Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Αριθμός 308/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα - Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην ατομική του περίπτωση η προαναφερόμενη σύμβαση και ότι η εναγόμενη υποχρεούται στην καταβολή των προβλεπομένων από αυτή μηνιαίων συντάξεων...


Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην ατομική του περίπτωση η προαναφερόμενη σύμβαση και ότι η εναγόμενη υποχρεούται στην καταβολή των προβλεπομένων από αυτή μηνιαίων συντάξεων και εφάπαξ παροχής και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 34.807,50 ευρώ για μηνιαίες συντάξεις 21 μηνών, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους κονδύλιο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 78.109,59 ευρώ για εφάπαξ παροχή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 

 

Απόφαση 308 / 2021    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 308/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Τόμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Κεφαλοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-04-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 201/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-01-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 22/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 4952/2015 μη οριστική και 1882/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03-05-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1507/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί την 1882/2017 απόφαση και κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα, με την από 29-11-2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 29-11-2018 κλήση της εκκαλούσας- εναγομένης εταιρείας , νομίμως φέρονται προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 20-02-2012 (με αριθμό κατάθεσης 2418/2002) έφεσή της μετά των προσθέτων λόγων κατά της 201/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 06-04-2010 (με αριθμό κατάθεσης 1840/2010) αγωγής του ενάγοντος Α. Μ., μετά την έκδοση των 22/2015 και 1507/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου., οι οποίες εκδόθηκαν η πρώτη ύστερα από την άσκηση αναίρεσης του ενάγοντος κατά της 6888/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και η δεύτερη, ύστερα από άσκηση αναίρεσης της εναγομένης κατά της 1882/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

[2] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 αρ.2) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο ενάγων με την από 06-04-2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή παραδεκτά περιόρισε πρωτοδίκως παραιτούμενος από την κύρια βάση της, ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε στην εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος κατά το χρονικό διάστημα από 15-03-1979 έως 08-01-2010.
Ότι η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο στις 08-01-2010 και ότι κατά το χρόνο της απολύσεως του,έχοντας συμπληρώσει από την 01-01-1982 30 έτη υπηρεσίας συνυπολογιζομένων σ' αυτά 2 ετών που αντιστοιχούν στην εξαγορασθείσα διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 1 περ. β' της από Ιουλίου 1985 Σύμβασης Ασφαλιστικής Κάλυψης Προσωπικού της "Εμπορικής Ασφαλιστικής", η οποία ασκούσε αρχικά την επιχείρηση της εναγομένης, για καταβολή σ' αυτόν της προβλεπόμενης από την εν λόγω σύμβαση μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην ατομική του περίπτωση η προαναφερόμενη σύμβαση και ότι η εναγόμενη υποχρεούται στην καταβολή των προβλεπομένων από αυτή μηνιαίων συντάξεων και εφάπαξ παροχής και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 34.807,50 ευρώ για μηνιαίες συντάξεις 21 μηνών, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους κονδύλιο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 78.109,59 ευρώ για εφάπαξ παροχή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 201/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που θεώρησε κατηργημένη τη δίκη ως προς την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της, αναγνώρισε ότι στην περίπτωση του ενάγοντος ισχύει η προαναφερόμενη ειδική σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης και ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τις προβλεπόμενες από την εν λόγω σύμβαση μηνιαίες συντάξεις και εφάπαξ παροχή και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.807,50 ευρώ, νομιμότοκα από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, καθώς και το ποσό των 78.109,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης της εναγομένης εκδόθηκε η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της.
Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 15-01-2014 (με αριθμό κατάθεσης) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 22/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Ειδικότερα, αναιρέθηκε η απόφαση για παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200ΑΚ κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των συμβατικής ισχύος διατάξεων του κανονισμού (άρθρο3 παρ.2 αυτού) διότι αν και εμμέσως το Δικαστήριο αντιμετώπισε αμφιβολία ως προς την έκταση εξαίρεσης που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, ως προς τη σημασία της εκεί λέξης "αποχωρών" παρέλειψε να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες για το ως άνω ζήτημα που συνέχεται με το αν, ο ενάγων ,ο οποίος απώλεσε τη θέση εργασίας του λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη , εμπίπτει στην έννοια της αποχώρησης και διατηρεί την ιδιότητα του ασφαλισμένου, προϋπόθεση παροχής επικουρικής σύνταξης και εφ' άπαξ αποζημίωσης.
Στη συνέχεια, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η έφεση της εναγομένης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 29-09-2015, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, με την 4952/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής που ασκήθηκαν με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης προτάσεις, δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης με σκοπό να προσκομιστούν με επιμέλεια του εφεσιβλήτου έγγραφα σχετικά με την εξαγορά του χρόνου της στρατιωτικής του θητείας.
Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και πάλι με επιμέλεια του εφεσιβλήτου -ενάγοντος κατά τη δικάσιμο της 10-01-2017, μετά την οποία εκδόθηκε η 1882/2017 απόφαση του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και οι ασκηθέντες με το από 28-09-2014 δικόγραφο προτάσεων πρόσθετοι λόγοι.
Κατά της τελευταίας απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 03-05-2017(με αριθμό κατάθεσης) αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 1507/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 1882/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ.19), ειδικότερα για ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας του ενάγοντος και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Με την ανωτέρω κλήση φέρονται για κατ' ουσίαν έρευνα η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.

[3] Με το άρθρο 581 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, η δε υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, ήδη δε 524 παρ. 1 εδ. β'. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ενώπιον του εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, προβάλλονται, παραδεκτώς, νέοι ισχυρισμοί υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 542/2017). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1704/2007). Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης. Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά τα άρθρα 224 και 526 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό, αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011). Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 46/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσίβλητος με τις προτάσεις του επικαλείται ότι συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις απόληψης των ένδικων ασφαλιστικών παροχών ήτοι η επικαλούμενη από αυτόν με την αγωγή του συντάξιμη υπηρεσία των 30 ετών συνυπολογιζόμενης σ' αυτήν και της εξαγοράς της διετούς στρατιωτικής του θητείας καθώς και της το πρώτον επικαλούμενης εξαγοράς της προϋπηρεσίας του στην εναγομένη πριν από την 01-01-1982.Ο ανωτέρω ισχυρισμός του εφεσιβλήτου-ενάγοντος ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η χρονική προϋπόθεση της συντάξιμης υπηρεσίας 30 ετών στην εναγομένη -εκκαλούσα με συνυπολογισμό σ' αυτήν πέραν της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας και της εξαγοράς της προϋπηρεσίας του στην εναγόμενη, προτεινόμενος ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, εφόσον μ' αυτόν δεν αναιρείται η ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής δεν μεταβάλλει τη βάση αυτής και παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον με τις προτάσεις του ως υπεράσπιση κατά της έφεσης.(ΚΠολΔ 527 αρ.1)

[4] Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Μ. και την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος που περιέχονται στα 201/2012 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις ... και .../16-5-2019 ένορκες βεβαιώσεις των ενόρκως βεβαιούντων Α. Μ. του Γ., Β. Κ. του Γ., Χ. Σ. του Θ. και Σ. Ο. του Δ., αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ,που δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης κατ' άρθρο 422παρ.1 ΚΠολΔ (σχετ.η .../13-5-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θεοφάνη Χατζηγρίβα), που προσκομίζει με επίκληση ο εφεσίβλητος-ενάγων, τις ...και .../11-11-2011 ένορκες βεβαιώσεις των ενόρκως βεβαιούντων Ι. Γ. και Ά. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γεροστάθη, που δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος κατ' άρθρο 671παρ.1 εδ.δ' ΚΠολδ,όπως ίσχυε πριν το ν.4335/2015 (σχ.8319/8-11-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Επαμεινώνδα Ζαφειράτου),που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα-εναγομένη, εκτός από τις αμέσως παρακάτω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που δεν λαμβάνονται υπόψη:
α) την .../2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που με επίκληση προσκομίζει ο εφεσίβλητος-ενάγων που δεν λήφθηκε νόμιμα τούτο διότι στην από 11-01-2017 κλήση που επιδόθηκε στον εκκαλούντα- εναγόμενο για τη λήψη αυτής (σχ..../12-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θεοφάνη Χατζηγρίβα) δεν αναφέρονται τα αναφερόμενα στο άρθρο 422ΚΠολΔ στοιχεία του ενόρκως καταθέσαντος,
β)την .../12-01-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Γεροστάθη που δόθηκε με επιμέλεια της εναγομένης της οποίας δεν γίνεται νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις της εκκαλούσας,
γ) τις ... και .../2017 ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί με επιμέλεια του εφεσιβλήτου -ενάγοντος και είχαν προσκομιστεί με επίκληση του τελευταίου σε προηγούμενο στάδιο της δίκης και προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα-εναγομένη ως κοινό αποδεικτικό μέσο προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος για τις οποίες δεν γίνεται επίκληση ότι λήφθηκαν νομίμως και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όσων δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν οφείλεται ούτε σε πρόθεση στρεψοδικίας ούτε σε βαριά .αμέλεια (άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος είχε προσληφθεί ως κλητήρας στις 15-03-1979 στην επιχείρηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε κατόπιν διαδοχικών και μη αμφισβητούμενων μεταβολών η εναγομένη εκκαλούσα,η οποία αναπτύσσει ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον από 21-12-1981 Οργανισμό της εναγομένης, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου και έληγε αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, όμως η εναγομένη εργοδότρια κατήγγειλε στις 08-01-2010 την ένδικη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο και ειδικότερα λόγω διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος. Η "Εμπορική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη, ως τότε εργοδότης, με την από 08-06-1984 "Σύμβαση Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης Προσωπικού Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας ΕΜΠΟΡΙΚΗ"(κατωτέρω αναφέρεται ως Κανονισμός) ,στην οποία υπήχθη συμβατικώς και ο ενάγων είχε αναλάβει τη βελτίωση της ασφαλιστικής κάλυψης του προσωπικού της με την παροχή σύνταξης και εφάπαξ αποζημίωσης, υπό τους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση. Στη σύμβαση αυτή, μεταξύ άλλων, ορίζονται και τα εξής:
"Άρθρο 2. Σκοπός και υποκείμενα της ασφάλισης.
1. Σκοπός της παρούσης συμφωνίας είναι η κατά τους όρους του Κανονισμού παροχή βοηθείας είτε σε ασφαλισμένους, που λόγω γήρατος, συμπλήρωσης ορισμένου χρόνου υπηρεσίας, αναπηρίας ή ατυχήματος, παύουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εταιρία, είτε - σε περίπτωση θανάτου τους - σε μέλη των οικογενειών τους. Η βοήθεια συνίσταται σε μηνιαία σύνταξη (πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, χρήσης και επιδόματος αδείας) και εφάπαξ παροχή.
2. Η κτήση της ιδιότητας του ασφαλισμένου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη και ανεπιφύλακτη εκ μέρους του ενδιαφερομένου αποδοχή των όρων του Κανονισμού. Τυχόν επιφύλαξη δεν παράγει αποτελέσματα.
Άρθρο 3.Απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου. Δικαιώματα.
1. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου ,η ιδιότητα του ασφαλισμένου χάνεται αυτοδίκαια με την απώλεια της ιδιότητας του εργαζόμενου στην εταιρεία για οποιοδήποτε λόγο. Η απώλεια της ιδιότητας διαπιστώνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
2. Εξαιρετικά η ιδιότητα του ασφαλισμένου διατηρείται στην περίπτωση που ο αποχωρών έχει συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απονομή μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής, πλην του ορίου ηλικίας που προβλέπει ο Κανονισμός και δεν ζητήσει εγγράφως την επιστροφή των ποσών της επόμενης παραγράφου.
3. Όποιος χάσει την ιδιότητα του ασφαλισμένου δικαιούται να λάβει, ατόκως, μόνον ό, τι έχει καταβάλει στο λογαριασμό λόγω εισφοράς ή εξαγοράς. Η επιστροφή γίνεται εφάπαξ μέσα σε έξι μήνες από την υποβολή σχετικής αίτησης και ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου .Ο ενδιαφερόμενος δεν έχει καμία άλλη αξίωση σε σχέση με το λογαριασμό.
4. Οι κατά την παράγραφο 2 ασφαλισμένοι δικαιούνται της μηνιαίας και εφάπαξ παροχής που τους αναλογεί μόλις συμπληρώσουν το απαραίτητο όριο ηλικίας και εφόσον έχουν υποβάλει στην εταιρία όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά. Ο υπολογισμός των παροχών γίνεται με βάση το μισθό του εν ενεργεία ομοιόβαθμου κατά το χρόνο απονομής (συμπλήρωσης ορίου ηλικίας) και με τις ίδιες προϋποθέσεις επιδομάτων".
Άρθρο 6. Πραγματική και Συντάξιμη.
1. Πραγματική υπηρεσία είναι ο χρόνος που διανύεται στην εταιρία από 1-1-1982 και μετά. Πραγματική υπηρεσία λογίζεται και η πραγματική υπηρεσία στην εταιρία που εξαγοράσθηκε καθώς και η μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτική θητεία που εξαγοράσθηκε. Συμπληρωμένο κατά την αποχώρηση εξάμηνο υπολογίζεται ως πλήρες έτος.
2. Συντάξιμη υπηρεσία είναι : α) Η παραπάνω πραγματική υπηρεσία, β) Η οπουδήποτε αλλού προϋπηρεσία που εξαγοράσθηκε με ανώτατο όριο τα πέντε (5) έτη, συμπεριλαμβανομένης της μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτικής θητείας.
Άρθρο 7. Δικαιούχοι παροχών.
Δικαίωμα για μηνιαία σύνταξη και εφάπαξ παροχή έχουν όσοι πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις: 1. Άνδρες: α) Μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ορίζει εκάστοτε ο Οργανισμός και εφόσον έχουν 15ετή υπηρεσία στην εταιρία και 15ετή ασφάλιση κατά τον Κανονισμό, β) Μετά τη συμπλήρωση τριάντα (30) χρόνων συντάξιμης υπηρεσίας, από τα οποία είκοσι πέντε (25) χρόνια είναι πραγματική υπηρεσία κατά το άρθρο 6 παρ. 1 [.] ".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η ιδιότητα του ασφαλισμένου και κατ' επέκταση το δικαίωμα λήψης των παροχών που στηρίζεται σ' αυτήν χάνεται όταν ο ασφαλισμένος απολέσει την ιδιότητα του εργαζομένου στην εταιρία για οποιοδήποτε λόγο, η δε απώλεια της ιδιότητας του ασφαλισμένου διαπιστώνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας. Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, η ιδιότητα του ασφαλισμένου διατηρείται στην περίπτωση που ο αποχωρών έχει συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απονομή μηνιαίας σύνταξης και εφάπαξ παροχής, πλην του ορίου ηλικίας που προβλέπει ο Κανονισμός (δηλαδή πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους άνδρες υπαλλήλους στο άρθρο 7 παρ. 1 περ. β', τoυ Κανονισμού) και δεν ζητήσει εγγράφως την επιστροφή των εισφορών ή ενδεχομένως της εξαγοράς προϋπηρεσίας που κατέβαλε στον Ειδικό Λογαριασμό. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η συμπλήρωση τριάντα (30) ετών συντάξιμης υπηρεσίας από τα οποία τα είκοσι πέντε (25) έτη είναι πραγματική υπηρεσία, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, οπότε, κατ' εξαίρεση, ο αποχωρών εργαζόμενος διατηρεί στην περίπτωση αυτή την ιδιότητα του ασφαλισμένου και δικαιούται να λάβει τις ασφαλιστικές παροχές κατά το χρόνο της αποχώρησης του.
Ο ενάγων, μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του με την εναγόμενη, υπέβαλε προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εκκαλούσας την από 25-02-2010 αίτηση για τη λήψη των προβλεπόμενων παροχών εφάπαξ και μηνιαία σύνταξη από τη Σύμβαση Ειδικής Ασφαλιστικής Κάλυψης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 και 7 παρ. 1 περ. β' αυτής που δεν έγινε δεκτή. Για το ζήτημα αν ο ενάγων εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπεται στην παρ.2 του ίδιου άρθρου 3, σύμφωνα με την οποία παρά την απώλεια της ιδιότητας του εργαζομένου η ιδιότητα του ασφαλισμένου διατηρείται στην περίπτωση που ο αποχωρών έχει συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για την απονομή μηνιαίας σύνταξης και εφ' άπαξ παροχής, πλην του ορίου ηλικίας, προκύπτει αμφιβολία. Κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών σύμφωνα με την καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις των διατάξεων του Κανονισμού, και κατόπιν στάθμισης α) της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 7 αυτής, στην οποία γίνεται αναφορά για την απονομή της εφάπαξ παροχής σε "οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εξόδου από την υπηρεσία, πλην θανάτου ή αναπηρίας", ήτοι όχι μόνο στην οικειοθελή αποχώρηση αλλά και στην καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και β) κυρίως της διάταξης του άρθρου 19, στην οποία προβλέπεται χρηματική παρακράτηση από την εφάπαξ παροχή προς αντιστάθμιση της ζημίας, που ο ασφαλισμένος επέφερε με αξιόποινη πράξη στην εταιρία (κατάχρηση, υπεξαίρεση, απάτη ή πλαστογραφία), για την οποία και απολύθηκε, οπότε προϋποτίθεται ότι αυτός, αν και απολύθηκε, έχει δικαίωμα στην εφάπαξ παροχή, που έχει τελείως διαφορετική έννοια από το δικαίωμα αναζήτησης των εισφορών που καταβλήθηκαν του άρθρου 3 παρ. 3 της Σύμβασης, εφόσον πληρούσε τις λοιπές προϋποθέσεις, προκύπτει ότι στην έννοια της "αποχώρησης" από την υπηρεσία εμπίπτει και η περίπτωση της απώλειας της θέσεως εργασίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη, οπότε, αν συντρέχουν οι λοιπές χρονικές προϋποθέσεις , ο απολυόμενος δεν χάνει τις ασφαλιστικές παροχές που προβλέπει ο Κανονισμός. Ως εκ τούτου, ο ενάγων καίτοι απώλεσε τη θέση εργασίας του στην εναγομένη από την 08-01-2010, ημερομηνία λύσης της σύμβασης εργασίας του λόγω καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, κατά τα προαναφερόμενα, διατηρεί την ιδιότητα του ασφαλισμένου και με τη συνδρομή των λοιπών χρονικών προϋποθέσεων του άρθρου 7 στοιχείο β του Κανονισμού δικαιούται τις παροχές που προβλέπει ο Κανονισμός. Το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα περί του ότι ο ενάγων εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 3 αρ.2 του Κανονισμού και δεν έχει απολέσει την ιδιότητα του ασφαλισμένου όπως και ο συναφής πρώτος λόγος της έφεσης ήδη κρίθηκε αμετακλήτως με την 1882/2017 (κατόπιν παραπομπής ) απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω, ο ενάγων που εμπίπτει κατά τα προαναφερόμενα στην εξαίρεση του άρθρου 3αρ.2 του Κανονισμού, διατηρεί την ιδιότητα του ασφαλισμένου και δικαιούται τη μηνιαία σύνταξη και εφ' άπαξ παροχή με τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 στοιχείο β του Κανονισμού ήτοι μετά τη συμπλήρωση 30 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής στο πρόσωπο του ενάγοντος- εφεσιβλήτου των επικαλούμενων χρονικών προϋποθέσεων για απόληψη των ένδικων παροχών αποδεικνύεται ότι: προς απόληψη από τον ενάγοντα των προβλεπόμενων στον Κανονισμό ασφαλιστικών παροχών, εφ' άπαξ παροχής και μηνιαίας σύνταξης μέχρι τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης από τον ασφαλιστικό του φορέα, απαιτείτο κατά το άρθρο 7β του Κανονισμού η συμπλήρωση, τριάντα (30) ετών συντάξιμης υπηρεσίας ,από τα οποία τα είκοσι πέντε (25) έτη να είναι πραγματική κατά το άρθρο 6 πρ.1 του Κανονισμού. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, πραγματική υπηρεσία είναι ο χρόνος που διανύεται στην εταιρία από 01-01-1982 και μετά. Πραγματική υπηρεσία λογίζεται και η πραγματική υπηρεσία στην εταιρεία που εξαγοράσθηκε καθώς και η μέχρι δυο ετών στρατιωτική θητεία που εξαγοράσθηκε. Συμπληρωμένο κατά την αποχώρηση εξάμηνο υπολογίζεται ως πλήρες έτος (άρθρο 6 παρ.1 του Κανονισμού). Συντάξιμη υπηρεσία είναι:α) η παραπάνω πραγματική υπηρεσία β) η οπουδήποτε αλλού προϋπηρεσία που εξαγοράσθηκε με ανώτατο όριο τα πέντε (5) έτη, συμπεριλαμβανομένης της μέχρι δύο (2) ετών στρατιωτικής θητείας (άρθρο6παρ.2 Κανονισμού). Η εξαγορά υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας προϋποθέτει αίτηση που υποβάλλεται από μεν τους ήδη ασφαλισμένους μέσα σε αποσβεστική προθεσμία έξι μηνών από σήμερα. Για την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας απαιτείται αίτηση, που υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την απόλυση από το Στρατό (άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β' Κανονισμού). Η εξαγορά της πραγματικής υπηρεσίας και της συντάξιμης πραγματοποιείται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο των εισφορών που αναλογούν στο χρόνο που αναγνωρίζεται και υπολογίζεται με ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε σύνολο του ποσοστού εισφορών ασφαλισμένου και εταιρίας, με βάση τις αποδοχές. Το ποσό της εξαγοράς προσδιορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και καταβάλλεται σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις ή εξήντα ισόποσες έντοκες μηνιαίες δόσεις με ετήσιο επιτόκιο 10% (άρθρο6 παρ. 4 Κανονισμού). Με τον ίδιο ανωτέρω Κανονισμό (άρθρο 1αρ.1) είχε συσταθεί ο ειδικός λογαριασμός με τίτλο "Ειδικός λογαριασμός παροχών για εφ 'απαξ και επικουρική σύνταξη του προσωπικού" ο οποίος κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού υπό τον παράτιτλο "Πόροι του Λογαριασμού" έχει μεταξύ άλλων και τους ακόλουθους πόρους α)τις μηνιαίες εισφορές των ασφαλισμένων που παρακρατεί η εταιρεία με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις β),γ) τις εισφορές λόγω εξαγοράς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας. Ακόμη, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 21 αρ.5 του Κανονισμού ορίζεται για όσους είναι ασφαλισμένοι σήμερα η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας που θεωρείται σαν πραγματική υπηρεσία (άρθρο 6 αρ.1 Κανονισμού) έχει γίνει προς 5% και οι ασφαλισμένοι αυτοί αναλαμβάνουν την οικονομική υποχρέωση εξ ιδίων πόρων να την αναγνωρίσουν και την εξαγοράσουν και από το ΤΕΑΑΠΑΕ άλλως θα εξογαρασθεί προς 9%.Τέλος με τις μεταβατικές διατάξεις του από 21-12-1981 Οργανισμού Προσωπικού της "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε" στα πλαίσια βελτίωσης της ασφαλιστικής κάλυψης του προσωπικού ώστε να καλύπτεται ασφαλιστικά για απονομή σύνταξης και εφ' άπαξ παροχής όπως καλύπτεται και το προσωπικό της Τράπεζας Πίστεως από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως (ΤΑΠΤΠ) ορίστηκαν τα ακόλουθα: Προϋπόθεσις είναι η υποβολή σχετικής αιτήσεως μέχρι 20ης Ιανουαρίου 1982. Η προθεσμία αυτή είναι αποκλειστική μετά δε την πάροδο της αποκλείεται η υποβολή αιτήσεως από τους ήδη υπηρετούντες. οι κρατήσεις από τους μισθούς του προσωπικού οι οποίες πιστώνονται στον οικείο λογαριασμό. Στο ίδιο άρθρο ορίσθηκε ότι το προσωπικό δύναται να εξαγοράσει όλα τα έτη πραγματικής υπηρεσίας στην εταιρεία. Πέραν της ως άνω πραγματικής υπηρεσίας δύναται να εξαγορασθούν και επτά συνολικώς έτη προϋπηρεσίας ανεξαρτήτως φορέως συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής θητείας. Η εξαγορά θα γίνει με τους όρους και τις προϋποθέσεις εξαγοράς που προβλέπονται από το καταστατικό του ΤΑΠΤΠ. Σε κάθε περίπτωση η εξαγορά θα πραγματοποιηθεί προς 9% του συντάξιμου μισθού και σε 120 άτοκες μηνιαίες δόσεις ως άνω κρατήσεις θα παρακρατούνται υποχρεωτικώς από τη μισθοδοσία κατά την εξόφληση εκάστου μηνός και η διαφορά θα πιστώνεται στον οικείο λογαριασμό. Ο ενάγων, όπως ανωτέρω γίνεται δεκτό, προσλήφθηκε στην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε" στις 15-03-1979 και παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν με την ειδικότητα του κλητήρα μέχρι τις 31-12-1998 και ακολούθως στην εναγομένη διάδοχό της "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του στις 08-01-2010 λόγω καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, εκτός από το χρονικό διάστημα από 02-12-1980 έως 04-11-1982 κατά το οποίο υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και ως εκ τούτου κατ' αυτό δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στην εργοδότρια εταιρεία. Ο ενάγων μετά από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων επανήλθε στην εργασία του και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αρχική εργοδότρια και ακολούθως στην εναγομένη από τις 05-11-1982 έως την κατά τα άνω ημερομηνία της λύσης της συμβάσεως του στις 08-01-2010 ήτοι συμπλήρωσε πραγματική υπηρεσία με αφετηρία την 01-01-1982 27 ετών, 2μηνών και 3 ημερών (05-11-1982 έως 08-01-2010) ενόψει του ότι α)πραγματική υπηρεσία κατά τον κανονισμό είναι ο χρόνος που διανύεται στην εταιρεία από 01-01-1982 και μετά (άρθρο 6 αρ.1 Κανονισμού) και ο ενάγων από 01-01-1982 έως 04-11-1982 δεν παρείχε υπηρεσίες στην εναγομένη λόγω της στράτευσής του. Στον ανωτέρω χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του ενάγοντος και αν ήθελε προστεθεί ο επικαλούμενος από αυτόν με την αγωγή εξαγορασθείς χρόνος της στρατιωτικής του θητείας δύο ετών που κατά τον Κανονισμό λογίζεται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας συμπληρώνονται 29 έτη 2 μήνες και 3 ημέρες, πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας. Με βάση τους ανωτέρω αριθμητικούς υπολογισμούς, μόνη η επικαλούμενη με την αγωγή εξαγορασθείσα διετής στρατιωτική θητεία του ενάγοντος προστιθέμενη στην πραγματική από 01-01-1982, δεν συμπληρώνει την απαιτούμενη χρονική προϋπόθεση των 30 ετών κατά το άρθρο 7 στοιχείο β του Κανονισμού για τη λήψη των αξιούμενων ασφαλιστικών παροχών. Περαιτέρω, ο ενάγων ο οποίος εντάχθηκε στον από 21-12-1981 Οργανισμό Προσωπικού της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ"ΑΑΕ και στον προαναφερόμενο Κανονισμό είχε τη δυνατότητα να εξαγοράσει τη στρατιωτική του θητεία όπως και την προϋπηρεσία του στην εταιρεία. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων στον οποίο εναπόκειτο η πρωτοβουλία της εξαγοράς προέβη στην εξαγορά της κατά τα άνω στρατιωτικής θητείας και προϋπηρεσίας του στην εταιρεία σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό. ή στον από 21-12-1982 Οργανισμό προσωπικού της εργοδότριας. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αιτήθηκε από την εναγομένη την εξαγορά της στρατιωτικής του θητείας ή της προϋπηρεσίας του στην εναγομένη κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.3 του Κανονισμού διαδικασία με υποβολή αίτησης εντός των αναφερόμενων εκεί αποσβεστικών προθεσμιών, το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, τι αφορούσε αυτή ήτοι τυχόν εξαγορά της διετούς στρατιωτικής θητείας ή προϋπηρεσίας στην εταιρεία πριν από την 01-01-1982 ή και των δυο θητείας και προϋπηρεσίας, το συνολικό ποσό εξαγοράς που τον βάρυνε, τον αριθμό των δόσεων. Ακόμη, δεν αποδεικνύεται εξαγορά αυτών, στρατιωτικής θητείας και προϋπηρεσίας, κατά τις μεταβατικές διατάξεις, κατά το άρθρο 5 του από 21-12-1981 Οργανισμού της εργοδότριας με την προβλεπόμενη εκεί διαδικασία υποβολής αιτήσεως εντός των εκεί οριζόμενων προθεσμιών. Η με επίκληση προσκομιζόμενη απ' αυτόν από 04-12-1992 καρτέλλα υπαλλήλου με τα ατομικά του στοιχεία στην οποία αναγράφεται ο βασικός μισθός, τα επιδόματα, στην οποία υπάρχει η ένδειξη "δόση εξαγ" με παραπλεύρως αυτής τον αριθμό 660 και η ένδειξη "υπολ.εξαγ" δεν αποδεικνύει εξαγορά της στρατιωτικής θητείας και της προηγηθείσας της 01-01-1982 προϋπηρεσίας κατά τον Κανονισμό ή κατά τον Οργανισμό και ότι το αναγραφόμενο εκεί ποσό αφορά την τελευταία δόση του ποσού εξαγοράς όπως επικαλείται ο εφεσίβλητος με τις προτάσεις του και όπως συμπερασματικά καταθέτει ο ενόρκως βεβαιώσας Β. Κ.. Ακόμη, το γεγονός ότι ο ενάγων φέρεται ως ασφαλισμένος κατά το χρόνο της στρατιωτικής του θητείας στο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Επικούρησης (ΤΕΑΕΑΠΑΕ), πέραν του ότι με μόνο τον συνυπολογισμό εξαγοράς της διετούς στρατιωτικής θητείας στο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του ενάγοντος από 01-01-1982 δεν συμπληρώνεται συντάξιμος χρόνος 30 ετών, χρονική προϋπόθεση για τη λήψη των ένδικων παροχών, δεν αποδεικνύει και την κατά τον Κανονισμό εξαγορά της στρατιωτικής του θητείας με την καταβολή των αναλογούντων ποσών για την εξαγορά στον ειδικό λογαριασμό. Οι καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων στις με επίκληση προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα -εφεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις οι οποίοι εναρμονιζόμενοι με τους περιεχόμενους στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ισχυρισμούς του ενάγοντος καταθέτουν ότι ο ενάγων προέβη στην εξαγορά της στρατιωτικής του θητείας και της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία, ότι η εξαγορά έγινε κατά τις διατάξεις των μεταβατικών διατάξεων ,άρθρο5 του από 21-12-1981 Οργανισμού από τον ενάγοντα κατά το χρόνο που επανήλθε στην εργασία του δηλαδή κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1982 οπότε και άρχισε να καταβάλλεται η πρώτη δόση δεν παρέχουν πίστη στο δικαστήριο για τα άνω κρίσιμα περιστατικά, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, και κατά τις διατάξεις του Οργανισμού, η εξαγορά προϋπέθετε αίτηση του εργαζόμενου και ότι τη διαδικασία αυτή με υποβολή αίτησης ακολούθησαν οι λοιποί εργαζόμενοι όπως προκύπτει και από τις αιτήσεις των τελευταίων που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη-εκκαλούσα. Με βάση τα ανωτέρω δεν αποδεικνύεται εξαγορά της στρατιωτικής θητείας και της προϋπηρεσίας του ενάγοντος στην εναγομένη και την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ" κατά τις προεκτειθέμενες διατάξεις του Κανονισμού και Οργανισμού και ως εκ τούτου, καίτοι ο ενάγων εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 3 αρ.2 του Κανονισμού και διατηρούσε κατά το χρόνο της απόλυσης του την ιδιότητα του ασφαλισμένου δεν δικαιούται τις ένδικες ασφαλιστικές παροχές αφού δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η χρονική προϋπόθεση συμπλήρωσης των 30 ετών συντάξιμης υπηρεσίας κατά το χρόνο της απόλυσης του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε τα αξιούμενα χρηματικά ποσά έσφαλε γι ' αυτό και πρέπει ο τέταρτος λόγος της έφεσης και ο συναφής μ' αυτόν τέταρτος πρόσθετος λόγος , με τον οποίο η εκκαλούσα- εναγομένη παραπονείται για την, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση, παραδοχή της αγωγής είναι βάσιμοι.

[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει στον διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του ή τον δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια(1.000) έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, αν προκύψει από την δίκη που έγινε ότι, αν και το γνώριζαν α) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή β) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστεως ή το καθήκον της αληθείας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμιά επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαρεία αμέλεια. Τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως οριοθετούν την ευθύνη του διαδίκου, του νομίμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου (ΑΠ 602/2016, ΑΠ 1443/2014). Στην υπό κρίση υπόθεση η εναγόμενη εταιρεία κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής, και τη συνδρομή ως εκ τούτου στο πρόσωπο του ενάγοντος των προϋποθέσεων απόληψης των ένδικων παροχών με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού, τους ανωτέρω ισχυρισμούς επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι ο ενάγων δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 3 αρ.1 του Κανονισμού και ότι δεν πληροί και τις χρονικές προϋποθέσεις για την απόληψη των παροχών. Πράγματι, έγινε δεκτό (ανωτέρω υπό στ.4) παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο ενάγων εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 3 αρ.1 του Κανονισμού με προσφυγή στις διατάξεις περί ερμηνείας των συμβάσεων, επειδή το Δικαστήριο αντιμετώπισε αμφιβολία ως προς την έκταση εξαίρεσης που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, όμως δεν προκύπτει ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό προέβαλε η εναγομένη εν γνώσει της αναληθείας του καθόσον για το ζήτημα αυτό υπήρξε ασάφεια στο άνω άρθρο. Περαιτέρω ως προς τους λοιπούς κρίσιμους ισχυρισμούς σχετικά περί μη συνδρομής των χρονικών προϋποθέσεων της συντάξιμης υπηρεσίας στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν προκύπτει ότι αυτοί ήταν αναληθείς. Ως εκ τούτου το αίτημα του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, για επιβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 205 ΚΠολΔ χρηματικής ποινής στην εκκαλούσα-εναγομένη δεν αποδεικνύεται βάσιμο κατ'ουσίαν.

[6] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο προς εκδίκαση(ΚΠολΔ 535 παρ.1) πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί. Τέλος τα δικαστικά έξοδα και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας θα επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος (ΚΠολΔ 176,183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την 201/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει την από 06-04-2010 με αρ.καταθ.64185/11840/2010 αγωγή.Και
Καταδικάζει τον ενάγοντα - εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης εκκαλούσας και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξ χιλιάδες οκτακόσια (6.800)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: