ΣτΕ 5932/2012.Παράνομη απόρριψη αίτησης για άρση αναδάσωσης

 
ΣτΕ 5932/2012.Παράνομη απόρριψη αίτησης για άρση αναδάσωσης.
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας

Δικηγόροι: Θ. Μύρτσος, Χρ. Διβάνη, Ευ. Ντούβλη, Δ. Αναστασόπουλος,

Εφόσον με τις αιτήσεις του για άρση της αναδάσωσης που είχε επιβληθεί στο παραπάνω ακίνητο, οαιτών είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, και δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρμόδιες δασικές υπηρεσίες είχαν εισηγηθεί την άρση της αναδάσωσης με τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας είχε την υποχρέωση, μετά την έκδοση της
προαναφερόμενης πράξης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, η οποία έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, να εξετάσει την από 21.1.2010 αίτησή του και ήδη αιτούντος και να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση για το αίτημα άρσης της αναδάσωσης. Συνεπώς, η προσβαλλό­μενη με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις σιωπηρή απόρριψη της ενλόγω αίτησης του αιτούντος είναι, για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο, ακυρωτέα.



Βασικές σκέψεις



2. Επειδή, με την πρώτη από τις αιτήσεις αυτές ζητείται η ακύρωση της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της από 20-2-2004 αίτησης του αιτούντα προς το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ο ανωτέρω κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 3208/2003 (Α' 303), ζήτησε την άρση της υπ' αριθμ. 2193/1973 πράξης αναδάσωσης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο οριστικής διανομής έτους 1931 του αγροκτήματος Πανοράματος Θεσσαλονίκης, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία του.

        Με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις ζητείται η ακύρωση της τεκμαι­ρόμενης σιωπηρής απόρριψης της από 21.1.2010 αίτησης του αιτούντα προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ζητήθηκε η άρση της ίδιας αναδάσωσης κατά το μέρος, επίσης, που αφορά το παραπάνω, κληροτεμάχιο, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979 (Α' 289), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008 (Α' 198).

3. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους.

4. Επειδή, εκκρεμούσης της υπό κρίση αίτησης εκδόθηκε ο ν. 3900/2010 (Α' 213), με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 47 του οποίου προστέθηκε, μεταξύ άλλων, η περίπτωση ιδ στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως ίσχυε, σύμφωνα με την οποία, υπάγονται στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων και οι διαφορές που αφορούν την κή­ρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 50 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των άρθρων 47 παράγραφοι 1 και 2, 48 παρ. 2, 3 και 4 και 49 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις». Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η υπό κρίση αίτηση ανήκει πλέον στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου   Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο, όμως, κρίνει ότι συντρέχει λόγος να δικαστεί η υπόθεση από το Συμβούλιο της Επικρατείας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 67 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α' 8).

5. Επειδή, στην πρώτη αίτηση ακυρώσεως με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης σιωπηρής πράξης το σωματείο με την επωνυμία «ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που έχει, κατά το καταστατικό του, ως σκοπό την προστασία του περιβάλ­λοντος στην περιοχή Θεσσαλονίκης (Σ.τ.Ε 3479/1997, 3643/1999).

6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγο­νται ως φυσικά αγαθά σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς προς διατήρηση της μορφής τους και της κατά προορισμό χρήσης τους στο αυτό δε προστατευτικό καθεστώς υπάγονται και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ως αναδασωτέες. Στις τελευταίες εξ άλλου αυτές εκτάσεις, ανεξαρτήτως εάν είναι ιδιωτικές ή δημόσιες, απαγορεύονται επεμβάσεις πριν από την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδάσωσης και την ανάκτηση της δα­σικής μορφής της έκτασης, ανεξαρτήτως εάν η πράξη κήρυξης της αναδά­σωσης έχει εκδοθεί πριν ή μετά την ισχύ του Συντάγματος (ΣτΕ Ολομ. 2778/1988, 3479/1997, 2500/1998, 3643/1999, 1520/2002, 286/2005). Συνεπώς, τυχόν αποφάσεις, με τις οποίες ορισμένες εκτάσεις κηρύσσονται αναδασωτέες, μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να ανακληθούν μόνο για πλάνη περί τα πράγματα ως προς το δασικό χαρακτήρα, η οποία πρέπει να καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την κήρυξη της αναδάσωσης και εφεξής, και να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα, ειδικά για κάθε ακίνητο, στοιχεία (Σ.τ.Ε 4086/2001, 235/2004). Παρέπεται επομένως, ότι όπως έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 3696/1998, 235/2004), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατ' αρχήν υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει κατ’ ουσία σχετικό αίτημα και, ενδεχομένως, να ανακαλέσει πράξη κήρυξης έκτασης, ως αναδασωτέας, πρέπει να τεθούν υπ’ όψη της νέα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση αυτής, θεμελιώνοντας πλάνη περί τα πράγματα. Άλ­λως, η απόφαση περί αναδάσωσης είναι δυνατόν να αρθεί μόνον όταν έχει αυτή υλοποιηθεί και έχει ολοκληρωθεί η αναβίωση της καταστραφείσας δασικής βλάστησης. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η άρνηση της Διοίκησης, όπως, κατόπιν σχετικής αίτησης του ενδιαφερομέ­νου, προβεί σε ανάκληση και παράνομης ακόμη διοικητικής πράξης δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, δυναμένη να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Εφόσον όμως η Διοίκηση επιληφθεί σχετικού αιτήματος του ενδιαφερομένου και αποφάνθηκε κατόπιν νέας κατ' ουσία έρευνας, η σχετική αρνητική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα, πρέ­πει δε να αιτιολογείται νομίμως (βλ. Σ.τ.Ε. 5931/1996, 3696/1998, 389/ 1998,  2830/1999, 2673/2001, 2399/2002, 235/2004).

7. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι: «2. Οι εκτάσεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, καθώς και οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου ως μη δασι­κές δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τυχόν δε αποφάσεις με τις οποίες οι εν λόγω εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες ή επιβλήθηκαν διοικητικές ποινές προστίμου ή ειδικής αποζημίωσης, κατά τις διατά­ξεις των άρθρων 29 του ν. 2081/1992 (Α' 154) και 45 του ν. 2145/1993 (Α' 88), αντίστοιχα, αίρονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμόδιου οργάνου». Εξάλλου, στο άρθρο 44 του ν. 998/1979 προβλέπονται περιπτώσεις άρ­σης της αναδάσωσης, στη δε παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, που προ­στέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008 ορίζονται τα εξής: «4. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, καθώς και όταν ανακαλείται πράξη κηρύξεως εκτάσεως αναδασωτέας για οποιαδήποτε πραγματική ή νομική αιτία, απαιτείται απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επι­τροπής του άρθρου 10 του ν. 998/1979, επί της προτάσεως της οικείας Δασικής Υπηρεσίας». Περαιτέρω, στα εδάφια α', β' και δ' της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 ορίζεται ότι: «6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτά­σεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώ­σεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξάλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις του άρθρου 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) ... δ) Αι αλυκαί ε) Αι περιοχαί δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεων ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρό­κειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν. 9471979».

8. Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003, σε περίπτωση υποβολής στη Διοίκηση αίτησης για ολική ή μερική άρση αναδάσωσης για έκταση η οποία, πριν την αναδάσωση, ενέπιπτε στις διατάξεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και λόγω πλάνης περί τα πράγματα κηρύχθηκε αναδασωτέα, εφόσον η αίτηση αυτή συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, ανατρέπουν την πραγματική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η πράξη αναδάσωσης, το αρμό­διο για την κήρυξη της αναδάσωσης όργανο έχει υποχρέωση να εξετάζει το αίτημα και, αν από τα στοιχεία του φακέλου της Διοίκησης και εκείνα που προσκομίζονται από τον ενδιαφερόμενο αποδεικνύεται πλάνη περί τα πράγματα ως προς το παραπάνω ζήτημα, να προβαίνει σε ολική ή μερική ανάκληση της πράξης κήρυξης της αναδάσωσης. Περαιτέρω, την ίδια υπο­χρέωση έχει το αρμόδιο όργανο αν η έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική από τις επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ίδιου νόμου. Κατά την έννοια όμως των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003, ερμηνευόμενων ενόψει των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, της αρχής της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και των ρυθμίσεων του εν λόγω άρθρου 14 του ν. 998/1979, με το οποίο θεσπίζεται διαδικασία επίλυσης των αμφισβητήσεων για το δασικό χαρακτήρα ορισμένης έκτασης, περί­πτωση ανάκλησης της πράξης αναδάσωσης συντρέχει μόνο αν η έκταση είχε κριθεί από τις παραπάνω επιτροπές ως μη δασική και η διαδικασία αυτή χαρακτηρισμού της είχε περατωθεί πριν από την κήρυξη της αναδά­σωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την πλειοψηφούσα γνώμη, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979, που προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008, θεσπίζεται νέα, σε σχέση με την έως τότε ισχύουσα ρύθμιση, διαδικασία ανάκλησης πράξης αναδάσω­σης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η αίτηση για την ανά­κληση πρέπει να υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο στο αρμόδιο για την έκδοση της πράξης αναδάσωσης όργανο, στο οποίο ανήκει και η αρμοδιό­τητα ανάκλησης της, δηλαδή στον οικείο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, συνοδευόμενη από νέα στοιχεία, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, μπορούν να κλονίσουν την πραγματική βάση της αναδάσωσης, ο δε Γενικός Γραμ­ματέας Περιφέρειας υποχρεούται, σε κάθε περίπτωση, να αποστείλει την εν λόγω αίτηση στην αρμόδια κατά τόπο Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυ­σης Δασικών Αμφισβητήσεων, η απόφαση της οποίας δεν συνιστά εκτελε­στή πράξη αλλά απλή γνωμοδότηση σχετικά με τη βασιμότητα του αιτήμα­τος ανάκλησης της αναδάσωσης και, ακολούθως, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας, στην οποία ανήκει η αποφασιστική αρμοδιότητα, δέχεται ή απορρίπτει την σχετική αίτηση. Κατά την άποψη, όμως, του Προέδρου Κ. Μενουδάκου και του Συμβούλου κ. Ρόζου, από την γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, σύμφωνα με τη διατύπωση της οποίας τόσο για την άρση της αναδάσωσης κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 44 ν. 998/1979, όσο και για την ανάκληση, πράξης αναδάσωσης, εφόσον συντρέχουν οι κατά τα προαναφερόμενα προϋποθέσεις, απαιτείται από­φαση της οικείας πρωτοβάθμιας επιτροπής, ύστερα από πρόταση της δα­σικής υπηρεσίας, προκύπτει ότι η απόφαση της επιτροπής έχει εκτελεστό χαρακτήρα, η δε άρση ή ανάκληση της αναδάσωσης χωρεί βάσει της από­φασης αυτής με πράξη που έχει επίσης εκτελεστό χαρακτήρα εκδιδόμενης για λόγους νομιμότητας.

9. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003, πως ίσχυε κατά το χρόνο των προσβαλλόμενων απορρίψεων των αιτημάτων του αιτούντος, καταργηθείσα μεταγενεστέρως με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 3937/2011 (Α' 60) ορίζεται ότι: «Ο χαρακτή­ρας των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό ή οριστικό χάρτη που καταρτίσθηκε με τις διατάξεις του ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και ο χαρακτήρας των εκτάσεων που κρίθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του ίδιου νόμου ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παρ. του ν. 998/1979, Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, που με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του». Εξάλλου, στις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 και του άρθρου 27 του ν. 2664/1998 (275 Α'), όπως ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως χρονικό διάστημα, καταργηθείσες μεταγενεστέρως με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3889/2010 (Α' 182), ορίζεται ότι: «1. Οι Δασικοί χάρτες καταρτίζονται κατά νομό από τις προβλεπόμενες στη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 28 υπηρεσίες των διευθύνσεων Δασών της Περιφέρειας στο νομό. Τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των δασών και των δασικών εκτά­σεων λαμβάνονται από την παλαιότερη και την πλησιέστερη προς το χρό­νο κατάρτισης του δασικού χάρτη, αεροφωτογραφία. Εάν η παλαιότερη αεροφωτογράφηση δεν καλύπτει την εξεταζόμενη περιοχή ή η χρησιμο­ποίηση της λόγω κλίμακας ή ποιότητας καθίσταται απρόσφορη, χρησιμο­ποιείται και η αεροφωτογράφηση έτους λήψης 1960. 2. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμη-νευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών, αποτελεί τον προσωρινό δασικό χάρτη. Ο χάρτης αυτός, μετά από την κατά τα ανωτέρω κατάρτισή του, αναρτάται από υπάλληλο της υπηρεσίας του άρθρου 28 παράγραφος 10 του παρόντος σε εμφανή θέση των γραφείων της, στα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά καταστήματα και στο οικείο Δασαρχείο, συντασσομένου πρω­τοκόλλου που υπογράφεται από τον αναρτήσαντα και έναν μάρτυρα. Συγχρόνως, με δημόσια πρόσκληση που τοιχοκολλάται κατά τα ανωτέρω και ανακοινώνεται με οποιοδήποτε μέσο ενημέρωσης, κάθε ενδιαφερόμε­νος καλείται να λάβει γνώση του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη και να υποβάλει κατ' αυτού τις αντιρρήσεις του, είτε αυτο­προσώπως είτε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ανάρτηση της πρόσκλησης και του χάρτη στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα. 3. Οι αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη ... αφορούν αποκλειστικά και μόνο αμφισβή­τηση του δασικού χαρακτήρα των εμφανιζόμενων στο χάρτη δασικών εκτάσεων ... Κατά τη διαδικασία των αντιρρήσεων δεν επιτρέπεται να τε­θούν ή να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θιγούν δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τριμελή επιτροπή, που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας περιφέρειας και αποτελείται από ένα δασολόγο ως πρόεδρο, ένα γεωπόνο και έναν τοπογράφο μηχανικό ... Ανάλογα με την αποδοχή ή την απόρριψη της αντίρρησης διορθώνεται ή μη και ο δασικός χάρτης. 4. Μετά από την κατά τα ανωτέρω εξέταση όλων των αντιρρήσεων και τις ανάλογες διορθώσεις, ο προσωρινός δασικός χάρτης, αφού κυρω­θεί από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, κυρύσσεται οριστι­κός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Επί των οριστικών δασικών χαρτών σημειώνονται οι περίμετροι όλων των δασικών εν γένει εκτάσεων, στις οποίες εφαρμόζονται και ισχύουν οι δια­τάξεις της δασικής νομοθεσίας. Μετά την κύρωση του δασικού χάρτη επι­τρέπεται η αναμόρφωσή του με την προσθήκη ή διαγραφή των εκτάσεων που θα υπαχθούν ή θα πάψουν να υπάγονται στο δασικό νόμο, σύμφωνα με πράξεις των αρμόδιων οργάνων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της δα­σικής νομοθεσίας. Η κατά τα ανωτέρω αναμόρφωση των δασικών χαρτών κυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που λαμβάνεται μετά από εισήγηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών». Πε­ραιτέρω, στις παρ. 14 και 16 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου ορί­ζεται ότι: «14. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις του ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής, μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και προστασίας των δημοσίων δα­σικών εκτάσεων» (ΦΕΚ 6 Α'), πλην του άρθρου 31» και ότι «16. Οι κτημα­τικοί χάρτες που καταρτίστηκαν βάσει του ν. 248/1976, αναξάρτητα αν εί-ναι προσωρινοί ή οριστικοί, παραμένουν σε ισχύ και διορθώνονται σύμ­φωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τη διόρθωσή τους οι πα­ραπάνω χάρτες επέχουν θέση των προβλεπόμενων από το άρθρο 27 του παρόντος δασικών χαρτών. Οι διορθώσεις που επιβάλλονται ύστερα από αποφάσεις των δικαστηρίων ή από τις ρυθμίσεις του παρόντος επιφέρο­νται στους παραπάνω χάρτες από την υπηρεσία της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος».

10. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 και των άρθρων 27 και 28 του ν. 2664/1998, όπως ισχύουν, προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη του ν. 3208/2003, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας της, έχει εφαρμογή στις εκτάσεις που εμφανίζονται ως μη δασικές σε προσωρινό ή οριστικό χάρτη που καταρτίστηκε κατά τις παραπάνω διατάξεις, μόνον όμως αν ο σχετι­κός χάρτης έχει κυρωθεί από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέ­ρειας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 27 του ν. 2664/1998.

11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ' αριθ. 50113/2580/20.5.1935 απόφαση του Γενικού Διοικητού Μακεδο­νίας (Β' 88) είχε κηρυχθεί αναδασωτέα έκταση πέριξ της Θεσσαλονίκης, εμβαδού, κατά την απόφαση, 14.500 στρεμμάτων, περιγραφόμενη κατά τρόπο γενικό ως προς τα όρια της. Όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, από την αναδάσωση εξαιρέθηκαν οι υπάρχουσες εντός της εκτάσεως αυ­τής «συμπαγείς γεωργικές εκτάσεις» των χωρίων της περιοχής. Η από­φαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ΓΔ 2193/9.10.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Β' 1322), με σκοπό να προσδιοριστεί κατά τρόπο συγκεκριμένο η αναδασωτέα έκταση ως προς τα όρια και το εμβα­δόν. Ειδικότερα, με την τροποποιητική αυτή απόφαση καθορίσθηκαν λε­πτομερώς τα εξωτερικά όρια της έκτασης, προσδιορίσθηκε το συνολικό εμβαδόν της σε 29.790 στρέμματα, από τα οποία 23.868 στρέμματα θεω­ρήθηκε ότι ανήκουν στο Δημόσιο, 5.270 στρέμματα στην Υπηρεσία Διαχει­ρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων και 652 στρέμματα σε ιδιώτες από οριστι­κές διανομές, κηρύχθηκε δε ολόκληρη η έκταση ως αναδασωτέα, με την εξαίρεση μόνον 14 χώρων ειδικώς κατονομαζομένων, με μνεία της χρήσης και του εμβαδού τους, όπως δεξαμενές, νεκροταφεία, σχολεία, Ιερά Μονή και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Η τελευταία αυτή απόφαση «συμπλη­ρώθηκε» με την υπ' αριθ. Γ.Δ. 1877/29.6.1979 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Δ' 366), με την οποία, κατά τροποποίηση της προηγούμε­νης, εξαιρέθηκαν από την αναδάσωση οι εκτάσεις, των οποίων είχε ανα­γνωρισθεί ο ιδιωτικός χαρακτήρας, καθώς και οι γεωργοδενδροκομικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις και οι εκτάσεις στις οποίες είχαν ανεγερθεί κτι­ριακές επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οι οποίες ήταν μισθωμένες στους κατόχους τους καλλιεργητές. Η νομαρχιακή αυτή απόφαση του έτους 1979 ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. 1157/3.4.1990 απόφαση Νομάρ­χου Θεσσαλονίκης (Δ' 251) "για λόγους νομιμότητας και δημοσίου συμφέροντος", κατόπιν της διαπίστωσης ότι με την ανακληθείσα απόφαση είχε γίνει, υπό το κράτος ισχύος του Συντάγματος 1975, μη επιτρεπόμενη με­ρική άρση της αναδάσωσης. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανωτέρω υπ' αριθμ. ΓΔ1877/1979 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλο­νίκης, ύστερα από αίτηση της μητέρας και δικαιοπαρόχου του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6510/17.11.1984 βεβαίωση του Δασάρχη Θεσσαλο­νίκης, σύμφωνα με την οποία ειδικώς το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο υπά­γεται στις διατάξεις της παραγράφου 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και, ως εκ τούτου, δεν διέπεται από τη δασική νομοθεσία. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 διατυπώσεις δημοσιότη­τας για το εν λόγω έγγραφο τηρήθηκαν μόλις το έτος 2007, όπως προκύ­πτει από το υπ' αριθμ. 1494/19.3.2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Πανοράματος, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το ανω­τέρω έγγραφο αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου στις 16.3.2007 και από τα 16.3.2007 φύλλα των τοπικών εφημερίδων «ΜΑΚΕ­ΔΟΝΙΑ» και «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» στα οποία δημοσιεύθηκε το εν λόγω έγγραφο.  Περαιτέρω,  μετά την ανάκληση της ΓΔ 1877/29.6.1979 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης με την προαναφερόμενη 1157/3.4.1990 απόφαση  του  ιδίου ανεβίωσε η  Γ.Δ. 2193/2.10.1973 νομαρχιακή απόφαση με συνέπεια, ολόκληρη η έκταση των 29.790 στρεμμάτων, πλην των 14 ειδικώς κατονομαζόμενων χώρων, να υπαχθεί εκ νέου στο προ­στατευτικό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων, ανεξαρτήτως του ιδιο­κτησιακού   καθεστώτος,   της  γεωργοδενδροκομικής   καλλιέργειας   ή   της επαγγελματικής χρήσης ορισμένων τμημάτων της. Κατά τα αυτά στοιχεία του φακέλου, λόγω εκραγείσας την 6.7.1997 πυρκαϊάς, αποτεφρώθηκε στην ίδια περιοχή συνολική έκταση 15.431 στρεμμάτων. Από την έκταση αυτή, η Διοίκηση θεώρησε ότι δασικές εκτάσεις αποτελούσαν μόνον τα 14.869 στρέμματα, τα οποία και κήρυξε εκ νέου αναδασωτέα με την υπ' αριθ. ΔΔ 2835/29.9.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας (Δ' 956), ενώ έκρινε αφενός μεν ότι εντός των ορίων του «Δάσους - Πάρκου» υφίσταντο και μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, συνολικού εμβαδού 1.117,8 στρεμμάτων, τις οποίες, για λόγους ενότητας με τις δασικές εκτάσεις, κήρυξε, με την υπ' αριθ. ΔΔ 2871/30. 9.1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας (Δ' 956), δασωτέες προς απαλλοτρίωση, αφετέρου δε ότι υφίσταντο στην αυτή περιοχή και εκτάσεις, οι οποίες είχαν νομίμως προ του 1973 και μεταξύ των ετών 1979 και 1990 δομηθεί και τις οποίες με την ίδια απόφαση, που συνοδεύεται και από ειδικό πίνακα των τελευταίων αυτών εκτάσεων, εξαίρεσε από την δάσωση, με την αιτιολογία ότι είχε δημιουργη­θεί μη αναστρέψιμη κατάσταση. Με την υπ' αριθμ. 3643/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι δύο τελευταίες αυτές πράξεις του Γενι­κού Γραμματέα Περιφέρειας ακυρώθηκαν στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι με την πρώτη μη νομίμως εξαιρέθηκαν από το προστατευτικό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων εκτάσεις περιλαμβανόμενες εντός των ορίων της κηρυχθείσης το έτος 1973, με πράξη που εξακολουθούσε να ισχύει, ως αναδασωτέας περιοχής, και με τον τρόπο αυτό μεταβλήθηκε ανεπιτρέπτως ο χαρακτήρας τους, και ότι με τη δεύτερη μη νομίμως αφενός χαρακτηρίσθηκαν ως δασωτέες, με την εκδοχή ότι είχαν αγροτικό χαρακτήρα εκτάσεις οι οποίες ενέπιπταν στα όρια της κατά τα ανωτέρω κηρυχθείσης ως αναδασωτέας περιοχής, αφετέρου δε εξαιρέθηκαν και από τον χαρακτηρισμό ως δασωτέων, για μόνο τον λόγο ότι είχαν νομί­μως, κατά την αντίληψη της διοίκησης, δομηθεί, οι αναγραφόμενες στον σχετικό πίνακα και περιλαμβανόμενες στην ανωτέρω περιοχή εκτάσεις, ενώ, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε, επιτρεπτό κατά το Σύνταγμα και τον νόμο λόγο εξαί­ρεσης των εκτάσεων αυτών από την αναδάσωση. Τριτανακοπές ιδιοκτη­τών εκτάσεων που είχαν εξαιρεθεί από την αναδάσωση κατά της παρα­πάνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθμ. 4086 - 4095/2001 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου. Με την από 20.2.2004 αίτησή του προς το Γενικό Γραμματέα της Περιφερείας (Γ.Γ.Π.) Κεντρικής Μακεδονίας ο αιτών ζήτησε, κατ' επίκληση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 10 του άρθρου 21 του Ν. 3208/2003, την άρση της αναδάσωσης, η οποία είχε επιβληθεί, δυνάμει των προαναφερθεισών αποφάσεων, σε ακίνητό του ευρισκόμενο στην περιοχή Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Ήδη με την πρώτη κρινόμενη από  10-6-2004, εμπρόθεσμη αίτησή του, ο ανωτέρω ζητεί, με προφανές έννομο συμφέρον, την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης του εν λόγω αιτήματος του και της συνακόλουθης άρνησης της Διοίκησης να προβεί στην άρση της αναδάσω­σης επί του ακινήτου του. Από τα στοιχεία του φακέλου, εξάλλου, προκύ­πτει ότι η Διεύθυνση Δασών Νομού Θεσσαλονίκης με το έγγραφο 3050/22.10.2004, καθώς και το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης με τα έγγραφα 1166/4.3.2004 και 3569/7.10.2004, τα οποία στηρίζονται σε ερμηνεία αεροφω­τογραφιών των ετών 1945, 1960, 1979, 1988 και 1993 δέχθηκαν ότι η επί­μαχη έκταση από το έτος 1931 δεν έχει δασικό χαρακτήρα και εισηγήθη­καν την άρση της αναδάσωσης ως προς το ακίνητο αυτό. Ακολούθως, ο αιτών, υπέβαλε ενώπιον του Δασάρχη Θεσσαλονίκης την από 26.5.2009 αίτηση του με την οποία ζήτησε την τήρηση της διαδικασίας της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 3698/2008, προκειμένου να αρθεί η επιβληθείσα στο ακίνητο του αναδάσωση. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 34/2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφι­σβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, με την ακόλουθη αιτιολογία «Από την κατάθεση της μάρτυρος Α.Ε. δασολόγου, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, το σύνολο των ισχυρισμών των ενδιαφερομένων μερών και την εν γένει απο­δεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 50113/2580/20.6.1935   πράξη   του   Γενικού   Διοικητή   Μακεδονίας   κηρύχθηκαν αναδασωτέες δημόσιες εκτάσεις πέριξ της πόλης της Θεσσαλονίκης, εμβα­δού 14.500 στρεμμάτων εκτός των συμπαγών γεωργικών εκτάσεων που βρίσκονται εντός της περιμέτρου της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτα­σης. Από την παραπάνω πράξη, σύμφωνα με παλαιότερα έγγραφα του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης (αριθμ. 9179/320/ 21.1.1966 και 50794/3731/ 15.10.1969 έγγραφα του Υπ. Γεωργίας και αριθμ. 8812/31.12.1968 έγγρα­φο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης) προκύπτει ότι εξαιρούντο της αναδασωτέας ιδιότητας τα κληροτεμάχια των οριστικών διανομών που δόθη­καν για γεωργική καλλιέργεια καθώς και οι αγροί για τους οποίους υπήρ­χαν αναγνωριστικές αποφάσεις κυριότητας. Οριστική διανομή στο αγρό­κτημα Πανοράματος για την αποκατάσταση προσφύγων έγινε το έτος 1931 και κυρώθηκε με το ν. 5496/32 στη νεοϊδρυθείσα το έτος 1930 Κοινότητα Πανοράματος. Στο πρωτόκολλο προσωρινής οροθεσίας και αποτερματισμού του Δάσους Πάρκου, στην 19η Συνεδρίαση που έγινε στις 3 Ιουνίου 1968 αναφέρονται όλες οι εκτάσεις που παραχωρήθηκαν σε ιδιώτες κατοί­κους περιοχής Πανοράματος προς καλλιέργεια βάσει της οριστικής διανο­μής του 1931. Μεταξύ των άλλων αναφέρεται και το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο εμβαδού 2.300τ.μ. το οποίο παραχωρήθηκε στον Π. Κ. με το υπ' αριθμ. 123/5.5.1932 παραχωρητήριο και εκδόθηκε ο αριθμ. 6118/25.5.1999 τίτλος κυριότητας της ΑΤΕ στη δε κυριότητα του αι­τούντος περιήλθε με το αριθμ. 16134/31.3.1986 συμβόλαιο γονικής παρο­χής της Συμβολαιογράφου Μ. Ψ-Χ. Με την ΓΔ 1877/1979 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία τροποποιήθηκε η ΓΔ 2193/73 ομοία, εξαιρέθηκαν της αναδασωτέας ιδιότητας οι γεωργικά και δενδροκομικά καλλιεργούμενες εκτάσεις και όσες έχουν αλλάξει χρήση ή ανήκαν την κυριότητα φυσικών και νομικών προσώπων. Από την στε­ρεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1945 φαίνεται ότι το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο καλλιεργείται και βρίσκεται εντός ευρύτερης έκτασης της ίδιας μορφής. Από τη στεροσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1960 φαίνεται ότι η έκταση έχει την ίδια μορφή με το 1945. Από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών έτους 1979 φαίνεται ότι η έκταση δεν καλλιεργείται και φέρει χορτολιβαδική βλάστηση. Από τη στερεοσκοπική παρατήρηση αεροφωτογραφιών έτους 1988 φαίνεται ότι η έκταση είναι γυμνή, χωρίς δασική βλάστηση και αποτελεί τμήμα ευρύτερης μη δασικής έκτασης. Από τα παραπάνω προκύ­πτει ότι το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο ανέκαθεν στερείτο παντελώς δασικής βλάστησης, δηλαδή δεν προέκυψε ποτέ το θέμα δασοκάλυψης, πόσο μάλ­λον καταστροφής της από οποιαδήποτε αιτία. Στη μελέτη αναδασώσεων του Δημόσιου Δάσους Πάρκου Θεσσαλονίκης η οποία εγκρίθηκε με την αριθμ.  204790/3395/24.11.1976  απόφαση  του  Υπουργού  Γεωργίας,  τα κληροτεμάχια που απεικονίζονται ως γεωργικές εκτάσεις στο χάρτη που συνοδεύει τη μελέτη δεν περιλαμβάνονται στις εκτάσεις προς αναδάσωση. Το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο συμπεριλαμβάνεται στις αγροτικές εκτάσεις της συστάδας 10γ. Το έτος 1996 συντάχθηκε ο προσωρινός κτηματικός χάρ­της του Δάσους Πάρκου περιοχής Πανοράματος κατ' εφαρμογή των διατά­ξεων του ν. 248/76 και του ν. 998/79. Σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα και χάρτη το αριθμ. 45 κληροτεμάχιο εμβαδού 2.300 τ.μ. εμπίπτει εντός του Κ.Α. 5098 στο Φ.Χ. 015652 ως ιδιωτική μη δασικού χαρακτήρα έκταση κηρυγμένη αναδασωτέα με την αριθμ. ΓΔ 1573/3.4.1990 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Το έτος 1984 εκδόθηκε η με αριθμ. 6510/17.11.1984 βεβαίωση του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την οποία η έκταση του με αριθμ. 45 κληροτεμαχίου ως ανήκουσα στην κατηγορία 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979  δεν διέπεται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας. Ο αιτών προχώρησε στη διαδικασία δημοσιοποίησης της παραπάνω βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 επέχει πλέον θέση χαρακτηρισμού. Σύμφωνα με το αριθμ. ΔΔ2290/10.7.2007 έγ­γραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Θεσσαλονίκης δεν ασκήθηκαν αντιρρή­σεις κατά της παραπάνω πράξης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επί­δικη έκταση κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 1931 έως σήμερα ήταν μη δασική. Συνεπώς, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρ­θρου 21 παρ. 2 του νόμου 3208/2003, εφόσον πρόκειται για έκταση που εμπίπτει   στην  περίπτωση  της παραγράφου  6α  του  ν. 998/1979, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα και η εκδοθείσα απόφαση περί κηρύξεως της αναδασωτέας πρέπει να αρθεί». Κατόπιν της πράξης αυτής, ο αιτών με την από 21.1.2010 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Δα­σών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ζήτησε, εκ νέου την άρση της αναδάσωσης ως προς το υπ' αριθμ. 45 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας του. Κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης της αίτησης αυτής από τον Γε­νικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ασκείται από τον αιτούντα, εμπροθέσμως, η δεύτερη αίτηση ακυρώσεως.

12. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον με τις αιτήσεις του για άρση της αναδάσωσης που είχε επιβληθεί στο παραπάνω ακίνητο, ο αιτών είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κρίσιμα πραγματικά στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, και δεδομένου, μάλιστα, ότι οι αρμόδιες δασικές υπηρεσίες είχαν εισηγηθεί την άρση της αναδάσωσης με τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας είχε την υποχρέωση, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης πράξης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, η οποία, σύμφωνα με όσα δια­λαμβάνονται στη σκέψη 8, έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα, να εξετάσει την από 21.1.2010 αίτηση του και ήδη αιτούντος και να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση για το αίτημα άρσης της αναδάσωσης. Συνεπώς, η προσβαλλό­μενη με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις σιωπηρή απόρριψη της ενλόγω αίτησης του αιτούντος είναι, για τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο, ακυρωτέα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή ακυρώ­σεως. Παρέλκει δε, κατόπιν τούτου, ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

13. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η ακύρωση της προσβαλλόμενης με την πρώτη αίτηση ακυρώσεως θα ήταν αλυσιτελής, δεδομένου ότι μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης με τη δεύτερη αίτηση ακυρώ­σεως, σιωπηρής απόρριψης της από 21.1.2010 αιτήσεως του αιτούντος προς τη Διοίκηση, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας έχει υπο­χρέωση να αποφανθεί για το ζήτημα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσης της αναδάσωσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διαπίστωση αν η επίμαχη έκταση ενέπιπτε στις περιπτώσεις α, δ ή ε της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και να εκδώσει σχετική αιτιολογημένη απόφαση για το υποβληθέν αίτημα περί ανάκλησης της πράξης αναδάσωσης κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία του αιτούντος.

Σχόλια