Δεδικασμένο - Λμβάνεταια αυτεπάγγελτα .. ΕΦΛΑΡΙΣ 258/2012..321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ

 
ΕΦΛΑΡΙΣ 258/2012.Πρόεδρος: Ναπολέων Ζούκας Εισηγήτρια: Τρανή Κυριακίδου Δικηγόροι: Νικήτας Κουκουζέλης,Κων. Γκατζιώνης.-Λήψη υπόψη του
δεδικασμένου αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας όταν τα περιστατικά με την ίδια νομική δ/ξηστηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ταυτότητα νομικής αιτίας επί θεμελίωσης στον ίδιο νομικό κανόνα.Δεδικασμένο και από εσφαλμένη απόφαση.
Μη δεδικασμένο ως προς ιστορικές βάσεις που μπορούσαν να στηρίξουν το δικαίωμα και αίτημα, μη προβλη θείσες με την πρώτη αγωγή και μη
κριθείσες.
Για το δεδικασμένο λήψη υπόψη της
αιτιολογίας της απόφασης και του λό-
γου απόρριψης.
Επί τελεσίδικης απόρριψης αγωγής
ως απαράδεκτης, ελλείψει διαδικα-
στικής προϋπόθεσης όπως η δικαιο-
δοσία, το δεδικασμένο καταλαμβάνει
μόνο το συγκεκριμένο λόγο απόρρι-
ψης.
Αν το δικαστήριο παραλείψει να δι-
κάσει επί αγωγικού αιτήματος, τούτο
θεωρείται σιωπηρά απορριφθέν και
δημιουργείται δεδικασμένο.
Ανυπόστατο ένδικο μέσο αν δεν λάβει
χώρα εμπρόθεσμα τόσο η κατάθεση
Δικογραφία 2013 21
στη γραμματεία του εκδόσαντος την
προσβαλλόμενη απόφαση δικαστη-
ρίου, όσο και η σύνταξη έκθεσης στο
οικείο βιβλίο.
Άνευ επιρροής για την τελεσιδικία η
ασκηθείσα εκπρόθεσμα ή μη προση-
κόντως ανακοπή ερημοδικίας ή έφε-
ση.
{…} Από τις διατάξεις των άρθρων 321,
322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι
τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δι-
καστηρίων, δηλαδή εκείνες που δεν μπο-
ρούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδι-
κα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της
έφεσης, παράγουν δεδικασμένο, το οποίο
δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (καθώς και
πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα
325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα δικαστήρια,
τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν
ότι έχει ήδη κριθεί, χάριν του δημόσιου
συμφέροντος και προς αποφυγήν έκδοσης
αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων
διαδίκων για την ίδια διαφορά. Κατά δε το
άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρ-
χει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την
ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δι-
καίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται
για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστο-
ρική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής
αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά πε-
ριστατικά που συγκρότησαν την ιστορική
βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια
νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγε-
νέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νο-
μικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση των
δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νο-
μικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη
έννομη σχέση (ΑΠ 1550/10 Νόμος). Από
τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι
το δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο
332 του Κώδικα αυτού λαμβάνεται υπόψη
και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δί-
κης, καλύπτει - ως ενιαίο όλο - ολόκληρο
το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου
το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση
της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμέ-
να, καλύπτει όχι μόνον το κριθέν δικαίω-
μα (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε),
αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή
από την απόφαση, υπό την έννοια των πε-
ριστατικών που ήταν αναγκαία για τη διά-
γνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη
νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρι-
σμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγ-
ματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οι-
κεία διάταξη νόμου (ΕφΘεσ 1025/06 Αρμ
2006. 905, ΕφΛαρ 323/01 Δικογρ. 2002.
185). Εξάλλου, σύμφωνα με τις ως άνω
διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324
ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, το οποίο παράγε-
ται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση
(ολΑΠ 1/05 Δνη 2005. 377, ΑΠ 111/08 Δνη
2009. 712, ΑΠ 1069/06 Δνη 2006. 1364,
ΑΠ 1061/06 Δνη 2006. 1365), αφορά το
δικαίωμα που είχε προβληθεί με την αγω-
γή, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη
ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία,
ενώ δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς
άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυ-
νατό να στηρίξουν το επίδικο δικαίωμα και
το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες, όμως,
δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί
των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν
έκρινε. Η βάση επί της οποίας το δικαστή-
ριο ήδη αποφάσισε κρίνεται (πέραν της
επισκόπησης του δικογράφου της αγω-
γής) από την ίδια την απορριπτική απόφα-
22 Δικογραφία 2013
ση, διότι αυτή αξιολόγησε αναγκαίως την
αγωγή, επί της οποίας έκρινε, και αποφάν-
θηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ’
αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η
έκταση του οποίου καθορίζεται από την
αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου,
συνεπώς, να εξετασθεί αν υφίσταται από
προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδι-
κασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του
ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση,
με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήμα-
τος, θα ληφθεί υπόψη και η αιτιολογία της
πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστο-
ρική αιτία, για την οποία έκρινε, καθώς και
ο λόγος της απόρριψης (ολΑΠ 15/98 Δνη
1998. 303, ΑΠ 1661/08 ΕΦΑΔ 2008. 1238,
ΑΠ 759/06 ΑρχΝ 2006. 786, ΑΠ 77/07 και
ΑΠ 1061/02 Νόμος).
Περαιτέρω, το δεδικασμένο εκτείνεται
και επί του κριθέντος οριστικά δικονομι-
κού ζητήματος (άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β’
ΚΠολΔ). Ως δικονομικό ζήτημα νοείται
κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απα-
ράδεκτης, ελλείψει μιας ή περισσότερων
διαδικαστικών προϋποθέσεων, στις οποί-
ες περιλαμβάνεται και η δικαιοδοσία του
δικάζοντος δικαστηρίου. Η απόφαση που
απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη δεν
λύνει το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι το ουσια-
στικό δικαίωμα, του οποίου έγινε επίκληση,
αλλά η δέσμευση από το δεδικασμένο της
καταλαμβάνει μόνον το συγκεκριμένο λόγο
απόρριψης, υπό την έννοια ότι, αν εγερθεί
νέα αγωγή, όμοια προς την προηγούμενη,
δηλαδή αγωγή που εμφανίζει την ίδια δι-
κονομική έλλειψη, το δικαστήριο που επι-
λαμβάνεται εκ νέου θα την απορρίψει ως
απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την
έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋ-
πόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή
εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δι-
καστήριο (ολΑΠ 4/96 Δνη 1996. 1041, και
199 ΝοΒ 1997, ΑΠ 166/10 Νόμος, ΕφΑθ
10641/95 Δνη 1999. 157). Εάν δε το δικα-
στήριο παραλείψει να δικάσει επί κύριου ή
παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής από
παραδρομή, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι
απορρίφθηκε σιωπηρά και δημιουργείται
μετά την τελεσιδικία της απόφασης δεδικα-
σμένο, που κωλύει το αίτημα αυτό να κα-
ταστεί αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας
περί τούτου δίκης μεταξύ των αυτών δια-
δίκων (ΑΠ 13/84 ΝοΒ 1985. 226, ΕφΘεσ
2863/90 Αρμ 1992. 44).
Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατά-
ξεις των άρθρων 518 και 532 ΚΠολΔ, αν
λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του
παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση
δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, το δικαστήριο
την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυ-
τεπαγγέλτως (ΕφΘεσ 987/99 Αρμ 2000.
246). Εξάλλου, για να ολοκληρωθεί η
άσκηση κάθε ένδικου μέσου, απαιτείται να
λάβει χώρα εντός της προβλεπόμενης στο
νόμο προθεσμίας τόσο η κατάθεση του
δικογράφου του στη γραμματεία του δικα-
στηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμε-
νη με αυτό απόφαση, όσο και η σύνταξη
έκθεσης για την κατάθεσή του στο σχετικό
βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του
δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 496
ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του
β.δ. 564/1968, αλλιώς το ένδικο μέσο είναι
όχι απλώς άκυρο αλλά δικονομικά ανυπό-
στατο και δεν συνεπάγεται έννομα αποτε-
λέσματα (ΑΠ 1509/06 Νόμος, ΑΠ 284/95
Δνη 1996). Η εκδήλωση της ενέργειας
του δεδικασμένου, άλλωστε, εξαρτάται
Δικογραφία 2013 23
από την επέλευση της τελεσιδικίας, από
την οποία η απόφαση καθίσταται απρό-
σβλητη με τα τακτικά ένδικα μέσα και έχει
δεσμευτική ισχύ. Την τελεσιδικία, ωστό-
σο, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν
εμποδίζει το ένδικο μέσο της ανακοπής
ερημοδικίας και της έφεσης που ασκήθηκε
εκπροθέσμως ή μη προσηκόντως (ΕφΑθ
3565/98 Δνη 1998. 1417, ΕφΑθ 9827/96
ΝοΒ 1997. 1134 ).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων
με την υπό κρίση αγωγή του ζήτησε, όπως
προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις διατά-
ξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εξαι-
τίας της μη ύπαρξης έγκυρης εργολαβικής
σύμβασης, συναφθείσας κατά τον τύπο
που απαιτεί ο νόμος, να υποχρεωθεί ο
εναγόμενος να του καταβάλει το ανωτέρω
ποσό των 51.210,56 Ε, καθώς και το ποσό
των 9.217,90 Ε για τον οφειλόμενο Φ.Π.Α.,
νομιμότοκα από 1.1.1997, άλλως από την
επίδοση της αγωγής. Ο ενάγων όμως με
προηγούμενη και συγκεκριμένα με τη με
αριθ. κατάθ. 212/24.12.2001 αγωγή του
ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Καρδίτσας, η οποία στρεφόταν κατά του
ίδιου εναγομένου, επικαλούμενος τα ίδια
ακριβώς περιστατικά, που αναφέρονται
και στην κρινόμενη αγωγή του, ζητούσε
να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να
του καταβάλει αμφότερα τα προαναφερό-
μενα χρηματικά ποσά (των 51.210,56 και
9.217,90 Ε) με βάση τη συναφθείσα μετα-
ξύ των διαδίκων σύμβαση αναγνώρισης
χρέους καί επικουρικά σύμφωνα με τις δι-
ατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό,
επειδή ο εναγόμενος Δήμος πλούτισε σε
βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη
αιτία. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσί-
δικα ως απαράδεκτη με την προσκομιζό-
μενη κι επικαλούμενη από τους διαδίκους
υπ’ αριθ. 48/2003 απόφαση του ως άνω Δι-
καστηρίου, δημοσιευθείσα στις 7.5.2003,
ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δι-
καστηρίων να κρίνουν τη συγκεκριμένη
διαφορά, καθώς κρίθηκε (εσφαλμένα) ότι
υπαγόταν στα τακτικά διοικητικά δικαστή-
ρια, όπως, άλλωστε, προκύπτει από την
ίδια την αιτιολογία της απορριπτικής από-
φασης, τόσο ως προς την παραπάνω κύ-
ρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση
της, που στηριζόταν κατά τα ανωτέρω στις
διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ενό-
ψει του ότι η σιωπηρή απόρριψη της τε-
λευταίας (επικουρικής βάσης) δημιουργεί
δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την επανε-
ξέταση της βάσης αυτής, όπως εκτέθηκε
αναλυτικά στη μείζονα πρόταση της πα-
ρούσας. Η εν λόγω απορριπτική απόφα-
ση, κατά τις ομολογίες των διαδίκων, δεν
επιδόθηκε ποτέ στον ηττηθέντα ενάγοντα,
ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία του
άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προς άσκηση
έφεσης κατ’ αυτής, και, συνεπώς, κατέστη
τελεσίδικη με μόνη την παρέλευση της
προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2
ΚΠολΔ τριετούς προθεσμίας προς άσκη-
ση της έφεσης, η οποία επέφερε έτσι έκ-
πτωση από το σχετικό δικαίωμα άσκησης
αυτού του ένδικου μέσου κατ’ άρθρο 151
ΚΠολΔ (ΑΠ 215/89 Δνη 1990. 1429), παρά
την από μέρους του ενάγοντος άσκηση
της υπ’ αριθ. 130/28.8.2006 εκπρόθεσμης
έφεσής του κατά της παραπάνω πρωτόδι-
κης απόφασης, η οποία, όμως, λόγω του
εκπροθέσμου της, αφού ασκήθηκε μετά
την πάροδο τριών ετών από τη δημοσί-
ευση της εκκαλουμένης (7.5.2003), δεν
24 Δικογραφία 2013
κωλύει την επέλευση της τελεσιδικίας σύμ-
φωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω
μείζονα σκέψη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι
σε κάθε περίπτωση η άνω εκπρόθεσμη
έφεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα κατόπιν
της νομότυπης παραίτησης του ενάγοντος
από το δικόγραφο αυτής (άρθρα 294, 295
297 και 299 ΚΠολΔ), η οποία έλαβε χώρα
με την από 10.10. 2007 δήλωση παραί-
τησης του πληρεξούσιου δικηγόρου του,
που επιδόθηκε στον ως άνω εναγόμενο
στις 11.10.2007 (βλ. την προσκομιζόμενη
με επίκληση από τον ενάγοντα υπ’ αριθ.
…/11.10.2007 έκθεση επίδοσης του δικα-
στικού επιμελητή Σ. Μ.), δεδομένου ότι η
υποβολή αυτής (παραίτησης) ενώπιον του
Δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητη (OλΑΠ
473/83 ΝοΒ 1984. 50, ΕφΑθ 5821/98 Δνη
1998. 1643).
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει
ότι, εφόσον πρόκειται για διαφορά μεταξύ
των ιδίων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα πα-
ρισταμένων, που θεμελιώνεται και στις δύο
αγωγές στα ίδια πραγματικά περιστατικά
(ιστορική αιτία), υπαγόμενα στον ίδιο κα-
νόνα δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ (νομική
αιτία), και περιέχει το ίδιο αίτημα, υφίστα-
ται δεδικασμένο ως προς το κριθέν ζήτημα
της έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών
δικαστηρίων για την εκδίκαση της προκεί-
μενης υπόθεσης, το οποίο παρήχθη από
την προαναφερόμενη με αριθμό 48/2003
τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ανεξαρτήτως
από την ορθή ή εσφαλμένη κρίση του ως
προς το συγκεκριμένο δικονομικό ζήτημα.
Το άνω δεδικασμένο αποτελεί αρνητική δι-
αδικαστική προϋπόθεση, που λαμβάνεται
υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικα-
στήριο και εμποδίζει την εκ νέου έρευνα
της ένδικης αγωγής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστή-
ριο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρρι-
ψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δε-
δικασμένου, ορθώς το νόμο ερμήνευσε
και εφάρμοσε και επομένως δεν έσφαλε,
παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκα-
λών με τους σχετικούς λόγους της εφέσε-
ώς του, οι οποίοι πρέπει ν’ απορριφθούν
ως αβάσιμοι, όπως και η κρινόμενη έφεση
στο σύνολό της…

Σχόλια