν το δικαίωµα να προβούν σε ανάληψη του ποσού οποτεδήποτε θελήσουν. Στην περίπτωση αυτή η µετάβαση στην τράπεζα και η κατάθεση των χρηµάτων στο ταµείο της τράπεζας αναπληρώνει τον παραπάνω σκοπό τήρησης του συµβολαιογραφικού εγγράφου38. Μάλιστα και η νοµολογία προβαίνει συχνά σε τελολογική διεύρυνση της διάταξης του άρθρου 498 § 2 AK. Όπως αυτό συνέβη στην υπ. αρ. 1208/1996 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης39 σύµφωνα µε την οποία έγκυρη δωρεά µπορεί να θεωρηθεί και εκείνη η οποία δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συµβολαιογραφικού εγγράφου. Πρόκειται για δωρεά κινητού και η έλλειψη του τύπου αναπληρώνεται µε την παράδοση του πράγµατος «η οποία δεν απαιτείται να είναι υλική ή εγχείριση του πράγµατος, αλλά αρκεί και πλασµατική» όπως στην προκειµένη περίπτωση ήταν η παράδοση του βιβλιαρίου από τον έναν στον άλλο συγκαταθέτη που στην ουσία σήµαινε παραχώρηση της εξουσίας προς ανάληψη των κατατεθειµένων. Σε άλλη περίπτωση κατάθεσης σε κοινό λογαριασµό40 το δικαστήριο προχώρησε ακόµα περισσότερο καθώς έκρινε ότι ο ορισµός και µόνο κάποιου ως συνδικαιούχου σε κοινό λογαριασµό, όπου το ποσό της κατάθεσης δεν προέρχεται από την περιουσία του αλλά από την περιουσία άλλου ή άλλων συνδικαιούχων καλύπτει την ακυρότητα της δωρεάς εξαιτίας έλλειψης συµβολαιογραφικού εγγράφου, καθώς η παράδοση των δωρουµένων κατ’ άρθρο 498 § 2 ΑΚ έχει συντελεσθεί αφού ο δωρεοδόχος – συνδικαιούχος έχει ανά πάσα στιγµή τη 37 Βλ. σχετικά και Π.Κ. Κορνηλάκη, Επίτοµο Ειδικό Ενοχικό ∆ίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 21. Βλ. Επίσης και Εφ Αθ 8139/95, ∆ΕΕ 1996, σελ. 391, η οποία απεφάνθη ότι η παράδοση του βιβλιαρίου του ταµιευτηρίου από τον δωρητή στον δωρεοδόχο δεν ισχυροποιεί τη σύµβαση της δωρεάς των χρηµάτων που είναι κατατεθειµένα στο λογαριασµό, εφόσον δεν συνιστά αυτή υλική παράδοση της νοµής των δωρούµενων χρηµάτων κατ’ άρθρο 498 παρ. 2.. 38 Βλ. σχόλιο του Κων/νου Γ. Παµπούκη υπό την Εφ∆ωδεκανήσου 29/1999, ΕπισκΕ∆ Β/2000, σελ. 424 επ.. 39 Βλ. ΕφΘεσ 1208/1996, ό.π. σηµ. 30 καθώς και ΕφΑιγαίου 147/1989 ό.π. σηµ. 29. 40 Βλ. Εφ∆ωδεκανήσου 29/1999, ΕπισκΕ∆ Β/2000, σελ. 419. δυνατότητα να προβεί στην ανάληψη των χρηµάτων ακόµα και ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης. Κατά τη γνώµη µας πάντως, δικαιοπολιτικά ορθότερη πρέπει να θεωρηθεί η άποψη που δέχεται την σύσταση δωρεάς µε ανάληψη των χρηµάτων από συνδικαιούχο είτε πριν είτε µετά το θάνατο του καταθέτη αφού µε τον τρόπο αυτό ουσιαστικά συντελείται η υλική παράδοση της νοµής του κινητού κατ’ άρθρο 498 § 2 ΑΚ. Επίδοση µπορεί επίσης να πραγµατοποιηθεί µε τη ρήτρα του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 µε βάση το οποίο µπορεί να συµφωνηθεί στη σύµβαση της κατάθεσης αυτής, ότι το τµήµα που ανήκει σε κάποιον καταθέτη µετά τον θάνατό του θα περιέρχεται στους επιζώντες. Μάλιστα και στην περίπτωση αυτή µπορεί να υποκρύπτεται δωρεά εν ζωή, η οποία σύµφωνα µε τα παραπάνω είναι ισχυρή και χωρίς την τήρηση του συµβολαιογραφικού τύπου41, καθώς καθίσταται έτσι φανερή η βούληση του αποβιώσαντος να τεθούν τα χρήµατα της κατάθεσης στη διάθεση των συνδικαιούχων µετά το θάνατό του, χωρίς οι κληρονόµοι του να αποκτούν κανένα δικαίωµα επί της κατάθεσης. Περαιτέρω αν αποδειχθεί ότι ένας από τους συνδικαιούχους κατέθεσε το ποσό στο κοινό λογαριασµό µε τη συµφωνία ότι οι άλλοι συνδικαιούχοι έχουν το δικαίωµα και πριν το θάνατό του να τα αποσύρουν και να τα κρατήσουν για τον εαυτό τους χωρίς αντάλλαγµα τότε πρόκειται για δωρεά εν ζωή. Επίσης στο ίδιο συµπέρασµα πρέπει να καταλήξουµε εάν δεν είχε τεθεί ο όρος της προαποβίωσης του καταθέτη. Γίνεται επίσης δεκτό ότι πρόκειται για δωρεά εν ζωή όταν κάποιος συνδικαιούχος αναλάβει από τον κοινό λογαριασµό περισσότερα χρήµατα από όσα τυχόν ο ίδιος κατέθεσε ως προς το επιπλέον των αναληφθέντων χρηµάτων. Στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων χαρακτηρισθεί ως δωρεά εν ζωή, πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία υπολογισµού της νόµιµης µοίρας κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ προκειµένου να βρεθεί το ποσοστό που δικαιούνται οι αναγκαίοι κληρονόµοι του αποβιώσαντος. Η αξία της κατάθεσης υπολογίζεται ως στοιχείο της πλασµατικής κληρονοµιάς. Εφόσον η κληρονοµιά που υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονοµούµενου, δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόµιµης 41 Πάντως η ΕφΑθ 5774/1995, ΝοΒ, τόµος 45, 1997, σελ.218, έκρινε ότι η ανάληψη από τη σύζυγο του αποβιώσαντος του συνολικού υπολοίπου των κοινών λογαριασµών, µετά το θάνατό του, κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώµατός της κατ’ άρθρο 2 του Ν. 5638/1932, χωρίς αντάλλαγµα και από χαριστική αιτία, συνιστά δωρεά αιτία θανάτου και ότι την έλλειψη της τήρησης του συµβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύσταση της δωρεά αιτία θανάτου αναπληρώνει η κατάθεση των χρηµάτων στον κοινό λογαριασµό από όπου τα αποσύρει µετά ο δωρεοδόχος – συγκαταθέτης. µοίρας, η εν λόγω κατάθεση - δωρεά ανατρέπεται στο βαθµό που θίγει τη νόµιµη µοίρα σύµφωνα µε τα άρθρα 1835 επ. ΑΚ για τη µέµψη άστοργης δωρεάς. Οι νόµιµοι µεριδούχοι πρέπει να ασκήσουν αγωγή κατά των άλλων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασµού µέσα σε προθεσµία δύο ετών από το θάνατο του κληρονοµουµένου-δωρητή, ανεξάρτητα από το πότε οι µεριδούχοι έλαβαν γνώση του θανάτου ή της δωρεάς. Η αγωγή αυτή όπως είναι γνωστό έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, ώστε µε την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ανατρέπεται η δωρεά εν ζωή ολικά ή µερικά, ανάλογα µε το ύψος του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη της νόµιµης µοίρας. Οι εναγόµενοι συνδικαιούχοι έχουν από την πλευρά τους την ενοχική υποχρέωση να καταβάλουν στους ενάγοντες νόµιµους µεριδούχους το αναγκαίο χρηµατικό ποσό µέχρι τη συµπλήρωση της νόµιµης µοίρας τους. β) ∆ωρεά αιτία θανάτου (2032 ΑΚ). Αντίθετα αν η εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων χαρακτηρισθεί ως δωρεά αιτία θανάτου επέρχονται διαφορετικές έννοµες συνέπειες. Αν στον κοινό λογαριασµό κατατέθηκε από χαριστική αιτία ποσό από την περιουσία του αποβιώσαντος, χωρίς στο µεταξύ και µέχρι το θάνατό του, να έχουν προβεί οι συνδικαιούχοι σε κάποια ανάληψη, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου του άρθρου 2032 ΑΚ. Αυτό το συµπέρασµα συνάγεται από το ότι ετέθη έστω και σιωπηρά ως προϋπόθεση από όλους, ότι η περιέλευση της ωφέλειας σε αυτούς θα γίνει µε το θάνατο του καταθέτη - δωρητή. Αν όµως από την κατάθεση του ποσού µέχρι το θάνατο του καταθέτη, οι επιζώντες συνδικαιούχοι είχαν προβεί σε ανάληψη ορισµένου ποσού πρέπει η ανάληψη αυτή να κριθεί ως δωρεά εν ζωή. Επίσης ως δωρεά αιτία θανάτου πρέπει να κριθεί και η περίπτωση της µετά το θάνατο του κληρονοµούµενου ανάληψης εκ µέρους των συνδικαιούχων του υπολοίπου ποσού και µάλιστα χωρίς αντάλλαγµα κατά τη συµφωνία των µερών. Με την υπ. αρ. 147/1989 απόφασή του το Εφετείο Αιγαίου42 αναφέρεται στην εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων και εκτιµά ότι αυτή µπορεί να είναι δωρεά εν ζωή ή αιτία θανάτου ή ακόµα και ανταποδοτική π.χ. για λόγους ευγνωµοσύνης. 42 ό.π. σηµ. 29. Βλ. επίσης και ΑΠ 724/2000 (αδηµοσίευτη) όπου ο συνδικαιούχος του λογαριασµού προέβη σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού όσο ζούσε ο κληρονοµούµενος και η οποία έκρινε ότι η δήλωση από τον αποβιώσαντα καταθέτη κάποιου ως συνδικαιούχου ως ένδειξη ευγνωµοσύνης για τις Η ανταποδοτική δωρεά η οποία µπορεί να είναι αιτία θανάτου ή εν ζωή, δεν ρυθµίζεται αυτοτελώς στον ΑΚ. Εποµένως και στην περίπτωσή της, σαν σύµβαση δωρεάς, που υπάρχει ανεξάρτητα από τα µακρύτερα αίτια που την προκάλεσαν ισχύουν γενικά οι κανόνες του ΑΚ για τη δωρεά. Σύµφωνα λοιπόν µε την ως άνω απόφαση η συµφωνία ότι ο δωρεοδόχος δεν θα έχει την απόλαυση των δωρουµένων µέχρι το θάνατο του δωρητή συνιστά δωρεά αιτία θανάτου 2032 ΑΚ , η οποία µπορεί να συσταθεί και µε τον τρόπο (όρο) διατροφής και περίθαλψης. Αντίθετα όµως θα πρόκειται για ανταποδοτική δωρεά εν ζωή που έγινε σαν αντάλλαγµα των περιποιήσεων του δωρεοδόχου στον δωρητή, εάν συσταθεί µε την αναβλητική προθεσµία ότι η µεταβίβαση της κυριότητας των δωρουµένων στον δωρεοδόχο θα γίνει µε το θάνατο του δωρητή. Εφόσον κριθεί ότι πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου, η δωρεά θα συµπεριληφθεί και πάλι στην κληρονοµιά για τον υπολογισµό της νόµιµης µοίρας του µεριδούχου, αλλά πλέον ως κληροδοσία. ∆εν ενδιαφέρει αν έγινε µέσα στα τελευταία δέκα χρόνια από το θάνατο του κληρονοµουµένου ή την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας καθώς οι λόγοι αυτοί προβάλλονται µόνον προκειµένου περί δωρεάς εν ζωή µε τις προϋποθέσεις του άρθρου 1831 ΑΚ, και όχι όταν πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου43. Η δωρεά αυτή που αντιµετωπίζεται πλέον ως κληροδοσία θα είναι αυτοδίκαια άκυρη κατά το µέρος που προσβάλει την νόµιµη µοίρα. Οι µεριδούχοι θα πρέπει να ασκήσουν κατά των επιζώντων συνδικαιούχων την αγωγή περί κλήρου (1871 ΑΚ) ή κατ΄ άλλη γνώµη τη διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ) 44. ∆ηµιουργείται λοιπόν απαίτηση των µεριδούχων κατά των επιζώντων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασµού, για το µέρος που υπολείπεται της νόµιµης µοίρας τους. γ) Κληροδοσία Ό,τι ακριβώς αναφέρθηκε ανωτέρω για την εσωτερική σχέση της δωρεάς αιτία θανάτου ισχύουν και στην περίπτωση που κατά την ερµηνεία της κατάθεσης πρόκειται για κληροδοσία. ως τότε ευεργεσίες του προς αυτόν, υποκρύπτει έγκυρη δωρεά εν ζωή η οποία αποτελεί ανταποδοτική δωρεά. 43 Βλ. σχετικά και ΕφΑθ 5774/1995, ό.π. σηµ. 29. 44 Βλ. Παπαντωνίου, Κληρονοµικό ∆ίκαιο, 1985, σελ 411. δ) Άλλες χαριστικές επιδόσεις αιτία θανάτου. Οι επιδόσεις αυτές που δεν αποτελούν δωρεά ή κληροδοσία (όπως π.χ. οι υπέρ τρίτου συµβάσεις αιτία θανάτου) υποστηρίζεται ότι πρέπει να αντιµετωπισθούν µε ανάλογη εφαρµογή των διατάξεων για τις κληροδοσίες45. ε) Εξεύρεση µερίδας του αποβιώσαντος Μετά την εκτενή αναφορά στις ποικίλες χαριστικές επιδόσεις που αποτελούν την εσωτερική σχέση των επιζώντων συνδικαιούχων µε τον αποβιώσαντα, ανακύπτει το ζήτηµα της εξεύρεσης της ακριβούς µερίδας του αποβιώσαντος καταθέτη, δηλαδή του ποσού δια του οποίου συντελέσθηκε η χαριστική επίδοση. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει µε κάθε αποδεικτικό µέσο να ανεύρει το ποσό κατά προσέγγιση της µερίδας του κληρονοµουµένου. Γίνεται δεκτή εν αµφιβολία, αν δηλαδή δεν ορίστηκε διαφορετικά από τα µέρη στις εσωτερικές τους σχέσεις ως συνδικαιούχοι, η κατ΄ ίσα µέρη κατανοµή µεταξύ αυτών46, οπότε εφαρµόζεται αναλογικά το τεκµήριο του άρθρου 493 ΑΚ το οποίο βέβαια είναι µαχητό. Οι νόµιµοι µεριδούχοι φέρουν το βάρος της απόδειξης και εφόσον δεν µπορούν να αποδείξουν κάτι διαφορετικό, το ποσό της κατάθεσης που ανήκε στο δωρητή και το οποίο δώρισε στους δωρεοδόχους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασµού ισοδυναµεί µε την κεφαλική του µερίδα. Εάν ο ωφελούµενος από τη χαριστική πράξη συνδικαιούχος απέσυρε το υπόλοιπο της κατάθεσης, ο µεριδούχος έχει εναντίον του ενοχική απαίτηση για την απόδοση του µέρους του ποσού που απαιτείται για την συµπλήρωση της νόµιµης µοίρας47. Αν το ποσό της κατάθεσης δεν έχει αναληφθεί ακόµη από το συνδικαιούχο, ο µεριδούχος επέχει τη θέση κληρονόµου του καταθέτη. Συγκεκριµένα δεν αποκτά ευθέως δικαιώµατα κατά της τράπεζας διότι ο νόµιµος µεριδούχος δεν καθίσταται συνδικαιούχος της κατάθεσης του κοινού λογαριασµού, αλλά αποκτά ενοχική απαίτηση κατά των επιζώντων συνδικαιούχων. 45 Βλ. Λιτζερόπουλο, ό.π. σηµ. 30, σελ. 46 – 48. 46 Έτσι και στο Γαλλικό ∆ίκαιο όπου βλέπε σχετικά Les comptes en banque, Banque et operations de banques, ό.π. σηµ. 4, σελ. 346. 47 Βλ. σχετικά ΕφΑθ 5774/1995, ό.π. σηµ. 29 και Αρµεν. 1997, σελ. 504. Όµως δεν θα πρέπει ο νόµιµος µεριδούχος να θεωρηθεί ως απλός δανειστής µέρους του υπολοίπου ποσού του κοινού λογαριασµού. ∆ιατυπώθηκε η άποψη ότι οι νόµιµοι µεριδούχοι εξοµοιώνονται µε ενοχικούς δανειστές των συνδικαιούχων οπότε µπορεί να εφαρµοσθεί το άρθρο 4 του Ν. 5638/32 το οποίο θεσπίστηκε υπέρ των κατασχόντων δανειστών κάποιου συνδικαιούχου, σύµφωνα µε το οποίο «κατάσχεση της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όµως των κατασχόντων αυτή τεκµαίρεται αµαχήτως, ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα µέρη. Η άποψη αυτή αποκρούστηκε τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νοµολογία, γιατί το άρθρο 4 αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία των δανειστών των συνδικαιούχων. Η νόµιµη µοίρα δεν ταυτίζεται απλά µε ενοχική αξίωση αλλά αποτελεί απόλυτο κληρονοµικό δικαίωµα προστατευόµενο από αναγκαστικές διατάξεις Νόµου. Άλλωστε το άρθρο 117 του ΕισΝΑΚ είναι µεταγενέστερο του άρθρου 4 του Ν. 5638/32 και συνεπώς υπερισχύει αυτού. Εξάλλου οι νόµιµοι µεριδούχοι δεν εµποδίζονται να αποδείξουν ότι το ποσό της δωρεάς στην οποία προέβη ο αποβιώσας καταθέτης προς τους λοιπούς συνδικαιούχους του κοινού λογαριασµού, αφορά πραγµατικά τµήµα µεγαλύτερο από την κεφαλική µερίδα του αποθανόντος εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το τεκµήριο του άρθρου 493 ΑΚ είναι µαχητό. Η αξίωση του µεριδούχου δεν περιορίζεται µόνο στο τυχόν υπόλοιπο της τραπεζικής κατάθεσης που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του καταθέτη – κληρονοµούµενου, αλλά στο σύνολο του ποσού της χαριστικής επίδοσης, µέρος του οποίου µπορεί να έχει αναληφθεί από το συνδικαιούχο όσο ζούσε ο κληρονοµούµενος. Αυτό σηµαίνει ότι για τον υπολογισµό της νόµιµης µοίρας του µεριδούχου θα προστεθεί στη κληρονοµιά ολόκληρο το ποσό της χαριστικής επίδοσης και όχι µόνο το κατά το χρόνο του θανάτου υπόλοιπο της κατάθεσης, εφόσον βέβαια η µείωση του ποσού οφείλεται σε ανάληψη του συνδικαιούχου και όχι του κληρονοµούµενου48. 48 Βλ. Παµπούκη, ό.π. σηµ. 16, σελ. 290. VI. ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ∆ΑΝΕΙΣΤΩΝ ΤΩΝ ∆ΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ. Σύµφωνα λοιπόν µε το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932, απέναντι στους δανειστές, στους οποίους για τους ανωτέρω λόγους δεν περιλαµβάνονται και οι νόµιµοι µεριδούχοι, το ποσό της κατάθεσης σε κοινό λογαριασµό, κατ’ αµάχητο τεκµήριο ανήκει στους δικαιούχους κατ’ ίσα µέρη. Με την επιβολή της κατάσχεσης αποχωρίζεται οριστικώς το ποσό αυτό από τη κατάθεση, αφήνοντας το υπόλοιπο οριστικά ελεύθερο από τους δανειστές του ίδιου δικαιούχου. Αυτό βέβαια δεν σηµαίνει ότι το άρθρο 4 ανατρέπει τις εσωτερικές σχέσεις µεταξύ των δικαιούχων. Κατά συνέπεια αν από τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων προκύπτει ότι ο δικαιούχος εναντίον του οποίου στρέφεται η κατάσχεση δεν έχει εν όλω ή εν µέρει δικαίωµα στο ποσό που του αναλογεί κατ’ άρθρο 4, υπόκειται σε αναγωγή από τους υπολοίπους κατ’ άρθρο 493 ΑΚ49. Επιτυγχάνεται µε αυτόν τον τρόπο εξισορρόπηση των συµφερόντων των δικαιούχων και των δανειστών τους ενώ παράλληλα οι δανειστές ικανοποιούνται ευθέως και µε συνοπτικότερες διαδικασίες. Και αυτό γιατί αν δεν είχε θεσπιστεί η διάταξη αυτή ο δανειστής ενός των δικαιούχων θα µπορούσε να κατάσχει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης η οποία όµως θα ενεργούσε υποκειµενικά (άρθρα 491 και 492 ΑΚ) δηλαδή δε θα εµπόδιζε κάποιον άλλον συνδικαιούχο να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης. Εποµένως ο δανειστής δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά να κατάσχει στα χέρια του τελευταίου το ποσό που θα αναλογούσε ενδεχοµένως κατ’ αναγωγή στον οφειλέτη (493 ΑΚ). Αν πάλι ευδοκιµούσε η κατάσχεση ο δανειστής θα υπέκειτο σε αναγωγή απέναντι στους άλλους δικαιούχους και ενδεχοµένως και τους δανειστές τους, όπως ακριβώς θα συνέβαινε στη περίπτωση που το ποσό της κατάθεσης είχε αναληφθεί από τον οφειλέτη του. Τελικά ύστερα από όλες αυτές τις διαδικασίες ο δανειστής ενός εκ των συνδικαιούχων θα ικανοποιούνταν µόνο από το ποσό που θα αναλογούσε στον οφειλέτη του κατ’ άρθρο 493 ΑΚ. Με τη ρύθµιση όµως του άρθρου 4, ο δανειστής 49 Βλ. Παµπούκη, ό.π. σηµ. 16, § 114 ΙΙ και ΙΙΙ, σελ. 318 επ. ικανοποιείται ευθέως και µε πιο απλό τρόπο από τη κατάθεση η οποία κατά αµάχητο τεκµήριο ανήκει στους δικαιούχους κατ’ ίσα µέρη. VII. ΕΝΕΧΥΡΑΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ Σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 5638/1932, τα δικαιώµατα από την κατάθεση που έχει ο κάθε δικαιούχος απέναντι στην τράπεζα είναι αµεταβίβαστα τόσο εν ζωή όσο και αιτία θανάτου και οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος δεν αποκτούν κανένα δικαίωµα από την κατάθεση. Όπως όµως προαναφέραµε, το νόηµα της διάταξης αυτής δεν είναι ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη διαθέσεως της καταθέσεως του κοινού λογαριασµού από τους συνδικαιούχους π.χ. δωρεές, εκχωρήσεις κλπ. Αλλά ότι το αµεταβίβαστο ισχύει µόνο απέναντι στη τράπεζα και έτσι δεν επιτρέπεται η υπεισέλευση τρίτου στο σύνολο της έννοµης σχέσης της καταθέσεως µε ειδική ή καθολική διαδοχή. ∆ιαφορετικά θα αναιρούνταν η ίδια η λειτουργία του κοινού λογαριασµού αφού θα παρεµποδίζονταν εντελώς η χρήση του από τους συνδικαιούχους50. Εποµένως είναι δυνατή και η σύσταση ενεχύρου είτε ολόκληρου είτε µέρους µόνο της καταθέσεως σε κοινό λογαριασµό χάριν εξασφαλίσεως άλλης απαιτήσεως ενός τρίτου στρεφόµενης κατά ενός ή περισσοτέρων ή όλων των συγκαταθετών, στην οποία θα εφαρµοστούν οι σχετικές µε το ενέχυρο απαιτήσεως διατάξεις των άρθρων 1248 επ. του ΑΚ ή οι διατάξεις των άρθρων 35 επ. του Ν.∆. της 17.7/13.8.1923. Καθώς η ενεχύραση απαιτήσεως από κατάθεση σε κοινό λογαριασµό δεν είναι από τα γεγονότα που σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 491 ΑΚ ενεργούν αντικειµενικά αλλά υποκειµενικά (492 ΑΚ), συµπεραίνει κανείς ότι οι υπόλοιποι συγκαταθέτες δεν παρακωλύονται στην άσκηση των δικών τους δικαιωµάτων51. ∆ιότι η ενεχύραση παράγει αποτελέσµατα µόνο µεταξύ του ενεχυράζοντα συγκαταθέτη, της τράπεζας στην οποία τηρείται η κατάθεση και του τρίτου ενεχυρούχου δανειστή. Βέβαια στη περίπτωση που όλοι οι συγκαταθέτες συµπράξουν στη σύσταση του 50 Υποστηρίχθηκε βέβαια και η αντίθετη άποψη η οποία θεωρεί ανεπίτρεπτη την ενεχύραση καθώς µε αυτόν τον τρόπο διαταράσσεται η σχέση εµπιστοσύνης µεταξύ των συνδικαιούχων, αφού ο ενεχυρούχος δανειστής, όταν λήξει η απαίτησή του, µπορεί να προβεί σε είσπραξή της από τον κοινό λογαριασµό γινόµενος έτσι τρόπον τινά συνδικαιούχος ενώ παράλληλα οι πληροφορίες που παρέχει η τράπεζα στον ενεχυρούχο δανειστή παραβιάζουν το τραπεζικό απόρρητο των άλλων συνδιακιούχων. Βλ. σχετικά Κουτσούκη ∆ηµ. Το τραπεζικό απόρρητο στο ιδιωτικό δίκαιο, σελ. 209 επ. 51 Βλ. Σχετικά Άλκη Απ. Αργυριάδη, Ενεχύρασις Απαιτήσεως εκ Καταθέσεως εις Κοινόν Λογαριασµόν, Αρµενόπουλος 1978, 8-9, σελ. 522. ενεχύρου ή συναινέσουν ή την εγκρίνουν (239 ΑΚ), τότε αυτή καθίσταται δεσµευτική για όλους τους συγκαταθέτες. Από την άλλη η σύσταση του ενεχύρου ενεργεί αντικειµενικά δηλαδή σε βάρος και των άλλων συγκαταθετών όταν ο ενεχυρούχος δανειστής κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώµατός του εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση. Η ανάληψη δηλαδή από τον ενεχυρούχο δανειστή των κατατεθειµένων χρηµάτων αποτελεί καταβολή εκ µέρους της τράπεζας σύµφωνα µε την ΑΚ 491 σε συνδυασµό µε τις ΑΚ 1253 και 125452. Συχνά ανακύπτει το θέµα κατά πόσο η τράπεζα στην οποία βρίσκεται η κατάθεση σε κοινό λογαριασµό µπορεί να συστήσει ενέχυρο επ’ αυτής προκειµένου να εξασφαλίσει κάποια απαίτησή της κατά κάποιου συνδικαιούχου (π.χ. λόγω παροχής σε αυτόν δανείου). Συνήθως οι προδιατυπωµένες έγγραφες συµβάσεις των τραπεζών αναφέρονται σε ενεχύραση απαίτησης από κατάθεση. Ωστόσο αυτή η δυνατότητα εξασφάλισης της τράπεζας δεν φαίνεται να είναι νοµικά ορθή, για το λόγο ότι η ενεχύραση απαίτησης προϋποθέτει τριµερή σχέση ενώ στη περίπτωση αυτή η τράπεζα καθίσταται ταυτόχρονα οφειλέτης και ενεχυρούχος δανειστής της ίδιας απαίτησης µε αποτέλεσµα να οδηγούµαστε σε απόσβεση των ενοχών λόγω σύγχυσης (453 ΑΚ). Εξάλλου σύµφωνα µε το άρθρο 287 ΑΚ οι υποχρεώσεις από τις ενοχικές σχέσεις πρέπει να απευθύνονται προς έτερον. Για την αποφυγή της σύγχυσης λόγω της ταυτόχρονης ύπαρξης στο πρόσωπο της τράπεζας των ιδιοτήτων του οφειλέτη και του ενεχυρούχου δανειστή της απαίτησης προτείνεται η κατάργηση του κοινού λογαριασµού ως σχέση παρακαταθήκης (π.χ. µε ανάληψη) και σύσταση ενεχύρου επί χρηµάτων ως κινητών πραγµάτων, δεδοµένου ότι το ενέχυρο επί κινητών πραγµάτων δεν προϋποθέτει τριµερή σχέση53. Άλλη δυνατότητα που η τράπεζα έχει στη διάθεσή της σε περίπτωση που το χρέος προς αυτή καταστεί ληξιπρόθεσµο και δεν εξοφληθεί είναι αυτή του συµψηφισµού ή της επίσχεσης των κατατεθέντων χρηµάτων χωρίς κατάργηση της σχέσης ως ανώµαλης παρακαταθήκης, καθώς το συναφές των αξιώσεων που απαιτεί το 325 ΑΚ κατά κανόνα θα συντρέχει στη περίπτωση αυτή αφού η απαίτηση της τράπεζας θα είναι τις περισσότερες φορές χρηµατική. 52 Βλ. σχετικά Άλκη Απ. Αργυριάδη, ό.π. σηµ. 45, σελ. 522 και Ψυχοµάνη, Τραπεζικό∆ίκαιο, ∆ίκαιο Τραπεζικών Συµβάσεων Ι, σελ. 226. 53 Βλέπε Ψυχοµάνη, ό.π. σηµ. 47, σελ. 227. VIII. ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ∆ΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ 1. Νοµοθετικό πλαίσιο – Νοµολογιακή αντιµετώπιση Με το Ν.∆. 1059/1971 καθιερώθηκε το ειδικό απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων. Ως τραπεζικές καταθέσεις νοούνται οι καταθέσεις σε χρήµα άρα και οι καταθέσεις σε κοινό λογαριασµό. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1, 2 και 3 του ως άνω Ν.∆., όπως τελικά διαµορφώθηκε µετά από το Ν. 1868/1989, τιµωρούνται µε φυλάκιση τουλάχιστον έξι µηνών οι διοικητές, τα µέλη διοικητικών συµβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή οι υπάλληλοι τραπεζών οι οποίοι κατά τη διάρκεια των καθηκόντων τους λαµβάνουν γνώση των τραπεζικών καταθέσεων και παρέχουν µε οποιονδήποτε τρόπο πληροφορίες αναφορικά µε τις τραπεζικές καταθέσεις. Σηµειωτέον ότι η συναίνεση ή η έγκριση του υπέρ ού το απόρρητο καταθέτη επ’ ουδενί λόγο δεν αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης. Με τον ίδιο επίσης νόµο και µε τις µετέπειτα τροποποιήσεις του, προβλέφθηκαν ρητά ειδικές περιπτώσεις άρσης του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων. Ο παραπάνω νόµος τέθηκε σε εφαρµογή για λόγους για τους οποίους δεν επικρατεί οµοφωνία. Κατά µια άποψη µε τη θέσπιση του Ν.∆. 1059/71, ο νοµοθέτης απέβλεψε στην ενίσχυση της εθνικής οικονοµίας µε την αύξηση της εισροής αποταµιεύσεων και την επίτευξη ανάπτυξης των δυνατοτήτων χρηµατοδοτήσεως (όπως άλλωστε αναφέρεται και στην Εισηγητική Έκθεση επί του σχεδίου του ανωτέρω Ν.∆.) Όπως είναι ευνόητο ζητήµατα που άπτονταν του απορρήτου των χρηµατικών καταθέσεων και όχι µόνο, και συνακόλουθα της κατάσχεσης αυτών εκ µέρους των δανειστών ανέκυψαν πολλά. Η νοµολογιακή θέση, παρά τις αντίθετες απόψεις των θεωρητικών, ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις των επιχειρηµάτων τους (βλ. ενδεικτικά Κουτσούκη, Μάζη, Μπρίνια, Ψυχοµάνη κ.α.) αλλά και το κοινό περί δικαίου αίσθηµα εξαιτίας της υπόθαλψης µε αυτόν τον τρόπο των συµφερόντων των κακόπιστων οφειλετών, ήταν σταθερή (βλ. ΟΛ ΑΠ 1224/1975, 1225/1975 και 3/1993). Η Ολοµέλεια λοιπόν του Αρείου Πάγου διατύπωσε την άποψη, που έκτοτε ακολουθήθηκε από τα δικαστήρια µε κάποιες εξαιρέσεις, ότι η παροχή πληροφοριών από την τράπεζα περί του ύψους υπολοίπου καταθέσεων πελάτη της σε δανειστή εµπίπτει στις περί προστασίας του τραπεζικού απορρήτου διατάξεις. Κατά συνέπεια απαγορεύεται στη τράπεζα να προβεί στην δήλωση του άρθρου 985 παρ. 1 και 2 ΚΠολ∆ και ενόψει ότι η εφαρµογή της παρ. 3 εδ. α΄ του άρθρου 985 του ΚΠολ∆ προϋποθέτει υποχρέωση του τρίτου να προβεί στη δήλωση, η τυχόν άρνηση της τράπεζας ή έστω η παράλειψή της να προβεί στη δήλωση αυτή δεν συνιστά αρνητική της υπάρξεως της απαιτήσεως δήλωση και δεν είναι δεκτική ανακοπής εκ µέρους του δανειστή κατ’ άρθρο 986 ΚΠολ∆. Έτσι, σύµφωνα πάντα µε την άποψη της Ολοµέλειας, η κατάσχεση αναγκαστική ή συντηρητική, στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατέστη εµµέσως ανεπίτρεπτη και αν πραγµατωθεί είναι άκυρη 54. Μάλιστα η ΟΛ ΑΠ 3/1993 επισηµαίνει ότι επήλθε και συνακόλουθη σιωπηρή κατάργηση και της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 που προβλέπει την αναγκαστική κατάσχεση τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό τραπεζικό λογαριασµό. Από την άλλη πλευρά όµως, οι τράπεζες προκειµένου να επιτύχουν την ικανοποίηση των δικών τους απαιτήσεων έναντι των πελατών τους, αξιοποιούσαν τις δυνατότητες που τους παρείχε το ουσιαστικό δίκαιο και όχι το δικονοµικό και συγκεκριµένα τα µέσα του µονοµερούς συµψηφισµού (άρθρα 440 – 441 ΑΚ) και της ένστασης επισχέσεως (άρθρο 325 ΑΚ) 55. Και ναι µεν σύµφωνα µε το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συµψηφισµός κατά ακατάσχετης απαίτησης αλλά και επίσχεση κατά απαιτήσεων που δεν επιτρέπεται συµψηφισµός, συνεπώς και κατά των ακατασχέτων (327 ΑΚ), η νοµολογία όµως διατύπωσε την άποψη ότι η πρόταση συµψηφισµού δεν προσκρούει στο απόρρητο που καθιερώνεται µε τις διατάξεις του Ν.∆. 1059/1971. ∆ιότι, όπως υποστήριξε, το απόρρητο αυτό ισχύει έναντι τρίτων και όχι στις 54 Αξίζει να επισηµανθεί ότι στις υπ’ αριθµ. 1224/1975 και 3/1993 αποφάσεις της Ολοµέλειας του Αρείου Πάγου υπήρξαν ισχυρές µειοψηφίες που τάχθηκαν υπέρ του διαχωρισµού του απορρήτου από το ακατάσχετο των καταθέσεων και υποστήριξαν ότι αν στις προθέσεις του νοµοθέτη ήταν και η καθιέρωση του ακατασχέτου θα το όριζε ρητά στο Ν.∆. 1059/1971. Μάλιστα η µειοψηφία στην υπ’ αριθµ. 3/1993 στήριξε την αντίθετη γνώµη της στην διαπίστωση, ότι τα ακατάσχετα που ο νόµος κάθε φορά ορίζει αποτελούν εξαίρεση από το κανόνα και πρέπει να ερµηνεύονται στενά, αφού συχνά δυσχεραίνουν ή αποκλείουν την παροχή έννοµης προστασίας στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 Σ. Περαιτέρω επεσήµανε ότι η καθιέρωση του απορρήτου δεν έγινε µε στόχο να υποθάλψει την κακοπιστία του οφειλέτη. 55 Βλ. Ψυχοµάνη ΕπισκΕ∆ Β 1997, σελ. 113, ο οποίος παρατηρεί ότι οι τράπεζες προσφεύγουν σταθερά στα µέσα αυτά. Βλέπει όµως και µια διάκριση υπέρ των τραπεζών, η οποία αντίκειται στο άρθρο 4 § 1 του Σ. απευθείας σχέσεις της ίδιας της τράπεζας µε τους καταθέτες της, έναντι των οποίων ανεµπόδιστα η τράπεζα µπορεί να προβάλει ανταπαιτήσεις σε συµψηφισµό, προς αντίστοιχες απαιτήσεις των πελατών της, γιατί στην αντίθετη περίπτωση θα διαταρασσόταν το όλο τραπεζικό σύστηµα µε το παράδοξο που θα συνέβαινε, οι µεν πελάτες της τράπεζας να λαµβάνουν από αυτήν ελεύθερα τις καταθέσεις τους, η δε τράπεζα να µην µπορεί να εισπράξει τις δικές της απαιτήσεις που θα είχε ενδεχοµένως κατά αυτών56. Ειδικότερα για τις καταθέσεις σε κοινό λογαριασµό γίνεται δεκτό, ότι λόγω του άρθρου 4 του Ν. 5638/32 σύµφωνα µε το οποίο απέναντι στους δανειστές του καθενός από τους δικαιούχους τεκµαίρεται αµάχητα ότι η κατάθεση τους ανήκει κατ’ ίσα µέρη, η τράπεζα δεν µπορεί να συµψηφίσει απαίτηση που έχει απέναντι σε έναν από τους δικαιούχους για ποσό µεγαλύτερο από εκείνο που του αναλογεί µε βάση το τεκµήριο57. ∆ιότι µπορεί η τράπεζα να έχει στη διάθεσή της δύο µέσα εξαναγκασµού του οφειλέτη της που προέρχονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δηλ. τις ενστάσεις του συµψηφισµού και της επίσχεσης, αλλά όταν ενεργοποιώντας τα µέσα αυτά πραγµατώνει την ευθύνη του οφειλέτη της υπόκειται κατ’ αναλογία στον κανόνα του άρθρου 4 του Ν. 5638/193258. Ίσως λοιπόν σύµφωνα µε τα παραπάνω, θα ήταν ακριβέστερο να πούµε ότι λόγω των διατάξεων του απορρήτου και συνακόλουθα του ακατασχέτου των τραπεζικών καταθέσεων, το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932 δεν έχασε εντελώς την σηµασία του όπως υποστηρίχθηκε59 εξαιτίας κυρίως της ανωτέρω εκτεθείσας άποψης που διατυπώθηκε στην υπ’ αριθµ. 3/1993 απόφαση της ολοµέλειας του Αρείου Πάγου για την έµµεση κατάργησή του. Αλλά απλά ότι έχασε µεγάλο µέρος από τη σηµασία του, καθώς δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο κανόνας του άρθρου 4 δεν εφαρµόζεται σε περίπτωση που κατάσχων δανειστής είναι τράπεζα. Αντίθετα η διάταξη αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ζήτηµα ευθύνης ενός από τους δικαιούχους απέναντι στους δανειστές τους. 56 Βλ. ενδεικτικά ΠολΠρΞάνθης 166/1995, Αρχείο Νοµολογίας 1997, τόµος 48, σελ. 60. ΕφΘεςσ 3918/1996, ΕπισκΕ∆ Β/1997, σελ. 456, µε σχόλιο υπό Κων Γ. Παµπούκη. Εφ∆ωδεκανήσου 287/1996, ΕπισκΕ∆ Γ/1997, σελ. 652. 57 Βλ. ΕφΘεσ 3918/1996, ό.π. σηµ. 42, καθώς και ΠολΠρΞάνθης 166/1995, ό.π. σηµ. 42. 58 Έτσι Κων/νος Γ. Παµπούκης, Παρατηρήσεις υπό την ΕφΘεσ 3918/1996, ό.π. σηµ. 42. Βλ. όµως και Εφ∆ωδεκανήσου 287/1996, ό.π. σηµ. 42, η οποία αγνόησε τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 και κατά συνέπεια αδίκησε τους υπόλοιπους δικαιούχους των επίδικων έξι καταθέσεων σε κοινό λογαριασµό, δηλ. τη σύζυγο και την κόρη του οφειλέτη της τράπεζας. 59 Βλ. Ψυχοµάνη, Τραπεζικό ∆ίκαιο, ∆ίκαιο Τραπεζικών Συµβάσεων Ι, γ΄ έκδοση, σελ. 224. Από την πρακτική λοιπόν αυτή στερήθηκαν της δυνατότητας ικανοποιήσεως των απαιτήσεών τους πολλές κατηγορίες ατόµων όπως σύζυγοι καταθετών που αξίωναν διατροφή ή τη συµµετοχή τους στα αποκτήµατα (1400 ΑΚ), δανειστές κακόπιστων εµπόρων ή κληρονόµων που ρευστοποιούσαν την κληρονοµιά που τους είχε επαχθεί και κατέθεταν τα χρήµατα σε πιστωτικά ιδρύµατα κ.λ.π. Και φυσικά στερήθηκαν αυτής της δυνατότητας και οι νόµιµοι µεριδούχοι αποβιώσαντος συνδικαιούχου κοινού λογαριασµού που επικαλούντο το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ αλλά και οι κληρονόµοι αποβιώσαντος δικαιούχου όπου στη σύµβαση του κοινού λογαριασµού δεν είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2. Αξίζει στο σηµείο αυτό να επισηµάνουµε ότι σε δίκαια όπως το Γερµανικό, το Γαλλικό και το Αγγλικό, όπου επίσης ισχύουν κανόνες για τη διαφύλαξη του τραπεζικού απορρήτου, δεν αµφισβητείται η δυνατότητα εκ µέρους του δανειστή κατάσχεσης του υπολοίπου τραπεζικής κατάθεσης στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης60. 2. Κληρονόµοι κοινού λογαριασµού µε τον όρο του άρθρου 2 . Όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, πρόβληµα δηµιουργείται µε τους αναγκαίους κληρονόµους αποβιώσαντος δικαιούχου κοινού λογαριασµού µε την προϋπόθεση βέβαια ότι οι συνδικαιούχοι δεν συναποβίωσαν όλοι ταυτόχρονα. Η κατάθεση µε το θάνατο ενός συνδικαιούχου, εφόσον στη σύµβαση κατάθεσης έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, περιέρχεται αυτοδίκαια στους λοιπούς συνδικαιούχους χωρίς οι αναγκαίοι κληρονόµοι να έχουν οποιοδήποτε δικαίωµα στην κατάθεση. Όµως οι νόµιµοι µεριδούχοι στο βαθµό που θίγεται η νόµιµη µοίρα που τους αναλογεί µπορούν να ανατρέψουν τη δωρεά µε τις προϋποθέσεις που αναλύσαµε 60 Στο Γερµανικό δίκαιο αφετηρία της παραδοχής αυτής είναι η διάταξη της παρ. 357 HGB (δηλ. του γερµ. Εµπ.Ν) που ορίζει ότι σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης υπολοίπου τρέχοντος (αλληλοχρέου) λογαριασµού, οι µεταγενέστερες της κατασχέσεως χρεωστικές εγγραφές δεν αντιτάσσονται κατά του κατασχόντος δανειστή. Στο Γαλλικό ∆ίκαιο είναι δυνατή τόσο η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης υπολοίπου τραπεζικού λογαριασµού (άρθρ. 557 κ. επ. Code de Procedure Civile), όσο και η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρ. 48 κ. επ. Γαλ. Κ. Πολ.∆ικ.). Ανάλογα ισχύουν και στο Αγγλικό δίκαιο όπου µάλιστα είναι δυνατόν στο δανειστή, ο οποίος έχει επιτύχει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως ή διαταγής πληρωµής κατά του οφειλέτη του, να ζητήσει από το ∆ικαστήριο την έκδοση της λεγόµενης garnishee order nisi, η οποία αποτελεί διαταγή του ∆ικαστηρίου προς κάθε οφειλέτη του οφειλέτη του δανειστή, περί κατασχέσεως εις χείρας αυτού οποιουδήποτε ποσού οφείλεται από τον ίδιο, προς τον οφειλέτη του επιτυχόντος την έκδοση της εν λόγω διαταγής. Βλ. σχετικά Γεωργόπουλο ∆ηµ. Μιχ., Η Κατάσχεση του υπολοίπου τραπεζικού λογαριασµού καταθέσεων, ΕΕΤ Α΄ Εξαµηνία, 1992, σελ. 117 επ. µε τις εκεί παραποµπές. ανωτέρω. Προκειµένου όµως να κατορθώσουν να υπολογίσουν το ύψος της νόµιµης µοίρας τους, πρέπει πρώτα να λάβουν πληροφορίες από την τράπεζα σχετικά µε το κοινό τραπεζικό λογαριασµό του αποβιώσαντος. Το να απευθυνθούν οι νόµιµοι µεριδούχοι στους επιζώντες συνδικαιούχους και ενδεχοµένως δωρεοδόχους είναι προφανώς ανώφελο, λόγω του ότι δεν πρόκειται να λάβουν κάποια πληροφορία. Έτσι η αξίωση των νόµιµων µεριδούχων για παροχή πληροφοριών έρχεται σε σύγκρουση µε το δικαίωµα των επιζώντων συνδικαιούχων και την υποχρέωση αντίστοιχα της τράπεζας για τήρηση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων και συνεπώς όλα τα αναφερόµενα στον κοινό λογαριασµό. Πρόκειται για πρόδηλη σύγκρουση συµφερόντων, εποµένως πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ειδικότερες συνθήκες κάθε συγκεκριµένης περίπτωσης. Για τη σύγκρουση αυτή έχουν διαµορφωθεί δύο γνώµες. Κατά την πρώτη η τράπεζα οφείλει να παρέχει πληροφορίες µόνο προς τους νόµιµους µεριδούχους του αποβιώσαντος καταθέτη, εφόσον αυτοί αποδείξουν δυνάµει δικαστικής απόφασης ότι µε την κατάθεση αυτή συντελέστηκε δωρεά προς τους επιζώντες συνδικαιούχους61. Η αξίωση στηρίζεται απευθείας στο νόµο, είναι εξωδικαιοπρακτική αφού δεν προϋποθέτει την ύπαρξη κατάσχεσης και επιτρέπεται µόνο µετά από βεβαίωση µε δικαστική απόφαση της συνδροµής των προϋποθέσεων του επιτρεπτού της, που ο νόµος ορίζει περιοριστικά62. Τα συµφέροντα των επιζώντων συνδικαιούχων για την τήρηση εχεµύθειας είναι αναµφίβολα λιγότερο άξια προστασίας, αφού γνωρίζουν ότι οι αναγκαίοι κληρονόµοι µπορούν να στραφούν εναντίον τους και να ζητήσουν την επιστροφή της δωρεάς (117 ΕισΝΑΚ). Το απόρρητο των καταθέσεων λειτουργεί πλέον αρνητικά εις βάρος άλλων ιδιαίτερα σηµαντικών διατάξεων αναγκαστικού χαρακτήρα. Αν βέβαια δεν προσκοµίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (δικαστική απόφαση) ότι µε την κατάθεση συντελέστηκε δωρεά ή ότι ο καταθέτης έχει κάποιο δικαίωµα στην κατάθεση τότε πρέπει να υπερισχύσει η υποχρέωση εχεµύθειας υπέρ των επιζώντων συνδικαιούχων. ∆ικονοµικά η αξίωση για επίδειξη των στοιχείων του κοινού λογαριασµού ασκείται από τους αναγκαίους κληρονόµους µε αγωγή ή ανταγωγή και στρέφεται 61 Βλ. ΕφΑθ 2257/1985, ΝοΒ 33, σελ. 1036 καθώς και ΜπρΑθ (ασφαλ. µέτρα) 5965/78, ΝοΒ 27, σελ. 442. 62 Βλ. Βαθρακοκοίλη, Αναλυτική Ερµηνεία ΑΚ, σελ. 1170. κατά του πιστωτικού ιδρύµατος και έχει ως αίτηµα την παροχή αναγκαίων πληροφοριών µε τη µορφή της επίδειξης της καρτέλας κίνησης του λογαριασµού. Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να γίνεται επίκληση και απόδειξη των λόγων οι οποίοι θεµελιώνουν τη συντέλεση της δωρεάς. Η εκδίκαση του αιτήµατος αυτού υπάγεται στη καθ’ ύλην αρµοδιότητα του Πολυµελούς Πρωτοδικείου. Γίνεται επίσης δεκτό ότι η παραπάνω αξίωση εφόσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση µπορεί να επιδιωχθεί και µε ασφαλιστικά µέτρα63. Εφόσον πιθανολογηθεί η ύπαρξη δωρεάς του αποθανόντος προς τους λοιπούς συνδικαιούχους του κοινού λογαριασµού και η προσβολή της νόµιµης µοίρας τους, αυτοί µπορούν να ζητήσουν την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης της κατάθεσης στα χέρια του πιστωτικού ιδρύµατος ως τρίτου κατ’ άρθρο 712 ΚΠολ∆ εφαρµοζόµενων αντίστοιχα των διατάξεων των άρθρων 982 επ. ΚΠολ∆64. Κατά τη δεύτερη γνώµη η τράπεζα κωλύεται από το τραπεζικό απόρρητο των καταθέσεων να παρέχει πληροφορίες ακόµα και στους νόµιµους µεριδούχους διότι παρόλο που έχει επέλθει η κληρονοµική διαδοχή αυτοί εξακολουθούν να είναι τρίτοι ως προς τον κοινό λογαριασµό, ώστε να µην δικαιούνται την παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας σχετικά µε αυτόν65. Η τράπεζα λοιπόν ούτε σε αυτή τη περίπτωση έχει υποχρέωση κατά νόµο να παράσχει πληροφορίες για τον κοινό λογαριασµό και νόµιµα καλύπτεται από το τραπεζικό απόρρητο, µε το σκεπτικό ότι οι εξαιρέσεις από το νοµοθετικό χαρακτηρισµό του απορρήτου των χρηµατικών καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες ειδικώς καταγράφονται και οριοθετούνται στο νόµο και δεν επεκτείνονται και σε άλλες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ατοµικές αξιώσεις. Το ίδιο επίσης ισχύει και στην περίπτωση νόµιµου µεριδούχου που ζητά πληροφορίες ακόµα και αν επικαλείται ότι µε την κατάθεση συντελέστηκε δωρεά κατά το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, αφού ο νόµιµος µεριδούχος στην περίπτωση που συντελέσθηκε µε την κατάθεση δωρεά θα ασκήσει ενοχικώς ως δανειστής τα δικαιώµατά του κατά του καταθέτη που ωφελήθηκε και δεν έχει αµέσως και αυτοδικαίως δικαιώµατα επί της καταθέσεως και ούτε απευθείας κατά της τράπεζας. Εποµένως εφόσον ο νόµιµος µεριδούχος δεν έχει απευθείας δικαιώµατα κατά της τράπεζας, η τελευταία δεν υποχρεούται κατά νόµο να παράσχει πληροφορίες για 63 Βλ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, Αθήνα 1985, σελ. 166. 64 Βλ. Ράµµο, Εγχειρίδιο Αστικού ∆ικονοµικού ∆ικαίου, Γ΄ 1982, σελ 1853. 65 Βλ. ενδεικτικά ΕφΑθ 2670/1996, Αρµεν. 1997, σελ. 1117. υπάρχοντα κοινό λογαριασµό και νόµιµα καλύπτεται από το τραπεζικό απόρρητο των καταθέσεων, το οποίο δεν κάµπτεται από την ύπαρξη απλώς εννόµου συµφέροντος στο πρόσωπο του αιτούντος κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ66. ∆ιαφορετικό σκεπτικό αναπτύσσει η υπ’ αριθµ. 24679/1997 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τµήµα Ασφαλιστικών Μέτρων) 67 η οποία αναγνωρίζει δικαίωµα των νόµιµων µεριδούχων να λάβουν γνώση της κατάθεσης και της κίνησης του λογαριασµού στον οποίο έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, επικαλούµενοι ότι µε τη κατάθεση συντελέστηκε δωρεά (117 ΕισΝΑΚ). Επισηµαίνει µάλιστα ορθώς, ότι σκοπός της θέσπισης της διάταξης του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ ήταν να εξισορροπηθούν οι εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασµού και αντίστοιχα οι αυστηρές ρυθµίσεις σε βάρος των αναγκαίων κληρονόµων οι οποίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, τυγχάνουν ιδιαίτερης προστασίας στο αστικό δίκαιο µε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Καταλήγει λοιπόν στο συµπέρασµα ότι η διάταξη αυτή του ΕισΝΑΚ εισάγει εξαίρεση από το άρθρο 1 του Ν.∆. 1059/71 που ορίζει ότι κάθε µορφής κατάθεσης είναι απόρρητη. Κατά συνέπεια σύµφωνα µε τη ρητή διάταξη του άρθρου 450 ΚΠολ∆ υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και µπορεί να χρησιµεύσουν προς απόδειξη τόσο κάθε τρίτος όσο και κάθε διάδικος, εποµένως στη συγκεκριµένη περίπτωση και το πιστωτικό ίδρυµα. Είναι λοιπόν νόµιµη η αίτηση χορήγησης από την τράπεζα στους αιτούντες αντιγράφου του ευρισκόµενου στην κατοχή της εγγράφου µε το οποίο συνήφθη σύµβαση κοινού λογαριασµού καθώς και της κινήσεως αυτού προκειµένου να χρησιµεύσει αυτό προς απόδειξη του ύψους της δωρεάς, ώστε να µπορέσουν οι αιτούντες να εγείρουν τη σχετική αγωγή διεκδικήσεως του ποσοστού της νόµιµης µοίρας ως αναγκαίοι κληρονόµοι, στηριζόµενη επίσης στις διατάξεις των άρθρων 902 – 903 ΑΚ, 682 επ., 731, 732 ΚΠολ∆. Τέλος η ως άνω απόφαση, λαµβάνοντας προφανώς υπ΄ όψιν της ότι το τραπεζικό απόρρητο των καταθέσεων ισχύει µόνο έναντι τρίτων ορίζει ότι, µε την ικανοποίηση της αιτήσεως και λήψη από την αιτούσα αντιγράφου της καταθέσεως, δεν λαµβάνει γνώση της καταθέσεως και της κίνησης του λογαριασµού τρίτος αλλά 66 Βλ. ΜονΠρΛαρίσης 170/1990 (Ασφ. Μ.), ΝοΒ, 1990, τόµος 38, σελ. 1469 καθώς και Γνµδ ΕισΑΠ 23/1986, Ελλ∆νη 28, σελ. 1150, όπου αναφέρει ότι οι εξαιρέσεις από το νοµοθετικό χαρακτηρισµό του απορρήτου των χρηµατικών καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες ειδικώς καταγράφονται και οριοθετούνται στο νόµο και δεν επεκτείνονται και σε άλλες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ατοµικές αξιώσεις, όπως παροχή πληροφοριών στον πρώην σύζυγο καταθέτη για να χρησιµοποιηθούν για τον καθορισµό του ύψους της διατροφής ή για συµµετοχή στα αποκτήµατα. 67 Βλ. ΜονΠρΘεσ 24679/1997, Αρµ. 1997, 10, σελ. 1278. οι ταυτιζόµενοι µε τον καταθέτη κληρονόµοι του. Με άλλα λόγια δηλαδή δεν θεωρεί τους αναγκαίους κληρονόµους τρίτους ως προς την κατάθεση. Παρατηρούµε λοιπόν ότι σε αντίθεση µε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σε προηγούµενη απόφαση όπου δεν έγινε δεκτό το αίτηµα των αναγκαίων κληρονόµων για επίδειξη οποιουδήποτε εγγράφου από την τράπεζα, στην υπ’ αριθµ. 24679/1997 απόφαση το συµφέρον των αναγκαίων κληρονόµων κρίνεται άξιο µεγαλύτερης δικαστικής προστασίας από εκείνο των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασµού. Εφόσον γίνει δεκτή η βασική θέση της νοµολογίας ότι ως εξαιρέσεις από τον κανόνα του απορρήτου νοούνται µόνο οι ρητά θεσπισµένες τότε είναι προφανώς αδύνατη οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια που θα έχει τέτοιο σκοπό. Αν όµως δεχθούµε ότι µπορούν να υπάρξουν και άλλες εξαιρέσεις, τότε πρέπει να σταθµίσουµε τα συµφέροντα των αναγκαίων κληρονόµων ώστε να είναι άξια µεγαλύτερης προστασίας από αυτά των λοιπών συνδικαιούχων και έτσι να διασπαστεί έστω και σιωπηρά ο κανόνας. 3. ∆ικαιώµατα κληρονόµων στην απλή µορφή του κοινού διαζευκτικού λογαριασµού. Αν βέβαια δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/32, η κληρονοµική διαδοχή επέρχεται κανονικά. Τότε οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται µεν στην έννοµη σχέση της κατάθεσης, υπεισέρχονται όµως ως καθολικοί διάδοχοι στις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων του αποβιώσαντος και έχουν αξίωση για απόδοση σ’ αυτούς του µεριδίου που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους. Γίνεται δεκτό από τη θεωρία και τη Νοµολογία68 ότι στην περίπτωση αυτή, οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος έχουν έννοµο συµφέρον να ζητήσουν την παροχή πληροφοριών από την τράπεζα και αυτή έχει υποχρέωση να τους παράσχει τις σχετικές πληροφορίες για τις καταθέσεις, χωρίς να δεσµεύεται από το τραπεζικό απόρρητο. Εξάλλου όπως ήδη επισηµάνθηκε παραπάνω, αν η βούληση του διαθέτη ήταν διαφορετική θα έθετε τη ρήτρα του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932. Βέβαια και η άποψη κατά την οποία µόνο αν περιλήφθηκε στη σύµβαση του κοινού λογαριασµού ο όρος του άρθρου 2, οι κληρονόµοι δεν έχουν κανένα δικαίωµα 68 Βλ. Βελέντζα ό.π. σηµ. 3, σελ. 132, ∆ούβλη ό.π. σηµ. 3, σελ. 30 και ΕφΑθ 2257/1985, ό.π. σηµ. 45, σελ. 1036. επί της κατάθεσης δεν είναι βάσιµη διότι το άρθρο 3 του νόµου αναφέρεται σε κάθε κατάθεση και όχι µόνο σε εκείνη στην οποία έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 269. 4. Κληρονόµοι του τελευταίου επιζώντος Ας εξετάσουµε στη συνέχεια την περίπτωση αποβίωσης του τελευταίου επιζώντος στον κοινό λογαριασµό µε τον όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/32. Γίνεται οµόφωνα δεκτό, αν και µε διαφορετική αιτιολογία, ότι σε αυτή την περίπτωση το πιστωτικό ίδρυµα δεν εµποδίζεται από το απόρρητο των καταθέσεων να παρέχει πληροφορίες ως προς το περιεχόµενο της κατάθεσης στους κληρονόµους. Κατά µία άποψη λοιπόν αν από τους αρχικούς δικαιούχους του λογαριασµού παραµείνει ένας µόνο, τότε λύεται η σύµβαση του κοινού λογαριασµού µεταξύ θανόντος και τράπεζας, ως δηλ. σχέσης προσωποπαγούς και συνεπώς µη κληρονοµητής70. Οι κληρονόµοι του αποβιώσαντος κληρονοµώντας την έννοµη σχέση που συνέδεε τον αποθανόντα µε την τράπεζα κληρονοµούν και το δικαίωµα παροχής πληροφοριών που αυτός είχε έναντι της τράπεζας. Κατ’ άλλη όµως άποψη το πιο πάνω συµπέρασµα περί του ότι η τράπεζα δεν εµποδίζεται να παράσχει πληροφορίες στους κληρονόµους, συνάγεται από τη φύση του απορρήτου ως προσωποπαγούς δικαιώµατος, το οποίο αποσβέννυται µε το θάνατο του τελευταίου επιζώντος καταθέτη71. 5. Νοµολογιακή στροφή και νέα νοµοθετική ρύθµιση. Η κάµψη της νοµολογιακής θέσης περί του µη επιτρεπτού της κατάσχεσης των τραπεζικών καταθέσεων εξαιτίας της επίκλησης του απορρήτου που καθιερώθηκε µε το Ν.∆. 1059/1971, η οποία έβρισκε γενικά αντίθετη τη θεωρία αλλά κυρίως στερούσε επί χρόνια το συνταγµατικά κατοχυρωµένο δικαίωµα για παροχή 69 Βλ. Καυκά, ΕισΝΑΚ, 1947, σελ. 96. 70 Βλ. και ΕφΑθ 13426/1988, Ελλ∆νη 32 (1991), σελ. 190, σύµφωνα µε την οποία λήγει η ιδιότητά του ως κοινού λογαριασµού, δηλαδή η ενεργητική ενοχή σε ολόκληρο και στη περίπτωση που είναι δύο οι δικαιούχοι του λογαριασµού χωρίς να έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 και αποβιώσει ο ένας µε συνέπεια να µην εκτοπίζεται η κληρονοµική του, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, διαδοχή. Στην περίπτωση αυτή η οικεία απαίτηση κατά της τράπεζας καθίσταται διαιρετή και κατανέµεται µεταξύ του επιζώντα και των κληρονόµων του αποβιώσαντα µε βάση τις εσωτερικές σχέσεις των δικαιούχων, κατ’ ίσα δε µέρη αν υπάρχει σχετική αµφιβολία σύµφωνα µε τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ. 71 Βλ. Κουτσούκη, Το Τραπεζικό Απόρρητο, σελ. 203-204. δικαστικής προστασίας σε πολλές κατηγορίες πολιτών, ήρθε µε την υπ’ αριθµ. 785/1999 του Αρείου Πάγου η οποία έκρινε περί υποθέσεως κοινού λογαριασµού που ανήκε κατ’ ισοµοιρία σε συνδικαιούχους. ∆ιότι δεν αρκεί φυσικά µόνο η έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων υπέρ των δανειστών αλλά πρέπει αυτές να µπορούν να υλοποιούνται µε τον πιο δραστικό και ουσιαστικό τρόπο που δεν άλλος από την αναγκαστική κατάσχεση διαφορετικά η αξίωση του πολίτη για δικαστική προστασία καθίσταται κενή περιεχοµένου. ∆εδοµένου µάλιστα ότι σήµερα µέσω των πιστωτικών ιδρυµάτων διεξάγεται ο µεγαλύτερος όγκος των συναλλαγών και συγκεντρώνεται το µεγαλύτερο σε αξία µέρος των περιουσιακών αγαθών. Η ως άνω απόφαση λοιπόν διέκρινε το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων από το ακατάσχετο αυτών. Το ερµηνευτικό δηλ. συµπέρασµα της απόφασης αυτής ήταν ότι οι διατάξεις περί του απορρήτου δεν επέφεραν εµµέσως κατάργηση του δικαιώµατος δανειστή να κατάσχει αναγκαστικώς τραπεζική κατάθεση εις χείρας της τράπεζας ως τρίτης (όπως είχε επισηµάνει και η µειοψηφία της Ολ ΑΠ 3/1993), οµοίως δε δεν καταργήθηκε εµµέσως και η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 που προβλέπει την αναγκαστική κατάσχεση τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό τραπεζικό λογαριασµό σε συνδυασµό µε το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ. Τη θέση αυτή του Α΄ Τµήµατος του Αρείου Πάγου ήρθε να επιστεγάσει και η υπ’ αριθµ. 19/2001 απόφαση της Ολοµέλειας η οποία έκρινε επί κατασχέσεως υπολοίπου ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασµού. Η ως άνω απόφαση διαχώρισε πλήρως τις διατάξεις περί του απορρήτου των καταθέσεων από αυτές για την κατάσχεση επισηµαίνοντας ότι οι πρώτες αναφέρονται αποκλειστικά στο απόρρητο των καταθέσεων και όχι στη δυνατότητα ή µη της κατασχέσεώς τους. Περαιτέρω προβαίνει στη διαπίστωση η οποία αναµένεται να έχει πολύ σηµαντικές συνέπειες στο µέλλον, ότι η ικανοποίηση του δικαιώµατος του κατασχόντος δανειστή κατισχύει του απορρήτου των καταθέσεων. Η δήλωση λοιπόν εκ µέρους της τράπεζας συνιστά δικονοµική της υποχρέωση απορρέουσα από την κατάσχεση για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία διαφορετικά θα µαταιωνόταν. Στη συνέχεια επαναλαµβάνει προηγούµενη θέση της µειοψηφίας της Ολοµελείας του Αρείου Πάγου (ΟΛ ΑΠ 3/1993) αλλά και πολλών θεωρητικών, ότι η στέρηση της δυνατότητας του δανειστή να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης λόγω της ύπαρξης του απορρήτου θα προσέκρουε στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγµατος που ορίζει ότι ο καθένας έχει δικαίωµα σε παροχή έννοµης προστασίας στην οποία σαφώς περιλαµβάνεται και το δραστικό µέσο της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση απαίτησης η οποία διαφορετικά θα απέβαινε ανέφικτη. Και καταλήγει η ως άνω απόφαση ότι το Ν∆ 1059/1971 δεν απαγορεύει την εκ µέρους της τράπεζας δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 985 § 1, 2 του ΚΠολ∆ και η τυχόν άρνησή της να προβεί στη δήλωση αυτή ή η παράλειψή της εντός της οριζόµενης οκταήµερης προθεσµίας, θεωρούµενη ως αρνητική της υπάρξεως της καταθέσεως δήλωση, είναι δεκτική ανακοπής. Μάλιστα η απόφαση αυτή της Ολοµέλειας εξεδόθη δύο µήνες µετά την νοµοθετική πλέον ρύθµιση του ζητήµατος της άρσης του απορρήτου των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύµατα αλλά και των άυλων µετοχών και του αντίστοιχου δικαιώµατος του δανειστή να κατάσχει την περιουσία του δικαιούχου της κατάθεσης ή της µετοχής, που ήρθε µε το άρθρο 24 του Ν. 2915/2001. Ο νοµοθέτης λοιπόν επικύρωσε και µε νοµοθετική ρύθµιση τη διαφαινόµενη πλέον νοµολογιακή στροφή (ΑΠ 785/1999, ΑΠ 1540/2000) για την άρση του ακατάσχετου των τραπεζικών καταθέσεων εξαιτίας της παράλληλης ισχύος των διατάξεων περί του τραπεζικού απορρήτου. Όπως είναι βέβαια επόµενο, µε αφορµή τη πρόσφατη αυτή νοµοθετική ρύθµιση αλλά και τη σηµειωθείσα νοµολογιακή στροφή αναµένεται να ανακύψουν διάφορα δικονοµικά και όχι µόνο ζητήµατα. Αντικείµενο προβληµατισµού π.χ. θα αποτελέσει στο µέλλον το γεγονός αν ενόψει της διάταξης του άρθρου 90 του Ν.∆. της 17.7/13.8.1923 σύµφωνα µε την οποία «κατάσχεση επιτρέπεται µόνο παρά τω καταστήµατι» καθίσταται άκυρη ή ανυπόστατη η κατάσχεση όταν αυτή γίνεται σε κατάστηµα της τράπεζας διάφορο από αυτό που τηρείται ο λογαριασµός του οφειλέτη. Όπως επίσης το ζήτηµα εάν η τράπεζα υποχρεούται να αποκαλύψει στον δανειστή που έχει δικαίωµα κατάσχεσης την ύπαρξη του λογαριασµού, το κατάστηµα στο οποίο τηρείται ο λογαριασµός του οφειλέτη καθώς και τον αριθµό αυτού προκειµένου αυτός να προχωρήσει στην υλοποίησή της. Περαιτέρω θα πρέπει να διερευνηθεί η σχέση του άρθρου 24 του Ν. 2915/2001 µε το Ν. 2472/1997 περί της προστασίας των προσωπικών δεδοµένων, εφόσον η παροχή πληροφοριών από την τράπεζα θα πραγµατοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου, η οποία επιτρέπεται µόνο κατ’ εξαίρεση (άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2472/1997). Εάν λάβουµε όµως υπ’ όψιν µας ότι κύριος σκοπός της διάταξης του άρθρου 24 είναι η παροχή δραστικής δικαστικής προστασίας και γενικότερα η προστασία εννόµων συµφερόντων που η έννοµη τάξη ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει και το άρθρο 5 περ. ε του Ν. 2472/1997 προβλέπει την κατ’ εξαίρεση επεξεργασία των δεδοµένων χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου αν αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση έννοµου συµφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδοµένα υπό τον όρο ότι αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωµάτων και συµφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και δεν θίγονται θεµελιώδεις ελευθερίες αυτών, ίσως να καταλήξουµε στο συµπέρασµα ότι δεν παραβιάζεται ο Ν. 2472/1997. Εξάλλου στην περ. β΄ του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997 ορίζεται ότι επιτρέπεται η επεξεργασία όταν αυτή είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπευθύνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόµο, όπως συµβαίνει εν προκειµένω και µε τα πιστωτικά ιδρύµατα. IX. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Σύµφωνα µε όλα τα παραπάνω ο κοινός λογαριασµός του Ν. 5638/32 έχει σαν σκοπό τη διευκόλυνση των συνδικαιούχων στις µεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις η οποία όµως συνυπάρχει µε την παράλληλη τήρηση του απορρήτου από την πλευρά του πιστωτικού ιδρύµατος. Πλην όµως έγινε αντιληπτό ότι δεν είναι δυνατό να θίγονται τα δικαιώµατα των νόµιµων µεριδούχων από τις τυχόν χαριστικές επιδόσεις που υποκρύπτονται στον κοινό λογαριασµό και έγιναν µε αφορµή το θάνατο ενός συνδικαιούχου. Αρµόδιο για την επίλυση µιας τέτοιας έντονης σύγκρουσης συµφερόντων όπως είναι αυτή των συνδικαιούχων κοινού λογαριασµού και των νόµιµων µεριδούχων αποβιώσαντος δικαιούχου θα πρέπει να είναι το δικαστήριο, το οποίο εκτιµώντας τις ειδικότερες συνθήκες κάθε συγκεκριµένης περίπτωσης, θα αποφανθεί αν απαιτείται η παροχή πληροφοριών στους αναγκαίους κληρονόµους για τη θεµελίωση της ενοχικής τους αξίωσης κατά των επιζώντων δικαιούχων του κοινού λογαριασµού. Ούτως ή άλλως η συµµόρφωση της τράπεζας µε το διατακτικό δικαστικής απόφασης που της επιτάσσει να παρέχει πληροφορίες στους νόµιµους µεριδούχους, αποτελεί, κατ’ ανάλογη εφαρµογή του άρθρου 3 του Ν.∆ 1059/7172, νόµιµο δικαιολογητικό λόγο κάλυψης του απορρήτου που την απαλλάσσει από κάθε ευθύνη. Η πρώτη δυνατότητα που δίνεται στους νόµιµους µεριδούχους απορρέει από την εφαρµογή των άρθρων 902-903 ΑΚ που ρυθµίζουν το δικαίωµα επίδειξης εγγράφου εκείνου που έχει έννοµο συµφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόµενο ενός εγγράφου το οποίο βρίσκεται στην κατοχή άλλου. Η δεύτερη δυνατότητα θεµελιώνεται στα άρθρα 450-452 ΚΠολ∆ που αναφέρονται στην επίδειξη εγγράφου κατά τη διάρκεια εκκρεµούς δίκης. 72 Το οποίο ορίζει ότι επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις η παροχή πληροφοριών όσον αφορά στις τραπεζικές καταθέσεις, µε την προϋπόθεση όµως ότι θα εκδοθεί ειδικά αιτιολογηµένη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, εφόσον και στο µέτρο που οι παραπάνω πληροφορίες θεωρούνται απόλυτα αναγκαίες για την ανίχνευση και τιµωρία αξιοποίνων πράξεων που χαρακτηρίζονται ως κακουργήµατα τελεσθέντα στη χώρα µας. Σύµφωνα µε το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολ∆ κάθε διάδικος ή τρίτος, δηλαδή η τράπεζα έχει υποχρέωση να επιδείξει έγγραφα που κατέχει και τα οποία χρησιµεύουν ως αποδεικτικά στοιχεία. Οι αναγκαίοι κληρονόµοι αφού ασκήσουν κύρια αγωγή για το ποσοστό της νόµιµης µοίρας τους κατά των επιζώντων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασµού, θα ασκήσουν παρεπίµπτουσα αγωγή κατά της τράπεζας η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο όπου εκκρεµεί η κύρια δίκη. Μόλις οι αναγκαίοι κληρονόµοι εξοπλίσουν την απαίτησή τους µε εκτελεστό τίτλο θα µπορέσουν να προβούν στην οριστική κατάσχεση των απαιτήσεων τους στα χέρια του πιστωτικού ιδρύµατος ως τρίτου χωρίς αυτό να µπορεί πλέον σύµφωνα µε τα νέα δεδοµένα, να τους αντιτάξει το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων. 






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α. ΕΛΛΗΝΙΚΗ Αργυριάδης Απ. Άλκης, Ενεχύρασις Απαιτήσεως εκ Καταθέσεως σε Κοινόν Λογαριασµόν, Αρµενόπουλος 1978, τεύχος 8-9, σελ. 521. Βαθρακοκοίλης, Ερµηνεία Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, άρ. 985 επ. ΚΠολ∆. Βάλληνδας Π., ΕρµΑΚ, 1954, άρ. 489, αρ. 8-12. Βελέντζας Ιωάννης, ∆ίκαιο Τραπεζικών Συµβάσεων, 1996. Βουζίκας, ΕΕΝ 28, 1967. Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού ∆ικαίου, 1997. Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Ερµηνεία κατ’ άρθρο ΑΚ, 1982, σελ. 694 επ. Γεωργόπουλος ∆ηµ. Μιχ., Η Κατάσχεση του υπολοίπου τραπεζικού λογαριασµού καταθέσεων, ΕΕΤ Α΄ Εξαµηνία, 1992, σελ. 117 επ. Γνµδ. Εισ. ΑΠ 23/1986, Ελλ∆νη 28, σελ. 1150. ∆εληγιάννης/Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό ∆ίκαιο Ι, 1992. ∆ούβλης Βασ., Κοινός ∆ιαζευκτικός Λογαριασµός, προσβολή της νόµιµης µοίρας και κάµψη του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, 1987. Ζέπος Π., Ενοχ. ∆ικ., έκδοση Β΄, 1965. Καράσης Μ., Οφειλή εις ολόκληρον, 1990. Καυκάς, άρ. 117 ΕισΝΑΚ, 1947. Κοµισόπουλος Χρ., Κατάθεσις εις κοινόν λογαριασµόν Ν. 5638/1932 και προσβολή νοµίµου µοίρας δι’ αυτής, ΝοΒ 1964, σελ. 435-438. - Τραπεζική Σύµβασις, ΝοΒ 12, σελ. 436. Κορνηλάκης Παν., Επίτοµο Ειδικό Ενοχικό ∆ίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2000. Κουτσούκης Β. ∆ηµ., Το Τραπεζικό Απόρρητο στο Ιδιωτικό ∆ίκαιο, Αθήνα, 1994. - Σχόλιο στην υπ’ αριθµ. ΑΠ 593/1992, Ελλ∆νη 36, (1995), σελ. 607. Λιτζερόπουλος Αλ., Γενικό Ενοχικό ∆ίκαιο, Αθήνα, 1965. - ΕρµΑΚ, άρ. 117 ΕισΝΑΚ, αρ. 3 επ. Μάζης Π., παρατηρήσεις στην υπ ‘αριθµ. ΑΠ 467/1990, ΝοΒ 1991, τόµος 39, σελ. 1206. Μαντζούφας Γ., Τριπρόσωπαι Ενοχικαί Σχέσεις,1967. Μπαλής, Εγχειρίδιο Κληρονοµικού ∆ικαίου, έκδοση Γ΄ , 1952, παρ. 237. - Εγχειρίδιο Κληρονοµικού ∆ικαίου, 1938. Παµπούκης Κων., Τραπεζικαί πιστωτικαί συµβάσεις, 1962. - Εισαγωγικό Σηµείωµα, Ι.2, στην ΕφΑθ 9827/2000, ΕπισκΕ∆ Β/2001, σελ. 507. - Νοµολογία, Αθήνα, 1995. - Παρατηρήσεις στην Εφ∆ωδεκανήσου 29/1999, ΕπισκΕ∆ Β/2000, σελ. 424. - Σχόλιο στην υπ’ αριθµ. ΕφΘεσ 3918/1996, ΕπισκΕ∆ Β/1997, σελ. 456. Παπανικολάου Αλ. Παναγ., Κατάχρηση Συµβατικής Ελευθερίας, 1986. Παπαντωνίου Νικ., Κληρονοµικό ∆ίκαιο, 1985. Ράµµος Γ., Εγχειρίδιο Αστικού ∆ικονοµικού ∆ικαίου, έκδοση Γ΄ Αθήνα, 1982. Ρόκας Κ., Κοινός λογαριασµός, Θέµις ΝΘ΄, 1958. Σταθόπουλος Μ., Ζητήµατα εκ της εφαρµογής του Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασµόν, ΕΕµπ∆ 1977, σελ. 501. Τζίφρας Π., Ασφαλιστικά Μέτρα, 1985. Φίλιος Π., Κληρονοµικό ∆ίκαιο, Γενικό Μέρος, 1998. Φωτόπουλος Κ., Φορολογία Κληρονοµιών, ∆ωρεών, Γονικών Παροχών, Αθήνα 1985. Ψυχοµάνης Σπ., Τραπεζικό ∆ίκαιο, ∆ίκαιο Τραπεζικών Συµβάσεων,1999. - ΕπισκΕ∆ Β/1997, σελ. 113. Β. ΞΕΝΟΓΛΣΣΗ - Paget’s Law of Banking, eighth edition, by Maurice Megrah and F.R Ryder, LONDON BUTTERWORTHS, 1972. - Chorley & Smart Leading Cases in the Law of Banking, Sixth edition by P.E. Smart, Sweet & Maxwell, The Chartered Institute of Bankers. - Droit Bancaire, Institutions – Comptes – Operations - Services, Christian GavaldaJean Stoufflet. - Banques et Operations de Banques de Joseph Hamel, Tome I, LES COMPTES EN BANQUE, par M. Vasseur et X. Marin.



Επιβλέπoντες Απόστολος Σ. Γεωργιάδης Ιωάννης Σπυριδάκης Αθήνα, Μάιος 2002 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ Ι.ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ………………………………………………….…. 1 1. ∆ικαιούχος – οι του τραπεζικού λογαριασµού ………………………… 2 Ι Ι. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ………………………….. 3 1. ∆ιαφορές µεταξύ κοινού και συµπλεκτικού λογαριασµού ……………. 3 2. Έννοια – νοµοθετική ρύθµιση ………………………………………… 4 3. Επί µέρους στοιχεία του κοινού λογαριασµού ………………………... 6 ΙΙΙ. ∆ΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ …….… 10 ΙV. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ∆ΙΑ∆ΟΧΗ – ΤΥΧΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΥΝ∆ΙΚΑΙΟΥΧΟΥ …………………………………………………………….. 14 1. Κοινός τραπεζικός λογαριασµός µε τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 ………………………………………………………………………. 14 2. Έλλειψη του όρου του άρθρου 2 από τη σύµβαση …………………. 17 V. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΜΕΡΙ∆ΟΥΧΩΝ (άρθρο 117 ΕισΝΑΚ) …………. 19 1. Πεδίο εφαρµογής της διάταξης του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ …………… 20 2. Νοµικός χαρακτηρισµός της χαριστικής επίδοσης …………………… 22 α) ∆ωρεά εν ζωή (496 επ. ΑΚ) ………………………………………… 22 β) ∆ωρεά αιτία θανάτου (2032 ΑΚ) …………………………………… 25 γ) Κληροδοσία …………………………………………………………. 26 δ) Άλλες χαριστικές επιδόσεις αιτία θανάτου ………………………….. 27 ε) Εξεύρεση µερίδας του αποβιώσαντος ………………………………. 27 VI. ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ∆ΑΝΕΙΣΤΩΝ ΤΩΝ ∆ΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ………………………………………………………………………………… 29 VII. ΕΝΕΧΥΡΑΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΌ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ …………………………………………………………………………………. 31 VIII. ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ∆ΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ 33 1. Νοµοθετικό πλαίσιο – νοµολογιακή αντιµετώπιση ……………… 33 2. Κληρονόµοι του κοινού λογαριασµού µε τον όρο του άρθρου 2 …. 36 3. ∆ικαιώµατα κληρονόµων στην απλή µορφή του κοινού διαζευκτικού λογαριασµού ………………………………………………………. 40 4. Κληρονόµοι του τελευταίου επιζώντος …………………………… 41 5. Νοµολογιακή στροφή και νέα νοµοθετική ρύθµιση ………………. 41 IX. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ……………………………………………………………. 45 Χ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ……………………………………………………………. 47 Α. ΕΛΛΗΝΙΚΗ …………………………………………………………….. 47 Β. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ………………………………………………………… 49 ΧΙ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ……………………………………………………………….. 50 

∆ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Σχόλια