ΣτΕ 1994/2013.Ορθή η πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε σιωπηρή άρνηση για άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης

 
ΣτΕ 1994/2013.Ορθή η πρωτόδικη απόφαση που ακύρωσε σιωπηρή άρνηση για άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Όλ. Παπαδοπούλου

Δικηγόροι: Εμμ. Στάγκας
Εάν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερόμενου ως ιδιοκτήτη, το δικαστήριο δεχθεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της απαλλοτρίωσης και διατάξει τη Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί τη δυνατότητα, επικαλούμενη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, με οποιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπόψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτρίωσης, εάν κρίνει αιτιολογημένα ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου είναι νομίμως αιτιολογημένη, αφού, όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν πάντως κατά νόμον αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας ούτε η μεταγραφή των σχετικών τίτλων κτήσεως δυνάμει κληρονομικής διαδοχής.



Βασικές σκέψεις



1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, που ασκείται κατά νόμον χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 240/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την αναιρεσιβαλλομένη ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή προσφυγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, η σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση, η οποία είχε επιβληθεί, με το β.δ. της 22.1-6.2.1971 (Δ΄ 34), στα ακίνητα με κτηματολογικές μερίδες γαιών Τριαντών 505 και 505 Α, τα οποία φέρονται ως ανήκοντα στην αναιρεσίβλητο και τα οποία ευρίσκονται εντός του σχεδίου πόλεως της πρώην Κοινότητας Τριαντών Ρόδου, που αποτέλεσε ακολούθως τον Δήμο Ιαλυσού Ρόδου.

2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Τμήματος, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του π.δ. 361/2001 (Α΄ 244).

3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καίτοι δεν παρέστη ο αιτών Δήμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό της δικαστικής επιμελήτριας Δικαίας Νικηταρά, αντίγραφα της αιτήσεως και της από 7.1.2011 πράξεως του Προέδρου του Ε΄ Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου επιδόθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στον δικηγόρο Ε. Σ., ο οποίος υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος του αιτούντος.

4. Επειδή, ο αιτών Δήμος παραδεκτώς ασκεί την υπό κρίση αίτηση, ως ηττηθείς διάδικος στην επί της προσφυγής της αναιρεσιβλήτου δίκη, εφόσον στον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο Ε. Σ. παρεσχέθη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα με την 36/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής.

5. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21-12-2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α΄ 30), αφενός μεν ορίσθηκε ότι αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές που γεννώνται από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παρ. 4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), δηλαδή το οικείο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφετέρου δε καταργήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περιπτ. στ΄ του ν. 702/1977 (όπως ίσχυε) περί υπαγωγής των διαφορών αυτών στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων. Εξ άλλου, η ισχύς του ανωτέρω άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ίδιας Πράξης, από την 1.1.2002. Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2882/2001 (Α΄ 17) προβλέπονται οι περιπτώσεις υποχρεωτικής ανακλήσεως και αυτοδίκαιης άρσεως αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 και 3), στην δε παρ. 4, στην οποία παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζεται ότι: «Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2719/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Σύμφωνα δε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει από την 7.5.2001. Ενόψει των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις και του χρόνου κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η ακυρωθείσα σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει τα ρυμοτομικά βάρη των επίδικων ακινήτων, αρμοδίως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα ακίνητα αυτά.

6. Επειδή, όπως έχει κριθεί, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, καθώς και άλλα ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση των απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, όταν οι πολεοδομικές αυτές δεσμεύσεις της ιδιοκτησίας διατηρούνται πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως των βαρυνομένων ακινήτων, ανακύπτει υποχρέωση του αρμοδίου κατά περίπτωση οργάνου της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης. Εξ άλλου, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, οφείλει, αφού τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, να επιληφθεί προκειμένου να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθόσον με μόνη την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση ενόψει της υποχρεώσεώς της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, βάσει, όμως, των κριτηρίων που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος (βλ. ΣΕ 3908/2007 επτ. κ.ά.).

7. Επειδή, όπως έχει επίσης κριθεί (βλ. ΣΕ 3068/2009, 1815/2012, πρβλ. ΣΕ 2214/2006 επτ), η κατά το άρθρο 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του προαναφερθέντος ν. 2882/2001, διοικητική διαδικασία για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσεως απαλλοτριώσεως επί ακινήτου, αποβλέπουσα στην προστασία της ιδιοκτησίας από επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το κατά το Σύνταγμα ανεκτό όριο, κινείται, κατ’ αρχήν, από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, υπέρ του οποίου και τάσσεται. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτριώσεως λόγω παρόδου απράκτων των κατά νόμον χρονικών ορίων συντελέσεώς της, πρέπει, με την αίτησή του προς τη Διοίκηση, να υποβάλλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, επίκαιρα, να τείνουν, δηλαδή, στην απόδειξη της κυριότητος κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Σε περίπτωση δε μη επαρκούς αποδείξεως ή αμφισβητήσεως της κυριότητας του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα επί του ζητήματος κρίση, ελεγκτή, περαιτέρω, από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υποθέσεως αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Εν πάση, εξ άλλου, περιπτώσει, το τελευταίο αυτό δικαστήριο, οφείλει, στο πλαίσιο της κατά νόμο υποχρεώσεώς του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα ή υφιστάμενα στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επιμάχου ακινήτου, υποχρεούμενο, στην περίπτωση αυτή, να συνεξετάσει και αντιστοίχους καταλλήλως τεκμηριούμενους αντιθέτους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Το δικαστήριο αυτό, πάντως, δεν επιλύει κατά την ως άνω δίκη οριστικώς το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο επίμαχο ακίνητο, ζήτημα για το οποίο, κατά το Σύνταγμα, τελικώς αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, έστω και εάν, κατ’ αποδοχή της προσφυγής του φερομένου ως ιδιοκτήτου, το δικαστήριο δεχθεί την συνδρομή των προϋποθέσεων άρσεως της απαλλοτριώσεως και διατάξει την Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη επί του θέματος, διατηρεί την δυνατότητα, επικαλουμένη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπόψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτριώσεως, εάν κρίνει αιτιολογημένα ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.

8. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, με το β.δ. της 22.1-6.2.1971 (Δ΄ 34), με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην Κοινότητας Τριαντών Ρόδου και ακολούθως Δήμου Ιαλυσού Ρόδου, επιβλήθηκε ρυμοτομική απαλλοτρίωση σε δύο ακίνητα, φερόμενα ως ανήκοντα στην αναιρεσίβλητο, και ειδικότερα στα ακίνητα με κτηματολογικές μερίδες γαιών Τριαντών 505 και 505 Α, προκειμένου να δημιουργηθεί κοινόχρηστος χώρος [πλατεία]. Η δέσμευση αυτή διατηρήθηκε με το π.δ. της 8.8-4.9.1995 (Δ΄ 655), με το οποίο αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Ιαλυσσού. Η αναιρεσίβλητος, με την από 4.10.2005 εξώδικη δήλωση-αίτηση που επιδόθηκε στον Δήμο Ιαλυσού την 4.11.2005 ζήτησε την ανάκληση της απαλλοτριώσεως των ως άνω ακινήτων, λόγω της μη συντελέσεώς της για μακρό χρονικό διάστημα. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε σιωπηρώς με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την επίδοση της σχετικής αιτήσεως, ακολούθως δε η αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή ενώπιον του οικείου Διοικητικού Πρωτοδικείου και ζήτησε να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός της, ισχυριζόμενη ότι από την κήρυξη της επίμαχης απαλλοτριώσεως το έτος 1971 μέχρι την επίδοση της αιτήσεώς της για άρση παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 35 ετών, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως. Η ασκηθείσα προσφυγή έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το δικάσαν δικαστήριο έκρινε εν πρώτοις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, στη σκέψη 12. Ακολούθως, κατ’ εκτίμηση και σχετικών εγγράφων που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητος και τα οποία ειδικώς μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι τόσο η αναιρεσίβλητος όσο και η δικαιοπάροχός της ζήτησαν κατ’ επανάληψη από τη Διοίκηση, με αιτήσεις τους, να επισπεύσει τη διαδικασία συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του καθ’ ου Δήμου ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικώς. Περαιτέρω, έκρινε ότι από το έτος 1971, κατά το οποίο επιβλήθηκε η επίδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση των ακινήτων της αναιρεσιβλήτου και το οποίο αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της δεσμεύσεώς τους, μέχρι την αίτηση για άρση της απαλλοτριώσεως που επιδόθηκε στον καθ’ ου Δήμο την 4.11.2005, παρήλθε μακρότατος χρόνος, άνω των 30 ετών, χωρίς να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση. Έκρινε, επίσης, ότι την ως άνω υπέρβαση του ευλόγου χρόνου δεν δύνανται να δικαιολογήσουν ούτε οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιαλυσού κατά τα έτη 1998, 2000 και 2002 περί συντάξεως πράξεως αναλογισμού, δεδομένου ότι τέτοια πράξη τελικώς δεν συντάχθηκε, ούτε η απόφαση του Δήμου για διερεύνηση της δυνατότητας εξαγοράς των επίμαχων ακινήτων, δεδομένου ότι η εξαγορά, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε, δεν συνάπτεται με τη διαδικασία της απαλλοτριώσεως, αλλά αποτελεί διακριτή διαδικασία, ούτε, τέλος, η σύναψη, την 24.1.2005, συμβάσεως μεταξύ του Δήμου και τοπογράφου μηχανικού για τη σύνταξη μελέτης με αντικείμενο «Τοπογράφηση-Κτηματογράφηση και πράξη αναλογισμού στην περιοχή της οδού Διαγόρα». Συναφώς, έκρινε το δικαστήριο ότι η έκθεση πράξεως αναλογισμού υποχρέων ιδιοκτητών που συνετάγη από ιδιωτική εταιρεία μελετών τον Νοέμβριο έτους 2006, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι αφορά τα επίδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αποτελεί ενέργεια αναγόμενη στον μετά την άσκηση της προσφυγής χρόνο και ότι εφόσον, πάντως, δεν προκύπτει κύρωση της ανωτέρω εκθέσεως από τον Νομάρχη Δωδεκανήσου μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οι ενέργειες αυτές δεν «συνιστούν ιδιαίτερες συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την παράταση της δέσμευσης των ακινήτων της προσφεύγουσας». Περαιτέρω, έκρινε ότι ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου η σύνταξη πράξεως παραχωρήσεως των εν λόγω ακινήτων σε κοινή χρήση, απέρριψε δε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του καθ’ου Δήμου ότι τα ακίνητα αυτά αφέθηκαν σε κοινή χρήση πριν από το έτος 1972 και είναι έκτοτε κοινόχρηστα εν τοις πράγμασι. Τέλος, έκρινε ότι δεν συνάγεται ούτε εμμέσως βούληση της προσφεύγουσας και της δικαιοπαρόχου της να τεθούν τα επίμαχα ακίνητα σε κοινή χρήση. Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε την ασκηθείσα προσφυγή, ακύρωσε την σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει την επιβληθείσα το έτος 1971 ρυμοτομική απαλλοτρίωση και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση.

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών κ.λπ. προβλέπεται ως απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας του δικαιούχου που απέκτησε ακίνητο με κληρονομία και ότι, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου και απέρριψε τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα Δήμο σχετικό ισχυρισμό. Προβάλλεται, επίσης, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (κ.δ. 132/1929), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (Α΄ 298), σύμφωνα με τις οποίες όλες οι πράξεις μεταβιβάσεως δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου δεν έχουν αποτελέσματα πριν από την καταχώρισή τους στο Κτηματικό Βιβλίο.

10. Επειδή, στο άρθρο 105 του προαναφερθέντος Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001 (Α΄ 266), ορίζονται τα εξής: «1. Με την επιφύλαξη … των διατάξεων … ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεώνεται, μετά από αίτηση του υπόχρεου σε φόρο, να χορηγεί σε αυτόν πιστοποιητικό, στο οποίο να φαίνεται η υποβολή της φορολογικής δήλωσης καθώς και η ολική ή μερική εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ή η απαλλαγή του από αυτές … 2. Το πιστοποιητικό … δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά την πάροδο έτους από την έκδοσή του … 3. …». Στο επόμενο δε άρθρο 106 ορίζονται τα εξής: «1. Απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια σε αίτηση των δικαιούχων της κτήσης κατά το άρθρο 1 ή των διαδόχων τους, που έχει υποβληθεί ενώπιον οποιασδήποτε δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, καθώς και σε αγωγή ή αίτηση και σε κάθε ένδικο μέσο που ασκήθηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου σχετικά με το αντικείμενο της κτήσης, εφόσον δεν προσάγεται πιστοποιητικό του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ότι υποβλήθηκε σε αυτόν η κατά το νόμο δήλωση ή εκδόθηκε από αυτόν πράξη επιβολής φόρου. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και κατά τη μεταγραφή οποιασδήποτε πράξης συμβολαιογραφικής ή πράξης δημόσιας αρχής ή απόφασης δικαστικής … 2. Η ένσταση για τη μη προσαγωγή του πιστοποιητικού κατά την προηγούμενη παράγραφο προτείνεται από τους ενδιαφερομένους σε κάθε στάση της δίκης και εξετάζεται αυτεπάγγελτα και από τα δικαστήρια και από τις δημόσιες αρχές. Με την ένσταση αυτή αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης καθώς και κάθε άλλη ενέργεια, μέχρι να προσαχθεί το πιστοποιητικό αυτό. Τα δικαστήρια και οι άλλες αρχές λαμβάνουν τα απαιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα καθώς και τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συντήρηση των αντικειμένων που είναι σε δίκη ή στα οποία αφορά η αίτηση μέχρι την προσαγωγή του ανωτέρω πιστοποιητικού … 3. … 4. …». Ως κτήση δε κατά το άρθρο 1 του αυτού Κώδικα νοείται η περιουσία που αποκτήθηκε, μεταξύ άλλων, αιτία θανάτου.

11. Επειδή, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν οι προϋποθέσεις και οι διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης που εισάγονται με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 106 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών κ.λπ. συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, δηλαδή με κριτήρια που σχετίζονται με τη συνταγματικότητα των διατάξεων αυτών, ενόψει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΣΕ 601/2012 Ολομ, 1619/2012 Ολομ, 324/2003), οι εν λόγω διατάξεις, κατά την έννοιά τους, δεν αφορούν, πάντως, ένδικα βοηθήματα και μέσα τα οποία, όπως το ένδικο βοήθημα, κατατίθενται, κατά τα οριζόμενα στη σκέψη 5, για την άρση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων ή επί μακρόν διατηρουμένων ρυμοτομικών βαρών και για την άσκηση των οποίων απαιτείται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο προσφεύγων στο οικείο διοικητικό δικαστήριο θεμελιώνει το έννομο συμφέρον σε δικαίωμά του επί του βαρυνομένου ακινήτου, αρκεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει στοιχεία με βάση τα οποία, κατ’ αρχήν, φέρεται ως δικαιούχος δικαιώματος επί του ακινήτου, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη 7.

12. Επειδή, με το υπόμνημα που κατατέθηκε την 17.4.2008, ήτοι μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, ο αναιρεσείων Δήμος είχε προβάλει ότι «η αντίδικος δεν προσκομίζει πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, αποδεικνύοντα την κυριότητά της στα ακίνητα, ισχύοντος μάλιστα στην περιφέρεια των ακινήτων του Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου», ότι «από το κληρονομητήριο που αναγνωρίζει κληρονομικό της δικαίωμα -μη μεταγραφέν- δεν νομιμοποιείται» στην άσκηση της αιτήσεως άρσεως της απαλλοτριώσεως και, τέλος, ότι «η αντίδικος θα πρέπει να προσκομίσει δηλώσεις φόρου κληρονομίας των ακινήτων αυτών». Προς αντίκρουση των ανωτέρω ισχυρισμών η αναιρεσίβλητος προέβαλε, με το υπόμνημα που κατατέθηκε την 21.4.2008, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς ως καθολική διάδοχος της κυρίας των επίδικων ακινήτων, ότι «μόνον κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχου της αποζημίωσης στο αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να προκύπτει με πλήρη απόδειξη η κυριότητα του αιτούντος επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου», ότι αντικείμενο της δίκης εν προκειμένω δεν είναι η διεκδίκηση των ακινήτων αυτών, αλλά η άρνηση του Δήμου να άρει την επιβληθείσα απαλλοτρίωση και ότι, συνεπώς, δεν έχει υποχρέωση, για το παραδεκτό της συζητήσεως της προσφυγής, να προσκομίσει πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας περί της υποβολής δηλώσεως φόρου κληρονομίας. Ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσιβλήτου η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής: Η ασκήσασα την προσφυγή ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια των απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων, με κτηματολογικές μερίδες 505 και 505 Α γαιών Τριαντών, τα οποία περιήλθαν σε αυτήν λόγω κληρονομίας εξ αδιαθέτου από τη μητέρα της Κ. σύζυγο Σ. Φ., το γένος Α. Θ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται και προσκομίζει (α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 7609/15.6.2005 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα 505, το οποίο εκδόθηκε από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου και από το οποίο προκύπτει ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της Κ. συζύγου Σ. Φ., το γένος Α. Θ. (αριθμ. κτημ. πράξεων 51/5.2.1955 και 1840/27.8.1955), (β) το υπ’αριθμ. πρωτ. 7610/15.6.2005 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου με κτηματολογική μερίδα 505 Α, το οποίο εκδόθηκε επίσης από τον ως άνω Διευθυντή και από το οποίο προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της ίδιας ως άνω τιτλούχου (αριθμ. κτημ. πράξεων 2491/19.9.1935 και 331/24.6.1946), (γ) την 62/30.1.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και το 72/23.3.2006 κληρονομητήριο που εξέδωσε η γραμματέας του Πρωτοδικείου Ρόδου εις εκτέλεσιν της προαναφερθείσης αποφάσεως, από τα οποία προκύπτει ότι η ασκήσασα την προσφυγή είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της Κ. χήρας Σ. Φ., το γένος Α. Θ., δηλαδή της τιτλούχου των ανωτέρω ακινήτων, η οποία απεβίωσε την 13.9.2002, και ότι κληρονόμησε το σύνολο της κληρονομίας που αυτή κατέλιπε. Με βάση τα ανωτέρω, επίκαιρα κατά χρόνο έγγραφα, καθώς και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, «από τα οποία προκύπτει ότι ο Δήμος Ιαλυσού ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα της ως άνω δικαιοπαρόχου της προσφεύγουσας και της τελευταίας επί των ανωτέρω ακινήτων, καθόσον μάλιστα είχε διερευνήσει και το ενδεχόμενο εξαγοράς τους μετά την επιβολή της απαλλοτρίωσής τους (σχετικές οι 42/27.4.1998, 204/23.10.2000, 220/4.10.2002 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιαλυσού), η προσφεύγουσα φέρεται ως ιδιοκτήτρια των εν λόγω ακινήτων. Τούτο δε αρκεί προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντός της προς άσκηση της υπό κρίση προσφυγής … δεδομένου, άλλωστε, ότι ο Δήμος Ιαλυσού δεν αμφισβητεί με το υπόμνημά του την κυριότητα της προσφεύγουσας με την προβολή καταλλήλως τεκμηριωμένων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται να υποστηρίξει ότι αυτή δεν απέδειξε την κυριότητά της διότι δεν προσκόμισε δηλώσεις φόρου κληρονομίας για τα ακίνητα αυτά ούτε πιστοποιητικά ιδιοκτησίας από τα οποία να προκύπτει η μεταγραφή της κληρονομικής απόφασης και του κληρονομητηρίου στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου».

13. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσιβλήτου είναι νομίμως αιτιολογημένη, καθόσον, όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν πάντως κατά νόμον αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού και δηλώσεων φόρου κληρονομίας ούτε η μεταγραφή των σχετικών τίτλων κτήσεως δυνάμει κληρονομικής διαδοχής. Είναι, συνεπώς, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

14. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 281 του ΑΚ, 28 του ν. 1337/1983, καθώς και του ν. 651/1977, απέρριψε τις πρωτοδίκως υποβληθείσες ενστάσεις του Δήμου ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αντιδίκου και ως προς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων.

15. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα εφόσον (α) οι χώροι αυτοί προβλέπονται ως κοινόχρηστοι από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως και (β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη (ΣΕ 2604/2008). Εν προκειμένω,  το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, κατ’ εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι δεν προβάλλεται από τον αντίδικο Δήμο, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η σύνταξη πράξεως παραχωρήσεως των επίδικων ακινήτων σε κοινή χρήση, ότι δεν συνάγεται ούτε εμμέσως βούληση της αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου της να τεθούν τα ακίνητα αυτά σε κοινή χρήση και ότι είναι αναπόδεικτος ο ισχυρισμός του Δήμου, ότι τα ακίνητα αυτά αφέθηκαν σε κοινή χρήση πριν από το έτος 1972 και έκτοτε είναι κοινόχρηστα εν τοις πράγμασι. Εξ άλλου, η αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ εκτίμηση εγγράφων που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητος, έκρινε ότι τόσο αυτή όσο και η δικαιοπάροχός της ζήτησαν κατ’ επανάληψη από τη Διοίκηση να επισπεύσει τη διαδικασία συντελέσεως της επίδικης απαλλοτριώσεως και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του καθ’ ου Δήμου ότι η προσφυγή ασκείται καταχρηστικώς. Οι ανωτέρω κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης είναι νομίμως αιτιολογημένες και οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι (πρβλ. ΣΕ 3856/2008, 2482/2009), καθ’ ο μέρος δε πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.

16. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Σχόλια