Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΑΖΥΓΙΟ - ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΓΑΜΟ - αριθμό 1295/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου - Κοινά αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου-Νομική προσέγγιση - Η διεκδίκηση μέρους της περιουσίας του συζύγου (αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου) έπεται ενός διαζυγίου με αντιδικία - Αριθμός 1295/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2 Πολιτικό Τμήμα - Αποκτήματα γάμου. Εννοια αύξησης περιουσίας. Κρίσιμος χρόνος. Τρόπος εκτίμησης της αξίας της περιουσίας. Τεχνικές εκθέσεις αρχιτέκτονα μηχανικού για την εκτίμηση των ακινήτων (Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, αριθμός απόφασης 87/2011) - Αριθμός απόφασης 76/2018 Αριθμός 76 /2018 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ – ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ 107/2016 ΤρΕφΛαρ (αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα) - Απoκτήματα – Κατανομή του βάρους απόδειξης με βάση το μαχητό τεκμήριο συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου (βλ. ΜΠρΘεσσ 9674/2016, δημ. Αρμ 2017, 47= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) - Άρθρο 1398 ΑΚ. Τεκμήρια για τα κινητά ΕφΑΘ 4806/1996 (Αρμ. 1997 σελ. 636) Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΟΙΚΕΙΕΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΓΩΓΕΣ Ή ΑΓΩΓΕΣ ΝΟΜΗΣ - Σ


Κοινά αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου-Νομική προσέγγιση

Κοινά αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου.

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα: « Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.
Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ο, τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».
Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1401 του Αστικού Κώδικα: «Η αξίωση του προηγούμενου άρθρου δεν γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου».

Ως αποκτήματα νοείται η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλον κατά τη διάρκεια του γάμου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άνω άρθρου οι προϋποθέσεις για την γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα κοινά αποκτήματα του γάμου είναι οι εξής:

Λύση/ Ακύρωση του γάμου ή συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων
Αύξηση της περιουσίας του συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και η συνεπεία αυτής υποχρέωση προς απόδοση

Η συμβολή του συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με οποιονδήποτε τρόπο.

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 1/3 ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ

Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο, υπό την έννοια ότι, επιδέχεται ανταπόδειξη από τον εναγόμενο σύζυγο. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που το περιεχόμενο της αγωγής αφορά απόδοση ποσοστού επί της επαύξησης περιουσίας που αντιστοιχεί στο 1/3 αυτής, τότε ο ενάγων σύζυγος δεν υποχρεούται να αποδείξει τη δική του συμβολή, αλλά μόνο το γεγονός της επαύξησης της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου που αποτελεί και τη βάση του τεκμαρτού προσδιορισμού της συμβολής. Στην περίπτωση αυτή ο αντίδικος σύζυγος δύναται να ανταποδείξει μικρότερο ποσοστό συμβολής (εξ ου και το 1/3 αποκαλείται μαχητό τεκμήριο, διότι είναι θέμα απόδειξης των διαδίκων κατά πόσο η επαύξηση της περιουσίας σχετιζόταν με την έγγαμη συμβίωση). Στην περίπτωση όμως που το περιεχόμενο της αγωγής αφορά απόδοση ποσοστού μεγαλύτερου του 1/3 της επαύξησης περιουσίας, τότε ο ενάγων σύζυγος οφείλει να αποδείξει το μεγαλύτερο ποσοστό συμβολής του στην επαύξηση, ο δε εναγόμενος σύζυγος δύναται να ανταποδείξει μικρότερο ποσοστό συμβολής.

Για τον υπολογισμό της επαύξησης της περιουσίας, υπολογίζεται η διαφορά ανάμεσα στην τελική και αρχική περιουσία των συζύγων δηλαδή, συγκρίνεται η περιουσία κάθε συζύγου κατά την τέλεση του γάμου με την περιουσία που έχει κατά την λύση του γάμου, την ακύρωσή του, ή την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης.

ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ στην περιουσιακή αύξηση οτιδήποτε αποκτάται από χαριστική αιτία και συγκεκριμένα:

δωρεά εν ζωή και αιτία θανάτου
κληρονομιά (εξ’ αδιαθέτου και εκ διαθήκης)
κληροδοσίες γονική παροχή
ό,τι αποκτά κανείς από τη διάθεση/ πώληση των ανωτέρω αποκτημάτων, οι καρποί και τα αποκτήματα
οι δωρεές που έχουν γίνει από τον ένα σύζυγο στον άλλο [κατά μια επικρατούσα στη θεωρία άποψη]
κέρδη από λαχεία, παίγνια, στοιχήματα
οτιδήποτε μολονότι αποκτήθηκε, δεν σώζεται κατά τη χρονική στιγμή γενέσεως της αξίωσης συμμετοχής, λόγω του ότι το απόκτημα έχει καταστραφεί (χωρίς υπαιτιότητα του συζύγου) ή εκποιηθεί και το τίμημα διατέθηκε για τις οικογενειακές ανάγκες.

ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ

Η συμβολή του δικαιούχου στην επαύξηση της περιουσίας, όπως αυτή ορίζεται στην υπόψη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο είτε άμεσα είτε έμμεσα.

ΑΜΕΣΗ ΣΥΜΒΟΛΗ: οποιαδήποτε υλική συμβολή του / της συζύγου. Δηλαδή, οτιδήποτε ο δικαιούχος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης έχει διαθέσει υπό την μορφή κεφαλαίου, εργασίας κ.λ.π.

ΕΜΜΕΣΗ ΣΥΜΒΟΛΗ: οτιδήποτε παρέχεται στον/ στην σύζυγο με την μορφή της εξοικονόμησης πόρων και της διευκόλυνσης για την ανάπτυξη της επαγγελματικής δραστηριότητας του / της συζύγου. Μιλάμε δηλαδή για όποια ενίσχυση ψυχική και οποιαδήποτε συμβολή στην καθημερινότητα του συζύγου η οποία διευκόλυνε την ζωή του και συνακόλουθα τον οδήγησε μέσω της ανετότερης διεκπεραίωσης των εργασιών του στην επαύξηση της περιουσίας του. Ενδεικτικά αναφέρονται οι κάτωθι περιπτώσεις:

Ανατροφή των τέκνων και πλήρης ενασχόληση με τις οικιακές εργασίες. Σε αυτήν την περίπτωση η συμβολή της συζύγου θα πρέπει να αποτιμάται σε χρήμα δηλ. σε μηνιαίο εισόδημα που τυχόν θα αποκόμιζε από εξωοικιακή εργασία εάν και εφόσον δεν είχε επιδοθεί στις οικιακές εργασίες για την οικογένειά της.
Παροχή βοήθειας στο επάγγελμα του συζύγου, υπό την μορφή των ιδεών της ψυχικής τόνωσης κ.α.
Συμπαράσταση σε δύσκολες περιόδους (ασθένεια)
Εξοικονόμηση μισθωμάτων στην περίπτωση παροχής στέγης από τους γονείς του/της συζύγου

Τα παραπάνω ισχύουν στην περίπτωση που πριν ή κατά τη διάρκεια του γάμου οι σύζυγοι δεν έχουν επιλέξει το συμβατικό σύστημα της κοινοκτημοσύνης για τη ρύθμιση των μεταξύ σας περιουσιακών ζητημάτων, οπότε και η επίλυση των τελευταίων καθίσταται πιο ευχερής (Αρ. 1403-1405 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχεία αποκτηθεί κατά τον γάμο ανήκει και στα δύο μέρη.

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα ή κατ’ ορθότερη ορολογία «η αξίωση συμμετοχής στην περιουσιακή αύξηση», βασίζεται στο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων (αρ. 1397 ΑΚ) η οποία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την ελεύθερη επιλογή του συστήματος της κοινοκτημοσύνης, δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του γάμου. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων συνεπάγεται ατομική ευθύνη του καθενός συζύγου απέναντι στους δανειστές και ελευθερία συναλλαγής γεγονός που προστατεύει τις συναλλαγές. Οι αδικίες μέσα στο γάμο που μπορεί να προκύψουν από την άνω αρχή αίρονται από το νομοθέτη με τη θέσπιση της αρχής του ποσοστού της συμβολής του καθενός συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου.

ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αξίωση συζύγου από την περιουσία του έτερου συζύγου, ανήκει στο παθητικό της περιουσίας του τελευταίου, ο δε δικαιούχος σύζυγος θεωρείται δανειστής του υποχρέου. Πλην όμως για να ισχύσει αυτό θα πρέπει η αξίωση να έχει αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και προκειμένου να ικανοποιηθεί προνομιακά σε περίπτωση επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης από άλλους δανειστές (π.χ. Τράπεζες ή Δημόσιο) θα πρέπει να έχει επιπλέον εξοπλισθεί με εμπράγματη ασφάλεια. Διαφορετικά θα θεωρηθεί εγχειρόγραφος/ανέγγυος δανειστής και ο η απαίτηση του συζύγου θα καταταγεί τυχαίως και εφ’ όσον το εκπλειστηρίασμα επαρκεί.

Ζήτημα προκύπτει σε κάθε περίπτωση από τις διατάξεις του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που ψηφίστηκαν στις 22.7.2015 ως «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4334/2015» που θα τύχει εφαρμογής από 1.1.2016. Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν.4334/2015 η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε τον νόμο αυτό ως ενσωμάτωση της συμφωνίας του EUROSUMMIT (S/N 4070/12.07.2015). Στα πλαίσια της συμφωνίας ήταν και η υιοθέτηση ενός πλήρως αναμορφωμένου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ως προς τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις για το σύστημα πολιτικής δικαιοσύνης ώστε να επιταχυνθεί σημαντικά η δικαστική διαδικασία και η μείωση του σχετικού κόστους.

Οι εν λόγω αλλαγές φαίνονται να ευνοούν τις Τράπεζες ακόμα και έναντι του Δημοσίου, πολλώ δε μάλλον έναντι των συζύγων κατά του οφειλέτη συζύγου για δύο λόγους:

(α) Σύμφωνα με τις διατάξεις 993 και 995 ΚΠολΔ για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, θα λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Επίσης, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου θα ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης, διάταξη η οποία είναι πιθανό να επιτρέψει στις Τράπεζες, που κατά κανόνα επισπεύδουν τις διαδικασίας αυτές και εν όψει της ρευστής κατάστασης που επικρατεί στην αγορά ακινήτων, να προσδιορίζουν μικρές εμπορικές αξίες, σε βλάβη των συμφερόντων τόσο των οφειλετών, όσο και των λοιπών δανειστών, δοθέντος ότι οι οφειλέτες θα συνεχίσουν αν ενέχονται για το υπόλοιπο της οφειλής τους, η δε λοιπή περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση και των λοιπών δανειστών τους. Επισημαίνεται δε ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαιούχος σύζυγος έχει κατορθώσει να ασφαλίσει εμπράγματα την απαίτησή του, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας που ισχύει στο εμπράγματο δίκαιο, είναι εξαιρετικά πιθανό η αξίωση της Τράπεζας να προηγείται της δικής του, αφού συνήθως οι εμπράγματες εξασφαλίσεις συστήνονται κατά τη σύναψη των σχετικών δανειακών συμβάσεων.

(β) Επιπλέον, ο επανακαθορισμός της σειράς κατάταξης των δανειστών στον πίνακα γενικών προνομίων και η κατάργηση της ισχύουσας πρόβλεψης για τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά μετά την ικανοποίηση της τρίτης τάξης αυτών ευνοεί αποκλειστικά τις Τράπεζες, σε βάρος κάθε άλλου δανειστή, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Οι δε Τράπεζες αποκτούν συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος ακόμα και με την προσημείωση υποθήκης (μη προνομιούχα απαίτηση), χωρίς να είναι αναγκασμένες να την έχουν τρέψει σε υποθήκη.

Ειδικότερα στην τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 977 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στην §3 προβλέπεται, μεταξύ των άλλων, συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος και των προσημειούχων δανειστών εις τρόπο ώστε οι απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο (υποθήκη) του άρθρου 976 να ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις με γενικό προνόμιο του άρθρου 975 (δικηγορικές αμοιβές, αμοιβές εργαζομένων, απαιτήσεις δημοσίου για ΦΠΑ, απαιτήσεις οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις (προσημειώσεις) έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Επίσης προβλέπεται, αν υπάρχουν απαιτήσεις του άρθρου 976 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι πρώτες ικανοποιούνται έως το ενενήντα τοις εκατό (90%) και οι δεύτερες έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως, ενώ αν συντρέχουν απαιτήσεις του άρθρου 975 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχοι ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως.

Πάντα τα ανωτέρω, δημιουργούν προβληματισμό ως προς τη συνταγματικότητα των άνω διατάξεων και δη την ισότιμη έννομη προστασία όλων των δανειστών, εν προκειμένω των συζύγων που αξιώνουν απόδοση της συμμετοχής τους στην επαύξηση της περιουσίας του/της ετέρου συζύγου.

Ταύτα δε τοσούτω μάλλον καθ’ όσον, σύμφωνα με την παρ. 8β του ν. 4336/2015 (Νέο Μνημόνιο) το όριο του ακατασχέτου των τραπεζικών λογαριασμών μειώθηκε στο ποσό των 1.250 € μηνιαίως, ανά φυσικό πρόσωπο και ανά πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός που παρέχει στα τραπεζικά ιδρύματα μία ακόμη διέξοδο να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, προβαίνοντας σε άμεση κατάσχεση του υπολοίπου τραπεζικών λογαριασμών που δε καλύπτονται από τα όρια του ακατασχέτου.

Εν όψει των ανωτέρω, είναι πιθανό οι αντίδικοι σύζυγοι να ακολουθήσουν την πρακτική της σύμβασης συμβιβασμού (άρθρο 871 Α.Κ.), με την οποία οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι δεσμευτική για τους συμβαλλόμενους. Συνεπώς, δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε με το συμβιβασμό και αν τις προβάλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως του συμβιβασμού. Μετά τον συμβιβασμό κατανέμεται οριστικά η περιουσία και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με το συμβιβασμό. Το δικαστήριο, αν προταθεί, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβασης συμβιβασμού και να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχισθεί η δίκη. Είναι δε έγκυρος ο συμβιβασμός που γίνεται μετά τη λύση του γάμου και αφορά τις μεταξύ των πρώην συζύγων αξιώσεις για τη συμμετοχή τους στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου (ΑΠ 1872/2009).

Διά του άνω τρόπου, ο ένας σύζυγος δύναται να μεταβιβάσει στον έτερο σύζυγο το τεκμαρτό ποσοστό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας του (1/3) και ο/η δικαιούχος σύζυγος να αποφύγει τρόπον τινά την αναγγελία και την κατάταξή του στους λοιπούς δανειστές του υποχρέου συζύγου κατά τη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

Πλην όμως, στην περίπτωση αυτή, επισημαίνεται ο κίνδυνος η εν λόγω δικαιοπραξία να προσβληθεί από τις Τράπεζες ή το Δημόσιο ως καταδολιευτική κατ΄ αρθ. 939 ΑΚ, δοθέντος ότι θα πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ήτοι (α) η ύπαρξη απαιτήσεως του δανειστή κατά την άσκηση της αγωγής, η οποία (απαίτηση) δεν απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς ούτε να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, (β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, (γ) σκοπός βλάβης των δανειστών που προκαλείται με την ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη λόγω της απαλλοτριώσεως, με αποτέλεσμα η περιουσία που απομένει, δηλαδή η εμφανής περιουσία, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών και δ) γνώση του τρίτου, προς τον οποίον γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό βλάβης των δανειστών. Η γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση (μεταβίβαση), σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, ή από αγχιστεία έως το δεύτερο.

Πέραν τούτου, στην περίπτωση ύπαρξης οφειλών έναντι του Δημοσίου, ενδέχεται να προκύψει κώλυμα κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείο, δοθέντος ότι είναι πιθανό ο υπόχρεος και μεταβιβάζων σύζυγος να μη δύναται να λάβει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα για την ολοκλήρωση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας.

Πάντα τα ανωτέρω, αποτελούν παράγοντες που οι σύζυγοι οφείλουν να λάβουν υπόψη τους, προτού επιχειρήσουν να διανείμουν την περιουσία τους με τη διαδικασία του εξωδικαστικού ή δικαστικού συμβιβασμού, ενώ υπάρχουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές αξιώσεις ιδιωτών ή του Δημοσίου σε βάρος ενός εξ αυτών ή αμφοτέρων.

Πηγή: www.artion.gr


Δ Η διεκδίκηση μέρους της περιουσίας του συζύγου (αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου) έπεται ενός διαζυγίου με αντιδικία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτής της περιουσίας, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται δε ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η αγωγή που ασκείται στην περίπτωση αυτή ονομάζεται αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου.
Τι πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου για να είναι ορισμένη;
Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.
Το τεκμήριο της συμβολής του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου σε ποσοστό ένα τρίτο, είναι μαχητό
Το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Τι εκλαμβάνεται ως αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου;
Ως αύξηση, νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακή κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση τη τελική αξία τούτων.
Συμβολή στην αύξηση της συζυγικής περιουσίας με την παροχή υπηρεσιών στον υπόχρεο σύζυγο
Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του Αστικού Κώδικα, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό, στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.
Γίνεται να παραιτηθεί κάποιος από τους συζύγους από το δικαίωμα συμμετοχής του στα αποκτήματα του γάμου;
Η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ' εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ), οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσεως του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτά της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση.
Η άμυνα του εναγόμενου συζύγου στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου
Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος ή οι κληρονόμοι αυτού, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλουν, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με τη αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, ως προς το επί πλέον αυτού ποσοστό ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή συνιστά άρνηση. Τα ίδια ισχύουν ως προς το βάρος της απόδειξης και όταν ο εναγόμενος σύζυγος, προς απόκρουση της εναντίον του σχετικής αγωγής του άλλου, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατ'εκείνου, από τη συμβολή του στα αποκτήματα του ενάγοντος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).
Κληρονομείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου;
Η αξίωση του συζύγου για τη συμβολή του στα αποκτήματα, σε περίπτωση θανάτου αυτού, δεν κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί σχετική αγωγή του στον υπόχρεο, η αντίστοιχη όμως υποχρέωση του θανόντος κληρονομείται και οι κληρονόμοι του ενέχονται ο καθένας κατ' αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας. Επομένως, οι εναγόμενοι από τον επιζώντα δικαιούχο σύζυγο κληρονόμοι του θανόντος υποχρέου, δεν έχουν, κατ' αρχήν, σχετική ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος για τη συμβολή του κληρονομηθέντος από αυτούς στα αποκτήματα εκείνου, την οποία μπορούν να προβάλουν σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, εκτός αν επικαλούνται ότι η ανταπαίτηση του κληρονομηθέντος είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί από αυτόν όταν ζούσε σχετική αγωγή εναντίον του άλλου, ο δε πλουτισμός του δικαιούχου από τη συμβολή του θανόντος στην αύξηση της περιουσίας του δεν είναι αδικαιολόγητος.
Χρόνος παραγραφής της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου
Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 και 2 του ΑΚ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ' του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ' όσον όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (AK 257). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης.
Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΚ 261 και ΚΠολΔ 221 παρ. 1). Τέτοια πράξη θεωρείται κάθε διαδικαστική ενέργεια που κατά νόμον είναι αναγκαία για την συνέχιση της δίκης, αποβλέπει δε και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκοπού της. Έτσι, διαδικαστική πράξη είναι και η έκδοση αναβλητικής ή οριστικής αποφάσεως". Κάθε μία από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις επιφέρει αυτοτελώς την διακοπή της παραγραφής. Εφόσον δηλαδή οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ολόκληρος ο χρόνος, που απαιτείται για την παραγραφή της αξιώσεως και, ειδικώς για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, τα δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου.

 

Διαζύγιο. Η περιουσία που αποκτήθηκε στη διάρκεια του γάμου


Διαζύγιο. Η περιουσία που αποκτήθηκε στη διάρκεια του γάμου
Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή
Αριθμός 1295/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 Πολιτικό Τμήμα
Διαζύγιο. Συμμετοχή στα αποκτήματα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή“.
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής από τα αποκτήματα είναι:
1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων,
2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και
3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ 1912/2009).
O χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν και της αξίας των.
Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής. Ο ενάγων αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου με τη δική του συμβολή, την ύπαρξη αυτών κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της λύσεως ή ακυρώσεως ή συμπληρώσεως τριετούς διάστασης, καθώς και την αξία τους κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.
Η ανυπαρξία αυξήσεως της περιουσίας κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο γενέσεως της αξιώσεως αποτελεί λόγο απορρίψεως της αγωγής.
Απαιτείται συνεπώς αύξηση της περιουσίας και συμβολή του δικαιούχου και διατήρηση αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο γενέσεως της αξιώσεως. Συνακόλουθα τούτων δεν περιλαμβάνονται στην τελική περιουσία στοιχεία που αποκτήθηκαν μεν κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά στη συνέχεια εκποιήθηκαν πριν από τη λύση ή την ακύρωσή του ή τη συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως, εκτός αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, οπότε η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σ’ αυτό.
Η εκποίηση αυτή, την οποία μπορεί να αγνοεί ο δικαιούχος σύζυγος, ιδίως στην περίπτωση που αυτή λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής.
Εφόσον με την αγωγή ζητείται η σε χρήμα απόδοση της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου στο μέτρο που αυτή επήλθε με τη συμβολή του δικαιούχου και από τις αποδείξεις προκύψει ότι το περιουσιακό στοιχείο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε ο ενάγων έχει εκποιηθεί και το τίμημα που εισπράχθηκε βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, το τίμημα υποκαθίσταται στη θέση του περιουσιακού στοιχείου που εκποιήθηκε και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του χρηματικού ποσού στο οποίο ανέρχεται η συμβολή του δικαιούχου (ΑΠ 1445/2012).
Εξάλλου, η συμβολή του δικαιούχου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Τέλος, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, προκειμένου να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.
Τα παραπάνω ισχύουν, όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου. Όταν, όμως, η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνο οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο δικαιούχος σύζυγος, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης.
 Κατά συνέπεια, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του δεν μπόρεσε να αποδείξει με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, τότε η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).
Αστικό Δίκαιο
Αποκτήματα γάμου. Εννοια αύξησης περιουσίας. Κρίσιμος χρόνος. Τρόπος εκτίμησης της αξίας της περιουσίας. Τεχνικές εκθέσεις αρχιτέκτονα μηχανικού για την εκτίμηση των ακινήτων (Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, αριθμός απόφασης 87/2011)
Περίληψη: Αποκτήματα γάμου. Εννοια αύξησης περιουσίας. Κρίσιμος χρόνος. Τρόπος εκτίμησης της αξίας της περιουσίας. Τεχνικές εκθέσεις αρχιτέκτονα μηχανικού για την εκτίμηση των ακινήτων. Ενσταση υπάρξεως παθητικού στην περιουσία. Τρόπος απόδειξης της συμβολής του άλλου συζύγου. Νόμιμο τεκμήριο 1/3. Ενσταση μηδενικής συμβολής. Συμβολή της συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου με προσφορά προσωπικής εργασίας στον οίκο και με ενθάρρυνση και συμπαράσταση στο σύζυγό της για απρόσκοπτη ενασχόληση με την εργασία του που είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του επαγγέλματός του και την αύξηση των εισοδημάτων του. Εφαρμογή του τεκμηρίου για συμβολή κατά 1/3, λόγω αδυναμίας αποτίμησης της πραγματικής συμβολής. Επικυρώθηκε κατ΄έφεση με την 1345/2012 ΕφΘεσ.
[...] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται δε ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου (ΑΠ 486/2009 ΕΠολΔ 2010, 431, ΑΠ 1511/2005 ΕλλΔνη 2006, 103, ΑΠ 430/2002 ΕλλΔνη 2002, 1624). Ως αύξηση, νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακή κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση τη τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή, στοιχείων που την διαφοροποιούν, π.χ. ύπαρξη χρεών ή δανείων ανεξόφλητων κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας, που διαφοροποιούν απομειωτικά την καθαρή αξία της τελικής περιουσίας, αποτελεί βάση καταλυτικής ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1790/2009 ΕλλΔνη 2010, 699, ΑΠ 546/2009 ΕΠολΔ 2010, 436). Περαιτέρω, κατά την άποψη που το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί ως ορθή, ο χρόνος της λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση, ήτοι ο χρόνος γέννησης της αξίωσης (ΑΠ 1249/2009 ΤρΝομΠληρ Νόμος), είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν (ΑΠ 209/2010, ΑΠ 193/2010 ΤρΝομΠληρ Νόμος, ΑΠ 1749/1999 ΕλλΔνη 2000, 982, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, εκδ. 2004, τόμος Ε`, σελ 327, βλ. αντίθετα ότι στην περίπτωση της τριετούς διάστασης η περιουσιακή αύξηση του υπόχρεου συζύγου πρέπει να ανάγεται στο χρόνο άσκησης της αγωγής του άρθρου 1400 ΑΚ, ΑΠ 546/2009 ΤρΝομΠληρ Νόμος, ΑΠ 406/2003 ΕλλΔνη 2003, 1571, ΑΠ 1658/2001 ΕλλΔνη 2002, 1039), έστω και αν πρόκειται για ακίνητα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά την έναρξη της διάστασης και πριν από τη συμπλήρωση τριετίας από της έναρξης, στο ίδιο δε κρίσιμο χρονικό σημείο μεταφέρεται και συνυπολογίζεται και η αξία της συμβολής του ενός συζύγου με την παροχή υπηρεσιών κατά την προαναφερθείσα έννοια, έστω και εάν κατά το χρόνο της τριετούς διάστασης δεν υπήρξε τέτοια πραγματική συμβολή, αλλ` αυτή αναφέρεται στο χρόνο πριν από τη διάσταση (ΑΠ 193/2010 ό.π.). Τέλος, αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, η σχετική αξίωση του δικαιούχου συζύγου μετατίθεται σ` αυτό (ΑΠ 1652/2003 ΕλλΔνη 2005, 1662). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή εκθέτει ότι την 16-5-1993 τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο θρησκευτικό γάμο, ήδη δε από τις αρχές Απριλίου του 2005 διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσης τους, της τριετούς διάστασης τους συμπληρωθείσας στις αρχές Απριλίου 2008. Ότι κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης του γάμου τους, ο εναγόμενος ήταν κύριος της αναφερόμενης στην αγωγή ακίνητης περιουσίας, αξίας, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου άσκησης της παρούσας αγωγής, 59.578,00 ευρώ.
Οτι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους η περιουσία του τελευταίου αυξήθηκε κατά 346.550,00 ευρώ, καθόσον αυτός απέκτησε κατά κυριότητα τα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία, όπως η αξία καθενός τούτων κατά τον κρίσιμο χρόνο (της άσκησης της αγωγής) αναλυτικά προσδιορίζεται, ήτοι: α) το έτος 1993 έναν περιφραγμένο αγρό έκτασης 3.600 τ.μ. με αριθμό τεμαχίου 6.188, κείμενο στη θέση ....» του αγροκτήματος Σερρών, β) το έτος 1997 ποσοστό 1.451/3.781 εξ αδιαιρέτου ενός περιφραγμένου αγρού συνολικής έκτασης 3.781 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 6.128, κείμενου στη θέση «......» του αγροκτήματος, γ) το έτος 2001 την επικαρπία διώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας επί του με αριθμό . οικοπέδου του ....Ο. Π. της πόλης των Σερρών, δ) το έτος 1994 ένα κατάστημα με υπόγειο, κείμενο εντός περιφραγμένης κάθετης ιδιοκτησίας επί του με αριθμό ... αγρού, κείμενου στη θέση «............» του αγροκτήματος .., ε) το έτος 2004 ένα οικόπεδο με αριθμό .. , κείμενο στο ..... Συνοικισμού ......, έκτασης 1.317 τ.μ., μετά των επ` αυτού δύο αποθηκών, στ) το έτος 2007 έναν αγρό έκτασης 6.423,96 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 7.330, κείμενο στη θέση «...........» του αγροκτήματος Σερρών, ζ) το έτος 2007 έναν αγρό έκτασης 6.423,96 τ.μ. με αριθμό τεμαχίου 7.331, κείμενο στη θέση «....................» του αγροκτήματος , η) το έτος 2007 έναν αγρό έκτασης 5.410,99 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 7.328, κείμενο ση θέση «......» του αγροκτήματος Σερρών, θ) την 25-8-2008 έναν αγρό έκτασης 4.820,65 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 6.921, κείμενο στη θέση «.... ....» του αγροκτήματος Σερρών, ι) το έτος 1996 ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής opel, τύπου με αριθμό κυκλοφορίας ...... , ια) την 26-11-2008 ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, με αριθμό κυκλοφορίας ... , ι β) την 9-4-2009 ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, με αριθμό κυκλοφορίας ..... , ιγ) το έτος 2003 ένα ταχύπλοο εξωλέμβιο σκάφος τύπου ΜΑΡΙΝΚΟ με αριθμό κυκλοφορίας Τ.Σ. 35 και ιδ) το σωζόμενο τίμημα ποσού 8.000,00 ευρώ από την πώληση το έτος 2006 ενός τροχόσπιτου μήκους 5 μέτρων, κτηθέν στο όνομα του εναγομένου το 2004. Οτι στην αύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια και δη σε ποσοστό 256.236/346.550, με την παροχή της, άνευ ανταλλάγματος, εργασίας της στην επαγγελματική του δραστηριότητα, με την εξ ολοκλήρου προσφορά των εισοδημάτων της από την προσωπική της εργασία, με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και στην επιμέλεια και ανατροφή των κοινών τους τέκνων, με την ηθική ενίσχυση και ενθάρρυνση του και με την παροχή των υπηρεσιών της για την αποπεράτωση της οικογενειακής τους στέγης, όπως η συμβολή της αυτή περαιτέρω εξειδικεύεται και αποτιμάται και η οποία ξεπερνούσε την εκ του νόμου υποχρέωση συνεισφοράς της στις αναφερόμενες οικογενειακές διατροφικές ανάγκες.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, το ποσό των 256.236,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο προρρηθέν ποσοστό 256.236/346.550 της αξίας της περιουσίας του, επιλέγουσα κατά την κύρια βάση της αγωγής της τον πραγματικό υπολογισμό για τη συμβολή της στην προαναφερθείσα αύξηση της περιουσίας του συζύγου της, άλλως 70 ποσό των 115.516,66 ευρώ, που ισούται με το 1/3 της επαύξησης της περιουσίας του, επιλέγουσα κατά την επικουρική βάση της αγωγής της τον τεκμαρτό υπολογισμό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Μ` αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση, μετά και την κατ` άρθρο 214Α ΚΠολΔ ανεπιτυχή απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς (βλ. την από 23-9-2010 δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της ενάγουσας, σε συνδυασμό με τη με αριθμό .......... έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σταύρου Μπατσιβάρη), ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου (άρθρα 18 αρ. 1, 22 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι η διαφορά αυτή, ως περιουσιακή, δεν υπάγεται στις γαμικές διαφορές που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 592 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 418/1998 ΕλλΔνη 1998, 608). Είναι δε αρκούντως ορισμένη, αφού παρατίθενται σ` αυτή όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, του τυχόν υπάρχοντος παθητικού της περιουσίας μη αποτελούντος στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα από τον εναγόμενο, αλλά στοιχείο ένστασης αυτού. Περαιτέρω είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1400, 346 ΑΚ, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην της αξίωσης της ενάγουσας για συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου που συντελέσθηκε με την αγορά στο όνομα του τελευταίου των ως άνω υπό στοιχεία θ`, ια` και ιβ` περιουσιακών στοιχείων, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, αυτά αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση, των ως άνω περιουσιακών στοιχείων μη αποτελούντων, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, τελική περιουσία του εναγομένου - υπόχρεου συζύγου. Πρέπει, επομένως, η αγωγή καθ` ο μέρος κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον έχει καταβληθεί το απαπούμενο για το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμό 2541/2011 διπλότυπο είσπραξης Α Δ.Ο.Υ. Σερρών).
Ο εναγόμενος, με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ουδεμία συμβολή είχε στην αύξηση της περιουσίας του, καθόσον η ίδια ουδέποτε εργάσθηκε, ούτε καθ` οιονδήποτε τρόπο βοήθησε τον ίδιο στις επιχειρήσεις του, ούτε παρείχε υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο και στην ανατροφή των τέκνων τους που υπερέβαιναν την εκ του νόμου υποχρέωση συνεισφοράς της, η δε αγορά των επίδικων περιουσιακών στοιχείων έγινε αποκλειστικά με δικά του χρήματα που προήλθαν από την εργασία του. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Αν όμως ληφθεί υπόψη ότι, το τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το ένα τρίτο ενεργεί και ως προς του δύο συζύγους και επομένως η ενάγουσα, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική της, σε ποσοστό μεγαλύτερο από το ένα τρίτο, συμβολή θα δικαιούται το 1/3 της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ. β` ΑΚ (ΑΠ 1799/2008, ΑΠ 438/2007 ΤρΝομΠληρ Νόμος) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι με το από 30-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν με την ενάγουσα ενόψει της συμφωνίας τους για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, η τελευταία παραιτήθηκε από την απαίτηση της για τα αποκτήματα, την οποία επομένως δεν μπορεί να προβάλει με την ένδικη αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση παραίτησης της ενάγουσας από την ένδικη αξίωση της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ο εναγόμενος δεν αναφέρει για τη θεμελίωση της άνω ανατρεπτικής ένστασης ότι η άνω ρυθμιστική για τα αποκτήματα συμφωνία επέφερε τα αποτελέσματα της λόγω πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελεί, ήτοι της λύσης του μεταξύ των διαδίκων γάμου με συναινετικό διαζύγιο (ΑΠ 1872/2009 ΤρΝομΠληρ Νόμος, ΑΠ 819/2004 ΕλλΔνη 006, 1355).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες εκτιμώνται (άρθρο 340 ΚΠολΔ) καθ` εαυτές και σε συνδυασμό προς τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατά το λόγο γνώσης και αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, καθώς και από τις πέντε από 5-9-2006 τεχνικές εκθέσεις του αρχιτέκτονα μηχανικού ............... , που συντάχθηκαν κατόπιν αίτησης αμφοτέρων των διαδίκων και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 111/1981 Δ 1981, 311, ΑΠ 393/1999 ΕλλΔνη 1999, 1720) και τη με αριθμό 273/22-12-2010 ένορκη βεβαίωση των ................ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, με επιμέλεια της οποίας δόθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. τη με αριθμό. .......... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Δημητρίου Κουτρουμανίδη), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις Σέρρες, την 16-5-1993, σε ηλικία 23 ετών η ενάγουσα και 27 ετών ο εναγόμενος, από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν δύο ανήλικα εισέτι τέκνα, τη .... , γεννηθέντες την 8-7-1994 και 26-6-1996 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά τον Απρίλιο του 2005 και έκτοτε οι διάδικοι, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, τελούν σε διάσταση, η οποία συμπλήρωσε τριετία τον Απρίλιο του 2008. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του ήταν κύριος μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας, ήτοι του με κεφαλαίο γράμμα Γ μελλοντικού κτίσματος, που προβλεπόταν να έχει εμβαδόν 294 τ.μ., κείμενου επί του με αριθμό κληροτεμαχίου ... αγρού, εμβαδού 3.972,5 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται στη θέση «....................» του αγροκτήματος Σερρών, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στον άνω αγρό 50%, αξίας, αναγόμενης στο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, 59.587,50 ευρώ, την οποία εξάλλου δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος.
Κατά τη διάρκεια δε του γάμου των διαδίκων και έως το κρίσιμο κατά τα ανωτέρω χρονικό σημείο της συμπλήρωσης τριών ετών από τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης τους (Απρίλιος 2008), ο εναγόμενος απέκτησε τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχαν την παρακάτω αναφερόμενη για έκαστο τούτων αξία κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται διαφοροποίηση της αξίας τους, ήτοι: α) Δυνάμει του με αριθμό ...... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σερρών Ελένης Ζαφειροπούλου - Κυριάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα ενός αγρού, έκτασης 3.600 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου .. , κείμενο στη θέση «.....» του αγροκτήματος Σερρών. Το άνω ακίνητο, το οποίο είναι περιφραγμένο, με πρόσωπο σε αγροτική οδό, δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, σε περιοχή ττου δεν υπάρχει οικοδομική δραστηριότητα, αλλά μόνο καλλιέργειες και έχει δυνατότητα άρδευσης, η δε αξία αυτού (συμπεριλαμβανομένης της αξίας του γηπέδου και της περίφραξης) ανέρχεται στο συνολικό ΟΕποσό των 10.000,00 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την από 5-9-2006 τεχνική έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού ................ , β) Επί του προμνησθέντος αγρού που αποτελούσε την αρχική περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου και στο διακεκριμένο τμήμα αυτού που αντιστοιχούσε στην κάθετη ιδιοκτησία του, ανεγέρθη την περίοδο 1994 - 1995, βάσει της με αριθμό ...οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου στο όνομα του εναγομένου, ως κυρίου της παραπάνω κάθετης ιδιοκτησίας, ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο, εμβαδού 151,20 τ.μ. και 179,20 τ.μ. αντίστοιχα, κατ` επέκταση του ήδη υπάρχοντος ισογείου της υφιστάμενης οικοδομής - άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας του αδελφού του ............. .
Το άνω κατάστημα έχει καλή ποιότητα κατασκευής, ο συντήρηση του είναι όμως μέτρια, ο φέρων οργανισμός του είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, δεν έχει θέρμανση ή ανελκυστήρα, το δε υπόγειο έχει δική του πρόσβαση με ράμπα, δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί από την ίδια με του ισογείου επιχείρηση ή διαφορετική αυτής. Στην παραπάνω περιοχή όπου βρίσκεται το κατάστημα υπάρχει ανοικοδόμηση με ήπια βιοτεχνική και εκθεσιακή χρήση, ενώ στην περιοχή, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, δεν υπάρχει ρυμοτομία. Η αξία του άνω κτίσματος, συμπεριλαμβανομένης της αξίας τόσο του ισογείου και του υπογείου, όσο και της περίφραξης, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του εναγομένου και αφαιρούμενης της αξίας ταυ γηπέδου, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, αποτελούσε περιουσία κτηθείσα από τον εναγόμενο πριν την τέλεση του γάμου και επομένως δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 97.570,00 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την από 5-9-2006 τεχνική έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού .............. , γ) Δυνάμει του με αριθμό ... ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Αραπάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε τη συγκυριότητα ποσοστού 1.451/3.781 ενός αγρού, έκτασης 3.781 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου .. , κείμενου στη θέση «...........» του αγροκτήματος Σερρών. Το άνω ακίνητο, το οποίο είναι περιφραγμένο, με πρόσωπο σε αγροτική οδό, δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, σε περιοχή που δεν υπάρχει οικοδομική δραστηριότητα, αλλά μόνο καλλιέργειες και έχει δυνατότητα άρδευσης, η δε αξία του άνω ποσοστού συγκυριότητας του εναγομένου (συμπεριλαμβανομένης της αξίας του γηπέδου και της περίφραξης) ανέρχεται στο ποσό των 4.000,00 ευρώ όπως αποδεικνύεται από την από 5-9-2006 τεχνική έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού ....... , δ) Επί ενός οικοπέδου 200 τ.μ., που βρίσκεται στην διασταύρωση των οδών ............... , στο .... της πόλης των Σερρών, στον αστικό προσφυγικό συνοικισμό .. , με αριθμό οικοπέδου 23, ο εναγόμενος απέκτησε δυνάμει του με αριθμό 6226/23-3- 2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σερρών Μαρίας Ρουντου - Μπάκα την ισόβια επικαρπία αυτού ως γονική παροχή από τον πατέρα του .... .... .
Επί του άνω ακινήτου ανεγέρθη το έτος 2001, βάσει της με αριθμό .... οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου Σερρών στο όνομα των διαδίκων, ως νομίμων εκπροσώπων του ανήλικου υιού τους ............. , ψιλού κυρίου του άνω οικοπέδου, μία διώροφη οικοδομή με υπόγειο. Η άνω οικοδομή αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 120 τ.μ., ισόγεια είσοδο και πυλωτή εμβαδού 30 τ.μ. και 90 τ.μ. αντίστοιχα και πρώτο όροφο - κατοικία εμβαδού 120 τ.μ., έχει άριστη ποιότητα κατασκευής και ομοίως σε άριστη κατάσταση διατηρείται, ο φέρων οργανισμός της είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, δεν έχει ανελκυστήρα, πλην, όμως, - διαθέτει κεντρική θέρμανση, υπόγειο γκαράζ, αποθήκη, χώρο λεβητοστασίου και αποθήκη καυσίμων, ο δε περιβάλλων χώρος έχει περίφραξη με χαμηλά στηθαία και κιγκλίδωμα, ενώ στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου υπάρχει χλοοτάπητας και χαμηλή δενδροφύτευση. Βρίσκεται σε περιοχή όπου η κατά κανόνα χρήση είναι για κατοικία, οι δε οικοδομές που κείνται στην περιοχή είναι χαμηλές και καλαίσθητες, ενώ η απόσταση από το κέντρο της πόλης είναι περίπου 1.500 μ. Η εμπορική αξία του άνω κτίσματος - αφαιρούμενης της αξίας του γηπέδου, το οποίο, κατά τα ανωτέρω αποκτήθηκε από τον εναγόμενο από χαριστική αιτία και επομένως, μη θεωρούμενου αποκτήματος, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (άρθρο 1400 παρ. 3 ΑΚ) - ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 220.000,00 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την από 5-9-2006 τεχνική έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού .... , η δε αξία του δικαιώματος επικαρπίας του εναγομένου υπολογίζεται, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 15 Ν. 2961/2001, σε ποσοστό της αξίας πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή. Επομένως, δεδομένου ότι στην προκειμένη υπόθεση η κρινόμενη αγωγή, κατατεθείσα την 1-12-2009 ενώπιον του ενταύθα Πρωτοδικείου, επιδόθηκε στον εναγόμενο την 11-12-2009 (βλ. τη με αριθμό ............. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σταύρου Μπατσιβάρη), οττότε ο τελευταίος είχε συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του, όχι όμως και το πεντηκοστό (γεννηθείς την 11-1-1966), η αξία της επικαρπίας, ανέρχεται σε ποσοστό 5/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, δηλαδή στο ποσό των 110.000,00 ευρώ. ε) Δυνάμει του με αριθμό ........ πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Αροπτάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα του με αριθμό .. οικοπέδου, κείμενου στο ............................ έκτασης 1.317 τ.μ., μετά των επ` αυτού δύο παλαιών κεραμοσκεπών αποθηκών, εμβαδού 72 τ.μ. και 56 τ.μ. αντίστοιχα.
Το άνω ακίνητο το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κείται σε περιοχή όπου υπάρχει ήπια οικοδομική δραστηριότητα, με ανέγερση κατοικιών και αγροτικών αποθηκών, η δε αξία του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ όπως αποδεικνύεται από την από 5-9-2006 τεχνική έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού ................... , η δε ενάγουσα αποτιμά την αξία αυτού κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίσης αγωγής στο μικρότερο ποσό 35.000,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω αναφερθείσες εκτιμήσεις για την αξία ειδικά των παραπάνω ακινήτων, σαφώς συνάγονται από τις προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού .......................... , ο οποίος έλαβε σχετική εντολή για τη διενέργεια τους σε ανύποπτο χρόνο από αμφότερους τους διαδίκους και ουδόλως αντικρούουνται από την ασαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπάδειξης, ο οποίος ανάγει την αξία απάντων των ποτιστικών αγρών στο ποσό των 1.000,00 ευρώ ανά στρέμμα και των χέρσων αγρών στο ποσό των 500,00 ευρώ ανά στρέμμα και την αξία της άνω κάθετης ιδιοκτησίας - καταστήματος στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, χωρίς να είναι σε θέση να εισφέρει στη δίκη μια πειστική και εμπεριστατωμένη εξήγηση για την άνω αποτίμηση, αρκούμενος σε μια συλλήβδην εκτίμηση της αξίας αυτών, στ) Δυνάμει του με αριθμό ....... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Φωτίου Αϊδινλή, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα δύο αγρών, με αριθμούς τεμαχίου .........., κείμενων στη θέση «.............» του αγροκτήματος Σερρών, έκτασης 5.400 τ.μ. και 6.000 τ.μ. αντίστοιχα. Οι παραπάνω αγροί είναι ποτιστικοί, σε περιοχή που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για καλλιέργειες, η δε αξία του ανέρχεται στο ποσό των 1.500,00 ευρώ ανά στρέμμα, ήτοι στο ποσό . των 8.100,00 ευρώ για το πρώτο ως άνω ακίνητο και στο ποσό των 9.000,00 ευρώ για το δεύτερο τούτων, όπως αποδεικνύεται από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία έκανε σχετική έρευνα αγοράς στην περιοχή, ζ) Δυνάμει του με αριθμό .......... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Φωτίου Αϊδινλή, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε την κυριότητα ενός αγρού, με αριθμό τεμαχίου ... , κείμενου στην ίδια ως άνω θέση «....» του αγροκτήματος Σερρών, έκτασης 5.266 τ.μ. Ο παραπάνω αγρός είναι ομοίως ποτιστικός, σε περιοχή που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για καλλιέργειες, η δε αξία του κατά τα ανωτέρω ανέρχεται στο ποσό των (5,266 χ 1.500 ευρώ/στρέμμα) 7.899,00 ευρώ. η) Ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Opel, τύπου Kadett, με αριθμό κυκλοφορίας .......... , κυβισμού 1.389 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1991, το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος μεταχειρισμένο το έτος 1996. Η αξία δε του άνω οχήματος, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει της παλαιότητας, του μικρού κυβισμού του και της μη ύπαρξης αγοραστικού ενδιαφέροντος για τόσο παλαιά αυτοκίνητα, τα οποία είναι πολυδάπανα στη συντήρηση τους, στο ποσό των 500,00 ευρώ. θ) ένα εξωλέμβιο σκάφος, τύπου ΜΑΡίΝΚΟ Λ με αριθμό κυκλοφορίας Τ.Σ. 35, το οποίο αγόρασε το έτος 2003 έναντι του ποσού των 20.000,00 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο.
Η αξία δε του άνω πλωτού μέσου, κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει της παλαιότητας αυτού και της μη ύπαρξης αγοραστικού ενδιαφέροντος για πλωτά μέσα, τα οποία είναι πολυδάπανα στη συντήρηση τους, στο ποσό των 10.000,00 ευρώ. Τα ως άνω ακίνητα και κινητά υπήρχαν κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετίας από τη διάσταση των συζύγων (Απρίλιος 2008), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα η περιουσία του εναγομένου να έχει αυξηθεί κατά την αξία τούτων. Περαιτέρω, ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα απέκτησε κατά κυριότητα ένα τροχόσπιτο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας έχει πωλήσει το έτος 2006 αντί τιμήματος 8.000,00 ευρώ. Επομένως, καθόσον το άνω περιουσιακό στοιχείο δεν υφίσταται στην περιουσία του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης της τριετίας από τη διάσταση, ούτε αποδεικνύεται είτε ότι το ποσό του τιμήματος διατηρείται από τον τελευταίο, είτε ότι με τα άνω χρήματα από την εκποίηση του τροχόσπιτου ο εναγόμενος έχει αποκτήσει κάποιο άλλο συγκεκριμένο περιουσιακό αντικείμενο, καθόσον ουδείς των μαρτύρων κατέθεσε θετική γνώση περί των ανωτέρω, το άνω χρηματικό ποσό ουδόλως συμπεριλαμβάνεται στην τελική περιουσία του εναγομένου για τον υπολογισμό των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας. Εξάλλου, δυνάμει της με αριθμό ..... έκθεσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του ενταύθα Πρωτοδικείου, νομίμως μεταγεγραμμένης, ο εναγόμενος απέκτησε κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου τη συγκυριότητα δύο ποτιστικών αγρών, κείμενων στη θέση «...........» του αγροκτήματος Σερρών, ήτοι το με αριθμό .... αγρό, Η` κατηγορίας, έκτασης 4.945 τ.μ. και το με αριθμό ... αγρό, Α` κατηγορίας, έκτασης 1.500 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 1.500,00 ευρώ ανά στρέμμα, η οττοία ουδόλως αμφισβητείται από τον εναγόμενο και επομένως του περιουσιακού δικαιώματος του εναγομένου επ` αυτών ανερχόμενου στο ποσό των 1.855,00 ευρώ και 588,00 ευρώ αντίστοιχα. Η άνω κτηθείσα περιουσία του εναγομένου αφαιρείται από την αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου, καθόσον αποκτήθηκε από τον τελευταίο από κληρονομιά του πατέρα του και επομένως, μη θεωρούμενου αποκτήματος, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (άρθρο 1400 παρ. 3 ΑΚ).
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αγοραστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε ο εναγόμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης τριετίας από τη διάσταση του με την ενάγουσα σύζυγο του (Απρίλιος 2008) και συνθέτουν την κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης της ενάγουσας καθαρή τελική περιουσία τούτου, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (10.000 + 97.570 + 4.000 + 110.000 + 35.000 + 8.100 + 9.000 + 7.899 + 500 + 10.000) 292.069,00 ευρώ. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, τόσο πριν από το γάμο του όσο και μετά, εργαζόταν ως έμπορος οπωροκηπευτικών, τα οποία μεταπωλούσε τόσο σε χονδρική, όσο και σε λαϊκές αγορές, παράλληλα δε καλλιεργούσε και χωράφια με οπωροφόρα δένδρα, την παραγωγή των οποίων συνέλεγε και πωλούσε σε λαϊκές αγορές, κατά τα προαναφερθέντα. Τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου από τις άνω δραστηριότητες του, ανέρχονταν το έτος 1993 στο ποσό των 150.000 δρχ., ενώ ο τελευταίος, ο οποίος από μικρή ηλικία εργαζόταν σε ομοειδή με τη δική του επιχείρηση του πατέρα του και γνώριζε καλά το εν λόγω αντικείμενο εργασιών, απεδείχθη επιτήδειος επαγγελματίας, με τη μεθοδική του δε και σκληρή εργασία κατάφερε να προοδεύσει επαγγελματικά και η άνω δραστηριότητα του να του αποφέρει συνεχώς αυξανόμενα κέρδη κατά ποσοστό τουλάχιστον 8% ετησίως- Από το έτος 1997 τα άνω κέρδη του αυξήθηκαν σημαντικά, ανερχόμενα στο ποσό των 250.000 δρχ. μηνιαίως και αυξανόμενα κατά ποσοστό τουλάχιστον 10% ετησίως, στην ως άνω δε βελτίωση συνέβαλε σημαντικά το γεγονός ότι άρχισε να δραστηριοποιείται πλέον σε δύο λαϊκές αγορές, των ........... , μη επιβαρυνόμενος όμως με περιττά έξοδα σε υπάλληλο που κατ` ανάγκην θα προσελάμβανε για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συνεχώς αυξανόμενων πελατών του, αφού από το άνω χρονικό σημείο άρχισε να απασχολείται στην άνω δραστηριότητα και η ενάγουσα, η οποία βοηθούσε σημαντικά το σύζυγο της στην πώληση των προϊόντων. Τελικά δε, κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, ο εναγόμενος είχε φθάσει να αποκερδαίνει από την επαγγελματική του δραστηριότητα το ποσό των 2.500,00 ευρώ τουλάχιστον κατά μήνα. Τα παραπάνω εισοδήματα του εναγομένου σαφώς προκύπτουν από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, ουδόλως δε αναιρούνται από την ασαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος εξάλλου κατέθεσε ότι δεν δύναται να γνωρίζει τα καθαρά εισοδήματα του εναγομένου, αλλά ούτε και από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2000 - 2005 της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., καθόσον ουδόλως προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ` αυτά οικονομικές χρήσεις έχουν ελεγχθεί ως προς την ειλικρίνεια τους, εξάλλου τα δηλούμενα από τον εναγόμενο κατ` έτος ποσά ως καθαρά κέρδη αυτού από την επιχειρηματική του δραστηριότητα εμφαίνονται ασυνήθιστα χαμηλά για έναν ελεύθερο επαγγελματία με τη δική του φήμη και δραστηριότητα, που απέκτησε την παραπάνω αναφερόμενη αξιόλογη περιουσία.
Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τα άνω έτη 1993, οπότε και τελέσθηκε ο γάμος της με τον εναγόμενο, έως το έτος 1997, παρείχε μισθωτή εργασία σε τρίτους, βοηθούσε καθ` οιονδήποτε τρόπο στην επιχείρηση του συζύγου της ή ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα ως κομμώτρια. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις μετ` επίκληση προσκομιζόμενες από την τελευταία καταστάσεις του ΙΚΑ των ετών 1992 - 2000, η ενάγουσα, όσον αφορά στο κρίσιμο μετά το γάμο της χρονικό διάστημα (16-5- 1993), παρείχε μισθωτή εργασία ως κομμώτρια στο κομμωτήριο της .... μόνο για το χρονικό διάστημα από το Μάιο 1993 έως τέλος Ιουλίου 1993, κατά το οποίο έλαβε ως μισθό το ποσό των 60.000 δρχ. περίπου για καθένα από τους άνω δυόμιση μήνες εργασίας της, ως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγής της και επιρρωνόεται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και όχι αυτό των 96.750 δρχ., που αναφέρεται ως καταβληθείς μισθός στις άνω καταστάσεις του ΙΚΑ και προφανώς δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Εκτοτε, σταμάτησε να παρέχει την εργασία της στην άνω εργοδότρια της και εμφαίνεται εικονικά κατά διάφορα χρονικά διαστήματα ως εργαζόμενη και ασφαλισμένη από την ομόρρυθμη εταιρία «......», συμφερόντων του συζύγου της, προφανώς για να θεμελιώσει δικαίωμα ασφάλισης και σύνταξης από τον άνω ασφαλιστικό οργανισμό.
Εξάλλου, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατά το άνω χρονικό διάστημα βοηθούσε το σύζυγο της καθόσον την περίοδο εκείνη είχε κυοφορήσει και γεννήσει τα δύο της τέκνα, οπότε σαφώς δεν θα δύνατο να μετέρχεται κοπιώδεις και απαιτούσες διαρκή ορθοστασία εργασίες ως κομμώτρια, πωλήτρια σε λαϊκές αγορές και αγρεργάτισσα. Πλην, όμως, κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από το έτος 1997 και μετά, η ενάγουσα άρχισε κατά τα προαναφερθέντα να βοηθά τον εναγόμενο σύζυγο της, γι` αυτό δε το λόγο και αποφάσισαν από κοινού την επέκταση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και σε δεύτερη λαϊκή αγορά, αυτή της ..... , όπου η ενάγουσα διατηρούσε προσέτι και οικογενειακές και φιλικές σχέσεις με κατοίκους, που θα μπορούσαν να προσελκύσουν περισσότερη πελατεία. Οπως δε σαφώς καταθέτουν αμφότεροι οι μάρτυρες, απόδειξης και ανταπόδειξης, η ενάγουσα μετέβαινε ανελλιπώς στις λαϊκές αγορές, τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα και συνέδραμε ουσιαστικά το σύζυγο της στην πώληση των προϊόντων τους. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν ως εργάτρια γης σε αγρούς του εναγομένου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και τον βοηθούσε με τη συγκομιδή των καρπών των οπωροφόρων δένδρων. Πράγματι, κατά τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, οι αγροί του εναγομένου καλλιεργούνταν από τον πατέρα του εναγομένου έως το θάνατο αυτού το έτος 2005, ο ίδιος δε ο εναγόμενος εκτελούσε μόνο βοηθητικές εργασίες στους αγρούς και επομένως δεν υπήρχε ανάγκη εργασίας της ενάγουσας σ` αυτούς. Εξάλλου, ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως την έναρξη της διάσπασης των συζύγων το έτος 2005, είχε στην κυριότητα του, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μόνο δύο δεκτικούς καλλιέργειας αγρούς, συνολικής έκτασης 7,5 στρεμμάτων περίπου, για την συγκομιδή των καρπών των οποίων σαφώς δεν απαιτείτο εργασία της ενάγουσας και δη η αναφερόμενη στην αγωγή 4ωρη εργασία καθ` άπαντες τους καλοκαιρινούς μήνες.
Εξάλλου, η ενάγουσα, κατά το άνω χρονικό διάστημα από το έτος 1997 και εντεύθεν, εργαζόταν στην οικία της ως κομμώτρια, για το λόγο δε αυτό είχε διαμορφώσει ειδικό χώρο στις οικίες που κατά καιρούς διέμενε με την οικογένεια της, προκειμένου να παρέχει τις άνω υπηρεσίες, ενώ περαιτέρω είχε αναλάβει και την προώθηση προϊόντων ομορφιάς, εργαζόμενη κατ` οίκον ως πλασιέ καλλυντικών. Για την παραπάνω εργασία της όμως δεν προέκυψε από κάποιο έγγραφο ή από τις καταθέσεις των μαρτύρων το ύψος των απολαβών της, έστω και κατά προσέγγιση. Πράγματι, ουδείς των μαρτύρων ήταν σε θέση να γνωρίσει στο Δικαστήριο τα εισοδήματα της ενάγουσας από την εργασία της ως πλασιέ καλλυντικών, για τη δε εργασία της ως κομμώτρια οι μάρτυρες ουδέν κατέθεσαν περί του ύψους των αμοιβών της ενάγουσας που ελάμβανε - καθ` έκαστο των ανωτέρω από το 1997 και εντεύθεν έτη - για κάθε είδους παρεχόμενης κομμωτικής εργασίας, αλλά ούτε συμφωνούν και για τον αριθμό των πελατών που εξυπηρετούσε κάθε ημέρα η ενάγουσα. Ειδικότερα, η μάρτυρας απόδειξης, γενικόλογα και αόριστα κατέθεσε ότι η ενάγουσα εξυπηρετούσε γύρω στους πέντε πελάτες την ημέρα οίκαι αποκέρδαινε από την εργασία της ως πλασιέ καλλυντικών και κομμώτρια το ποσό των 100.000 δρχ. το έτος 1997, ο δε μάρτυρας ανταπόδειξης δεν ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα ουδέν περί του αριθμού των πελατών και του ύψους των αμοιβών της ενάγουσας από τις παραπάνω δραστηριότητες της, αλλά μόνο εικασίες μπόρεσε να εισφέρει. Περαιτέρω, στις αρχές του έτους 2004, η ενάγουσα ξεκίνησε καινούργια επαγγελματική δραστηριότητα, με συνέταιρο τη φίλη της ........... , ανοίγοντας κατάστημα λιανικής πώλησης ενδυμάτων και εσωρούχων, το αντιστοιχούν
δε στην ίδια μέρος του κεφαλαίου για την έναρξη λειτουργίας του άνω καταστήματος συνεισέφερε για λογαριασμό της ο εναγόμενος σύζυγος της. Η άνω επιχείρηση άρχισε να λειτουργεί με ικανοποιητικούς ρυθμούς, σαφώς όμως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η λειτουργία της στην αρχή θα είχε αυξημένο κόστος και μειωμένα έσοδα και δεν θα απέφερε εξαρχής μεγάλα έσοδα, μέχρι να καταστεί γνωστή στην αγορά των Σερρών, πλην, όμως, ήδη σε χρονικό διάστημα περίπου ένα έτους λειτουργίας του, ήτοι από τις αρχές του έτους 2005, η ενάγουσα έφθασε να έχει εισόδημα περί τις 2.500,00 ευρώ το μήνα από την άνω δραστηριότητα της, γεγονός που αναγνώρισε εμμέσως και ο εναγόμενος σύζυγος της, ο οποίος αναφέρει διηγηματικώς τα αυξημένα μηνιαία εισοδήματα της ενάγουσας το έτος 2005 στην από 16-8-2005 εξώδικη δήλωση -απάντηση που της επέδωσε. Σημειώνεται επιπλέον ότι ασφαλή συμπεράσματα περί των εισοδημάτων της ενάγουσας από τις παραπάνω δραστηριότητες της δεν μπορούν να συναχθεί από τα μετ` επίκληση προσκομιζόμενα από την τελευταία εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2000-2006 (χρήσεις 1999 - 2005), διότι τα εισοδήματα στα σημειώματα στηρίζονται σε δηλώσεις της ίδιας της δηλούσας οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί ακόμα από την αρμόδια ΔΟΥ ως προς την ειλικρίνεια του, για την οποία το Δικαστήριο διατηρεί πλείστες αμφιβολίες καθόσον συνομολογείται εμμέσως από την ενάγουσα, η οποία δηλώνει μισθωτές υπηρεσίες κατά τα παραπάνω έτη, ενώ η ίδια εκθέτει στην αγωγή της ότι δεν παρείχε επ` αμοιβή την εργασία της σε τρίτο εργοδότη, ενώ τα εισοδήματα της από τη δραστηριότητα της ως πλασιέ και κομμώτρια ουδόλως δηλώνονται.
Προσέτι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθ` όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο σύζυγο της, πρόσεχε και περιποιούνταν αυτόν και τα κοινά τους τέκνα, ασχολούνταν επί καθημερινής βάσης με τις οικιακές εργασίες (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθάρισμα) και την ανατροφή των κοινών τους τέκνων, διαχειρίζονταν με σύνεση τα έσοδα της οικογένειας και περιόριζε τις δαπάνες της, ασχολήθηκε δε αποκλειστικά η ίδια με την επιλογή των δομικών υλικών και τη διακόσμηση της ιδιόκτητης οικογενειακής οικίας, ενώ περαιτέρω ενθάρρυνε και παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του, οι δε άνω υπηρεσίες υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν κατά την κρίση ταυ Δικαστηρίου, το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, δεδομένης και της μη συμμετοχής του ενάγοντος στη διαχείριση του κοινού τους οίκου και της αντιμετώπισης των καθημερινών αναγκών αυτού. Σύμφωνα δε με τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην προαναφερθείσα περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου και δη με την παροχή προσωπικής εργασίας για την ανάπτυξη του ασκούμενου επαγγέλματος του του μικροπωλητή σε λαϊκές αγορές, με τα εισοδήματα της από την επαγγελματική της δραστηριότητα, με τις υπηρεσίες που προσέφερε εντός της κοινής τους οικίας και στην ανατροφή των τέκνων τους, η δε ως άνω προσφορά της αποτελεί δική της συμβολή και στην κτηθείσα κατά το χρόνο της τριετούς διάστασης των συζύγων περιουσίας του εναγομένου, με την έννοια ότι η προσφορά έγινε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, αλλά απέδωσε καρπούς αμέσως μετά απ` αυτήν, κατά τη διάρκεια της διάστασης τους. Πλην, όμως, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας από την εργασία που κατά καιρούς μετερχόταν, δεν δύναται να αποδειχθεί η πραγματική συμβολή αυτής στην άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, απορριπτόμενης της κύριας βάσης της αγωγής ως ουσία αβάσιμης. Επομένως, η συμβολή της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 1/3, που καθορίζει το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, ήτοι κατά ποσό (292.069 χ 1/3) 97.356,33 ευρώ, απορριπτόμενης της ένστασης του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμης. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται κατά τον τεκμαιρόμενο υπολογισμό σε ποσοστό 1/3 και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό των 97.356,33 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Εξάλλου, η απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, διότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί γι` αυτό λόγοι ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει ζημία στην ενάγουσα. Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός (άρθρα 178, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ, εν μέρει, την αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αναφερόμενη στο σκεπτικό της παρούσας περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 1/3. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων πενήντα έξι ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (97.356,33 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Η διεκδίκηση μέρους της περιουσίας του συζύγου (αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου) έπεται ενός διαζυγίου με αντιδικία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτής της περιουσίας, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται δε ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η αγωγή που ασκείται στην περίπτωση αυτή ονομάζεται αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου.
Τι πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου για να είναι ορισμένη;
Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.
Το τεκμήριο της συμβολής του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου σε ποσοστό ένα τρίτο, είναι μαχητό
Το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Τι εκλαμβάνεται ως αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου;
Ως αύξηση, νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακή κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση τη τελική αξία τούτων.
Συμβολή στην αύξηση της συζυγικής περιουσίας με την παροχή υπηρεσιών στον υπόχρεο σύζυγο
Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του Αστικού Κώδικα, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό, στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας.
Γίνεται να παραιτηθεί κάποιος από τους συζύγους από το δικαίωμα συμμετοχής του στα αποκτήματα του γάμου;
Η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ' εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ), οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσεως του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτά της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση.
Η άμυνα του εναγόμενου συζύγου στην αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου
Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος ή οι κληρονόμοι αυτού, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλουν, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Ακ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με τη αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, ως προς το επί πλέον αυτού ποσοστό ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή συνιστά άρνηση. Τα ίδια ισχύουν ως προς το βάρος της απόδειξης και όταν ο εναγόμενος σύζυγος, προς απόκρουση της εναντίον του σχετικής αγωγής του άλλου, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατ'εκείνου, από τη συμβολή του στα αποκτήματα του ενάγοντος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).
Κληρονομείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου;
Η αξίωση του συζύγου για τη συμβολή του στα αποκτήματα, σε περίπτωση θανάτου αυτού, δεν κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί σχετική αγωγή του στον υπόχρεο, η αντίστοιχη όμως υποχρέωση του θανόντος κληρονομείται και οι κληρονόμοι του ενέχονται ο καθένας κατ' αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας. Επομένως, οι εναγόμενοι από τον επιζώντα δικαιούχο σύζυγο κληρονόμοι του θανόντος υποχρέου, δεν έχουν, κατ' αρχήν, σχετική ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος για τη συμβολή του κληρονομηθέντος από αυτούς στα αποκτήματα εκείνου, την οποία μπορούν να προβάλουν σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, εκτός αν επικαλούνται ότι η ανταπαίτηση του κληρονομηθέντος είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί από αυτόν όταν ζούσε σχετική αγωγή εναντίον του άλλου, ο δε πλουτισμός του δικαιούχου από τη συμβολή του θανόντος στην αύξηση της περιουσίας του δεν είναι αδικαιολόγητος.
Χρόνος παραγραφής της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου
Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 και 2 του ΑΚ σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ' του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ' όσον όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (AK 257). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης.
Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΚ 261 και ΚΠολΔ 221 παρ. 1). Τέτοια πράξη θεωρείται κάθε διαδικαστική ενέργεια που κατά νόμον είναι αναγκαία για την συνέχιση της δίκης, αποβλέπει δε και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκοπού της. Έτσι, διαδικαστική πράξη είναι και η έκδοση αναβλητικής ή οριστικής αποφάσεως". Κάθε μία από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις επιφέρει αυτοτελώς την διακοπή της παραγραφής. Εφόσον δηλαδή οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ολόκληρος ο χρόνος, που απαιτείται για την παραγραφή της αξιώσεως και, ειδικώς για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, τα δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου.
++++++++++++++++++++

Αριθμός απόφασης 76/2018

Αριθμός   76 /2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή  Ιωάννα Πέττα – Χριστοπούλου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Δ.Π..
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΆΚ.: “Αν  ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται,  να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί  μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”. Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ΄ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ΄  η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης  προστασίας, ήτοι ο  χρόνος της  έγερσης της αγωγής.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε ,από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.  Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την  τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της  (ΑΠ. 447/2005).  Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής  που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι  ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση  της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα  δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 287/2011 ΝΟΜΟΣ).  Περαιτέρω η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός κατά την έννοια  της εν λόγω διάταξης, δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας ως προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Ακόμη σύμφωνα με την παράγραφο 3 του προαναφερόμενου άρθρου (1400 ΑΚ), δεν αποτελεί αύξηση της περιουσίας ότι οι σύζυγοι απέκτησαν από δωρεά κληρονομία ή κληροδοσία, όπως και από τη διάθεση των όσων απέκτησαν από τις αιτίες αυτές. Δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία που προέρχονταν από τις αιτίες αυτές δεν συνυπολογίζουν στην αύξηση, δεν προστίθενται δηλαδή στην τελική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ενώ συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν. Άρα, όσα δωρήθηκαν στον υπόχρεο σύζυγο και γενικότερα όσα αποκτήθηκαν από αυτόν εκ χαριστικής αιτίας, θα πρέπει να διακριθούν, ώστε να μην προστεθούν στην τελική περιουσία του. Αν τα στοιχεία αυτά διατηρούνται αυτούσια κατά τη λύση του γάμου ή επί τριετούς διαστάσεως κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τότε εύκολα μπορούν να διακριθούν και  εντεύθεν να μην συνυπολογισθούν στην τελική περιουσία. Αν όμως αυτά έχουν συγχωνευθεί με άλλα περιουσιακά αντικείμενα του υποχρέου συζύγου, τα οποία υπολογίζονται στην περιουσιακή του επαύξηση και μάλιστα κατά τρόπο, ώστε να μην είναι πια δυνατή η διάκριση μεταξύ τους, όπως, μεταξύ άλλων, συμβαίνει  επί ανοικοδομήσεως οικοπέδου, που ο υπόχρεος σύζυγος απέκτησε διαρκούντος του λόγου από τρίτου με δωρεά ή κληρονομική διαδοχή, οπότε υπάρχει ένωση κινητών πραγμάτων (οικοδομικών υλικών με ακίνητο (άρθρο 1057 ΑΚ) και εντεύθεν αύξηση της αξίας του  δωρηθέντος ακινήτου, συνιστώσα απόκτημα, τότε για την ορθή αποτίμηση της αυξήσεως της περιουσίας του υποχρέου επί της οποίας ο δικαιούχος έχει δικαίωμα αποδόσεως, πρέπει να γίνει αναδρομή στο χρόνο που έγινε η εκ χαριστικής αιτίας κτήση  και να αφαιρεθεί αυτή από την τελική περιουσία. Για να είναι δε η εκτίμηση αυτή δίκαιη και ανεπηρέαστη από τις  υποτιμήσεις του νομίσματος θα πρέπει να γίνει σε τιμές υπολογισμού της τελικής περιουσίας, ήτοι του χρόνου άσκησης της αγωγής. Τα παραπάνω έχουν εφαρμογή και όταν η διαρκούντος του γάμου κτήση στηρίζεται σε γονική παροχή ή σύσταση προίκας, διότι και στις περιπτώσεις αυτές αποκλείεται  να υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του λήπτη (βλ. Ανδρέα Γαζή, Προβλήματα από Νέο Οικογενειακό Δίκαιο Νοβ 31 1089  επ προβλ. ΑΠ 1297/1995 ΕλΔ 38.795, Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, Η αξίωση Συμμετοχής στα Αποκτήματα ΕλΔ 29. 1322). Επίσης η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να  συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή διαφόρων υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα κατά θετικό ή αρνητικό (με εξοικονόμηση δαπανών) τρόπο, όπως είναι η παροχή εργασίας εκτός της οικογενειακής στέγης ή η απασχόληση του ενός συζύγου με την ανάπτυξη της επιχειρήσεως του άλλου, εφόσον οι παροχές αυτές υπερβαίνουν το μέτρο εκπλήρωσης της υφισταμένης (από  τις 1389,1390) υποχρεώσεως, για κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 252/2002 ΕλΔ 44.130- ΑΠ 430/2002 Εφ Αθ. 1249/2003, ΕλΔ 45.1066-ΕφΑθ. 8505/2002 ΕλΔ 44810- Εφ Θεσ 3485/2004 ΕλΔ 46 σελ 514). Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνον κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 438/2007 δημ ΝΟΜΟΣ- ΑΠ 1889/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ- 1511/2005 ΕλΔ 2006. 103).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 30.5.2012 (αριθ. κατ. δικ. …../2012) αγωγή της  εξέθετε, κατ΄ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι με τον εναγόμενο, τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη Νίκαια  Αττικής την 9.5.2003,  από την οποία δεν απέκτησαν τέκνα. Ότι η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και επήλθε η οριστική της διάσπαση στις 26.5.2006. Ότι ήδη έχει λυθεί αμετάκλητα ο μεταξύ τους γάμος, δυνάμει της υπ’ αριθμ 3667/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη στις 2.6.2010. Ότι ο εναγόμενος προ του χρόνου τελέσεως του γάμου τους διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία και ότι διαρκούντος αυτού απέκτησε, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου με άρθρου …/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς …., με γονική παροχή από τον πατέρα του …….., το δικαίωμα υψούν του τρίτου (Γ΄) υπέρ το ισόγειο ορόφου τετραώροφης οικοδομής μετά υπογείου και δώματος ευρισκομένης στη θέση … του πρώην Δήμου Κερατσινίου Αττικής και νυν Δήμου Κερατσινίου- Δραπετσώνας  επί της οδού ……., αξίας του εν λόγω εμπράγματου δικαιώματος κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου αλλά και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής 30.000 ευρώ. Ότι το επόμενο έτος (2005) άρχισε ο εναγόμενος να ανεγείρει το διαμέρισμα του Γ΄   ορόφου της ως άνω οικοδομής, το οποίο το Μάιο του έτους 2007 βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων (οπτοπλινθοδομές) και είχαν τοποθετηθεί οι εγκαταστάσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρολογικές, θέρμανσης και ανελκυστήρα με προσδιοριζόμενο ποσοστό αποπερατώσεως 60% και εμπορική αξία 90.063,30ευρώ). Ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους οπότε είχε πλήρως αποπερατωθεί αλλά και κατά την άσκηση της  ένδικης αγωγής η εν λόγω οικοδομή είχε εμπορική  αξία ποσού 160.000 ευρώ, από την οποία  (οικοδομή) μετ’ αφαίρεση της αξίας του δικαιώματος υψούν (30.000 ευρώ), επήλθε επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσόν των (160.000-30.000 =)130.000 ευρώ. Ότι επίσης κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου και συγκεκριμένα το έτος 2005 ο εναγόμενος αγόρασε και ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας FIAT FIORINO  αξίας κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, αλλά και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής 4.000 ευρώ ότι τέλος, επαυξήθηκε η περιουσία του εναγομένου, διαρκούντος του γάμου τους, και κατά το ποσόν των 50.000 ευρώ κατά το οποίο αυξήθηκαν οι ήδη υπάρχουσες προ του γάμου τους τραπεζικές του καταθέσεις ύψους 150.000 ευρώ. Ότι, συνεπώς, η συνολική επαύξηση της περιούσιας του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των (130.000 + 4.000 + 50.000=) 184.000 ευρώ. Ότι η ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου της με τον εναγόμενο και συγκεκριμένα από την 1η Μαΐου έως την  30ή Σεπτεμβρίου, καθώς και κατά τα Σαββατοκύριακα  του μηνός Απριλίου εργαζόταν ανελλιπώς στην ατομική επιχείρηση εστίασης (ταβέρνα) του συζύγου της με την επωνυμία «…..», που διατηρούσε ο τελευταίος στην … Αττικής και η οποία αποτελούσε την κύρια πηγή των προς βιοπορισμό εισοδημάτων του.  Ότι για την εργασία της αυτή παρεχομένη κατά τους επακριβώς προσδιοριζόμενους σ΄ αυτήν (αγωγή) χρόνους, τη συνολική αμοιβή της οποίας αποτιμά στο ποσόν των 104.000 ευρώ, ελάμβανε μόνον ένα μηδενικό ποσόν, ύψους 200 ευρώ μηνιαίως συμβάλλοντας κατά το υπόλοιπο ποσόν στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Ότι, επίσης, κατά τους χειμερινούς μήνες και κατά τα επακριβώς προσδιοριζόμενα διαστήματα παρείχε τις υπηρεσίες της  ως σερβιτόρα και ως μπουφετζής σε καφετέριες, καφενεία και μπάρ, που συγκεκριμένα  αναφέρει, ενώ κατά το τελευταίο έτος του έγγαμου βίου (2006) εργάσθηκε ως καθαρίστρια σε διάφορες οικίες αποκομίζοντας απ΄ όλες αυτές τις δραστηριότητες το συνολικό ποσόν των 22.980 ευρώ.  Ότι το ποσόν αυτό διέθετε σχεδόν εξ ολοκλήρου στις οικογενειακές υποχρεώσεις, παρακρατώντας μόνον μικρό μέρος για την κάλυψη των προσωπικών της αναγκών έτσι ώστε να υπερβαίνει το μέτρο της υποχρεώσεώς της  για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες τουλάχιστον κατά το ποσόν των 150 ευρώ μηνιαίως. Ότι, με βάση τα προεκτεθέντα, συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσόν των (150 ευρώ Χ 6 μήνες=) 900  ευρώ ετησίως και για τα τέσσερα έτη της έγγαμης συμβίωσης 900 Χ 4=) 3.600 ευρώ. Ότι, συνεπώς, το συνολικό ποσόν της οικονομικής συμβολής της ενάγουσας με την παροχή υπηρεσιών της  αποτιμητών σε χρήμα στην οικογενειακή ταβέρνα, του εναγομένου, καθώς και με την συνεχή ενάσκηση των λοιπών προαναφερόμενων δραστηριοτήτων, ανέρχεται συνολικά σε (104.700+ 3.600 =) 108.300 ευρώ. Ότι, συνεπώς με βάση τα ανωτέρω η συμβολή της (ενάγουσας) στην αύξηση της κτηθείσας από τον εναγόμενο περιουσίας, διαρκούντος του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση του, ανέρχεται σε ποσό [(108.300: 184.000=)0.59 Χ 100]=59%. Τέλος δε ισχυριζόμενη ότι ο εναγόμενος αρνείται να της καταβάλει το παραπάνω ποσόν των 108.300 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ως άνω ποσοστό του 59% της αυξήσεως της περιουσίας του, ζητούσε : Α) κατά την κυρία βάση της, που αφορά τον πραγματικό υπολογισμό : 1) να αναγνωρισθεί η κατά τα ανωτέρω συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου και 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσόν των 108.300 ευρώ, που αντιστοιχεί στην κατά ποσοστό 59% συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως δε και επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει αυτούσια το προπεριγραφέν οροφοδιαμέρισμα, κατά το ποσοστό της επικαλούμενης συμβολής της (59%) στην απόκτησή τους και Β) κατά την επικουρική της βάση, που αφορά τον τεκμαρτό υπολογισμό, α) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγομένου, κατά το ποσοστό της τεκμαιρόμενης συμβολής της  (1/3) και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσόν των (184 Χ 1/3= )72.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συμβολή αυτή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως να της αποδώσει αυτούσια το ποσοστό αυτό συγκυριότητας του επί του ως άνω αποκτηθέντος οροφοδιαμερίσματος.
Η ένδικη αγωγή εξεδικάσθη αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 215 επ. ΚΠολΔ και εξεδόθη επ’ αυτής η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη, την δέχθηκε κατά ένα μέρος και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα κατά την κυρία βάση της, που αφορά τον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στα αποκτήματα του εναγομένου, παρελκούσης, κατόπιν αυτού, της εξετάσεως της επικουρικής της βάσης, που αφορά τον τεκμαρτό υπολογισμό. Πιο συγκεκριμένα : α) αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό ½  ήτοι 50%, β) υποχρέωσε τον εναγόμενο να της καταβάλει το ποσόν των 108.304 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και  μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η κρινόμενη από 12.10.2016 (αριθμ κατ. δικ …/…./2016 έφεση του εναγομένου, με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου καθώς και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση,  άλλως τη μεταρρύθμιση της ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή  ή διαφορετικά  να  εναρμονισθεί με τους λόγους της εφέσεώς του. Η έφεση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως ή άλλος λόγος απαραδέκτου πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της  κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία (άρθρο 533, 270 ΚΠολΔ δεδομένου ότι για τον παραδεκτό της ασκήσεως της έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ’ έφεση δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει περί του βασίμου ή μη των προβαλλομένων λόγων εφέσεως, μπορεί και χωρίς να εξαφανίσει την προσβαλλομένη εκκληθείσα απόφαση, να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που  χρειάζονται κενά ή  αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή  επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, συνέχεια της προηγουμένης. Η εξουσία που παρέχεται από τις ως άνω διατάξεις, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να διατάξει τη διεξαγωγή νέων ή συμπληρωματικών αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα, που ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, ήτοι την εξέταση μαρτύρων, των οποίων είχε αρνηθεί την εξέταση ή τη συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων ή την εξέταση διαδίκων ή τη  διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν κρίνει ότι πρόκειται περί ζητήματος για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθρο 368 ΚΠολΔ- ΑΠ 755/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ), παρά την ισχύ του κανόνα της  απαγόρευσης έκδοσης αποφάσεως περί αποδείξεων, ο οποίος κάμπτεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και κατ΄ εκείνη, κατά την οποία υπάρχει ανάγκη διενέργειας  πραγματογνωμοσύνης, για τους προεκτεθέντες λόγους (Εφ Πειρ. 366/2013 ΝΟΜΟΣ). Μετά δε τη  συνεκτίμηση αυτών των αποδείξεων και εκείνων που εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το δευτεροβάθμιο θα κρίνει αν είναι λαθεμένη η εκκαλουμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1285/1982, Εφ. Λαμ 139/2011- Εφ Πειρ. 601/2015  δημ στη ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο ζήτημα για τον προσδιορισμό του ποσού, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με την ανέγερση του οροφοδιαμερίσματος του Γ΄ υπέρ το υπόγειο ορόφου της προαναφερόμενης πολυκατοικίας αποτελεί, σύμφωνα με  τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο καθορισμός της αξίας αυτού (κατασκευαστικής, αντικειμενικής και εμπορικής) κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (3.6.2010), καθώς και εκείνος της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (31-5-2012) αλλά και της τυχόν επερχομένης διαφοροποιήσεως μέχρι την πρώτη  συζήτηση αυτής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (14.11.2014)  (βλ. Εφ. Αθ. 79/2014- Εφ. Αθ. 2565/2011 δημ ΝΟΜΟΣ).
Από τα προσκομιζόμενα, όμως με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας καθώς, και από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε ασφαλή δικανική  πεποίθηση, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, δεδομένου, μάλιστα, και της διαφορετικότητας των ισχυρισμών των διαδίκων, αναφορικά με το ποσοστό κτιριακής ετοιμότητας του συγκεκριμένου διαμερίσματος κατά τους χρόνους α) της διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης (από το χρονικό αυτό σημείο (26.5.2006), και εφεξής με το κόστος κατασκευής του εν λόγω ακινήτου επιβαρύνεται ο ενάγων, αφαιρουμένου κατά συνέπεια του ποσού αυτού, καθώς και της αξίας του δικαιώματος υψούν από την  υπολογιζόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο αξία του αποκτήματος (διαμερίσματος), β) της αμετάκλητης λύσης του γάμου (2.6.2010) και γ) της ασκήσεως της ένδικης αγωγής. Η σχετική, άλλωστε, αβεβαιότητα ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες : α) από Ιανουάριο 2017 εκθέσεως εκτιμήσεως της αγοραίας αξίας του επίμαχου οροφοδιαμερίσματος, που συνέταξε η ορκωτός εκτιμητής – πολιτικός μηχανικός ……. β) από 11.10.2016 τεχνική έκθεση περιγραφής υφιστάμενης κατάστασης ακινήτου και έρευνα αγοράς στην περιοχή Κερατσινίου, που συνέταξε η πολιτικός μηχανικός ….. και γ) από 8.6.2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού …….. Για την αντίληψη των ανωτέρω ζητημάτων, απαιτούνται ειδικές γνώσεις πολιτικού μηχανικού – αρχιτέκτονα και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο κατ’ αποδοχή και του σχετικού αιτήματος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κρίνει αναγκαίο να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 368 παρ. 1 ΚΠολΔ), από τη συνεκτίμηση της οποίας με τις λοιπές αποδείξεις, που έχουν ήδη προσκομισθεί, θα παρασχεθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα συναγωγής ασφαλούς συμπεράσματος επί των προαναφερόμενων ζητημάτων,  που είναι κρίσιμα για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, ώστε, σε δικάσιμο που θα ορισθεί αρμοδίως, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων και θα αποτελεί συνέχεια της ήδη διεξαχθείσης, να προσκομισθεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία θα διενεργηθεί με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων.
Διορίζει πραγματογνώμονα την ……., αρχιτέκτονα-μηχανικό Ε.Π.Π, κάτοικο Πειραιώς, οδός ….. τηλ. ……. Η τελευταία θα δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του νεώτερου, κατά διορισμό, Εφέτη Πειραιώς και αυτού κωλυομένου, ενώπιον του νομίμου αναπληρωτή του, σε ημέρα και ώρα που θα ορισθεί, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση της απόφασης σε αυτήν. Στη συνέχεια, αφού λάβει κάθε πληροφορία, που θα κρίνει αναγκαία ή απλώς χρήσιμη και αφού λάβει υπόψη της και τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και όσα τυχόν θα παραδώσουν οι διάδικοι και θα κρίνει αναγκαία ή απλώς χρήσιμα, θα διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη,  για να  αποφανθεί, με έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότηση της, περί  των αναφερόμενων στο σκεπτικό της προκειμένης απόφαση ζητημάτων και ειδικότερα : α) για το στάδιο κτιριακής ετοιμότητας του ακινήτου κατά το χρόνο διενεργείας της πραγματογνωμοσύνης και  για  την  κατασκευαστική, αντικειμενική και εμπορική αξία αυτού, κατά τον ίδιο χρόνο, με αναγωγή όμως στις τιμές του χρόνου  ασκήσεως και α΄ συζητήσεως της ένδικης αγωγής β) για το στάδιο ετοιμότητας του ακινήτου, (εφόσον καθίσταται αυτό εφικτό βάσει  φωτογραφιών, παραστατικών αγοράς υλικών κ.λ.π), κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου καθώς και για την αξία του (κατασκευαστική, αντικειμενική και εμπορική) κατά το στάδιο αυτό, εφόσον δεν ταυτίζεται με το τελευταίο (υπάρχουν κατά τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη) στάδιο, με αναγωγή, όμως, στις ισχύουσες τιμές κατά το χρόνο ασκήσεως και συζητήσεως της ένδικης αγωγής γ) για το ποσοστό κτιριακής ετοιμότητας του ακινήτου κατά το χρόνο διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και για την αξία αυτού κατά το εν λόγω στάδιο καθώς και για το υπολειπόμενο κόστος μέχρι του σταδίου πλήρους αποπερατώσεώς του δ) για την αξία του δικαιώματος υψούν το Γ΄ υπέρ του ισόγειο ορόφου, κατά το χρόνο της  αμετάκλητης λύσης του γάμου, αλλά με αναγωγή στις τιμές που ισχύουν κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, καθώς και της α΄ συζητήσεως αυτής και ε) για τυχόν ύπαρξη αυθαίρετων κατασκευών που επηρεάζουν την αξία του ακινήτου, καθώς και για τη δυνατότητα νομιμοποιήσεως αυτών. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου,  μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την ημέρα, που  ο ανωτέρω πραγματογνώμονας θα ορκισθεί, συντασσομένης σχετικής έκθεσης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 31 Ιανουαρίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων  τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
++++++++++++++++++++++++++++++++++++

ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ – ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

107/2016
Πρόεδρος: Χρυσούλα Χαλιαμούρδα
Εισηγήτρια: Σοφία Καραγιάννη
Δικηγόροι: Αικατερίνη Ζώη-Τσιγάρα, Χαρ. Τσιρογιάννης

Επί αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα ανάγκη προσδιορισμού της πραγματικής αυξητικής διαφοράς στην περιουσία του υπόχρεου, η δε ύπαρξη αρχικής περιουσίας συνιστά βάση ένστασης.
Κρίσιμος προς εξεύρεση της τελικής περιουσίας ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή συμπλήρωσης 3ετίας από τη διάσταση. Για περαιτέρω αναγωγή αυτής σε χρήμα κρίσιμος ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Επί παρόδου ικανού χρόνου από την αμετάκλητη λύση και τιμαριθμικής μεταβολής, δικαίωμα του μεν ενάγοντος να αξιώσει  απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο συζήτησης ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του, του δε εναγομένου να προβάλει μείωση της πραγματικής αξίας του χρήματος και ένσταση προσαρμογής.
Υπολογισμός οικοδομημένου ακινήτου ως συνόλου, συμπεριλαβανομένης της δαπάνης ανοικοδόμησης.
Για υπολογισμό της αξίας επικαρπίας μη ανάγκη μνείας στην αγωγή της ηλικίας επικαρπωτή, μήτε υπολογισμού της σε ποσοστό πλήρους κυριότητας.
Ισχύς Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 για διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, κατ’ αυτεπάγγελτη υποκατάσταση εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών. Αποφάσεις διαζυγίου εκδιδόμενες σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία, δυναμένου όμως του ενδιαφερομένου να ζητήσει έκδοση απόφασης για την αναγνώριση.
Μη στοιχείο αγωγής αποκτημάτων ο τρόπος αμετακλήτου της αλλοδαπής απόφασης λύσης του γάμου, η δε συνδρομή αυτού ελέγχεται κατά την έρευνα της αγωγής στο πλαίσιο του Κανονισμού.
Απρόσβλητη με ένδικα μέσα γερμανική απόφαση παράγουσα δεδικασμένο αναγνωριζόμενο αυτόματα, αφού ο εναγόμενος ήταν παρών στη δίκη και έλαβε γνώση της απόφασης, που δεν είναι ασυμβίβαστη με άλλη ημεδαπή ή την ημεδαπή δημόσια τάξη.

{…}    Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή». Από τη διάταξη αυτή, λαμβανομένη υπόψη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Για το ορισμένο της αγωγής αυτής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει κατά την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής. Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζητήσεως ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γενέσεως της αξιώσεώς του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει μειωθεί και να ζητήσει, κατ’ ένσταση, αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1673/2011 Νόμος). Η παράλειψη όμως του ενάγοντος να αξιώσει τέτοια αναπροσαρμογή δεν δημιουργεί ελάττωμα του δικογράφου της αγωγής και δεν καθιστά την τελευταία αόριστη συνεπεία τούτου (ΑΠ 1673/2011 ό.π., 575/2014 Νόμος).
Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα (ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 43/2015 Νόμος). Για το μέτρο (έκταση) της αξίωσης συμμετοχής του δικαιούχου στο απόκτημα όταν αυτό αφορά οικοδομημένο ακίνητο, υπολογίζεται (λαμβάνεται) το οικοδομημένο ακίνητο, ως σύνολο, στην εκτίμηση του οποίου συμπεριλαμβάνεται και η δαπάνη ανοικοδομήσεως (ΑΠ 1640/2007 Νόμος). Όταν αφορά τον υπολογισμό αξίας της επικαρπίας δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής να προσδιορίζεται η ηλικία του επικαρπωτή ούτε να υπολογίζεται η επικαρπία σε ποσοστό πλήρους κυριότητας όπως ορίζει το άρθρο 15 του ν.δ. 118/1973, αφού τα εν λόγω στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αγωγής από το άρθρο 1400 ΑΚ (ΑΠ 575/2014 ό.π).
Τέλος με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος ισχύει από την 1.8.2004 άμεσα στα κράτη-μέλη (αρθ. 249 – πρώην 189 – ΣυνθΕΚ) και εφαρμόζεται από την 1.3.2005 σε αστικές υποθέσεις που αφορούν και το διαζύγιο, επέρχεται αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου των τελευταίων (κρατών-μελών, πλην της Δανίας) από τις διατάξεις του, εφόσον το συνταγματικό τους πλαίσιο δεν προβλέπει κάποιους περιορισμούς, κάτι βέβαια που δεν προβληματίζει στην περίπτωση της χώρας μας, δεδομένης της ύπαρξης του άρθρου 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, ενώ, παράλληλα, ο παραπάνω Κανονισμός, σύμφωνα με το άρθρο 59 αυτού (με την επιφύλαξη των αρθ. 59 παρ. 2, 60, 63, 64), αντικαθιστά και τις, κατά την έναρξη ισχύος του, προϋπάρχουσες συμβάσεις, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών-μελών και αφορούν παρόμοια θέματα, τα οποία διέπονται πλέον από αυτόν. Με τον ως άνω Κανονισμό καταργήθηκε, άλλωστε, και ο Κανονισμός (ΕΚ) 1347/2000, ο οποίος ίσχυε από την 1.3.2001. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 και 3 του Κανονισμού 2201/2003, αποφάσεις διαζυγίου, που εκδίδονται σε ένα κράτος-μέλος, αναγνωρίζονται στα υπόλοιπα κράτη-μέλη, χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη διαδικασία, γεγονός, όμως, το οποίο δεν αποκλείει το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου να ζητήσει την έκδοση απόφασης για την αναγνώριση.
Ενόψει αυτών, υπό το ως άνω παρατιθέμενο περιεχόμενό της η ένδικη αγωγή είναι, ως προς την επικουρική της βάση τη στηριζόμενη στον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της, όπως αυτά αναφέρονται στην προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη. Δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, η αναγωγή της τελικής περιουσίας του εναγομένου στο χρόνο συζήτησης της αγωγής, αλλά αρκεί προς τούτο η αποτίμηση αυτής κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, οπότε γεννήθηκε η σχετική αξίωση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου. Εφόσον ο εναγόμενος θεωρούσε ότι η αποτίμηση αυτή δεν αντιστοιχεί στο χρόνο συζήτησης της αγωγής, μπορούσε να ζητήσει κατ’ ένσταση, αντίστοιχη αναπροσαρμογή του οφειλόμενου ποσού. Ούτε καθιστά αόριστη την αγωγή ο υπολογισμός της αξίας ανεγερθέντος ακινήτου στο οικοδομημένο ακίνητο και όχι στις δαπάνες ανοικοδομήσεως του (ΑΠ 1640/2001 Νόμος). Δεν είναι, επίσης, αόριστη η αγωγή για το λόγο ότι δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή η αξία της επικαρπίας σε σχέση με την αξία του επικαρπωτή, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αγωγής από το άρθρο 1400 ΑΚ., αλλά λαμβάνονται υπόψη, κατ’ άρθρο 15 του ν.δ. 118/1973, για τον υπολογισμό και μόνο του καταβλητέου φόρου επί μεταβίβασης της περιουσίας. Τέλος δεν συνιστά επίσης αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής ο τρόπος συντέλεσης του αμετακλήτου της απόφασης της λύσης του γάμου μεταξύ των διαδίκων.
Η επικαλούμενη με την αγωγή συνδρομή της προϋπόθεσης του αμετακλήτου αλλοδαπής αποφάσεως λύσεως του γάμου, που αποτελεί μια εκ των θετικών προϋποθέσεων για τη γένεση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, ελέγχεται κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, στο πλαίσιο της αυτόματης αναγνώρισης των αποφάσεων που καθιερώνεται με τον προαναφερόμενο Κανονισμό. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την κατ’ άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ, συμπροσβαλλόμενη με αριθμ. 173/2012 μη οριστική απόφασή του περί διεξαγωγής αποδείξεων έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον, περί αοριστίας, ισχυρισμό του εναγομένου, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, οι δε σχετικοί λόγοι (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων … αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Οι διάδικοι, έλληνες υπήκοοι, τέλεσαν, στις 7.10.1972, στην Κολωνία της Γερμανίας, όπου είχαν εγκατασταθεί, νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της ανατολικής ορθόδοξης θρησκείας, από τον οποίο απέκτησαν δύο θυγατέρες, ήδη, ενήλικες. Ο γάμος τους αυτός λύθηκε με την με αριθ. 316 F/08 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας της Γερμανίας που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα του εκδώσαντος Δικαστηρίου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα τόσο στην γερμανική όσο και μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα, κατέστη, στις 3.7.2009 – και όχι 3.9.2009 όπως προδήλως από παραδρομή αναφέρεται στην αγωγή – απρόσβλητη με ένδικο μέσο ή βοήθημα (rechtskraftig, που ισοδυναμεί με το αμετάκλητο που απαιτείται κατά το ελληνικό δίκαιο, βλ. ΕφΑθ 11244/1980 Δ 12. 146, Παρατηρήσεις Χρ. Τριανταφυλλίδη στη ΜονΠρωτΘεσ 12549/2003, ΧριΔ 2003. 726) και ως εκ τούτου παράγει δεδικασμένο κατά το γερμανικό δίκαιο, το οποίο και αναγνωρίζεται αυτόματα, χωρίς δηλ. ιδιαίτερη διαδικασία από το Ελληνικό δίκαιο. Δοθέντος ότι από το μεταφρασμένο κείμενο της απόφασης προκύπτει ότι ο εναγόμενος ήταν παρών στη δίκη ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, το οποίο είχε δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή διαζυγίου που άσκησε η ενάγουσα, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκε και ο εναγόμενος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και επομένως αυτός δεν στερήθηκε τα δικαιώματα υπεράσπισής του και γενικώς της συμμετοχής του στη δίκη και έλαβε γνώση της απόφασης, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η αλλοδαπή αυτή απόφαση είναι ασυμβίβαστη προς άλλη απόφαση των ημεδαπών Δικαστηρίων. Ούτε η απόφαση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη της ελληνικής κοινωνίας. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται λόγος που να αποκλείει την αναγνώριση του δεδικασμένου της προμνησθείσας αλλοδαπής απόφασης, το οποίο αναγνωρίζεται αυτόματα, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με την ως άνω απόφαση λύθηκε αμετάκλητα ο μεταξύ των διαδίκων γάμος, απορριπτομένου ως αβασίμου του διαλαμβανόμενου στον πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγο της  εφέσεως ισχυρισμού του εκκαλούντος, με τον οποίο διατείνεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ταύτισε το αμετάκλητο της απόφασης με την τελεσιδικία αυτής. {…}
  +++++++++++++++++++

Απoκτήματα – Κατανομή του βάρους απόδειξης με βάση το μαχητό τεκμήριο συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου (βλ. ΜΠρΘεσσ 9674/2016, δημ. Αρμ 2017, 47= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
  •  
  •  
  • στις 18 Ιουνίου 2018
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αξίωσή του κάθε συζύγου για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου, η οποία είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, με αντικείμενο τη χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμ­βολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (βλ. σχετ. ολΑΠ 28/1996 ΕλλΔνη 1997,28), προϋποθέτει α) λύση ή ακύ­ρωση του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, συμπλή­ρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) συμβολή του άλλου συζύγου στην αύ­ξηση με οποιονδήποτε τρόπο, δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου και της συμβολής του δικαιούχου, ενώ τέ­τοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει σε ό,τι ο υπόχρεος απέ­κτησε προσωποπαγώς (μισθούς, συντάξεις κ.λ.π.) και ε) μη επιλογή από τους συζύγους του συστήματος της κοινοκτημοσύνης.
Από το συνδυασμό της διάτα­ξης αυτής με εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα απαιτείται να γίνεται στο δικόγραφό της επίκληση των εξής στοιχείων, ήτοι 1) της λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, της συμπλήρωσής τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) της αύξησης της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) της συμβολής του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.
Πρέπει, δηλαδή, για το ορισμένο της αγωγής, να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά την παραπάνω διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κα­τάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου, θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του δικαιούχου, και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, η άξια της και ο αιτιώ­δης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου.
Ειδικότερα, ως αύξηση, νοείται, όχι μια συγκεκριμέ­νη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξί­ωσής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλ­λου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέ­ρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση, δηλαδή, της αξίας τους, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προ­στασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Για το στοιχείο της αύξησης, δηλαδή, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύ­πτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμ­βολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία αυτών. Είναι αυτονόητο ότι αν δεν υπάρχει αρχι­κή αφαιρετέα περιουσία, η αποτίμηση θα περιοριστεί στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτηθήκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς ανάγκη καθορισμού, επί αγοράς, του τιμήματος αυτής, ο οποίος είναι αλυσι­τελής.
Απαιτείται, συνεπώς, να προσδιορίζεται στην αγωγή η περιουσία του υπόχρεου, εφόσον υπάρχει, και κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου με αναγωγή της αξίας της στο χρόνο άσκησης της αγωγής, ή να εκτίθεται σ’ αυτήν ότι δεν υπήρχε καθόλου περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου. Ο χρόνος της λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση, εί­ναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περι­ουσιακών στοιχείων που την αποτελούν και της αξίας αυτής.
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμα και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ο υπόχρεος σύζυγος και, έτσι, εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.
Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλό­μενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους ή η αποτίμηση των δυνά­μεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπό­χρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν, χωρίς αναφορά του ύψους των συνολι­κών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφο­ράς αμφότερων των συζύγων, ούτε, άλλωστε, του ύψους της συνεισφοράς του δικαιούχου συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ’ άρθρο 1389 ΑΚ, όπως, επίσης, δεν είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορί­ζεται το ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υπόχρεου ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά.
Σε περίπτωση δε απευθείας διάθεσης ορισμένου χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, αρκεί, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγω­γής, η μνεία του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να προσδιοριστεί το μέγεθος της νόμιμης υποχρέωσης του συνεισφοράς του δικαιούχου συζύγου στην αντιμετώπιση των οικο­γενειακών αναγκών, δεδομένου ότι η διάθεση χρημα­τικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και στην επιβαλλόμενη από κοινού συνεισφορά στην αντιμετώ­πισή τους.
Εξάλλου, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο δι­αδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ έν­σταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβο­λή.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το πο­σοστό του τεκμηρίου, απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδή­ποτε ποσοστό, μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαι­ρόμενου, συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου πο­σοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησής της περιουσίας του εναγόμενου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύ­πτεται από το τεκμήριο, γίνεται δέκτη, εφόσον ό ενα­γόμενος δεν επικαλέστηκε ή εάν επικαλέστηκε και δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγο­ντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περι­ουσίας αυτού είτε διότι ο δικαιούχος σύζυγος δεν μπορούσε είτε διότι δεν ήθελε να συμβάλει, ώστε η επαύξηση της περιουσίας του να οφείλεται μόνο σ’ αυτόν (βλ. σχετ. ΑΠ 1678/2015 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 825/2015 Α’ δημοσίευση NΟΜΟΣ ΑΠ 1059/2014 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 566/2014 Α` δημοσίευση ΝΟ­ΜΟΣ, ΑΠ 671/2010 Α` δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
+++++++++++++++++++++++++++++
 
 
Άρθρο 1398 ΑΚ. Τεκμήρια για τα κινητά
 Τα κινητά που βρίσκονται στη νομή ή κατοχή του ενός ή και των δύο συζύγων τεκμαίρεται, υπέρ των δανειστών του καθενός από αυτούς, ότι ανήκουν στο σύζυγο που είναι οφειλέτης τους. Το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.
 Τα κινητά που βρίσκονται στη νομή ή κατοχή και των δύο συζύγων τεκμαίρεται, στις μεταξύ τους σχέσεις, ότι ανήκουν και στους δύο κατά ίσα μέρη.
  Στις σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους και με τους δανειστές τους τεκμαίρεται ότι τα κινητά τα προορισμένα για την προσωπική χρήση του ενός από τους συζύγους ανήκουν σ αυτόν.
  Επειδή, σύμφωνα με τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1394, 1395, 1398 ΑΚ, ο κάθε σύζυγος δικαιούται επί διακοπής της συμβιώσεως να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν (δηλαδή στα οποία έχει κυριότητα, επικαρπία ή απλώς κατοχή), ακόμη και αν μέχρι την αποχώρηση του τα κινητά αυτά πράγματα τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνος ο άλλος σύζυγος.
Στην περίπτωση που ο άλλος σύζυγος τον εμποδίσει κατά την παραλαβή είτε π.χ. με απόκρυψη ή φυγάδευση του πράγματος, έχει εναντίον του τις οικείες εμπράγματες αγωγές (ΑΚ 1094, 1108), ή αγωγές της νομής Α(ΑΚ 987, 989, βλ. ΑΠ Γεωργιάδη όπ. Ανωτ., ΕλλΔνη 1989.4).
Ο εναγόμενος σύζυγος, εφόσον δεν συντρέχει η εξαίρεση της ΑΚ 1394 εδάφ. 2, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' ένσταση ότι δικαιούται έναντι του ενάγοντος σε συγκατοχή (ΑΚ 1095, 1108 παρ. 2), διότι με τη διακοπή της συμβιώσεως έπαυσε η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου να παραχωρήσει τον άλλο (εναγόμενο) τη χρήση των κινητών που του ανήκουν (βλ. Γεωργιάδη, όπ. Ανωτ., ΕλλΔνη 1989.4).
Θα πρέπει να τονισθεί ότι το τεκμήριο της ΑΚ 1398 παρ. 1 δεν ισχύει σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε ισχύουν και πάλι οι ΑΚ 1110-1111 (βλ. ΑΠ Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο I, 1991, παρ. 58 III αριθ. Περιθ. 69 και υποσημ. 118 στη σελίδα 576, βλ. Επίσης για τα τεκμήρια της ΑΚ 1398 και Βλασσοπούλου, όπ. Ανωτ., ΝοΒ 32.1138 επ.). (ΕφΑΘ 4806/1996, Αρμ 1997 σελ. 636)
ΕφΑΘ 4806/1996 (Αρμ. 1997 σελ. 636)

Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΟΙΚΕΙΕΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΓΩΓΕΣ Ή ΑΓΩΓΕΣ ΝΟΜΗΣ - Σύμφωνα με τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1394, 1395, 1398 ΑΚ, ο κάθε σύζυγος δικαιούται επί διακοπής της συμβιώσεως να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν (δηλαδή στα οποία έχει κυριότητα, επικαρπία ή απλώς κατοχή), ακόμη και αν μέχρι την αποχώρηση του τα κινητά αυτά πράγματα τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνος ο άλλος σύζυγος.
Στην περίπτωση που ο άλλος σύζυγος τον εμποδίσει κατά την παραλαβή είτε π.χ. με απόκρυψη ή φυγάδευση του πράγματος, έχει εναντίον του τις οικείες εμπράγματες αγωγές (ΑΚ 1094, 1108), ή αγωγές της νομής (ΑΚ 987, 989)
Ο εναγόμενος σύζυγος, εφόσον δεν συντρέχει η εξαίρεση της ΑΚ 1394 εδάφ. 2, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' ένσταση ότι δικαιούται έναντι του ενάγοντος σε συγκατοχή (ΑΚ 1095, 1108 παρ. 2), διότι με τη διακοπή της συμβιώσεως έπαυσε η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου να παραχωρήσει τον άλλο (εναγόμενο) τη χρήση των κινητών που του ανήκουν.

(Απόσπασμα)
Επειδή, σύμφωνα με τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1394, 1395, 1398 ΑΚ, ο κάθε σύζυγος δικαιούται επί διακοπής της συμβιώσεως να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν (δηλαδή στα οποία έχει κυριότητα, επικαρπία ή απλώς κατοχή), ακόμη και αν μέχρι την αποχώρηση του τα κινητά αυτά πράγματα τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνος ο άλλος σύζυγος.
Στην περίπτωση που ο άλλος σύζυγος τον εμποδίσει κατά την παραλαβή είτε π.χ. με απόκρυψη ή φυγάδευση του πράγματος, έχει εναντίον του τις οικείες εμπράγματες αγωγές (ΑΚ 1094, 1108), ή αγωγές της νομής Α(ΑΚ 987, 989, βλ. ΑΠ Γεωργιάδη όπ. Ανωτ., ΕλλΔνη 1989.4).
Ο εναγόμενος σύζυγος, εφόσον δεν συντρέχει η εξαίρεση της ΑΚ 1394 εδάφ. 2, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' ένσταση ότι δικαιούται έναντι του ενάγοντος σε συγκατοχή (ΑΚ 1095, 1108 παρ. 2), διότι με τη διακοπή της συμβιώσεως έπαυσε η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου να παραχωρήσει τον άλλο (εναγόμενο) τη χρήση των κινητών που του ανήκουν (βλ. Γεωργιάδη, όπ. Ανωτ., ΕλλΔνη 1989.4).
Θα πρέπει να τονισθεί ότι το τεκμήριο της ΑΚ 1398 παρ. 1 δεν ισχύει σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε ισχύουν και πάλι οι ΑΚ 1110-1111 (βλ. ΑΠ Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο I, 1991, παρ. 58 III αριθ. Περιθ. 69 και υποσημ. 118 στη σελίδα 576, βλ. Επίσης για τα τεκμήρια της ΑΚ 1398 και Βλασσοπούλου, όπ. Ανωτ., ΝοΒ 32.1138 επ.). 




Δεν υπάρχουν σχόλια: