Ιδιωτικά δάση. Υποχρέωση των ιδιοκτητών των δασικών εκτάσεων, για την αναγνώριση αυτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού,52/2014 ΑΠ

 
52/2014 ΑΠ.Ιδιωτικά δάση. Υποχρέωση των ιδιοκτητών των δασικών εκτάσεων, για την αναγνώριση αυτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός..
έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να μην θεωρηθούν στην αντίθετη περίπτωση ως δημόσια δάση. Κατοχύρωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Κτήση της κυριότητας επί ακινήτου του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο. Προϋποθέσεις. Άσκηση πράξεων νομής τόσο από τον αρχικό ιδιοκτήτη του επίδικου μείζονος κτήματος, όσο και από τους δικαιοδόχους του, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο ακίνητο αυτό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της 6235/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

 

Αριθμός 52/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Μ. του Β., 2)Ι. Μ. του Β., 3)Λ. Μ. του Β., κατοίκων ... και 4)Ε. συζ. Β. Μ., το γένος Χ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Βογιατζή και Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1.060/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2635/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/5/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις .../21.9.2011 και ...../16.1.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου, Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλου, των αναιρεσιβλήτων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για την αρχική δικάσιμο της 21.11.2012 - κατά την οποία το αναιρεσείον υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 6.11.2013) - και γνωστοποίηση της δικασίμου αυτής (της 6.11.2013) με κλήση για παράσταση κατά την ίδια δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον, το οποίο δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.

ΙΙ. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η από 20.5.2011 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., αφού η ρύθμιση του άρθρου 12 του ν.2298/1995, που πρόβλεπε τέτοια γνωμοδότηση, καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 9 ν.3790/2009 από τις 8.8.2009 και εφεξής και δεν απαιτείται πλέον.

ΙΙΙ. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν. της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατείχοντο από Ελληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί ). Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ` όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Ελληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Ετσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ` απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικός από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ` όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1 539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ` αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ. Α.Π. 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ. 975 /2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (Α.Π. 1.281/2002, Α.Π. 956/1990). Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα κατά το άρθρο 16 του ν. από 21.6./3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως και κατά τον Α. Κ., κατά το άρθρο 972 αυτού, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο (Α.Π. 532/1980.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικό που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ότι η επίδικη έκταση, η οποία αποτελείται από δύο τμήματα συνολικού εμβαδού (3.194,49 τ.μ. + 485,88 τ.μ. =) 3.680,37 τ.μ., αποτελεί τμήμα του μείζονος Κτήματος ...... , το οποίο νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 και μέχρι την άσκηση της αγωγής ο Α. Κ. και οι αναφερόμενοι σ` αυτήν καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, από τους οποίους τελευταίοι σε σχέση με το επίδικο ακίνητο είναι οι ενάγοντες.

Ειδικότερα, ο απώτατος δικαιοπάροχος αυτών Α. Κ. έλαβε στην κατοχή του το κτήμα "…", το οποίο από το έτος 1829 κατείχετο από μέλη της οικογένειας Κ., με διαδοχικές αγορές από Έλληνες ιδιοκτήτες, που έγιναν από το έτος 1833 και εφεξής με ιδιωτικά και συμβολαιογραφικά έγγραφα και συγκεκριμένα: α) με αγορά από το Ν. Ζ., που έγινε με το από 13.2.1833 συμφωνητικό του μνήμονος πωλήσεων Π. Π., β) με αγορά από τους Γ., Μ. και Κ. Τ., που έγινε με το από 27.2.1833 συμφωνητικό (ομόλογο) του Δημογέροντα Αθηνών Π. Β., γ) με αγορά από το Β. Κ. Κ., που καταρτίσθηκε με το υπ` αριθ. … /1837 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ............. ..... , που μεταγράφηκε νόμιμα, δ) με αγορά από τον Π. Κ., που καταρτίσθηκε με το υπ` αριθ. ... /1843 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ε) με αγορές από τους Α. Κ., Ι. Κ., Μ. Μ., Κ. Β., Γ. Κ. και Σ. Τ., οι οποίες καταρτίσθηκαν με τα υπ` αριθ. …/1852, …/1852, …/1852 και …1852 συμβόλαια του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα και στ) με αγορά από τους Μ. Σ., Μ. Ζ. και Γ. Ζ., που καταρτίσθηκε με το υπ` αριθ. …/1853 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ανωτέρω Α. Κ., που απεβίωσε στις 10.10.1864, με την από 11.1.1864 μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 8/11.11.1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε ολόκληρη την παραπάνω έκταση την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., σύζυγο του πρώτου εξαδέλφου του. Αυτή υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην κληρονομιά εκείνου, η παράδοση της οποίας σ` αυτήν από τους εκτελεστές της ρηθείσας διαθήκης πιστοποιείται με την υπ` αριθ. .../31.3.1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών ................... . Η Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., αποβιώσασα στις 21.1.1899, κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της το γιο της Γ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε και αναμίχθηκε στην κληρονομιά εκείνης, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το ως άνω μείζον κτήμα, εκτάσεως 4.500 περίπου στρεμμάτων και επομένως και το επίδικο ακίνητο. Αυτός αποβιώσας, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 15.2.1911, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε. Β. και τα τέσσερα τέκνα του, Α. Β., Λ. Β., Α. σύζ. Α. Β. και Μ. σύζ. Ι. Κ. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά και έτσι η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις κληρονομικές μερίδες των άλλων. Από τους υπολοίπους κληρονόμους, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμίχθηκαν σ` αυτήν, ο Λ. Β., ενώ ήταν εκκρεμής στο Πρωτοδικείο Αθηνών η δίκη διανομής, που είχε ανοίγει με την από 31.8.1911 αγωγή του, αγόρασε τα εξ αδιαιρέτου μερίδια της μητέρας του Ε. Β. και της αδελφής του Α. συζ. Α. Ε. (1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου), δυνάμει του υπ` αριθ. ... /1918 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ............. που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι έγινε κύριος του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια ο Λ. Β. και η Α. Β., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του ακινήτου "…" κατά ποσοστά 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, με το υπ` αριθ. .../16.3.1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .......... συμφώνησαν την κατάργηση των μεταξύ τους δικών και την εξώδικη διανομή του κτήματος, η οποία και πραγματοποιήθηκε βάσει της από 4.6.1927 αποφάσεως των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, διαιτητών και επιδιαιτητών, καθώς και των υπ` αριθ. 1-16 πρακτικών διαιτησίας, που κηρύχθηκαν εκτελεστά (απόφαση και πρακτικά) με τις υπ` αριθ. 7.008/1927 και 8.855/1927 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, αντίστοιχα, ενώ όλα τα παραπάνω έγγραφα μεταγράφηκαν νόμιμα ως τίτλοι ιδιοκτησίας. Με τη διανομή αυτή ο μεν Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του κτήματος, γνωστό πλέον ως ".....", μέσα στα όρια του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, η δε Α. Β. έλαβε το νότιο τμήμα του κτήματος τούτου. Ο Λ. Β. ή Μ., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 14.2.1934, με τις από 29.10.1932, 16:11.1932, 3.12.1932, 29.6.1933 και 29.7.1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα με τα υπ` αριθ. 633 - 634/21.2.1934 πρακτικά και κηρύχθηκαν κύριες με την υπ` αριθ. 5.904/26.6.1934 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του τις τρεις θετές θυγατέρες του Ε., Ι. και Ε., το γένος Β. πλην όμως, λόγω αποβιώσεως της τελευταίας πριν από το διαθέτη, η κληρονομιά εκείνου περιήλθε κατ` ίσα μέρη στις δύο πρώτες, Ε. χήρα Γ. Π. και Ι. χήρα Χρ. Α. (50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία), οι οποίες υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν στην κληρονομιά αυτή. Τέλος μετά τη μεταβίβαση από την Ι. Α., αφενός στους Γ. Β. και Λ. Β., λόγω πωλήσεως, ποσοστού 0,50 εξ αδιαιρέτου στον καθένα του ανωτέρω κτήματος και αφετέρου ποσοστού 30% εξ αδιαιρέτου αυτού, λόγω προίκας, προς το Β. Μ., σύζυγο της θυγατέρας της Ε. Μ. (τέταρτης ενάγουσας), που συστήθηκαν με τα υπ` αριθ. .../1981 και ...1981 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών .......................... .................. που μεταγράφηκαν νόμιμα, έλαβε χώρα, μεταξύ των συγκυρίων τούτων και της άλλης συγκυρίας Ε. χήρας Γ. Π., η δυνάμει του προαναφερομένου υπ` αριθ. .../1981 διανεμητηρίου συμβολαίου εξώδικη διανομή του κτήματος "…", βάσει της οποίας περιήλθε στη συγκυριότητα και σύννομη της Ι. Α. και του προικολήπτη Β. Μ. και μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας της Ε. Μ. (τέταρτης ενάγουσας) κατά ποσοστό 10% και 90% αντίστοιχα, πέραν άλλων, και η επίδικη έκταση. Τόσο ο αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. Κ., όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοδόχοι του, κατείχαν και νέμονταν αυτό ως ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τους άνω τίτλους τους, συνεχώς από το έτος 1833 και πάντως ολόκληρο πριν από το έτος 1853 μέχρι το έτος 1995, αλλά και από το έτος αυτό μέχρι και την άσκηση της αγωγής, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι μεν την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946) ότι, νεμόμενοι τούτο, δεν προσέβαλαν το δικαίωμα άλλων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο ακίνητο αυτό. Στη μείζονα αυτή έκταση, η οποία περιλάμβανε αγρούς, όπως είναι και το επίδικο ακίνητο, οπωροφόρα δένδρα, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινο, λατομεία άμμου, λίθων, μαρμάρων κ.λπ., οι προαναφερόμενοι νομείς ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία της διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα εκμίσθωναν την έκταση αυτή σε τρίτους για βοσκή, καλλιέργεια, εξόρυξη λίθων και συλλογή ρητίνης, την επέβλεπαν, μεριμνούσαν για τη φύλαξή της με το διορισμό από τους ίδιους δασοφυλάκων και αγροφυλάκων και απέκρουαν τις διαταρακτικές της νομής τους πράξεις τρίτων. Το Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί τη νομή των εναγόντων, αλλά και των δικαιοπαρόχων τους και να προβάλλει δική του κυριότητα στο επίδικο από το έτος 1987, ενώ μέχρι τότε αναγνώριζε, σιωπηρώς αλλά και. ρητώς, τα επ` αυτού δικαιώματα της κυριότητας και νομής εκείνων. Έτσι, το Ελληνικό Δημόσιο κατ` επανάληψη έχει προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διαφόρων τμημάτων του ως άνω μείζονος ακινήτου, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα ιδιωτών στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις, ενώ στις σχετικές δίκες, με αντιδίκους το Δημόσιο ή τους Δήμους Αθηναίων και Γαλατσίου, οι κληρονόμοι Β. και οι διάδοχοι αυτών έχουν αναγνωρισθεί ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων τμημάτων. Ακόμη για διάφορα άλλα τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί τελεσίδικες, αλλά και αμετάκλητες, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιωτών έναντι του κυρίως παρεμβαίνοντος Δημοσίου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως ή λειβαδίου και βοσκοτόπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29.11.1836 και 3/15.12.1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτό είχε τη μορφή αγρού. Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή, που είχε το επίδικο, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1853 και μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας, νεμήθηκαν τη μείζονα έκταση του όλου κτήματος, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ` αυτό διακατοχικές πράξεις το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και ότι η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε. Με βάση όλα τα παραπάνω, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης εκτάσεως, γιατί αυτή καταλήφθηκε με τα όπλα και δημεύτηκε από αυτό πριν από το έτος 1830 κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό ή διότι η επίδικη έκταση καταλήφθηκε από αυτό κατά το έτος 1830 βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως ή διότι το επίδικο κατά το έτος 1836 ήταν δάσος και περιήλθε σ` αυτό, επειδή δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το Β.Δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί", το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το κατέλαβε το επίδικο ως αδέσποτο με τη βούληση του κυρίου πριν από το έτος 1837 ή διότι ήταν αδέσποτο και κατά το έτος αυτό και μεταγενέστερα καταλήφθηκε από το ίδιο ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και ότι η κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, που κατά τα παραπάνω αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915, μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικά στους ίδιους, βάσει των πιο πάνω αναφερόμενων τίτλων και λοιπών προσόντων, οπότε οι τρεις πρώτοι έγιναν συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο και πάντως με πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) και η τέταρτη επικαρπώτρια, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ` ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση των εμπράγματων δικαιωμάτων τους (συγκυριότητα, ψιλή συγκυριότητα, επικαρπία) επί του επίδικου ακινήτου, και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου του ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1) 10.18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. 41.10 και 109 Πανδ. (50.16), των άρθρων 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών" και 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3- 2-1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των μεταγενέστερων 4/16-6-1830 και 1/19-7- 1830, και των Συνθηκών του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και της Κωνσταντινουπόλεως της 9.7.1832 περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους που ακολούθησε, καθώς και του άρθρου 1 ν.3/15-12-1833 (περί βοσκοτόπων) και του Β.Δ. 17/29-11- 1836 (περί ιδιωτικών δασών), που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα ως προ το ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης κατάστασης της καλής πίστης στο πρόσωπο του αρχικού δικαιοπαρόχου Α. Κ. και των διαδόχων του, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που αφορούν τόσο το περιεχόμενο της καλής πίστης, όσο και τα περιστατικά της κτήσης από το δικαιοπάροχο Α. Κ. και τους διαδόχους του, από τα οποία συνήγαγε τη συνδρομή του στοιχείου αυτού στο πρόσωπο αυτών κατά της επί μέρους κτήσεως της νομής. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και τρίτος από τον αριθμό 19 και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.5.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6235/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

 

Σχόλια