Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Α.Π. 385/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΑΚΙΝΗΤΟ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΚΤΗΣΗΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΜΕ ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ ΟΤΙ ΑΠΕΚΤΗΣΑΝ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ – ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΓΙΑ ΚΑΚΗ ΠΙΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

Α.Π. 385/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΑΚΙΝΗΤΟ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΚΤΗΣΗΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΜΕ ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ ΟΤΙ ΑΠΕΚΤΗΣΑΝ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ – ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΓΙΑ ΚΑΚΗ ΠΙΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ
– Ορθώς κρίθηκε ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων "δεν νέμονταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου" και ως εκ τούτου η παραδοχή της μη άσκησης νομής εκ μέρους του (δικαιοπαρόχου), αποκλείει εξ αρχής τον δια (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας τρόπο κτήσης κυριότητας, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στην ύπαρξη ή μη καλής πίστης στο πρόσωπο του απλώς κατέχοντος το πράγμα – Σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα της ταυτότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας του παράγωγου και πρωτότυπου, τρόπου κτήσης της επ' αυτής κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες-ενάγουσες και από τους άμεσο και απώτερους δικαιοπαρόχους τους και της ανυπαρξίας του προβληθέντος δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ)

Αριθμός 385/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. χήρας Κ. Κ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, 2.Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3.Γ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος ... δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα απεβίωσε και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι της 2ος και 3ος αναιρεσείοντες, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο .....
Των αναιρεσιβλήτων:1.Κ. συζ. Ν. Μ., το γένος Β. Κ. και 2. Κ. συζ. Ν. Δ., το γένος Β. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο ....,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-1984 αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, 88/2017 οριστική Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2017 αίτησή τους και τους από 19-9-2018 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 11-10-2017 αίτηση αναίρεσης και οι από 19-9-2018 πρόσθετοι λόγοι της κατά της υπ' αριθ. 88/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 552 επ. και 569 ΚΠολΔ. Επομένως τόσο η αναίρεση, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι της, που αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, αυτοτελώς ή και με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι ο δικηγόρος Πειραιώς Λάζαρος Γιατράκος, ενεργών ως πληρεξούσιος των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων Ι. Κ. του Κ. και Γ. Κ. του Κ., δήλωσε στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα τους Π. χήρα Κ. Κ. απεβίωσε και ότι την συνεπεία του θανάτου της διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ανωτέρω, ως μόνοι καθολικοί διάδοχοί της και δη εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από α) το υπ' αριθ. …92/11-12-2017 απόσπασμα της με αριθ. …0/1/2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Ληξιαρχείου ... και β) το υπ' αριθ. ...82/18-12-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου ... χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς των ως κληρονόμων. Ως εκ τούτου η βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος αυτού (τακτική χρησικτησία) και αφετέρου ότι ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι ενάγουσες [αναιρεσίβλητες] είναι συγκύριες σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, επί ενός ακινήτου (οικόπεδο με την επ' αυτού παλαιά διόροφη οικία), που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., έχει επιφάνεια 270 τ.μ. και απεικονίζεται στο από Δεκεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Τ1 του διορισθέντος από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού Γ. Χ., με τα στοιχεία Α1..... Το ακίνητο συνορεύει: Βόρεια, σε πλευρά Α1-Α12, συνολικού μήκους 21,77 μέτρων, με ιδιοκτησία Α. Μ., πρώην αδελφών Π. και πρώην ελαιοτριβείο I. Κ., Ανατολικά, σε πλευρά Α1-Α5, συνολικού μήκους 12,46 μέτρων με δημοτική οδό, Νότια, σε πλευρά Α5-Α6 μήκους 6,40 μέτρων με ιδιοκτησία Χ. Σ., πρώην Γ. Β. και σε πλευρά Α6-Α10 συνολικού μήκους 16,01 μέτρων με ιδιοκτησία των εναγομένων και Δυτικά, σε πλευρά Α12-Α11 μήκους 2,87 μέτρων και Α28-Α10 μήκους 5,26 μέτρων, με δημοτική οδό και στη συνέχεια με πλατεία. Σημειωτέον είναι ότι η επιφάνεια που απεικονίζεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα υπό στοιχεία....., εμβαδού 20,09 τ.μ., αποτελεί κοινόχρηστο πηγάδι, που κατά το παρελθόν ήταν τμήμα του ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγουσών. Όπως δε συνομολογείται από τους διαδίκους, το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών, το όμορο ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόμενων, αλλά και η νυν ιδιοκτησία Α. Μ., αποτελούσαν μια ενιαία ιδιοκτησία των αδελφών Χ. Κ., απώτερου δικαιοπάροχου των εναγόμενων και Γ. Κ., απώτερου δικαιοπάροχου των εναγουσών. Οι Χ. και Γ. Κ., προέβησαν σε άτυπη διανομή του αρχικά ενιαίου ακινήτου και έλαβαν, ο μεν Χ. Κ., τα τμήματα στη βόρεια και νότια πλευρά του αρχικά ενιαίου ακινήτου, ο δε Γ. Κ. το μεσαίο τμήμα αυτού, που συνόρευε δηλαδή, τόσο προς βορρά, όσο και προς νότο, με τις ξεχωριστές ιδιοκτησίες του Χ. Κ..
Οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου συνιδιοκτησίας τους με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα από κληρονομία, δυνάμει της από 23-8-1975 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα τους Β. Κ., που απεβίωσε στις 4-7-1978, την οποία (κληρονομία) αποδέχτηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. …89/1981 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του πατέρα των εναγουσών, κατόπιν δωρεάς αιτία θανάτου από τη μητέρα του, Κ. Κ., η οποία απεβίωσε το έτος 1945, δυνάμει του υπ' αριθ. …07/1942 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Π. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα...., ενώ στην Κ. Κ., το ακίνητο είχε περιέλθει κατόπιν αγοράς από τον Θ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. …33/1915 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Ο Θ. Κ. είχε αποκτήσει το ακίνητο κατόπιν αγοράς από την ως άνω Κ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...36/1911 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα....., ενώ στην κυριότητα της Κ. Κ. περιήλθε το ακίνητο κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα της, Γ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...3/1894 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα..... Στο ανωτέρω ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών, συμπεριλαμβάνεται και τμήμα επιφάνειας 45,11 τ.μ., ευρισκόμενο στη δυτική πλευρά του, όπως αυτό απεικονίζεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα υπό στοιχεία....., το οποίο στη νότια πλευρά του Α10-Α8 μήκους 7,32 μέτρων συνορεύει με την ιδιοκτησία των εναγόμενων, δυτικά σε πλευρά Α10-Α28 συνορεύει με δημοτική οδό και στη συνέχεια με πλατεία, βόρεια σε πλευρά Α28-Α29 μήκους 4 μέτρων και δυτικά σε πλευρά Α29-Α22 μήκους 4,94 μέτρων συνορεύει με το κοινόχρηστο πηγάδι, ενώ στις λοιπές πλευρές του συνορεύει με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγουσών. Το γεγονός ότι η ως άνω έκταση αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγουσών και όχι τμήμα του όμορου ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγόμενων [αναιρεσιβλήτων], όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, αποδεικνύεται διότι:
α) Στο υπ' αριθ. ...3/1894 συμβόλαιο, το ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα της Κ. Κ., περιγράφεται ως μια ανώγειος οικία με τα παραρτήματά της, που βρίσκεται στα ... και συνορεύει γύρωθεν με οικία και ελαιοτριβείο Χ. Κ. και με δρόμους γειτονικούς. Σημειωτέον είναι ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται στην περιγραφή του ακινήτου ότι "συνορεύει γύρωθεν με οικίαν και ελαιοτριβείον Χ. Κ. και με δρόμο γειτονικό", β) Στο υπ' αριθ. ...4/1896 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Χ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα...., δια του οποίου οι αδελφές Κ. Κ. και Β. Τ. διένειμαν την περιουσία τους, το ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα της Κ. Κ., περιγράφεται ως οικία με την περιοχή της, που βρίσκεται στα ... και συνορεύει γύρωθεν με οικία και ελαιοτριβείο Χ. Κ. και με δρόμους δημόσιους. Σημειωτέον είναι ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται στην περιγραφή του ακινήτου ότι συνορεύει "με οικία και ελαιοτριβείο Χ. Κ. και δημόσιο δρόμο", γ) Στο υπ' αριθ. ...36/1911 συμβόλαιο, το ακίνητο που περιήλθε στην ιδιοκτησία του Θ. Κ., περιγράφεται ως μια ανώγειος οικία μετά του συνεχόμενου προαυλίου, που βρίσκεται στα ... και συνορεύει γύρωθεν με οικία και ελαιοτριβείο Χ. Κ., δρόμο, πλατεία και φρέαρ, δ) Στο υπ' αριθ. ...33/1915 συμβόλαιο, το ακίνητο που περιήλθε στην ιδιοκτησία της Κ. Κ., περιγράφεται εκ νέου ως μια ανώγειος οικία μετά του συνεχόμενου προαυλίου, που βρίσκεται στα ... και συνορεύει γύρωθεν με οικία και ελαιοτριβείο Χ. Κ., δρόμο, πλατεία και φρέαρ, ε) Στο υπ' αριθ. 6907/...2 συμβόλαιο, το ακίνητο που περιήλθε στην ιδιοκτησία του Β. Κ., πατέρα των εναγουσών, περιγράφεται ως μια οικία με την περιοχή της, που βρίσκεται στην κοινότητα ... και συνορεύει, με Ι. Κ., Γ. Β., πηγάδι και δρόμο, στ) Στο υπ' αριθ. ...22/1911 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Π., δυνάμει του οποίου ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόμενων, Ι. Κ., αγόρασε από τον Χ. Κ., το ακίνητο συνιδιοκτησίας σήμερα των εναγομένων, όπου το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως μια οικία, κατά το ήμισυ ερειπωμένη και κατά το ήμισυ ανώγειο, που βρίσκεται στα ... και συνορεύει γύρωθεν με γειτονικούς δρόμους και οικία και προαύλιο Κ. συζ. Κ. Κ..ζ) Στο από Μαϊου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Σ. Α., που κατατέθηκε στην αρμόδια πολεοδομία … και συνοδεύει άδεια προσθήκης στην ιδιοκτησία τότε του Β. Κ. και νυν των εναγουσών, όπου απεικονίζονται οι ιδιοκτησίες των διαδίκων.
Σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό, η ιδιοκτησία των εναγουσών φαίνεται ότι έχει ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα, εκτείνεται από τον κοινοτικό δρόμο που βρίσκεται ανατολικά, μέχρι την πλατεία που βρίσκεται δυτικά και περιλαμβάνει την επίδικη εδαφική λωρίδα ως ακάλυπτο χώρο, ενώ η ιδιοκτησία των εναγομένων έχει επίσης ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα και εκτείνεται από τον κοινοτικό δρόμο που βρίσκεται ανατολικά, μέχρι τον κοινοτικό δρόμο που βρίσκεται δυτικά, χωρίς να έχει πρόσωπο στην πλατεία. Κατά συνέπεια, από όλα τα παραπάνω έγγραφα, σε συνδυασμό με το από Δεκεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ΤΙ, που συνέταξε ο πραγματογνώμονας, τοπογράφος μηχανικός Γ. Χ., αποδεικνύεται ότι το δυτικό όριο του ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγουσών είναι ο δρόμος και το πηγάδι που ανοίχτηκε μεταξύ των ετών 1896 και 1911, ενώ το βόρειο όριο του ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγόμενων, είναι το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών και το ανατολικό όριο αυτού είναι κοινοτικός δρόμος.
Εάν, αντίθετα, το επίδικο τμήμα δεν ανήκε στην ιδιοκτησία των εναγουσών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αλλά στη δική τους ιδιοκτησία, τότε η περιγραφή του δυτικού ορίου του ακινήτου των εναγουσών θα έπρεπε να αναγράφει, εν μέρει το πηγάδι, εν μέρει το δρόμο και εν μέρει ιδιοκτησία των εναγόμενων. Αντίστοιχα, στην περιγραφή του ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγόμενων, θα έπρεπε να αναγράφεται ότι προς βορρά συνορεύει εν μέρει με το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών και εν μέρει με πηγάδι, προς τα ανατολικά ότι συνορεύει εν μέρει με κοινοτική οδό και εν μέρει με ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών, ενώ προς τα δυτικά εν μέρει με κοινοτική οδό και εν μέρει με πλατεία.
Επίσης, στο από Μαϊου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα, τα δύο ακίνητα δεν θα έπρεπε να απεικονίζονται ως ορθογώνια παραλληλόγραμμα, αλλά το ακίνητο των εναγόμενων στην δυτική πλευρά του θα έπρεπε να σχηματίζει γωνία και αντίστοιχα το ακίνητο των εναγουσών θα έπρεπε να εμφανίζει εσοχή. Περαιτέρω, από το ως άνω αναγραφόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο πραγματογνώμονας Γ. Χ., σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι αρχικοί κύριοι του μεγαλύτερου ακινήτου, Χ. και Γ. Κ. διένειμαν ατύπως αυτό, αποδεικνύεται ότι με τη διανομή αυτή, το μεσαίο ακίνητο που έλαβε ο Γ. Κ., είχε αντίστοιχη έκταση με αυτή που είχαν συνολικά τα δύο τμήματα προς βορρά και νότο, που έλαβε ο Χ. Κ., ενώ και τα τρία ακίνητα είχαν πρόσοψη προς τους δημόσιους δρόμους με τους οποίους συνόρευαν, ανατολικά και δυτικά.
Σε περίπτωση όμως που η επίδικη έκταση ανήκε στο νότιο τμήμα που έλαβε ο Χ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, τότε, αφενός μεν ο Χ. Κ. θα λάμβανε μεγαλύτερη έκταση από αυτή που έλαβε ο αδελφός του, αφετέρου δε, το ακίνητο του Γ. Κ. θα είχε πρόσβαση μόνο προς το δημόσιο δρόμο στο ανατολικό όριό του, ενώ στο δημόσιο δρόμο στο δυτικό όριό του θα είχε πρόσβαση μόνο από μια πολύ μικρή λωρίδα. Εξάλλου, οι εναγόμενοι, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία τους, επικαλούνται και προσκομίζουν, τις υπ' αριθ. …28/1984 και …24/1990 άδειες οικοδομής που εξέδωσε το Πολεοδομικό Γραφείο … στο όνομα της πρώτης ενάγουσας, με τα από Μαϊου 1984- Μαϊου 1990 αντίστοιχα διαγράμματα κάλυψης του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Χ., που αφορούν στην προσθήκη ισογείου και σε περιμετρική κορνιζοποδιά στέγης στο ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγουσών, έγγραφα τα οποία συντάχθηκαν μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, εκ των οποίων όμως ουδόλως αποδεικνύεται ο ως άνω ισχυρισμός, καθώς η επίδικη έκταση εμφανίζεται σε αυτά ως συνέχεια της πλατείας, ενώ η ιδιοκτησία των εναγόμενων σαφώς οριοθετείται, χωρίς την επίδικη έκταση. Επίσης, ούτε από τις αεροφωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτών, ότι η ιδιοκτησία των εναγουσών οριοθετείται με τέτοιον τρόπο, ώστε η επίδικη έκταση βρίσκεται εκτός αυτής.
Περαιτέρω, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών, αποδείχθηκε ότι, τόσο αυτές (ενάγουσες), όσο και οι δικαιοπάροχοί τους, ασκούσαν διαρκώς πράξεις νομής επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και συγκεκριμένα, έκαναν διαρκώς χρήση αυτής προκειμένου να εξέρχονται από την κατοικία τους προς το δημόσιο δρόμο και την πλατεία, καθώς οι κεντρικές είσοδοι τόσο της ανώγειας, όσο και της ισόγειας κατοικίας των εναγουσών, είχαν πρόσοψη στην επίδικη έκταση. Επίσης, ο δικαιοπάροχος και πατέρας τους Β. Κ., διαρκώς επιμελούνταν και φρόντιζε την επίδικη έκταση, στην οποία ξεφόρτωνε τα ζώα του, όπως και οικοδομικά υλικά, όταν προέβη στην ανακαίνιση της οικίας του. Στα πλαίσια δε της στενής συγγενικής σχέσης που υπήρχε ανάμεσα στους διαδίκους, ο δικαιοπάροχος και πατέρας των εναγουσών, Β. Κ., μέχρι το έτος 1978, οπότε απεβίωσε, επέτρεπε στον αρχικώς εναγόμενο Κ. Κ. να κάνει χρήση της επίδικης έκτασης και συγκεκριμένα να περνά μέσα από αυτή για να πηγαίνει στο κοινόχρηστο πηγάδι, να σφάζει εκεί ζώα καθώς ασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη, να απλώνει δέρματα προκειμένου να στεγνώσουν, στα κλαδιά μουριάς που υπήρχε κατά το παρελθόν εντός της επίδικης έκτασης, αλλά και να τοποθετεί μικρές γλάστρες, προς καλλωπισμό του χώρου. Ουδέποτε δε, ο δικαιοπάροχος των νυν εναγόμενων, προέβη στις ενέργειες αυτές με διάνοια κυρίου. Τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγομένων στις ένορκες καταθέσεις και βεβαιώσεις τους, δεν κρίνονται πειστικά, καθώς ναι μεν επιβεβαιώνουν ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων ενεργούσε τις ανωτέρω περιγραφόμενες πράξεις στην επίδικη έκταση, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, οι ενέργειες αυτές γίνονταν μέχρι το έτος 1978, με την ανοχή του δικαιοπαρόχου των εναγουσών.
Ακολούθως, το έτος 1979, ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι ενάγουσες κατοικούν μόνιμα στα ... κατέλαβε την ανωτέρω αναλυτικά περιγραφόμενη επίδικη έκταση, τοποθετώντας επιπλέον γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά και άνθη και έκτοτε τη χρησιμοποιεί ως αυλή της παρακείμενης κατοικίας του, αποβάλλοντας έτσι τις ενάγουσες αυθαίρετα και παράνομα από το ανωτέρω περιγραφόμενο τμήμα του ακινήτου συνιδιοκτησίας τους. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι οι ίδιοι έχουν αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 ΑΚ), καθώς οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν αυτή με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν.
Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (άρθρο 1041 ΑΚ), καθώς νέμονται την επίδικη έκταση με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών. Ισχυρίζονται ειδικότερα, ότι ο δικαιοπάροχός τους, Ι. Κ. του Χ., που απεβίωσε στις 15-10-1968, με την από 24-9-1968 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθ. 228/1968 Πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την οποία αποδέχτηκε ο υιός του, αρχικώς εναγόμενος Κ. Κ., με την υπ' αριθ. …73/1-10-1969 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα...., κατέλιπε σ' αυτόν (Κ. Κ.) την κυριότητα του ακινήτου συνιδιοκτησίας σήμερα των εναγόμενων, όπου το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως μια ανώγειος οικία που βρίσκεται στα ... ..., μετά της συνεχόμενης χαμοκέλας, προαυλίου και ευκάλυπτου (δένδρου), που συνορεύει γύρωθεν με οικία Γ. Π., με οικία Β. Κ., με δρόμους, με πλατεία του χωριού και με φρέαρ (πηγάδι), συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή κατ' αυτό τον τρόπο και την επίδικη εδαφική έκταση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός των εναγομένων είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς ο αρχικώς εναγόμενος Κ. Κ., αφενός μεν δεν νέμονταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1968 μέχρι το έτος 1978, όπως ήδη προεκτέθηκε, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν βρίσκονταν σε καλή πίστη, κατά την έννοια του άρθρου 1042 ΑΚ, καθώς είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει, ότι στο υπ' αριθ. ...22/1911 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Π., δυνάμει του οποίου ο πατέρας του, Ι. Κ., αγόρασε από τον Χ. Κ., το ως άνω ακίνητο, αναγράφεται ότι αυτό συνορεύει γύρωθεν με γειτονικούς δρόμους και οικία και προαύλιο Κ. συζ. Κ. Κ., δηλαδή χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό η επίδικη εδαφική έκταση".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητες συγκύριες της επίδικης εδαφικής λωρίδας και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να την αποδώσουν σ' εκείνες. Με τον τέταρτο κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, ως προς την απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ο δικαιοπάροχός τους Κ. Κ. απέκτησε την επί του επιδίκου κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δέχθηκε ότι εκείνος δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, δοθέντος ότι είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει ότι στο υπ' αριθ. ...22/1911 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Π., με το οποίο ο πατέρας του, Ι. Κ., αγόρασε από τον Χ. Κ., ένα ακίνητο, δεν περιλαμβάνεται η επίδικη εδαφική έκταση, ενώ " η εφαρμογή των ΑΚ 1041-1042 δεν εξαρτάται από τη δυνατότητα γνώσης αλλά από τυχόν βαριά αμέλεια του νομέα, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ότι βάρυνε τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Κ. Κ.".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι, όπως προκύπτει από της επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αμέσως πριν από την ανωτέρω παραδοχή, παραθέτει ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων "δεν νέμονταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου" και ως εκ τούτου η παραδοχή της μη άσκησης νομής εκ μέρους του (δικαιοπαρόχου), αποκλείει εξ αρχής τον δια (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας τρόπο κτήσης κυριότητας, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στην ύπαρξη ή μη καλής πίστης στο πρόσωπο του απλώς κατέχοντος το πράγμα. Εξ άλλου, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα της ταυτότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας του παράγωγου και πρωτότυπου, τρόπου κτήσης της επ' αυτής κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες-ενάγουσες και από τους άμεσο και απώτερους δικαιοπαρόχους τους και της ανυπαρξίας του προβληθέντος δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αυτοί διαλαμβάνουν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 509/2018).
Με τον τρίτο πρόσθετο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι ορισμένη, ενώ εκείνη είναι αόριστη, διότι δεν αναγράφονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου των εναγόντων, μέσα στο οποίο τοποθετείται η επίδικη εδαφική λωρίδα, και ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό τους, τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους, όσο και στον δεύτερο βαθμό με λόγο έφεσης. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, τέτοιος λόγος δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό και συνεπώς, ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και που έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριοα) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας,β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα (ΑΠ 1226/2014). Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον τέταρτο κύριο και τον τρίτο πρόσθετο, κατά τα σχετικά σκέλη τους, λόγους αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία συνίστανται στο ότι ότι "δεν υπάρχει αγροτική οικία χωρίς αύλειο χώρο" και "δεν κτίζεται βόθρος και πηγάδι σε ξένο ακίνητο". Υπό την ανωτέρω διατύπωση, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι τα επί λέξει προαναφερόμενα περιστατικά αποτελούν μεν επιχειρήματα, όχι όμως διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και που έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.
O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016). Με τον πρώτο κύριο και τον πρώτο πρόσθετο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, προκειμένου να οριοθετηθεί η διεκδικούμενη από τους αναιρεσείοντες εδαφική έκταση και να αποδειχθούν οι αγωγικοί ισχυρισμοί τους, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη, αφενός την από Νοεμβρίου 2005 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου τους Ι. Σ., την από Νοεμβρίου 2005 τεχνική έκθεση φωτοεμηνείας του ίδιου, ως άνω, τεχνικού συμβούλου και την από 24-9-1968 ιδιόγραφη διαθήκη του δικαιοπαρόχου τους Ι. Κ. και αφετέρου τις υπ' αριθ. …28/1984 και …24/1990 άδειες οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ... αντίστοιχα, τα από μηνός Μαϊου 1984 και Μαίου 1990 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Κ. Χ. και τα διαγράμματα κάλυψης του ίδιου μηχανικού, την υπ' αριθ. 11/2005 έκθεση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ... περί διορισμού του τεχνικού συμβούλου Ι. Σ., την υπ' αριθ. 8706/1-12-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ... Θ. Τ., τέσσερις αεροφωτογραφίες του Ο.Κ.Χ.Ε., την από Μαϊου 2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Γ. Χ., την υπ' αριθ. 23/406-109α/1992 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το υπ' αριθ. …80/1988 συμβόλαιο σύστασης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... Γ. Σ., το υπ' αριθ. …957/1970 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Κ., την από 24-9-1968 ιδιόγραφη διαθήκη του Ι. Κ., την από 11-11-1981 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ... την υπ' αριθ. …73/1969 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Γ. Π. και τη βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Αιγιαλείας για τη μεταγραφή της, το υπ' αριθ. ...22/1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Δ. Π., την από 20-2-1969 αγωγή του Χ. Κ., το υπ' αριθ. …07/1942 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Α., το υπ' αριθ. ...53/1999 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., τις από 6-11-1984, 7-5-1985 και 17-9-1991 προτάσεις του εναγομένου Κωνσταντίνου Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., τις υπ' αριθ. 93/1985 97/1987 και 23/406-109/1992 αποφάσεις και τα με αριθ. 1/1986, 9/1987, 18/1987, 2/1994 και 44/1994 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., τις υπ' αριθ. 1835 και 1836/7-5-1991 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Μ. και την υπ' αριθ. 13/1992 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του .... Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρει, "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται...", στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνονται και όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μερικά εκ των οποίων μάλιστα ρητώς μνημονεύει, όπως οι υπ' αριθ. …28/1984 και …24/1990 άδειες οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ... αντίστοιχα και τα από μηνός Μαϊου 1984 και Μαϊου 1990 διαγράμματα κάλυψης του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Χ., πλην της από 21-5-2004 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Χ., η οποία κρίθηκε άκυρη με την υπ' αριθ. 963/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Συνεπώς, οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 924/2018). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 152/2015).
Με τους τρίτο κύριο και πρώτο πρόσθετο, κατά το σχετικό σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε αφενός το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 328/1984 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ..., διότι, εκείνη εκδόθηκε στις 4-6-1984, δηλονότι πριν από την άσκηση της από 27-8-1984 αγωγής των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση και την οποία επικύρωσε η προσβαλλόμενη απόφαση και αφετέρου το περιεχόμενο των προαναφερομένων και παρατιθεμένων στον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο πρόσθετο, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικό λόγο εγγράφων. Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι ο μεν τρίτος κύριος αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην υπ' αριθ. 328/1984 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ..., το περιεχόμενο της οποίας φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλ' απλώς το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, ο δε πρώτος πρόσθετος απαράδεκτος λόγω της παντελούς αοριστίας του, εφόσον δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η παραμόρφωση ενός εκάστου εγγράφου, δηλαδή σε ποιο διαγνωστικό λάθος υπέπεσε το Εφετείο κατά την ανάγνωσή του, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι αυτό περιλαμβάνει.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 11-10-2017 αίτηση των Π. χήρας Κ. Κ., Ι. Κ. του Κ. και Γ. Κ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 88/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τους από 19-9-2018 προσθέτους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την αναίρεση και τους προσθέτους λόγους της.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: