Δεν δικαιούνται επίδομα πληροφορικής όλοι οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, παρά μόνον όσοι εργάζονται στους ειδικούς κλάδους πληροφορικής, σύμφωνα με την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου...
Όπως αναφέρεται, το επίδομα πληροφορικής χορηγείται μόνο στους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα (που απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου), οι οποίοι ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και εργάζονται κατά πλήρες ωράριο, αντίθετα δεν το δικαιούνται οι υπάλληλοι οι οποίοι απλώς χρησιμοποιούν κατά την παροχή της εργασίας τους ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) λόγω της τεχνολογικής προόδου, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή.
Το σκεπτικό
Στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 5/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου επισημαίνεται ότι "το επίδομα πληροφορικής προβλέπεται για τους ειδικευμένους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001), για όσο διάστημα απασχολούνται πλήρως και αποκλειστικά στις υπηρεσίες για τις οποίες έχει προβλεφθεί η ειδική θέση, ενώ προβλέπεται ρητά ότι αυτό δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (άρθ. 8 ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 ν. 3205/2003)".
Οι αρεοπαγίτες κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ότι δεν παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, καθώς υπάρχει διάκριση μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής και έτσι τους χορηγείται το επίμαχο επίδομα, και εκείνων οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.
"Λόγω των εξελίξεων που επέφερε η σύγχρονη τεχνολογία, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λπ." αναφέρει ο Άρειο Πάγος και προσθέτει: "Η αλλαγή απλώς του μέσου, με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία- εργασία, δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης αυτών και, σε κάθε περίπτωση, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, που θα μπορούσε να γεννήσει και αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όσων απασχολούνται με την επεξεργασία στοιχείων και καταχώριση εγγραφών σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς ωστόσο να κατέχουν οργανικές θέσεις πληροφορικής και να πληρούν τα παραπάνω προσόντα".
Παναγιώτης Στάθης
Άρειος Πάγος 5/2021
Επίδομα πληροφορικής: Ο χειρισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών από
υπαλλήλους άλλων κλάδων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εκτός των ειδικών
κλάδων πληροφορικής, δεν γεννά αξίωσή τους από αδικαιολόγητο πλουτισμό
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Μαρία Γεωργίου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Χρήστο Τζανερρίκο, Λουκά Μόρφη, Γεώργιο Χριστοδούλου και Μαρία Βασδέκη, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Αναστασία Μουζάκη, Αικατερίνη Βλάχου, Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου ή Κοκολέτση - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Μαρία Ανδρικοπούλου, Μαρία Βάρκα, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Διονύσιο Παλλαδινό, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγάπη Τζουλιαδάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Βρυσηίδα Θωμάτου, Παναγιώτα Πασσίση, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου, Ελευθέριο Σισμανίδη, Νικόλαο Πουλάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Ελένη Χροναίου, Μαρία Χασιρτζόγλου, Σταυρούλα Κουσουλού, Σωκράτη Πλαστήρα και Αναστασία Παπαδοπούλου, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος – αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «..................» (..................), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Περικλή Αγγέλου, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των καθ’ ών η κλήση – αναιρεσιβλήτων:
1) Σ. Π.,
2) Δ. Δ.,
3) Φ. Π.,
4) Ι. Γ.,
5) Π. Κ.,
6) Ε. Μ.,
7) Σ. Γ.,
8) Ξ. Π.,
9) Π. Ν.,
10) Ε. Β.,
11) Ε. Τ.,
12) Α. Μ.,
13) Φ. Ρ.,
14) Κ. Μ.,
15) Ε. Ρ.,
16) Δ. Τ.,
17) Π. Κ.,
18) Β. Γ.,
19) Ε. Σ.,
20) Μ. Κ.,
21) Ι. Κ.,
22) Ε. Φ.,
23) Β. Γ.,
24) Α. Δ.,
25) Ε. Χ.,
26) Γ. Π.,
27) Α. Μ.,
28) Φ. Χ.,
29) Λ. Τ.,
30) Α. Π.,
31) Ά. Χ.,
32) Μ. Κ.,
33) Κ. Χ., και
34) Β. Ν., κατοίκων απάντων Αθηνών.
Οι 5ος, 13η, 20η και 21η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ..............., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.12.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 465/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3187/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 25.09.2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1387/2019 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 21.09.2020 κλήση του καλούντος, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου ή Κοκολέτση ανέγνωσε την από 08.09.2021 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3187/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η επικουρική βάση της ένδικης, από 12.12.2005 και αριθμ. κατάθεσης 2299/2005 αγωγής και ως προς τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς της, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις της και ζήτησε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να αναιρεθεί η με αριθμό 3187/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η επικουρική βάση της ένδικης, από 12.12.2005 και αρ. κατάθεσης 2299/2005 αγωγής και ως προς τη διάταξη αυτής περί δικαστικής δαπάνης.
Κατά την 21η Οκτωβρίου 2021, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου Θεόδωρος Κανελλόπουλος, Γρηγόριος Κουτσοκώστας, Λουκάς Μόρφης και Μαρία Βασδέκη και οι Αρεοπαγίτες Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρος Μαντούβαλος, Πελαγία Ακάσογλου, Βασίλειος Μαχαίρας, Μαρία Μουλιανιτάκη, Παναγιώτης Αθανασόπουλος, Ελένη Κατσούλη, Γεώργιος Καλαμαρίδης, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Κωνσταντίνα Νακου, Νικόλαος Πουλάκης και Σωκράτης Πλαστήρας οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …/1.7.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων ..................., …/9.7.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου ................., …/24.5.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ................. και …/25.5.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών .................., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 25.09.2008 και (με) αριθ. καταθ. 155/2008 αίτησης αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3187/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον του Αρείου Πάγου απευθυνομένης μετά του επισυναπτόμενου ακριβούς αντιγράφου της από 21.09.2020 κλήσης και της παρά πόδας αυτής από 01.12.2020 Πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποίαν ορίζεται δικάσιμος για εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης στην Πλήρη Ολομέλεια κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως, μετά από παραγγελία της Παρέδρου του ΝΣΚ Επιστήμης – Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «.................», προς τους πέμπτο αναιρεσίβλητο Π. Κ., δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη Φ. Ρ., εικοστή αναιρεσίβλητη Μ. Κ. και εικοστή πρώτη αναιρεσίβλητη Ι. Κ.. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
[2] Με την υπ’ αριθ. 1387/2019 ομόφωνη απόφαση του Β2’ Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ’ περ. β’ του ΚΟΔ και ΚΔΔ (Ν. 1756/1988, όπως ισχύει), ο μοναδικός λόγος της από 25.09.2008 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3187/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 Ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 Ν. 3205/2003 και 904 ΑΚ, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν ανήκαν οργανικώς σε κλάδους πληροφορικής και ως διοικητικοί υπάλληλοι εν γένει δεν εκτέλεσαν αλλότρια καθήκοντα αλλά τα καθήκοντα των θέσεων, στις οποίες είχαν τοποθετηθεί, επειδή αφορά ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, επί του οποίου η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν είναι ενιαία και, ειδικότερα, το ζήτημα εάν ο χειρισμός από υπαλλήλους άλλων κλάδων, εκτός των ειδικών κλάδων πληροφορικής, όπως γραμματέων, βιβλιοθηκονόμων, λοιπών διοικητικών υπαλλήλων, τεχνικών κ.λπ. ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αφορών την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους σε όσα Τμήματα και Διευθύνσεις δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, συνιστά ή μη άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και γεννά ή μη αντιστοίχως αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.
[3] Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το «ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης» ορίσθηκαν τα εξής: «Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα:
«[...] Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 | Α’), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: (α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές• (β) χειριστές – χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ’ όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση• (γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας».
Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι «Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ’ όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος».
Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, «Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: [...] (η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν».
Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (01.04.2004), που αναφέρεται σε «μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ», το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8, «για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (01.01.1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ’ ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ’ ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.
Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας – εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λπ. Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία – εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας – εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α’ και 908 εδ. α’ ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια» και «Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ’ αυτό», συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού. Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίον θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 «Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου» (ΦΕΚ Α | 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ’ Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Πληροφορικής, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Πληροφορικής:
«1. Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα: α. Οργάνωσης και Μεθόδων, β. Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και γ. Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης.
2. Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι:
α. Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων. Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας. Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκηση και γενικότερη προετοιμασία του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών. Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επί θεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας,
β. Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων. Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότης τους, σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης. Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λ.π.).
γ. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος. Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (πχ. επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα. Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις».
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
[4] Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 12.12.2005 και αριθ. κατάθ. 2299/16.12.2005 αγωγή οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι εργάζονται στο ήδη αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις ειδικότερα σ’ αυτή (αγωγή) αναφερόμενες ειδικότητες διοικητικής φύσεως, απασχολούμενοι σε αντίστοιχες θέσεις, που προβλέπονταν οργανικά. Ότι, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την ανατιθέμενη σ’ αυτούς εργασία, ασκούν τα καθήκοντα του κλάδου προγραμματιστών Η/Υ (33ος και 34η απ’ αυτούς) και χειριστών Η/Υ οι λοιποί, και συγκεκριμένα απασχολούνται με την επεξεργασία στοιχείων και καταχώριση εγγραφών σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς ωστόσο, να κατέχουν σχετικές οργανικές θέσεις πληροφορικής. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επιδίκαση επιδόματος πληροφορικής κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας, και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της με την υπ' αριθ. 465/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 01.09.2006 και αριθ. κατάθ. 10462/182/17.1.2007 έφεση, η οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση και στη συνέχεια εξετάστηκε η μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά, δεχόμενο το Εφετείο ότι οι ενάγοντες εργάζονταν στο εναγόμενο και δη:
Η πρώτη με σύμβαση έργου από το 1998 έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματειακής υποστήριξης και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δεύτερη με σύμβαση έργου από το 1998 έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματειακής υποστήριξης και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η τρίτη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το 1998 έως τις 21.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της γραμματέως και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή απασχόληση.
Ο τέταρτος με διαδοχικές συμβάσεις έργου από την 01.04.1993 έως 09.01.2002, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του γραμματέα και ότι εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο πέμπτος με σύμβαση έργου από τις 23.05.1995 έως 20.12.2001, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους επιστημονικής και γραμματειακής υποστήριξης και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο έκτος από 10.12.2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του χημικού μηχανικού και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο έβδομος με διαδοχικές συμβάσεις έργου από την 01.03.1998 έως τις 21.12.2001, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου-μηχανολόγου μηχανικού και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η όγδοη με σύμβαση έργου μέχρι τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης και ότι η εργασία τη απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο ένατος με σύμβαση έργου από τις 02.11.1995 έως 20.03.2003 με την ειδικότητα του υπαλλήλου – μηχανικού μεταλλείων μεταλλουργών και ότι εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη με σύμβαση έργου από 01.03.1998 έως τις 31.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου – αρχιτέκτονα μηχανικού και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο ενδέκατος με σύμβαση έργου από την 01.01.1992 έως τις 31.12.2001, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δωδέκατη με σύμβαση έργου από τον Οκτώβριο του 1998 έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου – αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη τρίτη από την 01.04.1998 έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της βοηθού λογιστή με αντικείμενο τη μηχανογραφημένη λογιστική και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη τέταρτη με σύμβαση έργου από τις 20.11.1997 έως τις 31.12.2001, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της χειρίστριας Η/Υ στο Τμήμα Ελέγχου Δαπανών και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη πέμπτη με σύμβαση έργου από την 1η.04.1998 έως τις 19.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της χειρίστριας Η/Υ στο τμήμα Ελέγχου Δαπανών και ότι εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη έκτη με σύμβαση έργου από το 1998 έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη έβδομη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από τις 25.08.1997 έως 23.09.2002, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματείας και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη όγδοη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 21.12.2001 με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η δέκατη ένατη με σύμβαση έργου από την 01.03.1998 έως τις 30.06.2000, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή με σύμβαση έργου από την 1η.01.1998 έως τις 20.09.2002, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματειακής υποστήριξης και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή πρώτη με σύμβαση έργου από την 1η.01.1998 έως τις 12.09.2002, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της διοικητικής υπαλλήλου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή δεύτερη με σύμβαση έργου από την 01.04.1998 έως τις 19.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους επιστημονικής και γραμματειακής υποστήριξης και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή τρίτη με σύμβαση έργου από τις 31.03.1999 έως τις 19.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή τέταρτη με σύμβαση έργου από τις 12.12.2001 έως την 01.02.2000, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο εικοστός πέμπτος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 07.01.2004 με την ειδικότητα του υπαλλήλου – τοπογράφου μηχανικού και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών με ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή έκτη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έως τις 12.09.2002, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της κλητήρα και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, καθώς και ότι είναι κάτοχος απολυτηρίου Ενιαίου Λυκείου.
Η εικοστή έβδομη με σύμβαση έργου από την 01.01.1998 έως τις 12.09.2002, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η εικοστή όγδοη με σύμβαση έργου από την 01.11.1994 έως τις 19.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο εικοστός ένατος με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την 01.09.2002 έως τις 18.03.2003, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η τριακοστή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 28.12.2001 με την ειδικότητα της υπαλλήλου διοικητικού – οικονομικού και ότι η εργασία της από τις 16.05.2003 απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η τριακοστή πρώτη με σύμβαση έργου από την 01.09.1997 έως τις 20.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η τριακοστή δεύτερη έως τις 12.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του στελέχους γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ο τριακοστός τρίτος με σύμβαση έργου από την 01.01.1997 έως τις 20.12.2001, οπότε η σύμβασή του μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του τεχνικού υποστήριξης και ότι η εργασία του απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Η τριακοστή τέταρτη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την 1-1-1997 έως τις 22.12.2001, οπότε η σύμβασή της μετατράπηκε σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της ηλεκτρολόγου μηχανικού και μηχανικού ηλεκτρονικών υπολογιστών και ότι η εργασία της απαιτεί κύρια και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Ότι, από την ως άνω εργασία των εναγόντων, στους οποίους το εναγόμενο ως διοικητικούς υπαλλήλους ανέθεσε αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του άρθρου 17 του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και ότι επομένως, το εναγόμενο, που κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των εναγόντων, έχει υποχρέωση με βάση του άρθρο 904 ΑΚ να καταβάλει:
(α) στους 1η έως και 24η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 2.656,44 ευρώ στον καθένα,
(β) στον 25° των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 07.01.2004 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 1.776 ευρώ,
(γ) στην 26η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 02.04.2004 μέχρι 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 1.554 ευρώ,
(δ) στους 27η έως και 29° των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 01.01.2004 έως 31.10.2005 το συνολικό ποσό των 1.776 ευρώ στον καθένα,
(ε) στην 30η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 16.05.2003 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 2.326,28 ευρώ,
(στ) στην 31η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 01.05.2003 έως 31.10.2005 το συνολικό ποσό των 2.362,96 ευρώ,
(ζ) στην 32η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 01.01.2000 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 5.297,76 ευρώ,
(η) στους 33ο και 34η των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως 31.12.2005 το συνολικό ποσό των 3.256,48 ευρώ στον καθένα.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι:
(1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σ’ αυτό με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα γι’ αυτές ως γραμματείς, βιβλιοθηκονόμοι, λοιποί διοικητικοί υπάλληλοι, τεχνικοί κ.λπ.,
(2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος στα τμήματα και διευθύνσεις αυτού που δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) χρονικά διαστήματα,
(3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσιβλήτων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και
(4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 Ν. 2470/1997, καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με την χρήση Η/Υ δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.
Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σ’ αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα κατέβαλε και σ’ αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι, ενόψει του ότι δεν αρκεί πλέον για τη χορήγησή του απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ’ αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι αυστηρές προϋποθέσεις, που έθεσε η παρ. 11 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, όπως και η κατοχή οργανικής θέσεως του κλάδου. Η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων απλή και σε κάθε περίπτωση η εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ήτοι ως διοικητικών ή οικονομικών ή άλλης φύσεως υπαλλήλων, μη εργαζομένων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής για τις οποίες απαιτούνται ως υπάλληλοι να έχουν ειδικά προσόντα και να έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις, είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής και συνεπώς η απλή ή σε κάθε περίπτωση εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων για την οποίαν το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως, σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις των προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος εις βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, συνιστάμενος στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο επίδομα πληροφορικής, που θα κατέβαλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα, τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρείχαν την εργασία, δηλαδή τους αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός παραπεμφθείς στην Πλήρη Ολομέλεια λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον το αναιρεσείον επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση και έκρινε ότι το εναγόμενο ανέθεσε στους ενάγοντες ως διοικητικούς υπαλλήλους αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτό (εναγόμενο) από την εργασία τους αυτή ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων, βάσει του άρθρου 17 του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 Ν. 3205/2003 και με κακή εφαρμογή τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Kατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ’ όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της επικουρικής βάσεως της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή κατά την επικουρική της βάση κατ’ ουσίαν.
[5] Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση, οπότε, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, διατάσσεται κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση. Η αίτηση υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή, μέχρι της προτεραίας της συζητήσεως, με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο κατατιθέμενο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Δύναται επίσης να ζητηθεί η τοκοδοσία των καταβληθέντων ποσών από της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως στον αναιρεσίβλητο, από της οποίας και αρχίζει η υπερημερία αυτού, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον δια των κατατεθεισών την 20.09.2021 προτάσεων αυτού, επικαλούμενο ότι κατέβαλε εκουσίως στους αναιρεσιβλήτους τα επιδικασθέντα δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ποσά μετ’ αφαίρεση των κρατήσεων, αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως από της καταβολής αυτών, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας. Η εν λόγω αίτηση συμφώνως προς τα ανωτέρω έχει ασκηθεί παραδεκτώς και είναι νόμιμη, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθότι δεν προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενόψει μάλιστα και της ειδικής αμφισβήτησης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της καταβολής των επιδικασθέντων ποσών, ότι πιστώθηκαν με τα αντίστοιχα αιτούμενα ποσά οι τραπεζικοί λογαριασμοί των τελευταίων.
[6] Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3187/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.12.2005 και αριθ. κατάθ. 2299/16.12.2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθ’ ό μέρος έγινε δεκτή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου