ΤρΔΠρΑθ 1108/2019: Τest DNA ως δικαιολογητικό χορηγήσεως άδειας διαμονής κατ’ άρθρο 19Α ν. 4251/2014 σε γονέα ανήλικου ημεδαπού
9. Επειδή, περαιτέρω, για την απόδειξη της ύπαρξης συγγενικής σχέσης μεταξύ
του αιτούμενου την ένδικη άδεια διαμονής αλλοδαπού και του.. αναγνωρισθέντος με
μονομερή δήλωση εκούσιας αναγνώρισης τέκνου του σε συμβολαιογράφο (άρθρο 1475 –
1476 του Αστικού Κώδικα), η Διοίκηση, προστατεύοντας το υπέρτατο συμφέρον του
ανήλικου ημεδαπού παιδιού, ώστε να μην καταστεί αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως
καταδείχθηκε στις ανωτέρω σκέψεις της παρούσας, έχει κατά το νόμο την
αρμοδιότητα να διερευνά, με κάθε, αυτεπαγγέλτως συλλεχθέν ή κατ’ αίτησή της
συμπληρωματικώς προσκομισθέν από τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό, πρόσφορο μέσο, και
να διαπιστώνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την υφιστάμενη συγγενική σχέση
του με το ανήλικο παιδί του, δικαιολογούσα την ικανοποίηση του ως άνω αιτήματος
(πρβλ. ΣτΕ 1018/2001, 3663, 2400, 1353/2000). Στο πλαίσιο αυτό, αφενός μεν ο
αλλοδαπός οφείλει να προσκομίσει τα προσήκοντα έγγραφα, όπως αυτά
εξειδικεύονται και απαριθμούνται, ενδεικτικά, στην, εντός των ορίων της
δοθείσης εξουσιοδοτήσεως από τα άρθρα 19 Α παρ. 1, περ. ζ’, εδάφιο γ’ και 136
παρ. 10 του ν. 4251/2014, 4441/2017 Κ.Υ.Α., ιδίως ληξιαρχική πράξη γάμου ή
σύμφωνο συμβίωσης ή αποδεικτικά έγγραφα συμβίωσης των γονέων του τέκνου ή
άσκησης της επιμέλειάς του καθώς και, προαιρετικά, τεστ DNA του ανήλικου
ημεδαπού παιδιού και του ίδιου από δημόσιο ή πιστοποιημένο ιδιωτικό εργαστήριο,
προκειμένου να θεμελιώσει τη συγγενική σχέση με αυτό αφετέρου δε το αρμόδιο
όργανο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, σχετικά με τα αποδεικτικά
μέσα, καθώς και την αρχή της χρηστής διοίκησης, δύναται μεν, αρχικά, να ζητήσει
την προσκόμιση έτερων, συμπληρωματικών, αποδεικτικών εγγράφων και ακολούθως να
καλέσει σε συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Μετανάστευσης του άρθρου 8 του ν.
4251/2014 τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό, αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα,
οφείλει δε να συνεκτιμήσει το σύνολο των εγγράφων και το πόρισμα της
συνέντευξης και εφόσον διακριβώσει, με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον του
παιδιού, ότι δεν υφίσταται αληθής σχέση μεταξύ αυτού και του φερόμενου, ως
γονέα, ενδιαφερόμενου αλλοδαπού, να απορρίψει το σχετικό αίτημα με ειδικά
αιτιολογημένη κρίση του (πρβλ. ΣτΕ 1559/2011). Αντίθετα, σε περίπτωση μη
προσκόμισης ουδενός εκ των απαριθμούμενων στην ανωτέρω Κ.Υ.Α. αποδεικτικών
εγγράφων, περιλαμβανομένου και του προαναφερόμενου, προαιρετικά προσαγάμενου,
τεστ DNA και συνδρομής υπονοιών, που υποδηλώνουν ότι η εκούσια, με
συμβολαιογραφικό έγγραφο, αναγνώριση του ανήλικου ημεδαπού παιδιού από τον
ενδιαφερόμενο αλλοδαπό έλαβε χώρα με πρόθεση καταστρατήγησης των προεκτεθεισών
διατάξεων, με αποτέλεσμα να μην εξάγεται ασφαλής κρίση σχετικά με την ύπαρξη
της κρινόμενης πραγματικής συγγενικής σχέσης, το αρμόδιο διοικητικό όργανο,
κατά το υπέρτατο συμφέρον του ανήλικου ημεδαπού παιδιού, οφείλει να ζητήσει,
συμπληρωματικά, την προσκόμιση των ελλειπόντων αποδεικτικών εγγράφων και να
καλέσει τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό να παραστεί ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής
Μετανάστευσης, αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα, για συνέντευξη.
Περαιτέρω, σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης της τελευταίας αυτής Επιτροπής,
κατόπιν συνεκτιμήσεως των, αυτεπαγγέλτως συλλεχθέντων και προσκομιζομένων,
αρχικά και μεταγενέστερα, αποδεικτικών εγγράφων και της προσωπικής συνέντευξης
του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού ή και της μητέρας του ανήλικου ημεδαπού παιδιού
και έπειτα από ειδική τεκμηρίωση των προρρηθεισών υπονοιών, ότι δεν υφίσταται
μεταξύ του φερόμενου, ως γονέα, ενδιαφερόμενου αλλοδαπού και του ανήλικου
ημεδαπού παιδιού αληθής σχέση, το αρμόδιο διοικητικό όργανο οφείλει να γνωστοποιήσει
στον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό την αρνητική γνωμοδότηση της Επιτροπής
Μετανάστευσης, προκειμένου ο ίδιος να προσκομίσει, κατά βούληση, το επίμαχο
τεστ DNA για την απόδειξη της κρινόμενης συγγενικής σχέσης (της πατρότητας) και
την άρση των προμνησθεισών υπονοιών. Εκ τούτων παρέπεται ότι, στην περίπτωση
αυτή, η μη προσκόμιση του εν λόγω τεστ αποτελεί, κατά την νεότερη αντίληψη του
νομοθέτη, όπως αυτή εκτέθηκε στη σκέψη 6 της παρούσας, νόμιμο λόγο απορρίψεως
του αιτήματος χορηγήσεως της ένδικης άδειας διαμονής, διότι δεν καθίσταται
εφικτή, η ταχθείσα, για το υπέρτατο συμφέρον του ημεδαπού παιδιού, προϋπόθεση
της απόδειξης της βιολογικής σχέσης μεταξύ αυτού και του ενδιαφερόμενου
αλλοδαπού. Τέλος, προς επίρρωση της ερμηνείας αυτής, παρατίθεται το γεγονός της
σχετικά σύντομης διάρκειας ισχύος και κατάργησης της ανωτέρω εφαρμοσθείσας στην
κρινόμενη υπόθεση διάταξης του άρθρου 19 Α παρ. 1 περ. ζ’ του ν. 4251/2014 λόγω
των μαζικών περιπτώσεων καταστρατήγησης τόσο του προγενέστερου όσο και του
εφαρμοστέου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, νομοθετικού καθεστώτος, ήτοι από 5.6.2014
μέχρι 22.5.2018, ενώ παράλληλα θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα νομιμοποίησης των
αιτούντων την ένδικη άδεια διαμονής παράνομων αλλοδαπών με τις διατάξεις των
εξαιρετικών λόγων χωρίς την κατά νόμο απαίτηση της προηγούμενης θεώρησης
εισόδου και του οριστικού τίτλου διαμονής (άρθρο 31 του ν. 4540/2018. […]
12. Επειδή […] σε περίπτωση μη προσκόμισης των ανωτέρω αποδεικτικών
εγγράφων περί υπάρξεως συγγενικής σχέσης μεταξύ του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού
και του ημεδαπού παιδιού και συνδρομής υπονοιών ότι η εκούσια, με
συμβολαιογραφικό έγγραφο, αναγνώριση του ημεδαπού παιδιού πραγματοποιήθηκε με
πρόθεση καταστρατήγησης των προρρηθεισών διατάξεων, σχετικά με την απόκτηση της
ένδικης άδειας διαμονής, ώστε να μην διαμορφώνεται ασφαλής κρίση για την
επίμαχη συγγενική σχέση, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ενόψει του
προστατευόμενου υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού, οφείλει να ζητήσει τα
ελλείποντα κατά το νόμο αποδεικτικά έγγραφα και να καλέσει τον ενδιαφερόμενο
αλλοδαπό να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με τον έτερο γονέα ενώπιον της αρμόδιας
Επιτροπής Μετανάστευσης για συνέντευξη, προκειμένου να μορφώσει, κατόπιν
συνεκτιμήσεως των προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων και της προσωπικής
παρουσίας του/τους, τεκμηριωμένη άποψη ως προς την ύπαρξη ή μη της προρρηθείσας
συγγενικής σχέσης και της ενδεχόμενης καταστρατήγησης των εφαρμοστέων για τη
χορήγηση της ένδικης άδειας διαμονής διατάξεων. Η επίμαχη αρνητική κρίση πρέπει
να διατυπώνεται με ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά
αναγόμενα σε χρόνο προγενέστερο και μεταγενέστερο της γέννησης και της εκούσιας
αναγνώρισης του ημεδαπού παιδιού, καθώς και σε απτά πραγματικά στοιχεία, που
υποδηλώνουν την προαναφερθείσα καταστρατήγηση των εφαρμοστέων ευνοϊκών
διατάξεων. […]
15. Επειδή, με την προσβαλλόμενη πράξη η Διοίκηση απέρριψε το ένδικο αίτημα
περί χορηγήσεως στον αιτούντα άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, ως
γονέα ημεδαπού ανηλίκου, με την αιτιολογία ότι ο αιτών δεν προσκόμισε εντός της
καθορισμένης προθεσμίας το προεκτεθέν τεστ DNA, με την υποχρεωτική συμμετοχή και
της μητέρας του ημεδαπού παιδιού, χωρίς, όμως, προηγουμένως να έχει ζητήσει από
τον ίδιο την προσκόμιση των απαιτούμενων από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο
χρόνο Κ.Υ.Α. αποδεικτικών της συγγενικής του σχέσης με το φερόμενο, ως τέκνο
του, ημεδαπό παιδί εγγράφων και να τον έχει καλέσει ενώπιον της αρμόδιας
Επιτροπής Μετανάστευσης, αυτοπροσώπως ή και με τη μητέρα του ημεδαπού παιδιού,
για προσωπική συνέντευξη, ώστε να διαμορφώσει και διατυπώσει αιτιολογημένη
κρίση, σχετικά με τα αναφερόμενα στη σκέψη 12 της παρούσας, πραγματικά
ζητήματα. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη του ουσιώδους ισχυρισμού
του αιτούντος περί υπόμνησης προς το αρμόδιο διοικητικό όργανο της πρόθεσης
παράστασης ενώπιον της ως άνω Επιτροπής Μετανάστευσης του ίδιου και της μητέρας
του ημεδαπού παιδιού, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε χωρίς ο αιτών
να έχει κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση, παρίσταται, σύμφωνα με τα ανωτέρω
γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά, μη νόμιμη και ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή ως βασίμου
του λυσιτελώς προβαλλόμενου σχετικού λόγου ακυρώσεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου