Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Αριθμός 163/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα - ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ..η καταγγελία αυτής είναι άκυρη, καθόσον έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας της και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου....


ΘΕΜΑ: ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.......η καταγγελία αυτής είναι άκυρη, καθόσον έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας της και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε : α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 6-5-2012 καταγγελίας της συμβάσεως της και να υποχρεωθεί η εναγομένη α)να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί να της καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου καθώς και την αναλογία του μηνός Μαΐου 2012, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.516,56 ευρώ δ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 μέχρι 2012, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 20.690,70 ευρώ, ε) να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα επιδόματα ισολογισμού των ετών 2007 μέχρι 2012, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 5.329,50 ευρώ, στ) να υποχρεωθεί επίσης λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-5-2012 μέχρι 5-5-2013, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 28.228,50 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο, ενώ επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της, ανερχόμενη στο ποσό των 7.318,50 ευρώ, νομιμότοκα, καθώς επίσης και ζ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, νομιμότοκα...

 

++++

 Απόφαση 163 / 2021    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 163/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαθιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2608/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4259/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο (ΚΠολΔ 561 παρ.2), με την από 31-5-2012 (αριθμό κατάθεσης 101409/2457/2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε, ότι με πέντε διαδοχικές συμβάσεις έργου, οι οποίες είχαν ετήσια διάρκεια και η πρώτη από τις οποίες καταρτίσθηκε στις 7-5-2007, προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", προκειμένου να προσφέρει στη τελευταία τις υπηρεσίες της ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό, με την ιδιότητα της ως υπάλληλος λογίστρια. Ότι επειδή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή, δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων έργου ετήσιας διάρκειας και ο χαρακτηρισμός αυτών ως τέτοιων έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου, οπότε ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον χαρακτηρισμό των εν λόγω συμβάσεων ως έργου και πρέπει να θεωρηθεί ότι καταρτίσθηκε μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, που η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, την 6-5-2012 κατήγγειλε την τελευταία φερόμενη ως σύμβαση έργου, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι επιπλέον η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη, γιατί έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας της, ενώ είναι επίσης άκυρη ως καταχρηστική, γιατί παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η εναγομένη μπορούσε να λάβει ηπιότερα της απολύσεως μέτρα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση που τη συνδέει με την εναγομένη είναι εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, πάλι η καταγγελία αυτής είναι άκυρη, καθόσον έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της άδειας λοχείας της και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε : α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 6-5-2012 καταγγελίας της συμβάσεως της και να υποχρεωθεί η εναγομένη α)να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί να της καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου καθώς και την αναλογία του μηνός Μαΐου 2012, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.516,56 ευρώ δ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 μέχρι 2012, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 20.690,70 ευρώ, ε) να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα επιδόματα ισολογισμού των ετών 2007 μέχρι 2012, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 5.329,50 ευρώ, στ) να υποχρεωθεί επίσης λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-5-2012 μέχρι 5-5-2013, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 28.228,50 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο, ενώ επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της, ανερχόμενη στο ποσό των 7.318,50 ευρώ, νομιμότοκα, καθώς επίσης και ζ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, νομιμότοκα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 2608/2013 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς το αίτημα της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, ενώ στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη ήταν αυτή της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ που πρότεινε η εναγομένη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη 4259/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια άνω απόφαση και στην συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης εκ μέρους των διαδίκων, η δε ενάγουσα άσκησε την από 20-12-2018 αίτηση αναίρεσης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
3. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.( Ολ.ΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009). Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Σημειώνεται ότι δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η μη ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών.
4. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με το επίδικο θέμα της έννομης σχέσης που συνέδεε τις διαδίκους τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος διαπανεπιστημιακού μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ έχει παρακολουθήσει και το διετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Σώματος Ορκωτή Ελεγκτών Λογιστών και ταυτόχρονα διαθέτει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού Α' τάξεως από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος . Η εναγομένη Τράπεζα της Ελλάδας έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ενώ δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της η Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου της εναγομένης με το από 27-3-2007 έγγραφο της προς τη Διοίκηση ζήτησε την άμεση, πλην όμως προσωρινή ενίσχυση του Τμήματος Στατικού Λογισμού με προσωπικό αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, για το λόγο ότι κατά την εν λόγω χρονική περίοδο το ως άνω τμήμα αντιμετώπιζε ελλείψεις στο εργατικό του δυναμικό, εξαιτίας μακροχρόνιων αδειών, ενώ παράλληλα αυξάνονταν σταδιακά και οι υποχρεώσεις της εναγομένης προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, σημαντικό μέρος των οποίων είχε αναλάβει το πιο πάνω Τμήμα. Επιπλέον, κατά τον παραπάνω χρόνο, βρίσκονταν σε εξέλιξη δύο πολύ σημαντικά έργα, την ευθύνη των οποίων είχε το Τμήμα Στατικού Λογισμού, και τα οποία αφορούσαν α) στην εφαρμογή της οικονομικής προσέγγισης στις εκτός Finance kit συναλλαγές και β) στην ανάπτυξη και εφαρμογή στην Τράπεζα συστήματος διοικητικής - λογιστικής κοστολόγησης, στο πλαίσιο καθιέρωσης μίας κοινής κοστολογικής μεθοδολογίας σε επίπεδο Ευρωσυστήματος. Εξάλλου τη δεδομένη τότε χρονική στιγμή δύο έμπειροι υπάλληλοι του Τμήματος και συγκεκριμένα η Τ. και Κ. που συμμετείχαν στα έργα αυτά, απουσιάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με άδειες τοκετού και φροντίδας τέκνων, ενώ επιπλέον το συγκεκριμένο αντικείμενο, που αφορούσαν τα ως άνω έργα, ήταν άγνωστο για τα στελέχη της εναγομένης και το μέχρι τότε απασχολούμενο ήδη προσωπικό, καθώς εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το έτος 2007. Με βάση τα ανωτέρω ζητήθηκε από την ως άνω Διεύθυνση η πρόσληψη ατόμων με ειδικές γνώσεις λογιστικής, ελεγκτικής και κοστολόγησης, με τη συνδρομή δε του Συμβούλου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας, Καθηγητή Γ. Δ., σχετικά με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων, αποφασίσθηκε να προταθεί στο Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας η σύναψη δύο συμβάσεων έργου, διάρκειας ενός έτους της κάθε μίας με δύο στελέχη της αγοράς και δη την ενάγουσα και την Γ. Κ., προκειμένου να τους ανατεθεί η διεκπεραίωση μέρους των παραπάνω έργων του τμήματος Στατικού Λογισμού. Κατόπιν των ανωτέρω δυνάμει της από 23-4-2007 αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης εγκρίθηκαν οι συμβάσεις έργου της ενάγουσας καθώς και της Γ. Κ. και εξουσιοδοτήθηκε η Διοίκηση της εναγομένης να καθορίσει με πράξεις την αμοιβή και τους λοιπούς όρους των συμβάσεων. Έτσι δυνάμει του από 7-5-2007 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού εναγόμενη προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση έργου, διάρκειας ενός έτους, δηλαδή μέχρι την 6-05-2008, με συνολική αμοιβή για την εκτέλεση του έργου το ποσό των 16.680 ευρώ, που ήταν καταβλητέο, τμηματικά σε 12 μηνιαίες δόσεις, πλέον Φ.Π.Α. Σ' εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, η ενάγουσα ανέλαβε να περατώσει το έργο που της είχε ανατεθεί και συγκεκριμένα την επεξεργασία των ημερήσιων λογιστικών στοιχείων της Τράπεζας σ' εκτέλεση των εργασιών για την κατάρτιση και αποστολή του ημερήσιου ισολογισμού στην ΕΚΤ, καθώς και την επεξεργασία των κοστολογικών στοιχείων της Τράπεζας. Μετά τη λήξη της ως άνω ετήσιας συμβάσεως έργου, επειδή υπήρχε ακόμη ανάγκη συνεχίσεως του έργου, αυτή ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 7-5-2008 μέχρι 6-5-2009. Ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου ορίσθηκε πλέον το ποσό των 19.800 ευρώ, που ήταν καταβλητέο πάλι τμηματικά σε 12 μηνιαίες δόσεις, πλέον Φ.Π.Α, ενώ η ενάγουσα σ' εκτέλεση της σύμβασης αυτής ανέλαβε να περατώσει το ίδιο έργο, που της είχε ανατεθεί και με την προηγούμενη από 7-5-2007 σύμβαση έργου. Στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι ακόλουθες συμβάσεις α) η από 7-5-2009 για το χρονικό διάστημα από 7-5-2009 μέχρι 6-5-2010 με συνολική αμοιβή για την εκτέλεση του ίδιου, όπως παραπάνω έργου το ποσό των 20.400 ευρώ, που ήταν καταβλητέο επίσης τμηματικά σε 12 μηνιαίες δόσεις, πλέον Φ.Π.Α, β) η από 7-5-2010 για το χρονικό διάστημα από 7-5-2010 μέχρι 6-5-2011 με συνολική αμοιβή για την εκτέλεση του ίδιου πάντα έργου το προαναφερθέν ποσό των 20.400 ευρώ, που ήταν καταβλητέο επίσης κατά τον παραπάνω τρόπο, πλέον Φ.Π.Α και γ ) η από 7-5-2011 για το χρονικό διάστημα από 7-5-2011 μέχρι 6-5-2012 με συνολική αμοιβή για την εκτέλεση του ίδιου πάλι έργου το ίδιο ως άνω ποσό των 20.400 ευρώ, που ήταν καταβλητέο επίσης κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, πλέον ΦΠΑ. Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς της στην εναγομένη παρείχε την εργασία της στα γραφεία της τελευταίας, καθόσον η επεξεργασία των κοστολογικών στοιχείων της Τράπεζας, εργασία με την οποία απασχολείτο κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της η ενάγουσα, διενεργείται σε ειδική μηχανογραφική εφαρμογή, που έχει αναπτυχθεί στο μηχανογραφικό - λογιστικό σύστημα SAP/R3, το οποίο είναι εγκατεστημένο μόνο σε Η/Υ που λειτουργούν στην Τράπεζα της Ελλάδος και ως εκ τούτου οι υπηρεσίες της ενάγουσας δεν ήταν δυνατό να εκτελεσθούν εκτός του χώρου της εναγομένης Τράπεζας. Εξάλλου, ο τόπος παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, που ήταν το Τμήμα Στατικού Λογισμού της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης, ήταν συμβατικά και λόγω της φύσεως των υπηρεσιών της προκαθορισμένος. Ακόμη η ενάγουσα απασχολείτο στην εναγομένη κατά τις ώρες λειτουργίας της τελευταίας, στο πλαίσιο υλοποίησης και περάτωσης του έργου που είχε αναλάβει, το οποίο εκ της φύσεως του δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε χρόνο εκτός ωραρίου λειτουργίας της Τράπεζας. Όμως, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα δεν ελεγχόταν ως προς την τήρηση του καθημερινού της ωραρίου, αφού δεν ήταν υποχρεωμένη να προσέρχεται καθημερινά στη Τράπεζα, με συγκεκριμένη ώρα προσέλευσης και αποχώρησης, ούτε είχε υποχρέωση να εμφανίζεται καθημερινά στη Τράπεζα, ανεξαρτήτως του ότι η εκτέλεση του αναληφθέντος από αυτήν έργου απαιτούσε την καθημερινή παρουσία της στο χώρο της Τράπεζας, δυνάμενη να απουσιάζει, όποτε νόμιζε, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου, όπως η ίδια τις είχε προγραμματίσει σε συνεργασία με τα στελέχη της Τράπεζας. Εξάλλου η ενάγουσα, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων της και των αυξημένων τυπικών της προσόντων εκτελούσε τα καθήκοντα της, χωρίς άμεση καθημερινή παρέμβαση των προϊσταμένων της, οι οποίοι μόνο κατά την ανάληψη των καθηκόντων της έδωσαν σ'αυτήν τις ανάλογες κατευθύνσεις και οδηγίες, ενώ δεν ελεγχόταν από αυτούς κατά την εκτέλεση του έργου της. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σχετικά με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων κρινόμενη έννομη σχέση, αξιολογούμενη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι στη προκείμενη υπόθεση, αποδείχθηκε ότι τόσο με τη σύμβαση που καταρτίσθηκε αρχικά μεταξύ των διαδίκων στις 7-5-2007, όσο και με τις μεταγενέστερες διαδοχικά συναφθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων συμβάσεις προκύπτει ότι οι τελευταίες δεν επεδίωξαν μ'αυτές την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αφού είναι σαφές ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια, απέβλεψε στην από μέρους της ενάγουσας παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή της επεξεργασίας των ημερήσιων λογιστικών στοιχείων της Τράπεζας σ' εκτέλεση των εργασιών για την κατάρτιση και αποστολή του ημερήσιου ισολογισμού στην ΕΚΤ, καθώς και την επεξεργασία των κοστολογικών στοιχείων της Τράπεζας, χωρίς πρόδηλα κατά την επεξεργασία των ως άνω στοιχείων να τελεί αυτή υπό την εξάρτηση της εναγομένης, με την έννοια της υποχρέωσης της να υπακούει στις εντολές και οδηγίες της εργοδότριας της. Κατά συνέπεια οι ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις έφεραν το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ο χαρακτήρας των εν λόγω συμβάσεων δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που είχε συμφωνηθεί, καταβαλλόταν όχι εφάπαξ, αλλά κατά μήνα, γεγονός όμως, που δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνδέει την εναγομένη με την ενάγουσα. Ακόμη εάν η ενάγουσα συνδεόταν πραγματικά με την εναγομένη με τη σχέση που υποστηρίζει ι δηλαδή αυτή της εξαρτημένης εργασίας, λογικά δεν θα έπρεπε αυτή να δέχεται να αμείβεται με δελτία παροχής υπηρεσιών, στα οποία αναγράφεται ως αιτιολογία για την καταβολή της μηνιαίας αμοιβής της "Υπηρεσίες Σύνταξης Οικονομικών Καταστάσεων και λοιπές Λογιστικές Εργασίες" και να στερείται των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σχέση της εξαρτημένης εργασίας, αλλά ούτε και να δηλώνει η ίδια ότι η σχέση εργασίας της με την εναγομένη είναι, "έργου", όπως αυτό προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την τελευταία με αριθμό πρωτ. ./.-7-2008 αίτηση - δήλωση της ενάγουσας περί συμμετοχής της στη με αριθμό ./2008 προκήρυξη της εναγομένης για την πρόσληψη σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με την οποία η ενάγουσα δήλωνε ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση έργου από 7-5-2007, αλλά και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη πάλι από την εναγομένη από Ιανουαρίου 2011 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας περί συμμετοχής της στην με αριθμό ./2010, προκήρυξη της εναγομένης για την πρόσληψη σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με την οποία η ενάγουσα δήλωνε, για μια ακόμη φορά ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση έργου από 7-5-2007. Αντίθετη με την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έφεραν τον χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, οι οποίοι κατέθεσαν για γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη, όπως για τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας καθώς και για το αντικείμενο των εργασιών αυτής, πλην όμως για τα κρίσιμα στη προκείμενη περίπτωση περιστατικά, όπως εάν υπήρχε υποχρέωση της ενάγουσας να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της εναγομένης ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, αυτοί ουδέν κατέθεσαν. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σχετικά με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων κρινόμενη έννομη σχέση, αξιολογούμενη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι η έννομη σχέση, που συνέδεε τους διαδίκους καθόλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους από τις 7-5-2007 μέχρι 6-5-2012 ήταν αυτή της συμβάσεως έργου και δεν είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Η επίδικη έννομη σχέση φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως έργου, διότι το κριτήριο της νομικής δεσμεύσεως και εξαρτήσεως της ενάγουσας από την εναγομένη παρίστατο ιδιαίτερα χαλαρό, υπό την έννοια ότι η ενάγουσα είχε μεν συγκεκριμένο αντικείμενο εργασιών, το οποίο όμως ήταν απολύτως ενταγμένο στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας, χωρίς οποιαδήποτε νομική εξάρτηση από την εναγομένη κατά την παραπάνω έννοια του δικαιώματος αυτής να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας της ενάγουσας και να παρέχει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκτέλεση των υπηρεσιών της. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερόμενων και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, προκειμένης συμβάσεως έργου, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, έπρεπε η ένδικη αγωγή με την οποία αξιώνονται, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, άλλως αποζημίωση λόγω καταγγελίας και επιπλέον δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη φερόμενη ως άκυρη απόλυση, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως νόμιμου και βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού που η εναγομένη παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και τον οποίο επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης έφεσης της. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε αντίθετα, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ που είχε προτείνει η εναγομένη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου όσα υποστηρίζει η εναγομένη με τους ως άνω λόγους της έφεσης της, πρέπει να γίνουν δεκτά ως κατ' ουσίαν βάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγομένης περί παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955 για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως, πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Αφού δε κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και εξετασθεί η ως άνω από 31-5-2012 αγωγή της ενάγουσας κατ' ουσίαν (άρθρο 535 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
5. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές έκρινε το Εφετείο ότι η ενάγουσα δεν τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της συμβάσεως έργου και όχι αυτή της εξαρτημένης εργασίας. Μετά ταύτα δε κατέληξε το Εφετείο ότι δεν εφαρμόζονται στην πιο πάνω σύμβαση οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και συνακόλουθα ότι η μη καταβολή αποζημιώσεως δεν επέφερε οποιαδήποτε ακυρότητα στην καταγγελία της συμβάσεως και δεν οφείλονται γι` αυτό στην ενάγουσα οι ζητούμενοι με την αγωγή μισθοί υπερημερίας και η επικουρικά αξιούμενη αποζημίωση και επιπλέον ότι δεν της οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών αδείας και ισολογισμού, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την φερόμενη ως άκυρη απόλυση και εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ, και 6 του ΑΝ 765/1943, αφού πράγματι υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη η μεταξύ των διαδίκων σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου. Εξάλλου, το Εφετείο με τις παραδοχές του α) "ότι η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος διαπανεπιστημιακού μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ έχει παρακολουθήσει και το διετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης Σώματος Ορκωτή Ελεγκτών Λογιστών και ταυτόχρονα διαθέτει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού Α' τάξεως από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος", β) "ότι στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της η Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου της εναγομένης με το από 27-3-2007 έγγραφο της προς τη Διοίκηση ζήτησε την άμεση, πλην όμως προσωρινή ενίσχυση του Τμήματος Στατικού Λογισμού με προσωπικό αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων...... Επιπλέον, κατά τον παραπάνω χρόνο, βρίσκονταν σε εξέλιξη δύο πολύ σημαντικά έργα, την ευθύνη των οποίων είχε το Τμήμα Στατικού Λογισμού, και τα οποία αφορούσαν 1) στην εφαρμογή της οικονομικής προσέγγισης στις εκτός Finance kit συναλλαγές και 2) στην ανάπτυξη και εφαρμογή στην Τράπεζα συστήματος διοικητικής - λογιστικής κοστολόγησης, στο πλαίσιο καθιέρωσης μίας κοινής κοστολογικής μεθοδολογίας σε επίπεδο Ευρωσυστήματος"., γ) "ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο, που αφορούσαν τα ως άνω έργα, ήταν άγνωστο για τα στελέχη της εναγομένης και το μέχρι τότε απασχολούμενο ήδη προσωπικό, καθώς εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το έτος 2007. Με βάση τα ανωτέρω ζητήθηκε από την ως άνω Διεύθυνση η πρόσληψη ατόμων με ειδικές γνώσεις λογιστικής, ελεγκτικής και κοστολόγησης, με τη συνδρομή δε του Συμβούλου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας, Καθηγητή Γ. Δ., σχετικά με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων, αποφασίσθηκε να προταθεί στο Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας η σύναψη δύο συμβάσεων έργου, διάρκειας ενός έτους της κάθε μίας με δύο στελέχη της αγοράς και δη την ενάγουσα και την Γ. Κ., προκειμένου να τους ανατεθεί η διεκπεραίωση μέρους των παραπάνω έργων του τμήματος Στατικού Λογισμού, δ) " ότι η ενάγουσα καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεως της στην εναγομένη παρείχε την εργασία της στα γραφεία της τελευταίας, καθόσον η επεξεργασία των κοστολογικών στοιχείων της Τράπεζας, εργασία με την οποία απασχολείτο κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της η ενάγουσα, διενεργείται σε ειδική μηχανογραφική εφαρμογή, που έχει αναπτυχθεί στο μηχανογραφικό - λογιστικό σύστημα SAP/R3, το οποίο είναι εγκατεστημένο μόνο σε Η/Υ που λειτουργούν στην Τράπεζα της Ελλάδος και ως εκ τούτου οι υπηρεσίες της ενάγουσας δεν ήταν δυνατό να εκτελεσθούν εκτός του χώρου της εναγομένης Τράπεζας". ..... ε) "ότι ο τόπος παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, που ήταν το Τμήμα Στατικού Λογισμού της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης, ήταν συμβατικά και λόγω της φύσεως των υπηρεσιών της προκαθορισμένος", στ) "ότι η ενάγουσα απασχολείτο στην εναγομένη κατά τις ώρες λειτουργίας της τελευταίας, στο πλαίσιο υλοποίησης και περάτωσης του έργου που είχε αναλάβει, το οποίο εκ της φύσεως του δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε χρόνο εκτός ωραρίου λειτουργίας της Τράπεζας" και ζ) " ότι η ενάγουσα δεν ελεγχόταν ως προς την τήρηση του καθημερινού της ωραρίου, αφού δεν ήταν υποχρεωμένη να προσέρχεται καθημερινά στη Τράπεζα, με συγκεκριμένη ώρα προσέλευσης και αποχώρησης, ούτε είχε υποχρέωση να εμφανίζεται καθημερινά στη Τράπεζα, ανεξαρτήτως του ότι η εκτέλεση του αναληφθέντος από αυτήν έργου απαιτούσε την καθημερινή παρουσία της στο χώρο της Τράπεζας, δυνάμενη να απουσιάζει, όποτε νόμιζε, σύμφωνα με τις ανάγκες του έργου, όπως η ίδια τις είχε προγραμματίσει σε συνεργασία με τα στελέχη της Τράπεζας", διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
6. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ. ΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 232/2018, ΑΠ 515/2017, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
7. Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προς απόδειξη του κρισίμου αγωγικού ισχυρισμού της, ότι η μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της συναφθείσα σύμβαση, έφερε τον χαρακτήρα της εξαρτημένης σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου. Ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της 1) τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου της, Β. Α., 2) την υπ'αριθ. ./2013 ένορκη βεβαίωση της Α.-Α. Φ., 3)την υπ'αριθ. ./2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Χ. Π., 4) τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, 5) την με αριθμό δήλωσης ./της .-7-2012 στην ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία, καθώς και την με αριθμό ./2013 βαβαίωση του ΟΑΕΕ, 6) το με αριθμό ./.-2-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής του Σ/φου Αθηνών Αλεξάνδρου Μπουρνόζου και 7) την υπ'αριθ. ./.-9-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δημητρίου Ξυδάκη. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 5 αυτής) η οποία ακριβώς έχει ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20-5-2013 και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη με αριθμό ./2013 πρακτικά συνεδρίασης του, τη μ' αριθμό ./.-9-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Κουρούμαλη, που έχει ληφθεί μ' επιμέλεια της ενάγουσας, η οποία δόθηκε νόμιμα κατ'άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. τη μ'αριθμό 1136 Β724-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. -Ι. Κ.), τις μ' αριθμούς . και . /.-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Σταυριανού, που έχουν ληφθεί με επιμέλεια της εναγομένης, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα κατ'αρθρ. 671 παρ.1 ΚΠολΔ. (βλ. τη μ'αριθμό 6455Ζ/14-5-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ρ.), τις με αριθμούς . και ./.-11-2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Κουρούμαλη που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, νόμιμα και παραδεκτά, κατ' άρθρο 671παρ.1 σε συνδυασμό με άρθρο 674 παρ.2 εδ.α ΚΠολΔ. και αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη, κατ'άρθρο 671 παρ. 1 εδ.δ'ΚΠολΔ, προδικασία (βλ. τη μ'αριθμ. 8104/18-11-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ν.) καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς επίσης και οι προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις των διαδίκων ενώπιον Σ/φων, και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα άνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύμβαση που συνδέει την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την αντίδικό της Τράπεζα, είναι αυτή της σύμβασης έργου και όχι της εξαρτημένης σύμβασης εργασίας. Εξάλλου στη προσβαλλομένη γίνεται ειδική μνεία της λήψης μερικών, από τα άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα, εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, όπως στο 6 φύλλο αυτής, πίσω σελίδα από την μέση περίπου και κάτω, όπου κάνει μνεία για τα δελτία παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας για την καταβολή της μηνιαίας αμοιβής της, καθώς και για τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και δη του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και αυτών των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον Σ/φου, με επιμέλειά της αναιρεσείουσας, τις οποίες μάλιστα καταθέσεις σχολιάζει. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη των πιο πάνω εγγράφων πλήττεται η επί της ουσίας της διαφοράς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. 8. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4259/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1.800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: