
Α.Π. 20/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ
ΕΠΙ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ ΚΛΗΡΟΥ – ΑΡΣΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΚΛΗΡΩΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ
ΜΗ ΚΑΤΑΤΜΗΣΗΣ (ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗΣ) – ΔΥΝΑΤΗ Η ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ
ΤΡΙΤΟΝ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΥΠΟ ΤΙΣ ΟΡΙΖΟΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΑΡΘΡ. 1045 ΑΚ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΠΡΑΞΕΙΣ ΝΟΜΗΣ
– Εν προκειμένω ορθώς κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν τον επίδικο
οικοπεδικό κλήρο προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου του από το
έτος 1968 έως το έτος 2007 και έτσι έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου
(τμήμα οικοπεδικού κλήρου )με έκτακτη χρησικτησία, δοθέντος ότι, μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 επιτρεπόταν η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία
- Κτήση κυριότητας του ακινήτου από τον ενάγοντα πρωτοτύπως με άσκηση
πράξεων νομής από το έτος 1968 έως το 2007 και με τις προγενέστερες
ανωτέρω άτυπες (διανομή και συνένωση) πράξεις των δικαιοπαρόχων του
αναιρεσιβλήτου – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (974, 1045 ΑΚ)
Αριθμός 20/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία
Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη,
Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ... Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι διορθώνει και με τις προτάσεις του το πατρώνυμο του αναιρεσείοντος από το εσφαλμένο Β. στο ορθό Α..
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρκαδόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 177/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 26-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ... Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι διορθώνει και με τις προτάσεις του το πατρώνυμο του αναιρεσείοντος από το εσφαλμένο Β. στο ορθό Α..
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρκαδόνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 177/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 26-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 11.1.2010 αίτηση
αναίρεσης προσβάλλεται η 177/2009 τελεσίδικη απόφαση του
ΠολυμελούςΠρωτοδικείου Τρικάλων που δίκασε κατ' έφεση .εξαφάνισε την
18/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαρκαδόνας, τακτικής διαδικασίας, (που
είχε απορρίψει αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του
αναιρεσίβλητου) και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του
αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,
553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1
Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των
λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από τις διατάξεις του
άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, με τις οποίες έχει αρθεί η απαγόρευση
διάθεσης των αγροτικών κλήρων που παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση
ακτημόνων καλλιεργητών, σύμφωνα με τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού
Κώδικα, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής
διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης
τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου,
όχι μόνο όταν γίνεται εκουσίως από τον κληρούχο, δηλαδή με δικαιοπραξία,
αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας και χωρίς τη θέληση
του κληρούχου, όπως με χρησικτησία
(τακτική ή έκτακτη). Επομένως μετά την ισχύ του Α.Ν 431/1968 ο
κληρούχος, ο οποίος θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου καλής πίστης νομέας
του κλήρου και αν ακόμη δεν ήταν πραγματικά κάτοχος (αρθρ. 79 παρ.2
Αγροτικού Κώδικα), μπορεί να απολέσει τη νομή ή κυριότητα επί του κλήρου
αν τη φυσική εξουσία αυτού αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα
της χρησικτησίας, οπότε ο τελευταίος
αποκτά την κυριότητα και νομή του όλου κλήρου (κληροτεμαχίου), όχι όμως
και όταν η φυσική εξουσία αποκτάται και ασκείται σε τμήμα μόνο του
κληροτεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμησή του και ο
τρίτος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομέας του τμήματος, του οποίου κατά
πλάσμα του νόμου, εξακολουθεί να είναι ο κληρούχος, έστω και αν δεν
είναι πλέον κάτοχος. Η φυσική κατάτμηση των κληροτεμαχίων κατά το
τελευταίο εδάφιο της παραπάνω διάταξης (αρθρ. 1 Α.Ν 431/1968)
απαγορεύεται όχι μόνο όταν γίνεται από τον κληρούχο, αλλά και από τους
διαδόχους του για τον προφανή αντικειμενικό λόγο της επωφελέστερης
εκμετάλλευσης των κληροτεμαχίων ΟλΑΠ 1520/1982 ΑΠ 220/2010). Περαιτέρω
κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 Α-δ του άρθρου 1 του πιο πάνω Α.Ν
431/1968, κατ' εξαίρεση δεν ισχύει ο περιορισμός της μη κατάτμησης,
εκτός των άλλων περιπτώσεων,και επί μεταβιβάσεως των, ως έπεται,
κατηγοριών κλήρων: α)... β) γ).....δ) Οικοπεδικών κλήρων.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρα 974, 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία,
πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις
μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα
συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως
κύριος (ΑΠ 479/2010). "Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν
οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και
τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το
εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η
οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη, η εκμίσθωση του ακινήτου κ.α., με τη
δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή
ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ)
3. Επειδή, ο εκ του άρθρου
560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα
ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν
οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς
και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια
διαφορετική από την αληθή (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007, ΑΠ
1854/2007). Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε την
υπόθεση κατ'ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται
ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι
αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο
και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της
αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008, ΑΠ
1911/2007).Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας (άρθρο 560 αριθμ. 1
εδάφ.β' ΚΠολΔ)αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν
την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων
σε αυτούς.Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι
αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της
εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών ή της
επαγγελματικής ενασχόλησης και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για
την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Η παραβίαση ιδρύεται όταν
το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα
να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας .προκειμένου να
εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα
πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν ,όχι όμως όταν
χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των
αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους.
4. Στην προκειμένη
περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές
Πρωτοδικείο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά
κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι
διάδικοι είναι αντίστοιχα κύριοι ομόρων ακινήτων (οικοπέδων) του με
αριθμό …2 οικοδομικού τετραγώνου του οικισμού του Δημοτικού
Διαμερίσματος ….του Δήμου …. του Νομού …... Ειδικότερα, δυνάμει του με
αριθμό ….59/1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α. Τ., που έχει νόμιμα
μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ….61 και
με αριθμό …2, ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα και με γονική παροχή από
τον προηγούμενο κύριο αυτών πατέρα του Β. Κ. ιδανικό μερίδιο ενός
δευτέρου 1/2 επί του με αριθμό …11 οικοπέδου του προαναφερόμενου
οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης 340 τ.μ.,
το οποίο συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό και με το με αριθμό …12
οικόπεδο, συνιδιοκτησίας του ίδιου και της Λ. Π., νότια με το με αριθμό
…13 οικόπεδο, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, ανατολικά με τα με αριθμούς
…12 και …13 οικόπεδα και δυτικά με το με αριθμό …10 οικόπεδο,
συνιδιοκτησίας Α. και Α. Κ. και 2) επί του με αριθμό ….12 οικοπέδου του
ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού κατά τον τίτλο …4 κτήσης 75 τ.μ.
περίπου, το οποίο συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με το με
αριθμό …13 οικόπεδο και νότια και δυτικά με το με αριθμό …11 οικόπεδο,
όπως αυτά αποτυπώνονται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα της από
Αυγούστου 2005 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Η. Μ., ο οποίος
διορίσθηκε με τη με αριθμό 29/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαρκαδόνας,
εκδοθείσα σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των και ήδη διαδίκων. Στο
δικαιοπάροχο του ενάγοντος Β. Κ. τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια είχαν
περιέλθει με τη με αριθμό ….57/1994 πράξη της ίδιας ως άνω
συμβολαιογράφου, με την οποία αυτός αποδέχθηκε τη μερίδα που του
αναλογούσε (1/2) από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του προηγούμενου κυρίου
και πατέρα του Τ. Κ., ο οποίος απεβίωσε το 1961 και κληρονομήθηκε κατ'
ισομοιρία από τα δύο τέκνα του, τη Μ. και τον προαναφερόμενο Β. Κ.. Οι
εν λόγω συγκληρονόμοι προέβησαν τότε σε άτυπη διανομή των με αριθμούς
…11 και ..12 κληρονομιαίων οικοπέδων και έκτοτε η πρώτη εξ αυτών κατείχε
το βόρειο τμήμα αυτών, ο δε δεύτερος το νότιο. Στον απώτατο
δικαιοπάροχο και παππού του ενάγοντος Τ. Κ. ολόκληρα τα ανωτέρω ακίνητα
είχαν κατά κυριότητα περιέλθει, το μεν πρώτο με αριθμό …..11 με την
οριστική διανομή του αγροκτήματος "…" του έτους 1928 και δυνάμει της με
αριθμό 10/1920 αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων και του
μετέπειτα εκδοθέντος επ' ονόματι του με αριθμό …..11/11.11.1952
οριστικού παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που έχει νόμιμα
μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 1 και με
αριθμό …3, το δε δεύτερο με αριθμό …..12 με αγορά από τον προηγούμενο
κύριο αυτού Δ. Κ. πριν από το 1948, για την οποία καταρτίσθηκε
συμβολαιογραφικό έγγραφο, που, όμως, δε σώζεται λόγω καταστροφής των
αρχείων του Υποθηκοφυλακείου από πυρκαγιά.
Ο εναγόμενος είναι κύριος
του με αριθμό ….13 οικοπέδου του αυτού οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού
κατά τον τίτλο κτήσης 330 τ.μ., πο συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο
και με το με αριθμό …11 οικόπεδο ανατολικά με δημοτικό δρόμο, νότια με
το με αριθμό …6 οικόπεδο και δυτικά με τα με αριθμούς …10, …11 και …12
οικόπεδα, το οποίο απέκτησε κατά μεν το ιδανικό μερίδιο των τριών ογδόων
(3/8) με τη με αριθμό …..7871972 πράξη του συμβολαιογράφου Φ. Α., που
έχει νόμιμα μεταγραφεί στα ως άνω δημόσια βιβλία στον τόμο ….4 και με
αριθμό …..8, με την οποία αποδέχθηκε τη μερίδα που του αναλογούσε από
την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του προηγούμενου κυρίου αυτού και πατέρα του
Α. Κ., κατά δε το λοιπό ιδανικό μερίδιο με δωρεά της μητέρας του
Μ.χήρας Α. Κ. και του αδελφού του Α. Κ., συγκληρονόμων επίσης της
κληρονομιάς κατά το ποσοστό των δύο και τριών ογδόων αντίστοιχα και
δυνάμει του με αριθμό …..95/1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χ. Γ.,
που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο 25 και με αριθμό 58.
Στο δικαιοπάροχο του εναγόμενου Α. Κ. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει
κατά κυριότητα με την οριστική διανομή του αγροκτήματος "..." του έτους
1928 και δυνάμει της με αριθμό 173/1929 αποφάσεως της Επιτροπής
Απαλλοτριώσεων Τρικάλων και των μετέπειτα εκδοθέντων επ' ονόματι του με
αριθμούς ...14 και ...15/1957 οριστικών παραχωρητηρίων του Υπουργείου
Γεωργίας, που έχουν επίσης νόμιμα μεταγραφεί στα ως άνω δημόσια βιβλία
στον τόμο 3 και με αύξοντες αριθμούς …..27 και ….28. Το επίδικο εδαφικό
τμήμα βρίσκεται μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, έχει εμβαδό 70,86
τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά με δημοτική οδό, νότια με την
ιδιοκτησία του εναγόμενου (….13 οικόπεδο) και βορειοδυτικά με την
ιδιοκτησία του ενάγοντος (νότιο τμήμα των ….11 και ….12 οικοπέδων), όπως
αυτό ορίζεται με τα στοιχεία 8-9-44-Δ-31-5-8 στο προαναφερόμενο από
Αυγούστου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Η. Μ.. Σύμφωνα με
τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης των διαδίκων το επίδικο
περιλαμβάνεται στο με αριθμό ….3 οικόπεδο κυριότητας του εναγομένου.
Όμως, όπως διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα Η. Μ. στην από Αυγούστου
2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του και δεν αμφισβητείται από τους
διαδίκους, κατά τη διανομή, των οικοπέδων το έτος 1928 δεν έγινε σωστή
εφαρμογή επί του εδάφους του διαγράμματος διανομής, με συνέπεια όλα τα
οικόπεδα του με αριθμό …..2 οικοδομικού τετραγώνου να έχουν
διαφοροποιημένα σε σχέση με το διάγραμμα όρια, συγκεκριμένα δε, τα με
αριθμούς ….10, …11, …12, …13 και ….16 οικόπεδα που εν προκειμένω
ενδιαφέρουν, να παρουσιάζουν, χωρίς σημαντικές αποκλίσεις του εμβαδού
τους, μετατόπιση των ορίων τους προς τα ^ανατολικά και νότια σε σχέση με
τα οριζόμενα στο τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του 1928.
Έτσι σήμερα εντός των ορίων
του με αριθμό ….10 οικοπέδου περιλαμβάνεται και κατέχεται από τους
συνιδιοκτήτες αυτού Α. και Α. Κ. τμήμα, εμβαδού 52,27 τ.μ., του ομόρου
με αριθμό …11 οικοπέδου (συνιδιοκτησίας του ενάγοντος) και τμήμα,
εμβαδού 4,28 τ.μ., του ομόρου με αριθμό ….13 οικοπέδου (ιδιοκτησίας του
εναγόμενου), εντός δε των ορίων του τελευταίου οικοπέδου περιλαμβάνεται
και κατέχεται από τον ιδιοκτήτη αυτού εναγόμενο τμήμα, εμβαδού 40,47
τ.μ., του με αριθμό ….16 οικοπέδου και τμήματα, εμβαδού 44,57 και 5,39
τ.μ., του παρακείμενου δημοτικού δρόμου. Λόγω ακριβώς της ανακριβούς
εφαρμογής του διαγράμματος διανομής του 1928 και οι αρχικοί κύριοι των
με αριθμούς ….11 και ….12 οικοπέδων και απώτατοι δικαιοπάροχοι του
ενάγοντος, Τ. και Δ. Κ., νέμονταν και κατείχαν τμήμα του ομόρου με
αριθμό …13 οικοπέδου (εναγόμενου), που αποτελεί το επίδικο. Μάλιστα ο
αρχικός κύριος του με αριθμό ….12 οικοπέδου Δ. Κ. είχε ήδη από το 1928
ανεγείρει επί τμήματος του επιδίκου μέρος της οικίας του, όπως το κτίσμα
αυτής αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του 1928 και
επισημαίνεται από τον τοπογράφο Η. Μ. στο από Αυγούστου 2005 διάγραμμά
του. Ο εναγόμενος δεν αναφέρει σχέση του δικαιοπαρόχου πατέρα του με το
εν λόγω κτίσμα, ούτε εξηγεί πώς τρίτος (Δ. Κ.) είχε ανεγείρει αυτό εντός
της ιδιοκτησίας τότε του πατέρα του. Μετά την αγορά του με αριθμό ….12
οικοπέδου το 1948 περίπου από" τον παππού του ενάγοντος Τ. Κ., το
επίδικο περιήλθε στη νομή του τελευταίου, ο οποίος, αφού συνένωσε άτυπα
τα με αριθμούς …11 και ...12 οικόπεδα και το επίδικο, εγκαταστάθηκε με
την οικογένειά του στην εν λόγω οικία και αργότερα τη δεκαετία του 1950
(την εκμίσθωσε διαδοχικά στους συγχωριανούς του Δ. Π. και Ι. Π.. Μετά το
θάνατο του Τ. Κ. το 1961 το μείζον πλέον οικόπεδο κληρονομήθηκε κατ'
ισομοιρία από τα τέκνα του Μ. Κ. και Β. Κ., οι οποίοι το διένειμαν, κατά
τα προαναφερόμενα, άτυπα, το επίδικο δε περιήλθε στη νομή και κατοχή
του πατέρα του ενάγοντος Β. Κ. που είχε λάβει με τη διανομή το νότιο
τμήμα του μείζονος οικοπέδου, ο οποίος έκτοτε το επέβλεπε και μετά την
κατάρρευση της οικίας το 1986 περιέφραξε την βορειοανατολική του πλευρά
που συνορεύει με δημοτική οδό. Το 1994 ο Β. Κ. μεταβίβασε με γονική
παροχή τα μερίδιά του επί των ανωτέρω συνενωμένων οικοπέδων στον
ενάγοντα γιό του, ο οποίος έκτοτε νεμήθηκε το επίδικο επιβλέποντας αυτό
και καθαρίζοντάς το τακτικά μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007, οπότε ο
εναγόμενος το κατέλαβε και το περιέφραξε με σκοπό να το προσαρτήσει στην
όμορη ιδιοκτησία του. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι το
επίδικο, παρ' ότι περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του εναγόμενου,
δεν νεμήθηκε από αυτόν, αλλά από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους
του, αποτελεί το γεγονός ότι σε επαφή με τη νότια πλευρά του επιδίκου
εδαφικού τμήματος και κατά μήκος 8,50 περίπου μέτρων έχει ανεγερθεί από
το 1928 ο εξωτερικός τοίχος της οικίας του εναγομένου, ο οποίος δεν έχει
ανοίγματα (πόρτα ή παράθυρο) προς το επίδικο, εν συνεχεία δε του τοίχου
αυτού και κατά το λοιπό μήκος της εν λόγω πλευράς του επιδίκου υπάρχει
λιθόκτιστη περίφραξη, ύψους τουλάχιστον 1,5 μέτρου, της ιδιοκτησίας του
εναγόμενου, η οποία επίσης δεν έχει άνοιγμα προς το επίδικο. Και τούτο
διότι δεν δικαιολογείται να μην συμπεριλάβουν ο εναγόμενος και οι
δικαιοπάροχοι του το επίδικο στην ιδιοκτησία τους κατά την περίφραξη
αυτής, αφού κατά τους ισχυρισμούς του αυτό τους ανήκε, πολύ δε
περισσότερο να προβούν στην ανέγερση περίφραξης χωρίς ανοίγματα προς το
επίδικο, αφού είναι πρόδηλο ότι αυτή θα δυσχέραινε την επικοινωνία και
τη λειτουργική σύνδεση του επιδίκου με το υπόλοιπο ακίνητο του
εναγόμενου.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία
του επίδικου οικοπεδικού τμήματος, εμβαδού 70,86 τ.μ., αφού μέχρι την
κατάληψη του επιδίκου από τον εναγόμενο το Σεπτέμβριο του έτους 2007
συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του υπερεικοσαετής νομή αυτού με προσαύξηση στο
χρόνο νομής του και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του (1968-2007)
ισχυρισμός του εναγόμενου περί της ύπαρξης δεδικασμένου αναφορικά με την
κυριότητά του επί της επίδικης έκτασης, που απορρέει από τη με αριθμό
5/2006 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαρκαδόνας, με την οποία
απορρίφθηκε κατ' ουσίαν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του νυν εναγόντος
κατά του και νυν εναγομένου επί εδαφικού τμήματος εμβαδού 8,12 τ.μ.,
ομόρου του νυν επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος,
αφού αντικείμενο εκείνης της δίκης δεν ήταν ή ύπαρξη ή ανυπαρξία
δικαιώματος επί του νυν επιδίκου εδαφικού τμήματος, το δε διατακτικό της
απόφασης εκείνης δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για την ανυπαρξία του
δικαιώματος του ενάγοντος επί της έκτασης των 8,12 τ.μ. και όχι της νυν
επίδικης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που
κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη".
Με τις παραδοχές αυτές το
δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του
αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 18/2008 εκκαλούμενη απόφαση του
Ειρηνοδικείου Φαρκαδόνας, δέχθηκε την αγωγή τού αναιρεσιβλήτου, την
οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως αόριστη και αναγνώρισε
τον αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου ακινήτου( (οικοπέδου)με πρωτότυπο
τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Έτσι που
έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι ο
αναιρεσίβλητος νεμόταν τον επίδικο οικοπεδικό κλήρο προσμετρώντας και τη
νομή του δικαιοπαρόχου του από το έτος 1968 έως το έτος 2007 και έτσι
έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου (τμήμα οικοπεδικού κλήρου )με έκτακτη
χρησικτησία και δοθέντος ότι, κατά τα
εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968
επιτρεπόταν η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία,
δεν παραβίασε ευθέως καμμία από τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1, 2
και 3,74,180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα, και του α.ν. 431/1968 που
επικαλείται ο αναιρεσείων η δε άτυπη, το έτος 1948, συνένωση και το έτος
1961, διανομή, από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, των
οικοπεδικών κλήρων που διηγηματικώς .αναφέρεται στην προσβαλλόμενη
απόφαση δεν συνιστά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον υφίσταται η
παραδοχή για την κτήση κυριότητας του ακινήτου από τον ενάγοντα
πρωτοτύπως με άσκηση πράξεων νομής από το έτος 1968 έωςτο 2007 και με
τις προγενέστερες ανωτέρω άτυπες (διανομή και συνένωση) πράξεις των
δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως
αβάσιμος ο σχετικός πρώτος υπό στοιχείο Β αναιρετικός λόγος εκ του
αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
5. Με τον πρώτο, υπό
στοιχείο Α', λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ
πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση που αναγνώρισε ότι ο ενάγων
αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο
τρόπο(έκτακτη χρησικτησία)επειδή
παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ.Την εν λόγω παραβίαση
επιστηρίζει στο γεγονός ότι ο ενάγων -αναιρεσίβλητος σε προηγούμενα
δικόγραφα της από 20-9-2007 ένδικης αγωγής του,(αίτηση ασφαλιστικών
μέτρων και από 1-4-2003 τακτική αγωγή )ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την
κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας. Ο
λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενόψει του ότι από την
παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν ο ενάγων
επικαλείται ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο (χρησικτησία)και
όχι με παράγωγο τρόπο τρόπο,τα ίδια δε δέχθηκε και η προσβαλλόμενη
απόφαση κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση της και δεν
παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.
6. Με τον δεύτερο λόγο
αναίρεσης από τον αριθμ. 1 εδάφ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων
ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της
κοινής πείρας παρερμηνεύοντας το πόρισμα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης
σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της επιστήμης. Ο
λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του,
καθόσον δεν αναφέρονται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που
παραβιάσθηκαν. Αντίθετα, στην προκείμενη περίπτωση, χρησιμοποιείται η
επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για να στηρίξουν έμμεση
απόδειξη υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος και για να πλήξουν την
εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (και δη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης)
από το δικαστήριο της ουσίας.
7. Με τον τρίτο αναιρετικό
λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το
δεδικασμένο που απορρέει από την 80/2007 απόφαση του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Τρικάλων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν
περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 560 ΚπολΔ
λόγους, καθόσον η κρινόμενη αναίρεση στρέφεται κατά απόφασης του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο.
Κατόπιν τούτων και, αφού
δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να
απορριφθεί να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
(άρθρ. 495§4 ΚπολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη
περίπτωση) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα
δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατάθεσε προτάσεις, κατά τα
οριζόμενα στο διατακτικό (ΚπολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 177/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου