
Η έφεση είναι το ένδικο μέσο με το οποίο ο διάδικος παραπονείται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.....
Παραδεκτό έφεσης
Κατά ποιων αποφάσεων ασκείται έφεση
Έφεση επιτρέπεται να ασκηθεί κατά απόφασης
- αν η απόφαση εκδόθηκε από Ειρηνοδικείο, Μονομελές Πρωτοδικείο ή Πολυμελές Πρωτοδικείο άρ.511 ΚΠολΔ, και
- αν το δικαστήριο αυτό δίκαζε σε πρώτο βαθμό άρ.513 παρ.1, και
- αν η απόφαση περατώνει οριστικά τη δίκη άρ.513 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ, ή
- αν συνεκδικάζεται αγωγή και ανταγωγή, και η απόφαση περατώνει τη δίκη όσον αφορά την αγωγή ή την ανταγωγή άρ.513 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ, ή
- αν η απόφαση παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας άρ.513 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ.
Για τις εφέσεις που ασκούνται από 01-01-2016, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου που παραπέμπει την υπόθεση σε κατώτερο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας του ανώτερου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση άρ.47 εδ.1 ΚΠολΔ.
Για τις εφέσεις που ασκούνται από 01-01-2016, η απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο δεν υπόκειται σε έφεση άρ.47 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση είναι μη οριστική, και δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση, τότε δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά των οριστικών διατάξεων της απόφασης άρ.513 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ.
Έφεση κατά οριστικής απόφασης συμπροσβάλλει και τις μη οριστικές διατάξεις της, ακόμη και αν δεν απευθύνεται εναντίον τους ρητά η έφεση άρ.513 παρ.2 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης άρ.512 ΚΠολΔ άρ.466 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και δεν πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής, ούτε για υπόθεση υπόθεση εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αλλά για οριστική επίλυση διαφοράς, δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση άρ.699 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής, μπορεί να ασκηθεί έφεση άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφορώντας όχι λήψη, μεταρρύθμιση ή ανάκληση ασφαλιστικού μέτρου, αλλά οριστική επίλυσης διαφοράς, μπορεί να ασκηθεί έφεση 1857/2011 ΑΠ 402/2003 ΑΠ.
Ποιος ασκεί έφεση
Κατά την τακτική διαδικασία και τις ειδικές διαδικασίες, έφεση δικαιούται να ασκήσει
- ο ενάγων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- ο εναγόμενος, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- ο κυρίως παρεμβαίνων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- ο προσθέτως παρεμβαίνων, αν νικήθηκε ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- ο εισαγγελέας πρωτοδικών, αν ήταν διάδικος άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- ο διάδικος που νίκησε, αν έχει έννομο συμφέρον άρ.516 παρ.2 ΚΠολΔ.
Έφεση δικαιούνται να ασκήσουν και
- οι καθολικοί διάδοχοι του ηττηθέντος ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντα, εναγομένου, κυρίως παρεμβαίνοντα ή προσθέτως παρεμβαίνοντα άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- οι ειδικοί διάδοχοί του ηττηθέντος ολικά ή μερικά στην πρωτόδικη δίκη ενάγοντα, εναγομένου, κυρίως παρεμβαίνοντα ή προσθέτως παρεμβαίνοντα, αν απέκτησαν την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου μετά την άσκηση της αγωγής άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ.
Αν ο διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στη δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ασκήσουν την έφεση οι έχοντες αρχικά τη γονική μέριμνα, αντί να την ασκήσει ο πλέον ενήλικος στο όνομά του, τότε η έφεση ασκείται απαράδεκτα 705/2006 Εφ.Λάρισας.
Κατα ποιων ασκείται έφεση
Η έφεση απευθύνεται
- κατά του νικήσαντος αντιδίκου, ή κατά των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων αυτού 1899/1984 ΑΠ άρ.517 εδ.1 ΚΠολΔ, και
- κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος για τους οποίους η απόφαση περιέχει επωφελείς διατάξεις, οι οποίες είναι ταυτόχρονα επιβλαβείς για τον εκκαλούντα 1899/1984 ΑΠ άρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ, και
- αν πρόκειται για δίκη διανομής, κατά όλων των διαδίκων πλην του εκκαλούντος 617/2014 ΑΠ, λόγω αναγκαστικής ομοδικίας όλων των διαδίκων 177/2017 ΑΠ άρ.517 εδ.2 ΚΠολΔ, και
- αν δεν πρόκειται για δίκη διανομης, και υπάρχει αναγκαστική ομοδικία των αντιδίκων, κατά όλων των αναγκαία ομοδίκων από την πλευρά των αντιδίκων άρ.517 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν ο εκκαλών απευθύνει την έφεσή του κατά ομοδίκου του, και η απόφαση δεν περιλαμβάνει διάταξη επωφελή για τον ομόδικο και επιβλαβή για τον εκκαλούντα, τότε η έφεση απορρίπτεται ως προς αυτόν τον ομόδικο ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος 177/2017 ΑΠ.
Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε ενάγων είναι ταυτόχρονα και εναγόμενος 177/2017 ΑΠ.
Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε διάδικος είναι αναγκαία ομοδικος των υπολοίπων διαδίκων 177/2017 ΑΠ.
Στη δίκη διανομής ακινήτου, αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των υπολοίπων διαδίκων, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη 617/2014 ΑΠ 177/2017 ΑΠ άρ.517 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.478 ΚΠολΔ.
Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ εκκαλούντος και ομοδίκου του, πλην επί διανομής ακινήτου, τότε ο εκκαλών δεν απαιτείται να απευθύνει την έφεσή του και κατά των αναγκαία ομοδίκων του 617/2014 ΑΠ 63/1981 ΑΠ Ολομέλεια.
Αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των αναγκαία ομοδίκων του, και δεν κοινοποιήσει την έφεσή του στους αναγκαία ομοδίκους του, και δεν εμφανιστούν στη συζήτηση, τότε η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη 192/2012 ΑΠ.
Η έφεση πρέπει να στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Αν ο διάδικος στην πρωτόβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στην πρωτόβάθμια δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ο εκκαλών έχει λάβει γνώση της ενηλικίωσης μέχρι την άσκηση της έφεσης, τότε ο εκκαλών πρέπει να στρέψει την έφεσή του εναντίον του πλέον ενηλίκου και όχι εναντίων των αρχικά ασκούντων τη γονική μέριμνα αντ' αυτού, διαφορετικά η έφεση είναι απαράδεκτη ως προς τον πλέον ενήλικο 705/2006 Εφ.Λάρισας.
Αν ασκηθεί έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, και η έφεση δεν απευθύνεται κατά των αναγκαία ομοδίκων, και δεν εμφανιστούν αυτοβούλως κατά την εκδίκαση της έφεσης, τότε η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη από μόνο τον λόγο αυτό 181/2017 Εφ.Πειραιώς άρ.762 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση των αναγκαία ομοδίκων αυτών 181/2017 Εφ.Πειραιώς άρ.762 ΚΠολΔ άρ.748 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.760 εδ.1 ΚΠολΔ.
Προθεσμία άσκησης έφεσης
Διαδικασία | Διαμονή στην Ελλάδα | Διαμονή στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής | Έναρξη προθεσμίας | Αναστολή προθεσμίας από 1η-31η Αυγούστου |
---|---|---|---|---|
Τακτική διαδικασία | 30 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ | 60 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Ναί άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ |
Απορριπτικής απόφασης περί Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού | 30 ημέρες άρ.738 Α παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ | 30 ημέρες άρ.738 Α παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ | επόμενη της γνωστοποίησης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Ναί άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ |
Μισθωτική διαφορά (για αγωγές κατατεθιμένες έως και 31-12-2015) | 15 ημέρες άρ.652 παρ.1 ΚΠολΔ | 30 ημέρες άρ.652 παρ.1 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Όχι |
Διαφορές προσβολών από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (για αγωγές κατατεθιμένες έως και 31-12-2015) | 15 ημέρες άρ.681 Δ παρ.5 ΚΠολΔ | 30 ημέρες άρ.681 Δ παρ.5 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Ναί άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ |
Εκούσια δικαιοδοσία (παροχή κληρονομητηρίου) | 20 ημέρες άρ.824 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ | 20 ημέρες άρ.824 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ | επόμενη της δημοσίευσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Όχι |
Ασφαλιστικά μέτρα (νομής) | 10 ημέρες άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ | 10 ημέρες άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Όχι |
Ασφαλιστικά μέτρα (όχι περί λήψης ή ανάκλησης ασφαλιστικού μέτρου, περί οριστικής επίλυσης διαφοράς) 1857/2011 ΑΠ 1526/2007 ΑΠ 402/2003 ΑΠ | 30 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ | 60 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Ναί άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ |
Απόφαση περί εκτέλεσης προσωπικής κράτησης | 5 ημέρες άρ.1054 παρ.2 ΚΠολΔ | 5 ημέρες άρ.1054 παρ.2 ΚΠολΔ | επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ | Όχι |
Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠολΔ;
Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο άρ.11 κδ.26-06/10-07-1944 ή Δήμος 1476/2004 ΣτΕ κδ.26-06/10-07-1944 άρ.9 ν.3463/2006 άρ.276 παρ.1 ή άλλο ΝΠΔΔ ν.2579/1998 άρ.28 παρ.4 εδ.1, η προθεσμία που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους 12/2002 ΑΠ 2808/2002 ΣτΕ κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) ν.1756/1988 άρ.11 παρ.2 328/2005 ΑΠ.
Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο άρ.9 κδ.26-06/10-07-1944 ή Δήμος κδ.26-06/10-07-1944 άρ.9 ν.3463/2006 άρ.276 παρ.1, η προθεσμία της έφεσης είναι, για όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 30 ημέρες 328/2005 ΑΠ.
Η προθεσμία της έφεσης δεν επεκτείνεται σε 30 ημέρες για όλα τα ΝΠΔΔ 183/2014 Μον.Εφ.Πατρών.
Η έφεση μπορεί να ασκηθεί και πριν την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια την ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης άρ.499 ΚΠολΔ.
Το αν ο αντίδικος διαμένει στην Ελλάδα, στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής κρίνεται κατά τον χρόνο της επίδοσης.
Αν η επίδοση γίνεται σε νομικό πρόσωπο, κρίσιμος για τον προσδιορισμό της έδρας είναι ο τόπος πραγματικής διοίκησής του, ως τόπος πραγματικής έδρας, και όχι απλά η καταστατική του έδρα 2/1999 ΑΠ.
Η προθεσμία έφεσης που αρχίζει με την επίδοση της απόφασης ισχύει και για τον επιδόσαντα την απόφαση, όπως και για τον παραλαβόντα το δικόγραφο της έφεσης άρ.144 παρ.2 ΚΠολΔ.
Αν οι διάδικοι είναι απλοί ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης μόνο γι' αυτόν, όχι και για τους υπόλοιπους άρ.75 παρ.1 ΚΠολΔ.
Αν οι διάδικοι είναι αναγκαία ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης και για αυτόν και για τους υπόλοιπους άρ.76 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.76 παρ.4 ΚΠολΔ.
Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει έφεση αποβιώσει, η προθεσμία έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στους καθολικούς διαδόχους ή κληροδόχους άρ.518 παρ.3 ΚΠολΔ.
Κατά μια άποψη, αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 23-07-2015, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 3 έτη από τη δημοσίευση της απόφασης 3087/2017 Εφ.Αθηνών άρ.518 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.6 ΕΣΔΑ άρ.28 παρ.1 Συντάγματος.
Κατ' άλλη άποψη, αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 2 έτη από τη δημοσίευση της απόφασης άρ.518 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ 935/1995 ΑΠ.
Κατά την ίδια άποψη, αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 31-12-2015, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 3 έτη από τη δημοσίευση της απόφασης άρ.518 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ 935/1995 ΑΠ.
Αν η απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας αφορά σε απαγγελία υιοθεσίας, και η απόφαση δεν επιδοθεί, τότε η προθεσμία της έφεσης είναι ένα έτος από από τη δημοσίευση της απόφασης άρ.800 παρ.3 ΚΠολΔ.
Αν κατατεθεί εμπρόθεσμα έφεση, και κατατεθεί εκπρόθεσμα έφεση από τον εφεσίβλητο, και η εκπρόθεσμη έφεση προσβάλλει τα εκκληθέντα ή τα αναγκαστικά συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της κατά το πρώτον εφεσίβλητης απόφασης, τότε η εκπρόθεσμη αυτή έφεση μπορεί να θεωρηθεί ως αντέφεση 1716/2004 Εφ.Αθηνών 246/1979 ΑΠ.
Εφαρμοστέος νόμος στο Εφετείο
Το Εφετείο εφαρμόζει κατ' αρχήν τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης άρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ.
Αν ο νεότερος νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι ο νεότερος νόμος εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, και δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα, τότε το Εφετείο εφαρμόζει τον νεότερο νόμο 148/2017 ΑΠ.
Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων
Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης άρ.524 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, αν η πρωτόδικη συζήτηση είχε διεξαχθεί κατ' αντιμωλία, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης άρ.524 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ.
Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, αν η πρωτόδικη συζήτηση είχε διεξαχθεί ερήμην, ακολουθείται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων που ίσχυε και πρωτόδικα άρ.524 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ 293/2005 ΑΠ.
Προβολή ισχυρισμών
Πραγματικός ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση ή αντένσταση μπορεί να προβληθεί κατ' εξαίρεση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου 712/2008 Εφ.Πατρών.
Δικαστική ομολογία του αντιδίκου υπάρχει αν αυτή περιέχει ουσιώδες πραγματικό γεγονός επιζήμιο γι' αυτόν 712/2008 Εφ.Πατρών.
Η ένσταση παραγραφής μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν περιλαμβάνονται στην αγωγή 712/2008 Εφ.Πατρών.
Στις εργατικές διαφορές, η πρόσθετη παρεμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά στο πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά δεν μπορεί να ασκηθεί προφορικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 1065/2002 Εφ.Πειραιά 864/1976 ΑΠ.
Λόγοι έφεσης
Ο λόγος έφεσης που αναφέρεται σε σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης σχετικά με διάταξή της για το προσωρινά εκτελεστό είναι αλυσιτελής, γιατί με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εκκαλούμενη καθίσταται τελεσίδικη και εκτελεστή 1147/2012 Εφ.Αθηνών.
Πρόσθετοι λόγοι έφεσης
Για το παραδεκτό της άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης, πρέπει πριν την τιθέμενη προθεσμία να έχει συντελεστεί και η κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και η επίδοσή του στον εφεσίβλητο 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια.
Η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσης των πρόσθετων λόγων έφεσης έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, όχι αναγκαστικά η ημέρα που ορίστηκε αρχικά προς συζήτηση, ή η οποία προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια.
Αν η εφετειακή απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, η παραπάνω προθεσμία έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της στο δικαστήριο της παραπομπής 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια.
Η απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, όταν η αναιρετική απόφαση δεν περιορίζει την αναίρεση, με σχετική διάταξη του διατακτικού της, σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια.
Ανασταλτικό αποτέλεσμα
Περιεχόμενο ανασταλτικού αποτελέσματος
Όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δεν μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άρ. 519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα:
Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Αν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, τότε η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.
Διάρκεια ανασταλτικού αποτελέσματος
Η ανασταλτική ισχύς της έφεσης διαρκεί καθ' όλη τη διάρκεια της προθεσμίας της έφεσης άρ.519 παρ.1 ΚΠολΔ.
Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση, η ανασταλτική ισχύς της έφεσης διαρκεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την έφεση ή μέχρι να καταργηθεί με άλλο τρόπο η δευτεροβάθμια δίκη άρ.521 παρ.3 ΚΠολΔ.
Έφεση σε ασφαλιστικά μέτρα
Έφεση μπορεί να ασκηθεί και επί αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων νομής και κατοχής άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ.
Η προθεσμία είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ.
Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα αλλά μπορεί να γίνει αίτηση αναστολής κατά το άρ.912 ΚΠολΔ (Αναστολή σε ανακοπή ή έφεση προσωρινά εκτελεστής απόφασης) άρ.734 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.734 παρ.4 ΚΠολΔ.
Αν η απόφαση διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, και βάσει της απόφασης επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση, και ασκηθεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 298/2003 ΑΠ.
Κατά της σχετικής απόφασης επί της ανακοπής δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση 298/2003 ΑΠ.
Η έφεση επί ασφαλιστικών μέτρων επί διατάραξης ή αποβολής από την νομή πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί η απόφαση εντός της προθεσμίας ενός έτους από την διατάραξη ή την αποβολή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών.
Η άσκηση της τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών.
Διαχρονικό δίκαιο
Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν ορίζεται διαφορετικά 989/1980 ΑΠ, ο νεότερος νόμος καταλαμβάνει και ρυθμίζει το ατέλεστο μέρος της δίκης 989/1980 ΑΠ 971/1979 ΑΠ.
Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων 1122/2015 ΑΠ 935/1995 ΑΠ, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων 935/1995 ΑΠ και ο χρόνος της άσκησης 935/1995 ΑΠ κρίνεται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ.
Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων προσδιορίζεται τόσο από τη διαδικασία κατά την οποία πράγματι εκδικάσθηκε η υπόθεση, όσο και από την διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί κατά νόμο, αλλά δεν τηρήθηκε από σφάλμα 1886/1994 ΑΠ.
Αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και από την άσκηση της έφεσης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης νεότερος νόμος αλλάξει τον τρόπο συγκρότησης της σύνθεσης του Εφετείου, τότε το Εφετείο θα συγκροτηθεί με τον τρόπο που προβλέπει ο νεότερος νόμος 989/1980 ΑΠ 971/1979 ΑΠ.
greeklaw
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου