
Α.Π. 335/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ
ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΟΤΙ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΜΕ ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙ (ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΚΤΗΣΗΣ) – ΔΕΝ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΤΟ
ΤΡΟΠΟ ΚΤΗΣΗΣ (ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ) – ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΔΕΚΤΗ Η ΠΡΟΒΛΗΘΕΙΣΑ ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΙΔΙΑΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
– Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στο
ακίνητο των εναγομένων, το κατείχε δε ο δικαιοπάροχος αυτών, ασκώντας σ'
αυτό τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, ήτοι,
καλλιεργώντας αυτό με κηπευτικά (μπιζέλια, κουκιά κλπ), είτε ο ίδιος
είτε μέσω του αδελφού του, και ως εκ τούτου, κατά το χρόνο επαγωγής της
κληρονομίας του στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, είχε ήδη γίνει
κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία,
λόγω της υπερεικοσαετούς άσκησης πράξεων νομής επ' αυτού – Σαφείς
αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έκτασης που καταλαμβάνει το
επίδικο ακίνητο – Απόρριψη αγωγής και λόγων αναίρεσης (1095, 1094, 1045, 1051 ΑΚ)
Αριθμός 335/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία
Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-
Εισηγητή , Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Χ. του Α., και 2. Ι. Χ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βύρωνα Αντωνιάδη. Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2.Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3.Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5486/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1551/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Χ. του Α., και 2. Ι. Χ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βύρωνα Αντωνιάδη. Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2.Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3.Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5486/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1551/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3
ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος
από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με
τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει
τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση
συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο
αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και
εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο
νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη
συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η
συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα
κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί στη
συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση
από την υπ' αριθ. …94 Ζ/31-1-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού
επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Β., την οποία
προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη
συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 12-12-2017
αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθ. 1551/2017 απόφασης του Μονομελούς
Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για
την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης ημερομηνία και κλήση
προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της στη
δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο
των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων Γεώργιο Λεγάκη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης,
ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης επί
της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1-3 ΚΠολΔ).
Επομένως, αφού οι, ως άνω, αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την
αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη
σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση
πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1
ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576
παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).
Με το από 16 Οκτωβρίου 1836
β.δ. του τότε Βασιλέα της Ελλάδας Οθωνα (ΦΕΚ 56/1836) καθορίσθηκαν οι
αναλογίες των ισχυόντων επί τουρκοκρατίας μονάδων μέτρησης και ορίσθηκε
ότι το τουρκικό στρέμμα ("παλαιόν πελοποννησιακόν στρέμμα") αντιστοιχεί
προς 1,27 στρέμματα ή 1.270 τ.μ.. Η αντιστοιχία όμως αυτή αφορούσε
προδήλως την κατά τον προαναφερόμενο χρόνο (1836) υφιστάμενη ελληνική
επικράτεια, στην οποία δεν είχε τότε ενσωματωθεί η Μακεδονία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο
559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας
ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα
ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή
αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και
αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική
από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την
υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των
πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το
δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο
λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά
περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την
εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά
που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε
εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο
πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Επίσης, η παραβίαση των
διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα
διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των
πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για το ορισμένο του λόγου αυτού
αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο
κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι
τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από
την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως
εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που
προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο
δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει,
ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον
οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 208/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 559
αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει
νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες
αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση
της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης,
λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το
αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού
συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς
αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο,
είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν
οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της
εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις
παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε
ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες
αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται
όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και
ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην
αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να
εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω
από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι
δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί
παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα,
υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε
κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των
αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι,
σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί
την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση,
το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα
πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. …17/2002 συμβολαίου της
συμβολαιογράφου Θ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα..... ο πατέρας των
εναγόντων, Α. Χ. του Ι., μεταβίβασε σ' αυτούς, λόγω γονικής παροχής,
κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό 3/24 ή 12,5% εξ αδιαιρέτου στον καθένα,
ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης, 3.600 τ.μ. και
πραγματικού εμβαδού 3.534 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου
... και συνορεύει, σύμφωνα με το προσαρτώμενο στο ως άνω συμβόλαιο
τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Κ. Χ.,
βόρεια.... Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στη συγκυριότητα του ως άνω
δικαιοπαρόχου των εναγόντων, κατά το συνολικό ποσοστό των 6/24 εξ
αδιαιρέτου, από κληρονομία του αποβιώσαντος, το έτος 1961, πατέρα του,
Ι. Χ. του Δ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. …97/1996 δήλωση
αποδοχής κληρονομίας, της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε
νόμιμα.... Στους ανωτέρω τίτλους κυριότητας, ο απώτατος δικαιοπάροχος
των εναγόντων, Ι. Χ., φέρεται ότι ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου και κατ'
ισομοιρία του ως άνω αγρού, "δυνάμει τουρκικού τίτλου κτήσης (ταπί) που
έχει αύξοντα αριθμό εγγραφής …93".
Ωστόσο, σύμφωνα με το
επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες υπ' αριθ. πρωτ.
….83/13-6-1979 πιστοποιητικό του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, οι
αδελφοί Γ. (απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων) και Χ., τέκνα του Δ.
Χ., ήταν συνιδιοκτήτες, κατ' ισομοιρία, ενός αγρού, που ήταν
καταχωρημένος στο όνομά τους, με αύξοντα αριθμό εγγραφής …93 και αριθμό
μετώπου 12, στο Β' Βασικό Φορολογικό Βιβλίο ….., του τουρκικού έτους
1323 (καθ' ημάς 1907), που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." και συνορεύει,
ανατολικά.... και έχει εμβαδό δύο (2) στρέμματα και ένα (αυλάκι),
δηλαδή, 2.068 τ.μ., δεδομένου ότι κάθε στρέμμα των φορολογικών εγγραφών
είναι ίσο με 919 τ.μ., ενώ κάθε αυλάκι ισούται με 1/4 του στρέμματος
αυτού, άρα [(919 τ.μ. X 2 = 1.838 τ.μ.) + (919 τ.μ. X 1/4 = 229,75)].
Για το ακίνητο αυτό δεν αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε στο όνομα των εν λόγω
συνιδιοκτητών έγγραφος τίτλος (ταπί), όπως αβάσιμα επικαλούνται οι
ενάγοντες, ούτε αυτοί επικαλούνται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχός τους το
κατείχε και το καλλιεργούσε, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, επί μία
δεκαετία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 20-5-1917, έτσι ώστε, το κατά τον
οθωμανικό νόμο "περί γαιών" δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ)
να μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις
που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη.
Με βάση τα ανωτέρω, δεν
αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ι. Χ. έγινε, με τον
επικαλούμενο στην αγωγή τρόπο, συγκύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ
αδιαιρέτου, του παραπάνω αγρού. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, ο κληρονόμος
του και δικαιοπάροχος των εναγόντων, Α. Χ..., αποδέχθηκε την κληρονομία
αυτού, με την υπ' αριθ. …97/1996 συμβολαιογραφική πράξη,
συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων και το εν λόγω
ακίνητο, προσδιορίζοντας στην εν λόγω πράξη το εμβαδό αυτού σε δύο
στρέμματα και ένα αυλάκι, σύμφωνα με την παραπάνω φορολογική εγγραφή,
την οποία αναφέρει, εσφαλμένα, ως τίτλο κτήσης του κληρονομουμένου, ή σε
3.600 τ.μ., από εσφαλμένο, προφανώς, υπολογισμό της αντιστοιχίας
στρέμματος/τ.μ.. Με βάση δε την ως άνω εσφαλμένη αντιστοιχία
στρέμματος/τ.μ., το εμβαδό του εν λόγω ακινήτου ορίζεται και στον τίτλο
κτήσης των εναγόντων, ήτοι, στο προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής
παροχής, σε 3.600 τ.μ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι οι
κληρονόμοι του Χ. Χ. (αδελφού του ως άνω απώτατου δικαιοπαρόχου των
εναγόντων και αρχικού συνδικαιούχου του ως άνω ακινήτου, βάσει της ίδιας
φορολογικής εγγραφής), στην υπ' αριθ. …50/2-6-2008 πράξη αποδοχής
κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λ. Χ.,
προσδιόρισαν το εμβαδό του εν λόγω ακινήτου σε 2.232,42 τ.μ.. Εξάλλου,
αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, με την υπ' αριθ.
…7/7-5-1997 πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε από τη
συμβολαιογράφο Χ. Σ.-Γ. και μεταγράφηκε νόμιμα..., αποδέχθηκαν, εξ
αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, την κληρονομία του πατέρα τους, Π. Γ. του
Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 6/7/1986, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, κατέλιπε
δε αυτούς ως πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου
κληρονόμους του. Σύμφωνα με την ως άνω πράξη αποδοχής, στην κληρονομιαία
περιουσία του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου των εν λόγω εναγόμενων,
περιλαμβάνονταν ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., ο
οποίος περιήλθε στην κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ο εν λόγω αγρός έχει εμβαδό, κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης, 1.899 τ.μ.,
είναι δε όμορος του ως άνω αγρού των εναγόντων και συνορεύει,
βόρεια..... με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Χ. (εναγόντων), ανατολικά.....,
νότια.... και δυτικά....., όπως αυτό αποτυπώνεται, με τα στοιχεία
Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, στο προσαρτώμενο στην ως άνω πράξη αποδοχής, από
Σεπτέμβριο του έτους 1991 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου
μηχανικού Α. Κ..
Από την αντιπαραβολή δε των
τίτλων κτήσης και των δύο διαδίκων πλευρών, προκύπτει ότι τμήμα του
περιγραφομένου στον τίτλο κτήσης των εναγόντων (συμβόλαιο γονικής
παροχής) ακινήτου, εμβαδού 1.332 τ.μ., περιλαμβάνεται και στον τίτλο
κτήσης των εναγομένων, καταχωρίσθηκε δε στις πρώτες εγγραφές
περιλαμβανόμενο στο γεωτεμάχιο, εμβαδού 1.870 τ.μ, με ΚΑΕΚ ...4 018/0/0
και συνδικαιούχους κυριότητας τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, σε
ποσοστό 50% τον καθένα, με τίτλο δε κτήσης την
προαναφερόμενη-------------------------------- -------- πράξη αποδοχής
κληρονομίας, ενώ στις μεταγενέστερες εγγραφές, καταχωρίσθηκε ως ειδικός
διάδοχος ο πρώτος εναγόμενος, στον οποίο οι άλλοι δύο μεταβίβασαν την
κυριότητα του ως άνω ακινήτου, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ.
…65/2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δ. Χ., που καταχωρίσθηκε νόμιμα
στο κτηματολογικό Γραφείο …, με αριθ. καταχώρισης …92/26-8-2008.
Εξάλλου, το υπόλοιπο τμήμα του περιγραφομένου στον τίτλο κτήσης των
εναγόντων ακινήτου, καταχωρίσθηκε στις πρώτες εγγραφές ως γεωτεμάχιο με
εμβαδό 2.202 τ.μ. και ΚΑΕΚ ...4 030/0/0.
Με βάση τα πραγματικά
περιστατικά που προεκτέθηκαν, το επίδικο τμήμα των 1.332 τ.μ., που
περιλαμβάνεται στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης των εναγόντων (συμβόλαιο
γονικής παροχής), δεν εμπίπτει στο ακίνητο του απώτατου δικαιοπαρόχου
τους, Ι. Χ., αφού σύμφωνα με τα στοιχεία της φορολογικής εγγραφής στο
προαναφερόμενο φορολογικό βιβλίο, την οποία οι ίδιοι εσφαλμένα
επικαλούνται ως αρχικό τίτλο κτήσης, το ακίνητο έχει εμβαδό δύο
στρεμμάτων και ενός αυλακίου, ήτοι 2.067,75 τ.μ.. Σημειωτέο δε ότι οι
ενάγοντες, για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος των ιδίων και των
δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου ακινήτου, επικαλούνται μόνο παράγωγο
τρόπο κτήσης κυριότητας, όχι δε και πρωτότυπο τρόπο, με τακτική ή
έκτακτη χρησικτησία, ώστε να ερευνηθεί αν
συνέτρεξαν στο πρόσωπο αυτών ή και των δικαιοπαρόχων τους, οι
προϋποθέσεις κτήσης του δικαιώματος αυτού με χρησικτησία.
Αντίθετα, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι
το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγομένων, το κατείχε
δε ο δικαιοπάροχος αυτών, Π. Γ., από το έτος 1940 μέχρι το θάνατό του
(6-7-1986), ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση
του, ήτοι, καλλιεργώντας αυτό με κηπευτικά (μπιζέλια, κουκιά κλπ), είτε
ο ίδιος είτε μέσω του αδελφού του, Γ. Γ. και ως εκ τούτου, κατά το
χρόνο επαγωγής της κληρονομίας του στους δεύτερο και τρίτο των
εναγομένων, είχε ήδη γίνει κύριος αυτού, με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της υπερεικοσαετούς άσκησης πράξεων νομής επ' αυτού, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης (ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία
που συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ως άνω δικαιοπαρόχου τους), που
προέβαλαν οι εναγόμενοι, ως βάσιμης και κατ' ουσία. Ενόψει των
προεκτεθέντων, η μεταβίβαση στους ενάγοντες της συγκυριότητας του ως άνω
επιδίκου τμήματος, δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου γονικής
παροχής, δεν είναι ισχυρή έναντι των εναγομένων, παρά το γεγονός ότι η
ανωτέρω σύμβαση είναι έγκυρη, καθόσον για τη μεταβίβαση της κυριότητας
απαιτείται αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος, κατά τα προεκτεθέντα
στη μείζονα σκέψη. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν, η
κρινόμενη αγωγή πρέπει
ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
ν' απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Στη συνέχεια το Εφετείο
απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να
αναγνωρισθούν συγκύριοι επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος. Κρίνοντας
έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, αφενός
δεν παραβίασε ευθέως το προαναφερόμενο βασιλικό διάταγμα, εφόσον τούτο
δεν είχε ισχύ στη, μη ανήκουσα ακόμη στο Ελληνικό Κράτος, περιοχή της
…., ούτε κατά τη δημοσίευσή του (1836), ούτε κατά το έτος 1907, οπότε
φέρεται να καταχωρήθηκε στο όνομα των αδελφών Γ. (απώτατου δικαιοπαρόχου
των εναγόντων) και Χ., τέκνων του Δ. Χ., συνιδιοκτητών κατ' ισομοιρία
του επιδίκου αγρού, στο Β' Βασικό Φορολογικό Βιβλίο …., ο δε τ' αντίθετα
υποστηρίζων, κατά το σχετικό σκέλος του, πρώτος λόγος αναίρεσης από τον
αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και αφετέρου διέλαβε
στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις
αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν
εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έκτασης που
καταλαμβάνει το επίδικο ακίνητο, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον
αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος
αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος: α) κατά το
μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα
διδάγματα της κοινής πείρας είναι αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν
προσδιορίζονται ποια διδάγματα της κοινής πείρας και κατά ποιό τρόπο
παραβιάσθηκαν και ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου
χρησιμοποιήθηκαν ή έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα διδάγματα αυτά, και β)
κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για
την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την
ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των
επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο
αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την
αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την
αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τον αριθμό 8 του
άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά
το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη
πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της
δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες
ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των
διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν
ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς
και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι
αρνητικός της αγωγής ή της ένστασης) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε
δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης
δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον
προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή
ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 486/2018).
Με τον τρίτο αναιρετικό
λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, ενώ
εκείνοι προέβαλαν στην αγωγή τους τον ισχυρισμό ότι "η κυριότητα του
επιδίκου ακινήτου είχε περιέλθει, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον
απώτερο δικαιοπάροχό τους Ι. Χ. και στον αδελφό του Χ. Χ., λόγω της
υπερδεκαετούς συνεχούς καλλιέργειας τούτου (αγρού) και ότι εκείνοι
απέκτησαν δικαίωμα εξουσιάσεως και εγκαταστάσεως στον εν λόγω αγρό
σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης ραμαζάν
του τουρκικού έτους 1277 (ελληνικού 1856) και κατόπιν αυτού έγινε
εγγραφή στο Β' βασικό φορολογικό βιβλίο ... τουρκικού έτους 1323 (
ελληνικού 1907), επομένως δε τελούσαν σε καλή πίστη, έχοντας τη νομή
του, καλλιεργώντας και εξουσιάζοντας αυτόν, με διάνοια κυρίου συνεχώς
και αδιαλείπτως έως τον θάνατό τους, στις 21-7-1961 και 14-10-1972
αντίστοιχα και κατέστησαν νομίμως κύριοι αυτού", το Εφετείο δεν έλαβε
υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό τους. Όπως, όμως, προκύπτει από την
επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, έλαβε μεν τον
υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό, πλην όμως τον απέρριψε, επισημαίνοντας
ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται για την πληρότητά του στο αγωγικό
τους δικόγραφο ότι "ο προαναφερόμενος απώτερος δικαιοπάροχός τους
κατείχε το επίδικο ακίνητο και το καλλιεργούσε, χωρίς δικαστική
αμφισβήτηση, επί μια δεκαετία που είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 20-5-1917,
έτσι ώστε, κατά τον οθωμανικό νόμο "περί γαιών", το δικαίωμα διηνεκούς
εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), να μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας,
σύμφωνα με τις διατάξεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη" (άρθρο 2
του υπ' αριθ. 2468 διατάγματος της προσωρινής κυβέρνησης της …, που
κυρώθηκε με τους ν. 1072/2017 και ν. 2052/1920). Συνεπώς, ο τ' αντίθετα
υποστηρίζων από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος
αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου
559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της
φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.
2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ
συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας
(προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση
επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που
έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο
ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται
"πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη
θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή,
ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε
απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από
ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται
όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των
εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για
άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να
καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 232/2018).
Με τον δεύτερο λόγο
αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του
άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο των
αναιρεσειόντων "έχει εμβαδόν 2 στρέμματα και ένα αυλάκι, δηλαδή 2.068
τ.μ., δεδομένου ότι κάθε στρέμμα των φορολογκών εγγραφών είναι ίσο με
919 τ.μ., ενώ κάθε αυλάκι ισούται με 1/4 του στρέμματος αυτού, άρα [(919
τ.μ. επί 2 ίσον 1838 τ.μ.) συν (919 τ.μ. επί 1/4 ίσον 229,75 τ.μ.)]",
χωρίς καμία απόδειξη. Πέρα του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση
της προσβαλλόμενης απόφασης, στο κείμενό της γίνεται εκτενής παράθεση
και σύγκριση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων
(ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο
κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ο ανωτέρω αναιρετικός
λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι το ζήτημα της μετατροπής των
παλαιών τουρκικών στρεμμάτων σε σημερινά στρέμματα, δεν αποτελεί
"πράγμα", κατά την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια.
Ο από τον αριθμό 11 περ. γ'
του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται
αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι
διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος,
αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της
ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και
προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο
αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες,
έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής
μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά
μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη
υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό
ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ
924/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση,
με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη
απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια,
διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση
υπ' αριθ. …64/3-4-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου
Ε. Σ., στην οποία οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες του επιδίκου αγροτεμαχίου
φέρονται να δηλώνουν ότι το εμβαδόν του ανέρχεται σε 3.600 τ.μ. Όπως
όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν
καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο
αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο,
εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση) αναφέρεται ότι στο αποδεικτικό του
πόρισμα κατέληξε από: "τις ένορκες καταθέσεις..... και τα νομοτύπως
προσκομιζόμενα, με επίκληση από τους διαδίκους, έγγραφα, τα οποία
λαμβάνονται υπόψη, όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς
συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εν λόγω
εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με
τα λοιπά, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, έγγραφα,
για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως
ισοδύναμα και όπως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς
σχηματισμό της δικανικής κρίσης, σχετικά με τους πραγματικούς
ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της
δίκης...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης
και του ανωτέρω εγγράφου.
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το
άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του
περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε
διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την
παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που
πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου,
το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από
εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση
πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η
οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο
προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να
έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο
στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε
όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς
να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για
την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 91/2017).
"Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα,
κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή
έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Με τον πέμπτο από τον αριθμό 20 του
άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το
Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. …64/3-4-1997 δήλωσης
αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ε. Σ., στην οποία προέβησαν οι
λοιποί συγκύριοι με τους αναιρεσείοντες (κληρονόμοι του Χ. Χ.) και όπου
αναφέρεται ότι η έκταση του επιδίκου αγροτεμαχίου είναι 3.600 τ.μ., ενώ
εκείνο (Εφετείο) δέχεται ότι η έκτασή του ανέρχεται μόνο σε 2.232,42
τ.μ..
Ο λόγος αυτός είναι
απορριπτέος αφενός ως αντιφατικός σε σχέση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης
από το άρθρο 559 αριθ. γ. ΚΠολΔ και αφετέρου, ως αβάσιμος διότι, όπως
προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η
ανωτέρω έκταση των 2.232,42 τ.μ. δεν αναφέρεται στην προαναφερόμενη
δήλωση αποδοχής, αλλά στη μνημονευόμενη ρητά στην απόφαση υπ' αριθ.
…0/2-6-2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λ. Χ.. Κατ'
ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να
διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
(άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2017 αίτηση των Ε.
Χ. του Α. και Ι. Χ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1551/2017
απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου