
Α.Π. 10/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΔΙΚΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΚΑΤΑ ΠΟΙΩΝ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Η
ΑΝΑΙΡΕΣΗ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣ ΟΜΟΔΙΚΙΑΣ – Ο ΑΣΚΩΝ ΤΗΝ
ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΔΙΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΩΣ ΔΕΝ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΚΑΤ’
ΑΥΤΟΥ Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΠΟΛΛΩ ΔΕ ΜΑΛΛΟΝ ΑΝ ΕΧΕΙ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ)
– Εν προκειμένω ορθώς απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση για έλλειψη
εννόμου συμφέροντος, αφού, υπό την εκδοχή ότι απορρίφθηκε το πιο πάνω
αίτημα (ή βάση) της αγωγής, ενώ δεν υπήρχε (ανύπαρκτο) και μάλιστα ως
αόριστο για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο
συμφέρον να προβάλει τη σχετική πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης,
αφού δεν υφίσταται βλάβη – Απαράδεκτο λόγου (68, 76 ,556, 558 ΚΠολΔ)
Αριθμός 10/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία
Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη,
Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη -εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Φατούρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Λ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάνο Σοφούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-9-2018 δήλωση για παράσταση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Σ. Χ. του Δ., 3.Ι. Χ. του Δ., 4.Μ. συζ. Κ. Κ., 5.Ι. Α., 6.Ε. Ι. Α., 7.Π. Α. Κ., 8. Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 24-3-1997 κύρια παρέμβαση των παρεμβαινόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/99/23ΤΠ/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 123/2014 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Φατούρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Λ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάνο Σοφούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-9-2018 δήλωση για παράσταση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Σ. Χ. του Δ., 3.Ι. Χ. του Δ., 4.Μ. συζ. Κ. Κ., 5.Ι. Α., 6.Ε. Ι. Α., 7.Π. Α. Κ., 8. Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 24-3-1997 κύρια παρέμβαση των παρεμβαινόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/99/23ΤΠ/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 123/2014 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων
68, 76 ,556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να
απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των
κληροδόχων τους και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως, κατά
όλων αυτών, αφού ο αναιρεσείων μπορεί, ενόψει του απαλλοτριωτού των
ιδιωτικών δικαιωμάτων, να απευθύνει την αναίρεση μόνο κατά εκείνων από
τους αντιδίκους, ως προς τους οποίους, κατ" εκτίμηση του έννομου
συμφέροντος του, επιθυμεί να πετύχει την ακύρωση της προσβαλλόμενης
απόφασης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η
αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς είναι
απαράδεκτη.
Περαιτέρω, με την άσκηση
της κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, κύριας παρέμβασης, με την οποία ο
παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της
μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, καθίσταται μεν αυτός κύριος διάδικος και
αντίδικος των αρχικών διαδίκων, δεν δημιουργείται όμως και σχέση απλής ή
αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων. Ούτε,
επίσης, συντρέχουν οι κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ προϋποθέσεις της
αναγκαστικής ομοδικίας ως εκ του λόγου, ότι επί διεκδικητικής ακινήτου
αγωγής (ή επί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής), ο παρεμβαίνων
διεκδικεί για τον εαυτό του την κυριότητα του με την αγωγή
διεκδικούμενου ακινήτου.
Παρέπεται, ότι ο κυρίως
παρεμβαίνων, του οποίου η κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε, αυτός δε δεν
άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με διάταξη της οποίας
απορρίφθηκε η εν λόγω παρέμβαση, δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην
ασκούμενη αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν
δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει
κάποιος από τους λόγους της (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 40/2014). Εφόσον,
επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση
των κυρίως παρεμβαινόντων (αρχικών ή καθολικών διαδόχων τους) στον πρώτο
βαθμό,με την οποία αντιποιούντο τμήμα του επίδικου ακινήτου, και
επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτούς, που είχε απορρίψει την
κυρία παρέμβασή τους, οι δε τελευταίοι δεν άσκησαν αναίρεση κατά της
προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αναίρεση του ενάγοντος κατά το
μέρος που απευθύνεται κατά των παραπάνω κυρίως παρεμβαινόντων ή των
καθολικών διαδόχων τους ήτοι των 2Α ως και Ζ των αναιρεσιβλήτων είναι
απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατ'
αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τις διατάξεις των
άρθρων 577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ.
Η κρινόμενη, κατά τα λοιπά,
από 5-6-2017 (αρ. έκθ.κατ. 22/27-7-2017) αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος
και δη κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου
-εναγομένου, με την οποία προσβάλλεται η τελεσίδικη 123/2014 απόφαση του
Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου), που εκδόθηκε επί έφεσης
(μεταξύ άλλων) του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης και με
την οποία (προσβαλλόμενη), απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος, έχει
ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495 επ. 552, 553, 556, 558, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ)
και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου
564 παρ. 3 ΚΠολΔ,όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το
ν.4335/2015 (με έναρξη ισχύος του τελευταίου 1-1-2016), δεδομένου ότι
προσβάλλεται απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε πριν από την 1-1-2016 χωρίς
όμως να επιδοθεί μέχρι την 1-1-2016 (ΟλΑΠ 10/2018), από δε τη δημοσίευσή
της (29-8-2014) μέχρι την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία
του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 27-7-2017, δεν παρήλθε τριετία,
απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου
περί εκπρόθεσμης άσκησής της διότι, κατά τα υποστηριζόμενα, εφόσον η
ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1-1-2016 ισχύει η διετής
καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε
με ν. 4335/2015.
Από τον συνδυασμό των
διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια
θετική προϋπόθεση για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή
εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον
αυτού θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο
της προσβαλλομένης απόφασης. Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται
ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι
αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του
αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, υπέρ του
οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε
συμφέρον πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης (ΑΠ
1320/2017,ΑΠ 1241/2008, ΑΠ 1710/2005). Το έννομο συμφέρον κρίνεται από
την προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα
στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της
προσβαλλομένης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος
(ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 342/2009, ΑΠ 2124/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση,
από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών
εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων
άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου την από 30-1-1997 (αρ.
Κατ. 99/23ΤΠ/31-1-1997) αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος κυριότητα
που απέκτησε με παράγωγο τρόπο, άλλως με έκτακτη χρησικτησία
του περιγραφομένου αγροτεμαχίου, έκτασης 3.070 τμ και κατάληψη τμήματος
αυτού, έκτασης 600 τμ το έτος 1990 από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο,
ζήτησε με την αγωγή, κατά τα αναφερόμενα στο αιτητικό, κατά λέξη "να
γίνει δεκτή η αγωγή μου, να αναγνωρισθεί.... η κυριότητά μου επί του στο
ιστορικό περιγραφομένου κτήματος και (ειδικότερα, επί του υπό του
αντιδίκου καταληφθέντος και κατεχομένου επιδίκου τμήματος αυτού, έκτασης
600 περίπου Μ2, όπως τούτο στο ιστορικό περιγράφεται, να υποχρεωθεί ο
αντίδικος να μου αποδώσει τούτο" Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την
9/99/23ΤΠ/1998 προδικαστική απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει,
και, ακολούθως, την 51/99/23ΤΠ/2010 οριστική του απόφαση, με την οποία
δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του αγροτεμαχίου των
3.070 τμ, που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του αποδώσει το τμήμα των 600 τμ που κατέλαβε.
Κατά της απόφασης αυτής,
εκτός άλλων, άσκησε έφεση ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος επί της οποίας
εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 123/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που
απέρριψε την αγωγή, κατά μεν το πρώτο αναγνωριστικό αίτημα και για το
πέραν της έκτασης των 600 τμ τμήμα του αγροτεμαχίου (κρίνοντας ότι
σωρεύονται αγωγή αναγνωριστική κυριότητας του όλου και διεκδικητική του
καταληφθέντος τμήματος), ως αόριστη (απαράδεκτη) ως προς το έννομο
συμφέρον, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνά του Δικαστηρίου, κατά δε το δεύτερο
αίτημα (διεκδικητική του τμήματος των 600 τμ) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη,
διότι κατά την κρίση του ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος που είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.8α του
άρθρου 559 ΚπολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε
υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, ότι μολονότι με την
αγωγή του είχε ζητήσει μόνο την αναγνώριση της κυριότητας του στο
καταληφθέν τμήμα του αγροτεμαχίου του των 600 τμ και την απόδοσή του
(διεκδικητική αγωγή), παρά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ως άνω, ως
περιεχόμενο στην αγωγή αυτοτελές αναγνωριστικό κυριότητας αίτημα του
όλου ακινήτου των 3.070 τμ, με συνέπεια να απορρίψει το (ανύπαρκτο) αυτό
αίτημα και τη συνδεόμενη με το τελευταίο βάση της αγωγής, ως άνω, για
το πέραν της έκτασης των 600 τ.μ. Τμήμα του αγροτεμαχίου ως απαράδεκτο
λόγω αοριστίας ως προς το έννομο συμφέρον. Ο λόγος αυτός είναι
απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος,
αφού, υπό την εκδοχή ότι απορρίφθηκε το πιο πάνω αίτημα (ή βάση) της
αγωγής, ενώ δεν υπήρχε (ανύπαρκτο) και,μάλιστα; ως αόριστο για έλλειψη
εννόμου συμφέροντος, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει
τη σχετική πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, αφού δεν υφίσταται
βλάβη , σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη (σχ. ΑΠ
2124/2007 οπ).
Ο από τη διάταξη του άρθρου
559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο,
παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το
νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται
ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται
οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί
των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή
αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και
αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της
δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ
14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική
βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη
άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την
παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984),
ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του
δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Με το δεύτερο και κατά το
πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η
πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο
ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και
έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δεν έλαβε
υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι "ενώ στα συμβόλαια,
αρχικό 15605/1973 και διορθωτικό 2081/1980, με τα οποία η Ε. Β. έκανε
πρόταση δωρεάς του κτήματος της στους δύο ανεψιούς της , μεταξύ των
οποίων και ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου- πατέρας του, από
μισό στον καθένα, ήτοι 250 τμ ο καθένας, χωρίς βέβαια εκείνος να
αποδεχθεί τη δωρεά, ορίζεται ότι το δυτικό τμήμα των 250 τμ που πρότεινε
ως δωρεά στο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου έχει ως όριο το κτήμα του
Κ. Κ., δηλαδή του αναιρεσείοντος, παρά ταύτα δέχθηκε εσφαλμένα "ότι τα
δύο πιο πάνω ακίνητα των διαδίκων όπως αυτά ορίζονται στους τίτλους
ιδιοκτησίας τους, ήτοι στα 8921/1990 (για τον αναιρεσίβλητο) και
1096/1996) για τον αναιρεσείοντα, συμβόλαια γονικής παροχής και
απεικονίζονται στα προσαρτημένα στα συμβόλαια αυτά τοπογραφικά
διαγράμματα, απέχουν μεταξύ τους από 12 έως 16 μέτρα", με συνέπεια λόγω
μη λήψης υπόψην των ισχυρισμών του να απορρίψει την αγωγή του.
Ο λόγος αυτός είναι
προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί
των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ανυπαρξία
πράξεων νομής επί του επίδικου εκ μέρους του αναιρεσείοντος και του
δικαιοπαρόχου του (στον τίτλο του οποίου κατά τις παραδοχές της δεν
περιλαμβάνεται) για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών και την μη
απόκτηση έτσι κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ίδιος λόγος, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με
την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής
έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους
ανωτέρω και τους οποίους συνεκτίμησε για να καταλήξει στην πιο πάνω
κρίση του και να απορρίψει τη διεκδικητική αγωγή του ως προς την επίδικη
έκταση των 600 τμ κατά τη θεμελιούμενη βάση αυτής της έκτακτης χρησικτησίας.
Κατά τη διάταξη του αριθμού
17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση
περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει
να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη
αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού
και του διατακτικού (ΑΠ 56/2018, ΑΠ 467/2018). Η αντίφαση στο διατακτικό
δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης( όταν προκαλείται τέτοια
αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή
η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις
σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 56/2018, ΑΠ
467/2018 ΑΠ 570/2010, ΑΠ 117/2009). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου
της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται
για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β
ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο
Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚπολΔ (ΑΠ 467/2018).Με το δεύτερο και κατά το
δεύτερο σκέλος του λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω
διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην
προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές διατάξεις στο
διατακτικό της, καθόσον "δέχθηκε τα αναφερόμενα ως άνω,ήτοι ότι τα δύο
ακίνητα των διαδίκων, ως αυτά ορίζονται στα άνω συμβόλαια γονικής
παροχής, απέχουν μεταξύ τους από 12 έως 16 μέτρα και δεν συνορεύουν,
μνημονεύει όμως και τα παραπάνω συμβόλαια αρχικό και διορθωτικό της
πρότασης δωρεάς ακινήτου, όπου το δυτικό τμήμα συνορεύει με ακίνητο
ιδιοκτησίας αναιρεσείοντος".
Ο λόγος αυτός είναι
προεχόντως απαράδεκτος γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις,
αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, η δε αιτίαση
αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο
λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της
προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 56/2018, ΑΠ 467/2018), η οποία, όπως
προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2) και αναφέρθηκε στην
αρχή της παρούσας, στο διατακτικό της ουδεμία αντιφατική διάταξη
περιέχει.
Κατ' ακολουθίαν τούτων,
πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που
απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και να διαταχθεί η εισαγωγή
στο δημόσιο ταμείο του καταταθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495
παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που
ηττήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 και 180 ΚΠολΔ, του
τελευταίου εφαρμοζομένου ανάλογα, στη δικαστική δαπάνη κάθε ομάδας των
αναιρεσιβλήτων (1ου και 2Α ως Ζ των παρεμβαινόντων ) χωριστά, που
παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους και η χωριστή εκπροσώπηση τους
ήταν αναγκαία (ΑΠ 83/2004), κατά το νόμιμο αίτημά τους , κατά τα
ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2017 αίτηση του Π.
Κ. του Κ. για αναίρεση της 123/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου
(μεταβατική έδρα Σάμου).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείου.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική
δαπάνη κάθε ομάδας των αναιρεσιβλήτων (1ου και 2Α - Ζ των
παρεμβαινόντων) χωριστά, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων
επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου