Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Α.Π. 23/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΕΙΣΑΓΕΙ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ Ν. 3127/2003 – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΝΟΜΕΑ – ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΕΑ – ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Α.Π. 23/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΕΙΣΑΓΕΙ Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ Ν. 3127/2003 – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΝΟΜΕΑ – ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΕΑ – ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
– Ορθώς κρίθηκε ότι τόσο ο Α. Χ., όσο οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, αλλά και ο ενάγων αν και για περισσότερο από τριάντα έτη, νέμονταν δημόσιο κτήμα δεν παρενοχλήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από τον αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αποξενούμενο το τελευταίο πλήρως από τη νομή του ήδη από το έτος 1935, δεδομένου ότι τα παραχωρητήρια που αφορούν την περιοχή ... αποτελούν οριστικούς τίτλους κυριότητας και οι παραχωρηθείσες με αυτά εκτάσεις θεωρούνται ότι δεν ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και χωρίς βαριά αμέλεια ο ενάγων είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό έναντι του Δημοσίου κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά την ισχύ του Ν. 3127/2003, αφού, προσμετρώντας και το χρόνο της καλόπιστης νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (αρθρ. 4 Ν. 3127/2003, 1045, 1042, 1051 ΑΚ)

Αριθμός 23/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του ΝΣΚ Γιολάντα Παπαρούνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Ζ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 115/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 1-11-2016 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 24-1-2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν του αναιρεσείοντος την παραδοχή και του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του άλλου στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 115/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 125/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
I. Κατά το άρθρο 4 του νόμου 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται μ' αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου. Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τμ, εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003: α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ. α και β και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/11, ΑΠ 1813/17, 4/13, 1271/11) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ1/99). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/92).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, ότι: "με το …4/5-3-1987 προσύμφωνο πώλησης αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου της συμβολαιογράφου Ι. Χ. - Ρ. οι: Μ. Χ. - Χ., Γ. Χ. και Φ. Χ. ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα την κυριότητα ενός αυτοτελούς οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 1.010 τμ, ευρισκόμενου στο αριθ. ΟΤ …8 Β στη θέση "..." του οικισμού του "….." …, με ΚΑΕΚ 2...4019, όπως αυτό εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο ως άνω προσύμφωνο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., ενώ σε νεώτερη καταμέτρηση από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 του πολιτικού μηχανικού Α. Π., το ακίνητο έχει έκταση 1.045,97 τμ και, μετά από τη ρυμοτόμηση τμήματος 9,65 τμ, το ακριβές εμβαδόν του ακινήτου ανέρχεται σε 1.036,32 τμ και συνορεύει Βόρεια επί πλευράς μήκους 32,91 μ. με δημόσιο δρόμο, Νότια επί πλευράς μήκους 30,087 μ. με ιδιοκτησία κατεχόμενη από την Α. Μ., Δυτικά επί πλευράς μήκους 33,216 μ. με ιδιοκτησία κατεχόμενη από την Α. Μ. και Ανατολικά επί πλευράς μήκους 32,780 μ. με ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Από το ως άνω ακίνητο, τμήμα κείμενο στην βορειοανατολική πλευρά του, έκτασης 109,10 τμ δεν διεκδικείται από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ισχυρίζεται ότι βρίσκεται εντός ευρύτερης έκτασης (5) στρεμμάτων, που παραχωρήθηκε με το από 10-6-1932 δασικό παραχωρητήριο στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. Χ. του Φ.. Καθόσον αφορά το υπόλοιπο επίδικο τμήμα έκτασης 936,87 τμ, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν τη νομή και κατοχή του αφενός μεν από τον πατέρα τους Α. Χ., που απεβίωσε την 7.1.1980 και είχε εγκαταστήσει κληρονόμους του κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τα ως άνω τέκνα του Μ., Γ. και Φ. στο δικαίωμα επί της ψιλής κυριότητας και τη σύζυγό του Φ. στο δικαίωμα επικαρπίας αντίστοιχα, δυνάμει της …3/19-10-1978 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Π. Λ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα, αφετέρου δε από την επικαρπώτρια μητέρα τους Φωτεινή μετά τον κατά την 2.1.1987 θάνατό της. Ο πατέρας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Α. Χ. εγκαταστάθηκε ως πρόσφυγας στο ... από το έτος 1924 και κατά το έτος 1929, εκδοθέντος του 49096/4101 παραχωρητηρίου, παραχωρήθηκε για γεωργική εκμετάλλευση (ελαιοκομική καλλιέργεια) σ' αυτόν, αφού κατέβαλε το ποσό των 13.500 δραχμών στον Οικονομικό 'Εφορο Καβάλας και άσκησε έκτοτε αδιάλειπτα νομή και κατοχή επ' αυτού διανοία κυρίου μέχρι το θάνατό του, καλλιεργώντας το, ένα ακίνητο εμβαδού πενήντα (50) στρεμμάτων στην περιοχή "..." στο ..., που συνόρευε το μεν Α' τμήμα του ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας του ιδίου, δυτικά με ρέμα, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. και νότια με δρομίσκο και το δε Β' τμήμα του ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Ε. Γ., δυτικά με αγρό του ιδίου, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Α. και νότια με αγρό του ιδίου. Κατά τη βουλγαρική κατοχή των ετών 1941-1944, το πρωτότυπο του ως άνω τίτλου αφαιρέθηκε από τη βουλγαρική διοίκηση και αντικαταστάθηκε από έγγραφο κειμένου στη βουλγαρική γλώσσα, το οποίο, μετά από αίτηση του Α. Χ. με την 537/14.11.1947 Πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας με την οποία διορίσθηκε διερμηνέας, μεταφράσθηκε στην ελληνική γλώσσα. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ακυρότητας και τελικώς περί ανυπαρξίας του ως άνω τίτλου δεν αποδείχθηκαν, αλλά αντίθετα σειρά εγγράφων επιρρωνύουν την κρίση περί παραχώρησης από το Δημόσιο και συνεχούς καλόπιστης νομής επί του ως άνω ακινήτου από τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Ειδικότερα, κατά τα έτη 1962-1963 η Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εκδοθέντα ως τότε παραχωρητήρια και την οριστική διανομή του έτους 1929 στο "..." …., συνέταξε κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης διανομής 1929, στα οποία τα προπεριγραφέντα τμήματα γης του ευρύτερου ακινήτου καταχωρήθηκαν ως ελαιώνας με ιδιοκτήτη το Α. Χ.. Επίσης, σε σειρά παραχωρητηρίων από την Ελληνική Διοίκηση σε όμορους του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ιδιοκτήτες, αναφέρεται η κατοχή και προκύπτει σε κάθε περίπτωση γνώση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι ο Α. Χ. νέμεται και κατέχει το επίδικο ακίνητο (βλ. το από 30.8.1933 παραχωρητήριο προς τον Δ. Κ., το από 12.7.1933 παραχωρητήριο προς τους αδελφούς Α., το από 19.6.1933 παραχωρητήριο προς τον Μ. Ν., το από 7.8.1932 παραχωρητήριο προς την Ε. Α., αλλά και το από 10.6.1932 παραχωρητήριο (5) στρεμμάτων προς τον Α. Χ.). Ακόμη στην …9/20.02.1953 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Δασονόμου Γ. Γ., που είχε υπηρετήσει στο Δασαρχείο …. κατά τα έτη 1934-1941, περιγράφεται με σαφήνεια και λεπτομέρεια ότι ο ίδιος, ως δασονόμος, παρουσία και έτερου δασονόμου, αφού προηγουμένως την καταμέτρησε και την οριοθέτησε, παρέδωσε το έτος 1935 την έκταση των 50 στρεμμάτων, συνταχθέντος σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, στον Α. Χ., ενώ το από 21.12.1987 ενημερωτικό σημείωμα προς τον Υφυπουργό Γεωργίας της Δ/νσης Προστασίας Δασών (Τμήμα Αλλαγής Χρήσης) καταλήγει ότι τα παραπάνω πείθουν ότι ο Α. Χ. έτυχε παραχωρήσεως δύο τμημάτων στο ... συνολικής εκτάσεως 50 στρεμμάτων περί το έτος 1935, ενώ προβαίνει σε συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος στο ... από την παραχώρηση δασικών εκτάσεων προς καλλιέργεια και την τυχόν αλληλοεπικάλυψη αυτών.
Περαιτέρω, από το 79942/4329π.ε./12.01.1989 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς την Επιθεώρηση Δασών Αν. Μακεδονίας και Θράκης, υπό το στοιχείο Ε' του οποίου και ειδικότερα για την περίπτωση των κληρονόμων του Α. Χ. και του συγκεκριμένου παραχωρητηρίου αναφέρει ότι πιθανολογείται σφόδρα ότι παραχωρήθηκαν τα δύο αυτοτελή τμήματα των δασικών αρχικά εκτάσεων, όπως αυτά περιγράφηκαν στη μεταγλώττιση από την ελληνική γλώσσα του αρχικού κειμένου στη βουλγαρική και ξανά στην ελληνική με το διορισμένο μεταφραστή με την ανωτέρω Πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας, η δε μεσολαβήσασα εχθρική κατοχή (1941-1945) υπήρξε προφανώς η βασική αιτία μη συστηματικής καλλιέργειας των εκτάσεων, ενώ υπήρξε προφανώς αλληλοεπικάλυψη της παραχώρησης αυτής με παραχώρηση παρακείμενων εκτάσεων στους αδελφούς Α.. Τέλος, με το ίδιο έγγραφο επισημαίνεται ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές οι κληρονόμοι του Α. Χ. δεν πρέπει να παρενοχλούνται στη γεωργική καλλιέργεια των εκτάσεων που καλλιεργούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο μέχρι να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση και ακόμη στο 76877/5706/π.ε./01.02.1999 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς το Δασαρχείο … επισημαίνεται ότι ως προς τους τίτλους - παραχωρητήρια του '30, επειδή από τη δεκαετία αυτή μεσολάβησε ήδη πέραν του μισού αιώνος, ένας παγκόσμιος πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος, με συνέπεια πολλά αρχεία υπηρεσιών να καταστραφούν και να καθίσταται δύσκολη ή ανέφικτη η ανεύρεση στοιχείων αναγόμενων στη συγκεκριμένη δεκαετία, συνιστάται να θεωρείται η παραχώρηση ισχυρή και έγκυρη στην περίπτωση που δεν προκύπτει διοικητική αποβολή του παραχωρησιούχου. Η τελευταία (καταλυτική για την έκβαση της παρούσας δίκης) επισήμανση αποδείχθηκε και ενώπιον του δικαστηρίου αφού δεν προκύπτει ότι για το επίδικο οικοπεδικό τμήμα των 936,87 τμ έχει εκδοθεί κατά το ερευνόμενο χρονικό διάστημα πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, το οποίο θα οδηγούσε, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ. (4) προηγηθείσα μείζονα σκέψη στην κρίση περί κακόπιστης νομής τόσο του ενάγοντος όσο και των δικαιοπαρόχων του, αφού στις 5-3-1987 και δη την ίδια ημέρα που συντάχθηκε το προσύμφωνο μεταβίβασης προς τον ενάγοντα, εκδόθηκε το 3/1987 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, το οποίο επικυρώθηκε με την 248/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, πλην όμως από το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι αφορά άλλο οικοπεδικό τμήμα βορειότερα του επιδίκου, αναφέροντας μάλιστα και ως όμορο ακίνητο το επίδικο του Α. Χ., ώστε δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το ως άνω πρωτόκολλο εκδόθηκε σε βάρος του ενάγοντος και αφορά το επίδικο ακίνητο.
Εξάλλου δυνάμει της 305/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας έχει ακυρωθεί το οικείο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, που αφορά όμορη (Νότια και Δυτικά) του επιδίκου ιδιοκτησία, κατεχόμενη από την Α. Μ., δικαιοπάροχοι της οποίας είναι επίσης τα μέλη της οικογένειας του Α. Χ.. Από την ως άνω παραχώρηση και την κτήση της νομής του ως άνω ακινήτου ο Α. Χ. είχε την πεποίθηση χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, νεμόμενος αυτό μέχρι το θάνατό του χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και δη από το Ελληνικό Δημόσιο, οι υπηρεσίες του οποίου γνώριζαν ότι το νέμεται διανοία κυρίου, καλλιεργώντας το ακίνητο συστηματικά ως ελαιόκτημα, φύτευσε σ' αυτό ελαιόδενδρα, εμβολίασε τις αυτοφυείς αγριελιές, κατασκεύασε αναβαθμίδες από ξερολιθιά, συνέλεγε ετησίως τον ελαιόκαρπο, το καθάριζε και το συντηρούσε με προσωπική εργασία, ενώ το χώρισε σε μικρότερα ακίνητα, ώστε τμήμα του ως άνω ακινήτου των 50 στρεμμάτων, εμβαδού 11.125 τμ αποτέλεσε το 236 οικόπεδο, το οποίο χωρίστηκε σε μικρότερα τμήματα και μεταβιβάστηκε σε άλλους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα. Μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του και άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος εγκαταστάθηκαν στο επίδικο ακίνητο και έχοντας την πεποίθηση χωρίς να τους βαρύνει βαριά αμέλεια ότι απέκτησαν την κυριότητά του, συνέχισαν να φροντίζουν συστηματικά τον ελαιώνα και να συλλέγουν τον ελαιόκαρπο μη ενοχλούμενοι από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο "πιθανολογούσε σφόδρα" ότι παραχωρήθηκαν τα δύο αυτοτελή τμήματα, μείζονος έκτασης στον δικαιοπάροχό τους (βλ. ως άνω 79942/4329π.ε./12.01.1989 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς την Επιθεώρηση Δασών Αν. Μακεδονίας και Θράκης, υπό το στοιχείο Ε').
Εξάλλου, στις 5-3-1987 που ο ενάγων εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου μη παρενοχλούμενος από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι τις 19-3-2003, ασκώντας πράξεις νομής και δη καλλιέργησε εν μέρει ως ελαιόκτημα το επίδικο ακίνητο, το περιέφραξε, κατά το έτος 1991 ανήγειρε στο κέντρο του οικία εμβαδού 82,50 με υπόγειο 22,41 τμ την οποία χρησιμοποιεί ο ίδιος και η οικογένειά του ως κύρια κατοικία, αποθήκη εμβαδού 10,97 τμ στο βορειοδυτικό τμήμα του, διαμόρφωσε τον περιβάλλοντα χώρο, φύτευσε επ' αυτού καλλωπιστικά και οπωροφόρα δέντρα, ενώ στη βόρεια πλευρά του καλλιεργεί οπωροκηπευτικά.
Όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγούν στην ασφαλή δικανική κρίση ότι τόσο ο Α. Χ., όσο οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, αλλά και ο ενάγων αν και για περισσότερο από τριάντα έτη, ήτοι από το έτος 1929 και πάντως από το έτος 1935 έως την 19.3.2003, νέμονταν δημόσιο κτήμα δεν παρενοχλήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αποξενούμενο το τελευταίο πλήρως από τη νομή του ήδη από το έτος 1935, δεδομένου ότι σύμφωνα με, την προαναφερόμενη στην υπό στοιχ. (2) προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ρητή νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 2242/1994) τα παραχωρητήρια που αφορούν την περιοχή ... αποτελούν οριστικούς τίτλους κυριότητας και οι παραχωρηθείσες με αυτά εκτάσεις θεωρούνται ότι δεν ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ από την ισχύ του εν λόγω νόμου (03.10.1994) επανήλθε σε ισχύ το ρυμοτομικό σχέδιο του Παληού, που όπως προαναφέρθηκε είχε εγκριθεί από το έτος 1972 και συνεπώς χωρίς βαριά αμέλεια ο ενάγων είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατ' άρθρο 1042 ΑΚ καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό έναντι του Δημοσίου κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά την ισχύ του Ν. 3127/2003, αφού, προσμετρώντας και το χρόνο της καλόπιστης νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του, είχε συμπληρώσει στη νομή του κατά την ισχύ του Ν. 3127/2003 χρόνο υπέρτερο των 30 ετών, ενώ πληρούνται εν προκειμένω και οι λοιπές προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας επί του επιδίκου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β' και παρ. 2 του Ν. 3127/2003, που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητεί το εναγόμενο, ήτοι βρίσκεται μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 και εντός του σχεδίου πόλης του …, ως ενιαίο ακίνητο με εμβαδό μικρότερο των 2.000,00 τμ". Δέχτηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Α. Χ. είχε το επίδικο στη διανοία κυρίου νομή του από το έτος 1929, που του το παραχώρησε το Ελληνικό Δημόσιο και μέχρι το θάνατό του, στις 7-1-1980 και ότι καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, όπως και κατά την κτήση της νομής του το έτος 1929, τελούσε σε καλή πίστη, καθόσον, χωρίς βαρεία αμέλειά του, είχε την πεποίθηση, ότι απέκτησε την κυριότητά του έναντι του Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε τον ενόχλησε, αν και γνώριζε την ανωτέρω διανοία κυρίου νομή του σ' αυτό. Συνήγαγε δε το Εφετείο την κρίση του για την, κατά τα παραπάνω, αφενός μεν παραχώρηση του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο στον Α. Χ. και αφετέρου για την καλή πίστη του τελευταίου, όχι από τίτλο παραχώρησης, αλλά από τα αποδεικτικά μέσα και από τις πράξεις και παραλείψεις του Δημοσίου που αναφέρει, κατά τα ανωτέρω, στην απόφασή του. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών και των λοιπών, σχετικών με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, ως προς τις οποίες δεν προσβάλλεται η κρίση του, το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από τον παραπάνω νόμο και αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου ακινήτου, κάνοντας δεκτή την έφεσή του και εξαφανίζοντας την αντίθετη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, που, όπως εκτιμάται, στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ασάφεια αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της καλής πίστης του ανωτέρω απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, η οποία ασάφεια συνίσταται στο ότι "δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο 49096/4101 τίτλος παραχώρησης ήταν, όταν εμφανίστηκε, το έτος 1952, από τον Α. Χ., στο Δασαρχείο Καβάλας, προκειμένου να τον αναγνωρίσει ως κύριο, καθ' όλα νόμιμο(ς) και έγκυρο(ς), έφερε, δε, τις υπογραφές των υπηρεσιακών εκείνων παραγόντων τις οποίες έπρεπε να φέρει". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο συνήγαγε την κρίση του για την, κατά τα ανωτέρω, καλή πίστη του απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, από τον παραπάνω τίτλο, ενώ τούτο δεν συνέβη, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του που προεκτέθηκε, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του, όχι από τον ανωτέρω τίτλο, το πρωτότυπο του οποίου, άλλωστε, δεν βρέθηκε, αλλά από τα αποδεικτικά μέσα και από τις πράξεις του Δημοσίου που στην απόφασή του αυτή αναφέρει.
II. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/08).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που, όπως εκτιμάται, στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των τριών κατωτέρω εγγράφων, η οποία (παραμόρφωση) συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι από τα έγγραφα αυτά προκύπτει η καλή πίστη του ανωτέρω απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν προκύπτει. Τα έγγραφα αυτά είναι: α) το από 21-12-1987 ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών προς τον Υφυπουργό Γεωργίας, β) το 79942/4329/12-1-1989 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς την Επιθεώρηση Δασών Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και γ) το 76877/5706/1-2-1999 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας προς το Δασαρχείο Καβάλας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι η καλή πίστη του ανωτέρω, αλλά, αντίθετα, ότι τα έγγραφα αυτά έχουν το μνημονευόμενο στην απόφασή του και προαναφερθέν καθένα τους, διάφορο της καλής πίστης του απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, περιεχόμενο και, συνεπώς, στηρίζεται ο λόγος αυτός στην παραπάνω εσφαλμένη προϋπόθεση, αλλά και διότι η κρίση του Εφετείου για την καλή πίστη του ανωτέρω αποτελεί το αποδεικτικό του πόρισμα, στο οποίο, μάλιστα, κατέληξε, όπως από την απόφασή του προκύπτει, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, αλλά βάσει των λοιπών, κυρίως, αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει, μαζί με τα οποία απλώς συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά.
III. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δέχτηκε την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο του ανωτέρω απωτέρου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του το ….2/1952 έγγραφο του Δασαρχείου …., καίτοι το αναιρεσείον το είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιόν του και από το οποίο προέκυπτε η έλλειψη καλής πίστης του ανωτέρω, καθόσον, σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το ανωτέρω ….6/4101 παραχωρητήριο ήταν ανύπαρκτο, αφού δεν βρέθηκε στα αρχεία του Δασαρχείου …, το δε αντίγραφό του που είχε προσκομίσει ο ανωτέρω Α. Χ., παρουσίαζε ελλείψεις και ελαττώματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 115/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: