Διαχρονικό ποινικό δίκαιο - Ποινική προδικασία - Ποινική διαδικασία στο ακροατήριο - Προθεσμία υποβολής της έγκλησης Αδιαίρετο της έγκλησης Αρχειοθέτηση μήνυσης και απόρριψη έγκλησης Παύση ποινικής δίωξης Προκαταταρκτική εξέταση Σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα εφετών Κίνηση ποινικής δίωξης Προανάκριση Άμυνα κατά πράξεων της προδικασίας Αίτηση ακύρωσης πράξης της προδικασίας Προσφυγή κατά απευθείας κλήσης στο ακροατήριο Πορεία της προσφυγής Προσφυγή από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας Προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων Παραγραφή ποινικού αδικήματος Ακυρότητα Σχετική ακυρότητα Απόλυτη ακυρότητα Προστασία από κακόβουλες κλήσεις Τροποποίηση Ποινικού Δικαίου Τροποποίηση Ποινικού Δικονομικού Δικαίου Ποινική διαδικασία στο ακροατήριο Πότε προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός Πώς προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός Αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος Χρόνος προβολής ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος Αυτοτελής ισχυρισμός τοξικομανίας Αυτοτελής ισχυρισμός μη νομιμοποίησης του εγκαλούντος προς υποβολή έγκλησης Αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης Αυτοτελής ισχυρισμός διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.α ΠΚ Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.β ΠΚ Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.γ ΠΚ Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.δ ΠΚ Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.ε ΠΚ Διφορούμενες απόψεις για τον χαρακτηρισμό κάποιων ισχυρισμών Αίτηση του κατηγορούμενου Υποδείξεις του κατηγορουμένου Ακυρότητα παράστασης πολιτικής αγωγής Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου Αιτιολογία απόφασης

Προθεσμία υποβολής της έγκλησης

Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και ο δικαιούχος έγκλησης δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε 3 μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της πράξη που τελέσθηκε και του προσώπου που την τέλεσε, ή έστω ενός συμμετόχου, τότε το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.117 παρ.1 ΠΚ.....

Αδιαίρετο της έγκλησης

Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και υπάρχουν περισσότεροι συμμέτοχοι στο έγκλημα, και ο εγκαλών ανακαλεί ή παραιτείται της έγκλησης υπέρ ενός των συμμετόχων, τότε η ανάκληση ή παραίτηση επεκτείνεται και στους υπόλοιπους συμμετόχους 2/2007 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ.άρ.119 ΠΚ άρ.120 παρ.2 ΠΚ. Το αδιαίρετο της έγκλησης αφορά την πράξη, όχι τα κατ' ιδίαν πρόσωπα 1859/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και υπάρχουν περισσότεροι παθόντες δικαιούμενοι σε έγκληση, τότε το αδιαίρετο της έγκλησης δεν ισχύει επ' αυτών ως δικαιούχων έγκλησης 1859/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και υπάρχουν περισσότεροι παθόντες δικαιούμενοι σε έγκληση, τότε ο καθένας τους έχει αυτοτελές δικαίωμα έγκλησης 1859/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και υπάρχουν περισσότεροι παθόντες δικαιούμενοι σε έγκληση, τότε η τρίμηνη προθεσμία της έγκλησης αρχίζει χωριστά για τον καθένα από τότε που έλαβε γνώση της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε, ή έστω ενός από τους συμμετόχους 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.118 παρ.3 ΠΚ. Αν το έγκλημα διώκεται κατ’ έγκληση, και υπάρχουν περισσότεροι παθόντες δικαιούμενοι σε έγκληση, τότε η βούληση του ενός παθόντος να μην υποβάλει έγκληση, ή η ανάκληση από αυτόν της έγκλησής του, ή η παραίτησή του από την έγκληση δεν επηρεάζει το δικαίωμα των υπολοίπων παθόντων 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.118 παρ.3 ΠΚ. Το αδιαίρετο της έγκλησης ισχύει και επί ανάκλησης της υποβληθείσας έγκλησης 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου. Η ανάκληση λειτουργεί αδιαίρετα στις περιπτώσεις της συμμετοχής των άρθρων 45 - 47 ΠΚ και της αναγκαίας συμμετοχής 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου. Η ανάκληση δεν λειτουργεί αδιαίρετα
  • αν υπάρχει παραυτουργία 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου, ή
  • αν ο ένας ενεργεί με δόλο και ο άλλος με αμέλεια 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου, ή
  • αν υπάρχουν συρρεόντα εγκλήματα 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου, ή
  • αν έχει υποβληθεί έγκληση από όλους τους δικαιούχους και χωρεί ανάκλησή της από έναν μόνο από αυτούς 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου.
Αν η ανάκληση δεν λειτουργεί αδιαίρετα, η ανάκληση δεν επηρεάζει τη συνέχιση της ποινικής δίωξης στο μέτρο που δεν ανακαλείται η έγκληση του άλλου δικαιούχου 267/2000 Συμβ.Πλημ.Βόλου.

Αρχειοθέτηση μήνυσης και απόρριψη έγκλησης

Ο εισαγγελέας δύναται να θέσει την μήνυση ή την αναφορά στο αρχείο
  • αν έγινε ανώνυμα ή με ανύπαρκτο όνομα αρ.43 παρ.4 εδ.1 ΚΠοινΔ, ή
  • αν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αρ.43 παρ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • αν είναι νόμω αβάσιμη αρ.43 παρ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • αν είναι προφανώς ουσία αβάσιμη αρ.43 παρ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • αν για αυτήν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά το αρ.243 παρ.2 ΚΠοινΔ ή ΕΔΕ, και αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης αρ.43 παρ.3 ΚΠοινΔ.
Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δύναται να απορρίψει την έγκληση
  • αν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης αρ.47 παρ.1 ΚΠοινΔ, ή
  • αν είναι νόμω αβάσιμη αρ.47 παρ.1 ΚΠοινΔ, ή
  • αν είναι προφανώς ουσία αβάσιμη αρ.47 παρ.1 ΚΠοινΔ
  • αν για αυτήν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις κατά το αρ.243 παρ.2 ΚΠοινΔ ή ΕΔΕ, και αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης αρ.47 παρ.2 ΚΠοινΔ
Η πράξη του Εισαγγελέα, με την οποία η μήνυση ή η αναφορά αρχειοθετείται κατ' αρ.43 παρ.2 ΚΠοινΔ, δεν παράγει δεδικασμένο 383/2012 ΑΠ Ποιν.Τμ. παρ.III 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.43 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία η έγκληση απορρίπτεται, δεν παράγει δεδικασμένο παρ.III 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εκδώσει πράξη με την οποία απορρίπτει την έγκληση, και αν η πράξη αυτή εγκριθεί από τον εισαγγελέα εφετών, τότε η πράξη παράγει περιορισμένο οιονεί δεδικασμένο παρ.III 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το περιορισμένο αυτό οιονεί δεδικασμένο έγγυται στο δικαίωμα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών να απορρίψει κάθε νέα καταγγελία του ίδιου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών παρ.III 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το περιορισμένο αυτό οιονεί δεδικασμένο κάμπτεται αν μεταγενέστερα προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης παρ.III 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Παύση ποινικής δίωξης

Αν το έγκλημα έχει παραγραφεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δύναται να διατάξει την παύση της ποινικής δίωξης, θέτοντας τη δικογραφία στο αρχείο αρ.113 παρ.5 ΠΚ. Για τη διάταξη απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών αρ.113 παρ.5 ΠΚ

Προκαταταρκτική εξέταση

Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί προκαταρκτική εξέταση αρ.31 παρ.1 περ.α ΚΠοινΔ. Η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται για να κρίνει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης αρ.31 παρ.1 περ.α ΚΠοινΔ. Η προκαταρκτική εξέταση συνιστά βασικό στάδιο της προδικασίας 1575/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Η προκαταρκτική εξεταση και η προανάκριση ταυτίζονται πλέον από την άποψη πλευράς τρόπου ενέργειας και σκοπού, μετά την τροποποίηση και με τον ν.4055/2012 1575/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Στα πλημμελήματα, η προκαταρκτική εξέταση δεν είναι υποχρεωτική, και εναπόκειται στην κρίση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών 64/2012 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά αρ.43 παρ.1 αρ.27 παρ.3 ν.4055/2012 αιτιολ.έκθεση ν.4055/2012. Κατά την προκαταρκτική εξέταση, το άτομο είναι ακόμα ύποπτος, και όχι κατηγορούμενος 1575/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο 1/2009 εγκυκλ.Εισ.ΑΠ. Κατά μια άποψη, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται κατόπιν μήνυσης ή έγκλησης κατά ορισμένου προσώπου, ή αν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό έχει δικαιώματα ανάλογα προς εκείνα τα οποία αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το ποινικό δικονομικό δίκαιο κατά τη διάρκεια της προδικασίας, και ειδικότερα της προανάκρισης και της ανάκρισης 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Αν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ο πολιτικώς ενάγων δεν είναι ακόμη διάδικος 1575/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αν ο πολιτικώς ενάγων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, μπορεί να ασκήσει τα προβλεπόμενα δικαιώματά του από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή ένταλμα βίαιης προσαγωγής, και όχι όταν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση 1575/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αν ο δικαιούμενος προς παράσταση πολιτικής αγωγής δεν συνοδεύει τη δήλωσή του με αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου, δεν δημιουργείται από τον λόγο αυτό ακυρότητα ως προς τη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου δύναται να καταβληθεί είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.63 παρ.2 εδ.2 ΚΠοινΔ. Το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης δεν προβλέπεται ότι πρέπει να γνωστοποιείται στον κατηγορούμενο ή τον πολιτικώς ενάγοντα 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Κατά μια άποψη, ο κατηγορούμενος δεν είναι απαραίτητο να κληθεί σε συμπληρωματικές εξηγήσεις μετά τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού, εκτός αν υπήρχε αίτημά του προς τον αρμόδιο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό για να καταθέσει συμπληρωματικά, ή αν το έκρινε ο ίδιος ο πταισματοδίκης ή ο επισπεύδων την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέας, ο οποίος θα έδινε ρητή παραγγελία 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Κατά τη μορφή του αρ.43 ΚΠοινΔ έως 01-04-2012, η παραπομπή του υπόπτου απευθείας στο ακροατήριο μετά από προκαταρκτική εξέταση είναι νόμιμη και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Κατά τη μορφή του αρ.43 ΚΠοινΔ έως 01-04-2012, η διενέργεια προανάκρισης στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου είναι αναγκαία αν έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση και δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο ή αν δεν έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Αν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για ψευδορκία αρ.224 ΠΚ 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ., συγκεκριμένες περιπτώσεις ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αρ.225 παρ.1 περ.α ΠΚ αρ.225 παρ.3 εδ.α ΠΚ, ψευδή καταμήνυση αρ.229 ΠΚ 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ., δυσφήμηση αρ.362 ΠΚ, συκοφαντική δυσφήμηση αρ.363 ΠΚ 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. ή δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας αρ.364 ΠΚ, και αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για το γεγονός στο οποίο αναφέρονται τα εγκλήματα αυτά, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια, έως το τέλος της ποινικής δίωξης αρ.59 παρ.2 ΚΠοινΔ. Για την αναβολή αυτή απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών αρ.59 παρ.2 ΚΠοινΔ Η σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών έπεται, δεν προηγείται, της πράξης αναβολής του εισαγγελέα πρωτοδικών 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Κατά τη διάρκεια της αναβολής αναστέλλεται η παραγραφή των εγκλημάτων στα οποία αφορά η προκαταρκτική εξέταση 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΠΚ αρ.59 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η αναστολή της προθεσμίας παραγραφής αρχίζει από τον χρόνο έκδοσης της διάταξης περί αναβολής από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΠΚ αρ.59 παρ.2 ΚΠοινΔ.

Σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα εφετών

Αν ο νόμος προβλέπει την έγκριση ή την έκφραση σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών σε πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, τότε ο εισαγγελέας εφετών δεν εκφέρει πρωτογενή δικαιοδοτική κρίση, αλλά ελέγχει τη νομιμότητα, και μάλιστα τον εξωτερικό τύπο των συγκεκριμένων ενεργειών του εισαγγελέα πλημμελειοδικών 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Τέτοια σύμφωνη γνώμη προβλέπεται και για την αναβολή κάθε περαιτέρω ενέργειας έως το τέλος της ποινικής δίωξης αρ.59 παρ.2 ΚΠοινΔ 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Κίνηση ποινικής δίωξης

Αν δεν πρόκειται για κακούργημα, ο Εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη
  • παραγγέλοντας προανάκριση αρ.43 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, ή
  • παραγγέλοντας ανάκριση αρ.43 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, ή
  • εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται αρ.43 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ.
Αν πρόκειται για κακούργημα, ο Εισαγγελέας μπορεί να κινήσει την ποινική δίωξη μόνο αν έχει γίνει προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις, και αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις αρ.43 παρ.1 εδ.2 ΚΠοινΔ. Δεν είναι αναγκαία η προκαταρκτική εξέταση, αν έχει προηγηθεί ΕΔΕ ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων του αρ.1 παρ.2 ν.3074/2002 (ΦΕΚ Α 296), και αν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη αρ.43 παρ.1 εδ.3 ΚΠοινΔ.

Προανάκριση

Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί προανάκριση αρ.31 παρ.1 περ.β ΚΠοινΔ. Η προανάκριση διενεργείται για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη αρ.31 παρ.1 περ.β ΚΠοινΔ. Κατά την προανάκριση, το άτομο δεν είναι απλά ύποπτος, αλλά κατηγορούμενος 1/2009 εγκυκλ.Εισ.ΑΠ. Κατά μια άποψη, αν πρόκειται για πλημμέλημα αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών είναι απαραίτητο να διατάξει προανάκριση 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Κατά μια άποψη, το κατηγορητήριο είναι απαραίτητο να συντάσσεται εγγράφως 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών Κατ' άλλη άποψη, το κατηγορητήριο δεν είναι απαραίτητο να συντάσσεται εγγράφως 101/2013 διατ.Εισ.Εφ.Αθηνών. Κατά μια άποψη, το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου είναι απαραίτητο να αναγράφεται στην έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου κατά την προανάκριση 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Κατά μια άποψη, μόνη η αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του κατηγορούμενου ότι "του απαγγέλθηκε η κατηγορία" δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του ανακρίνοντος να εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα η πράξη για την οποία προκύπτει κατηγορία 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Κατά μια άποψη, η ανακοίνωση της κατηγορίας πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία αναφέρει ο εισαγγελέας στην ποινική δίωξη που άσκησε, όσο και ακριβή περιγραφή του πραγματικού συμβάντος το οποίο συγκροτεί την αξιόποινη πράξη με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Το πέρας της προανάκρισης δεν προβλέπεται ότι πρέπει να γνωστοποιείται στον κατηγορούμενο ή τον πολιτικώς ενάγοντα 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Η προανάκριση περατώνεται
  • με απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο αρ.245 παρ.1 περ.α ΚΠοινΔ, ή
  • με πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο αρ.245 παρ.1 περ.β ΚΠοινΔ, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αρ.245 παρ.2 εδ.2 ΚΠοινΔ ή
  • με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή, αν προκύπτει τέλεση κακουργήματος αρ.245 παρ.1 περ.γ ΚΠοινΔ.
Ο εισαγγελέας κάνει πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο και για τα πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας 3/2009 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια Συμβούλιο. Επί πλημμελημάτων δικηγόρων αρ.111 παρ.6 ΚΠοινΔ, αρμόδιο για την περάτωση της προανάκρισης, αν δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών 3/2009 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο αρ.245 παρ.2 εδ.3 ΚΠοινΔ.

Άμυνα κατά πράξεων της προδικασίας

Αίτηση ακύρωσης πράξης της προδικασίας

Η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας μπορεί να προταθεί με αίτηση ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου για ακύρωση πράξης της προδικασίας αρ.176 παρ.1 ΚΠοινΔ. Η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, αν δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να προταθεί με προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, αν συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 539/1989 ΑΠ Ποιν.Τμ. 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η αίτηση ακυρότητας κατά πράξης της προδικασίας ασκείται με κατάθεσή της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Η αίτηση ακυρότητας κατά πράξης της προδικασίας ασκείται παραδεκτά αν μέχρι την κατάθεσή της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο και δεν έχει γίνει αμετάκλητη η παραπομπή του στο ακροατήριο 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Αν πρόκειται για πλημμέλημα για το οποίο απαιτείται προανάκριση αρ.244 ΚΠοινΔ, και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών δεν διατάξει προανάκριση, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας 2846/2014 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Η ακυρότητα αυτή καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος είχε ήδη απολογηθεί, λόγω αυτεπάγγελτης προανάκρισης 64/2012 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά 2846/2014 συμβ.Πλημ.Αθηνών αρ.243 παρ.2 ΚΠοινΔ.

Προσφυγή κατά απευθείας κλήσης στο ακροατήριο

Αν ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου αρ.322 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ ή του Τριμελούς Εφετείου αρ.322 παρ.3 εδ.1 ΚΠοινΔ με κλητήριο θέσπισμα, έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής είναι 10 ημέρες από την επιδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρ.322 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ. Η προσφυγή ασκείται εμπρόθεσμα αν η κατάθεση της προσφυγής γίνει εντός 10 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος 445/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως και 31η Αυγούστου 405/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.473 παρ.4 ΚΠοινΔ. Η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, αν δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να προταθεί με προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, αν συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 539/1989 ΑΠ Ποιν.Τμ. 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Σκοπός της προσφυγής είναι η αποφυγή της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για πράξη για την οποία προφανώς δεν πρέπει να δικαστεί, για νομικούς ή και για ουσιαστικούς λόγους 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Η προσφυγή πρέπει να αναφέρει τους νομικούς και ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους ασκείται 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Αν οι λόγοι δεν αναφέρονται ή είναι αόριστοι, η προσφυγή είναι άκυρη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Νομικός λόγος για την αποφυγή παραπομπής του κατηγορουμένου είναι και η αρμοδιότητα του δικαστηρίου 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Ουσιαστικός, νόμιμος, λόγος είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η μη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπομπής του κατηγορούμενου, αφού ελλείπουν οι απαιτούμενες προς τούτο επαρκείς ενδείξεις 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Επί πλημμελημάτων δικηγόρων, αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο είναι το Τριμελές Εφετείο 3/2009 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο αρ.111 παρ.6 ΚΠοινΔ. Το Δικαστικό Συμβούλιο (Πλημμελειοδικών ή Εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αρ.309 παρ.1 περ.α ΚΠοινΔ αρ.310 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ αρ.313 ΚΠοινΔ αρ.318 ΚΠοινΔ 755/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό, το οποίο συγκομίσθηκε, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις 755/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αντίθετα, οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά σοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του 755/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Για να κρίνει το συμβούλιο το αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου ή για το ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις όσο και τα στοιχεία που τις αποδυναμώνουν 755/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση των λόγων με άλλους που δεν περιέχονται στην έκθεση, όπως όταν στην έκθεση γίνεται παραπομπή σε λόγους που αναφέρονται σε άλλη έκθεση ή σε υπόμνημα 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Τέτοια συμπλήρωση επιτρέπεται μόνο αν με την έκθεση συνυποβάλλεται έγγραφο με επιπλέον λόγους, και το έγγραφο φέρει επ' αυτού υπογραφή του προσφεύγοντος και του γραμματέα 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η προσφυγή δεν έχει σκοπό την προβολή της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αν το Συμβούλιο ακυρώσει το κλητήριο θέσπισμα, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ελέγχεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί της εκδίκασης της κατηγορίας 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αν πράξη της προδικασίας είναι άκυρη, και η ακυρότητα δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, η ακυρότητα της πράξης μπορεί να προβληθεί με προσφυγή κατ' αρ.322 ΚΠοινΔ ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, αν συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, και αν από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργειθείσας προανάκρισης 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών απορρίψει τους προτεινόμενους λόγους ακυρότητας, ή αν η ακυρότητα δεν προβλήθηκε δια της προσφυγής, η ακυρότητα δεν επιδρά επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, και δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο ως λόγος ακυρότητας της παραπομπής 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Το δικαστήριο δεν έχει, βάσει αυτού το λόγου, εξουσία να κηρύξει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και να παραπέμψει την υπόθεση στην ανάκριση, ώστε να επαναληφθεί η ακύρως διενεργειθείσα ανακριτική πράξη 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Για την άσκηση της προσφυγής απαιτείται η κατάθεση παραβόλου υπέρ του Δημοσίου 300 € αρ.322 παρ.1 εδ.2 ΚΠοινΔ. Αν μία προσφυγή ασκείται από περισσότερους κατηγορούμενους, κατατίθεται ένα μόνο παράβολο αρ.322 παρ.1 εδ.3 ΚΠοινΔ 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Αν περισσότες προσφυγές ασκούνται από περισσότερους κατηγορούμενους, κατατίθεται ένα παράβολο ανά προσφυγή 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Αν δεν καταβληθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Η προσφυγή αποτελεί ειδικό ένδικο μέσο 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Η άσκηση της προσφυγής έχει επεκτατικό αποτέλεσμα και στους μη ασκούντες προσφυγή συμμετέχοντες αρ.45 ΚΠοινΔ, αλλά και στους συναίτιους, όταν ο λόγος δεν αρμόζει αποκλειστικά στον προσφεύγοντα 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά. Η προσφυγή εξετάζεται μόνο για τα τμήματα του κλητηρίου θεσπίσματος τα οποία προσβάλλει 646/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για περισσότερα εγκλήματα, η προσφυγή θα εξεταστεί μόνο για τα σκέλη του κλητηρίου θεσπίσματος εναντίον των οποίων βάλλει, και δεν εξετάζεται όλο το κλητήριο θέσπισμα 646/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα, και το αντικείμενο της δίκης αυτής είναι προδικαστικό ζήτημα για άλλη εκκρεμή δίκη, αν δεν είναι σκόπιμη η ένωση των δικών, και αν ο κατηγορούμενος προτείνει με προσφυγή του την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη αναστολή της δίκης, το δικαστικό συμβούλιο που αναλαμβάνει την προσφυγή μπορεί να διατάξει την αναστολή της δεύτερης δίκης 706/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Αν με την προσφυγή προβλήθηκαν ακυρότητες της προδικασίας, και οι ακυρότητες απορρίφθηκαν από τον εισαγγελέα εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος, και δεν μπορούν να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου ως λόγος ακυρότητάς του 480/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Πορεία της προσφυγής

Ο Εισαγγελέας Εφετών έχει την υποχρέωση εντός 10 ημερών από την ημέρα που θα φθάσει σε αυτόν η προσφυγή αρ.322 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ
  • α) αν κρίνει ότι η παραπομπή είναι εσφαλμένη, να δεχθεί την προσφυγή και να παραγγείλει την εισαγωγή της κατηγορίας στο Δικαστικό Συμβούλιο, κατ' αρ.245 παρ.2 ΚΠοινΔ 23/2013 διατ.Εισ.Εφ.Πειραιά αρ.322 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση επιστρέφει στο στάδιο της προδικασίας 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η επιστροφή στο στάδιο της προδικασίας ισχύει ακόμη και αν το Δικαστικό Συμβούλιο παραπέμψει τον προσφεύγοντα στο ακροατήριο, καθώς το παραπεμπτικό βούλευμα δεν επικυρώνει την αρχική παραπομπή, αλλά συνιστά νέα, αυτοτελή κρίση για την υπόθεση 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η αναστολή της παραγραφής ανατρέπεται 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών διατάσσει και την επιστροφή του παραβόλου της προσφυγής στον προσφεύγοντα αρ.322 παρ.1 εδ.6 ΚΠοινΔ
  • β) αν κρίνει ότι η παραπομπή είναι εσφαλμένη, να διατάξει προανάκριση αρ.322 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ ή συμπλήρωση της προανάκρισης αρ.322 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ ή κύρια ανάκριση αρ.322 παρ.2 εδ.2 ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση επιστρέφει στο στάδιο της προδικασίας 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η αναστολή της παραγραφής ανατρέπεται 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
  • γ) αν κρίνει ότι η παραπομπή είναι ορθή διατ.Εισ.Εφ.Αθηνών 101/2013, να απορρίψει την προσφυγή αρ.322 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή διατηρείται η συνέπεια της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος για την έναρξη της κύριας διαδικασίας 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η αναστολή της παραγραφής από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος διατηρείται 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Αν από την επίδοση της απορριπτικής διάταξης μέχρι τη δικάσιμο που έχει οριστεί μεσολαβεί διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο του μισού της προθεσμίας κλήτευσης, ο προσφεύγων οφείλει να εμφανιστεί στο ακροατήριο, χωρίς άλλη κλήτευση αρ.322 παρ.2 εδ.3 υποεδ.2 ΚΠοινΔ, διαφορετικά δικάζεται ερήμην 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Αν από την επίδοση της απορριπτικής διάταξης μέχρι τη δικάσιμο που έχει οριστεί μεσολαβεί διάστημα μικρότερο του μισού της προθεσμίας κλήτευσης, θα οριστεί νέα δικάσιμος και θα χωρήσει νέα επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Προσφυγή από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας

Αν ο κατηγορούμενος απολαμβάνει ιδιάζουσας δωσιδικίας αρ.111 περ.6 ΚΠοινΔ, και κλητεύθηκε απευθείας στο ακροατήριο με κλητήριο θέσπισμα, έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών κατά της εν λόγω κλητεύσεώς του 245/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.322 παρ.3 ΚΠοινΔ. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο συμμέτοχος και συγκατηγορούμενος, ο οποίος δεν είναι πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας 190/1999 Συμβ.Εφ.Θράκης. Η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί μέσα σε 10 μέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρ.322 παρ.3 εδ.1 υποεδ.1 ΚΠοινΔ αρ.322 παρ.1 εδ.1 υποεδ.1 ΚΠοινΔ. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως και 31η Αυγούστου 405/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.473 παρ.4 ΚΠοινΔ. Η προσφυγή υποβάλλεται στον γραμματέα της εισαγγελίας εφετών αρ.322 παρ.3 εδ.1 υποεδ.2 ΚΠοινΔ ή στον γραμματέα της εισαγγελίας πρωτοδικών ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου της διαμονής του κατηγορουμένου αρ.322 παρ.3 εδ.1 ΚΠοινΔ αρ.322 παρ.1 εδ.1 υποεδ.3 ΚΠοινΔ. Η προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο 245/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Το συμβούλιο εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει επί της προσφυγής μέσα σε 10 ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η αίτηση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του εισαγγελέα εφετών αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ. Το συμβούλιο έχει τη δυνατότητα
  • α) να απορρίψει την προσφυγή αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • β) κατά μια άποψη, να κρίνει επί της ουσίας και να αποφασίσει ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του προσφεύγοντος κατηγορουμένου 177/1999 Συμβ.Εφ.Θράκης, ή
  • γ) να διατάξει προανάκριση αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • δ) να διατάξει συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • ε) να διατάξει την ενέργεια κύριας ανάκρισης αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ.
Αν το συμβούλιο διατάξει προανάκριση, συμπλήρωση της προανάκρισης ή ενέργεια κύριας ανάκρισης, και αφού ο εισαγγελέας εφετών επανεισάγει την υπόθεση στο συμβούλιο αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, το συμβούλιο έχει τη δυνατότητα
  • α) να απορρίψει την προσφυγή αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • β) να αποφασίσει ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ, ή
  • γ) να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη αρ.322 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ.
Οι ενδείξεις για τις οποίες γίνεται λόγος στις διατάξεις των αρ.310 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ και 313 ΚΠοινΔ είναι διαφορετικές από τις ενδείξεις που αναφέρονται στο αρ.178 περ.α ΚΠοινΔ και αρ.179 ΚΠοινΔ 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Οι "ενδείξεις" για τις οποίες γίνεται λόγος στις διατάξεις των αρ.310 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ και 313 ΚΠοινΔ ανάγονται στην κρίση σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Οι "ενδείξεις" που αναφέρονται στο αρ.178 περ.α ΚΠοινΔ και αρ.179 ΚΠοινΔ, ως ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα, αποτελούν κατηγορία των αποδεικτικών μέσων από τα οποία μπορεί να συναχθεί, με βάση τους κανόνες της λογικής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ή επαρκών ενδείξεων (υπονοιών) ενοχής του κατηγορουμένου μπορεί να στηρίζεται και στις "ενδείξεις" (αποδεικτικό μέσο) τις οποίες το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη και αξιολογεί μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Το Δικαστικό Συμβούλιο οφείλει να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίστηκαν 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν το Δικαστικό Συμβούλιο προβεί σε πλήρη έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων για να διαπιστώσει την αλήθεια και δεν περιορισθεί στην αναζήτηση μόνο των επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, δεν τίθεται θέμα υπέρβασης εξουσίας από τον λόγο μόνο αυτό 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν το Δικαστικό Συμβούλιο περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνο εκείνων που τις αποδυναμώνουν, υπερβαίνει αρνητικά ην εξουσία που του παρέχουν τα αρ.309 ΚΠοινΔ, αρ.310 ΚΠοινΔ και αρ.313 ΚΠοινΔ 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν το Δικαστικό Συμβούλιο, κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχθεί ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, και αν οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του Συμβουλίου για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, τότε το Δικαστικό Συμβούλιο δεν υπερβαίνει την εξουσία του από μόνο τον λόγο αυτό 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν το Δικαστικό Συμβούλιο αποφανθεί ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά "αποδείχθηκε" η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου, και αν δεν συνάγεται από το περιεχόμενο του βουλεύματος ότι πρόκειται για αδόκιμη ή από παραδρομή διατύπωση της κρίσης του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, τότε δεν τίθεται θέμα υπέρβασης εξουσίας από μόνο τον λόγο αυτό 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Η κρίση του Δικαστικού συμβουλίου ότι "αποδείχθηκε" η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου εμπεριέχει και την κρίση για την επάρκεια ή την παντελή έλλειψη ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου και συνεπώς πρόκειται για πλεοναστική διατύπωση κρίσης, η οποία δεν έχει διαφορετικές συνέπειες από το απαιτούμενο κατά το νόμο έλασσον, δηλαδή επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου ή έλλειψη επαρκών ενδείξεων για την απαλλαγή του 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν το Δικαστικό Συμβούλιο αποφανθεί ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά "δεν αποδείχθηκε" η ενοχή του κατηγορουμένου, και αν δεν συνάγεται από το περιεχόμενο του βουλεύματος ότι πρόκειται για αδόκιμη ή από παραδρομή διατύπωση της κρίσης του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, το Δικαστικό Συμβούλιο υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου ότι "δεν αποδείχθηκε" η ενοχή του κατηγορουμένου εξαρτά την παραπομπή του κατηγορουμένου από την ύπαρξη αποδείξεων, αντί να αρκείται στην απαιτούμενη από τον νόμο ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων 9/2001 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται στον κατηγορούμενο αρ.322 παρ.3 εδ.4 υποεδ.1 ΚΠοινΔ αρ.155 ΚΠοινΔ. Επί της προσφυγής αποφαίνεται το Συμβούλιο Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό 245/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.322 παρ.3 εδ.3 ΚΠοινΔ. Εναντίον του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν επιτρέπεται έφεση 245/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο. Ο κατηγορούμενος ιδιάζουσας δωσιδικίας δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος περί προσφυγής κατά κλητηρίου θεσπίσματος 3/2014 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια. Δικαίωμα αναίρεσης στην περίπτωση αυτή έχει μόνο ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου 3/2014 ΑΠ Ποιν.Ολομέλεια. Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης βουλεύματος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι 30 ημέρες από την έκδοση του βουλεύματος 405/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.483 παρ.3 εδ.1 ΚΠοινΔ αρ.479 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ. Η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, από 1η έως και 31η Αυγούστου 405/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.Συμβούλιο αρ.473 παρ.4 ΚΠοινΔ. Αν έχουν ασκήσει προσφυγή και ο κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του, και αν το συμβούλιο έχει αποφανθεί επί μιας προσφυγής ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά ενός κατηγορουμένου, και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της προσφυγής, και κατά του συγκατηγορουμένου, τότε η δεύτερη προσφυγή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος 190/1999 Συμβ.Εφ.Θράκης. Κατά μια άποψη, αν έχει παραγγελθεί προανάκριση, και αν ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας, και αν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, τότε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών είναι υποχρεωμένος να διαβιβάσει την δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών, και δεν μπορεί να εισάγει παραδεκτά απευθείας την υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με απαλλακτική πρόταση 2368/2013 Συμβ.Πλημ.Αθηνών. Αν το δικαστικό συμβούλιο αποφανθεί με βούλευμα ότι τα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του μηνυτή ή εγκαλούντα, επειδή η μήνυση ή έγκληση δεν υποβλήθηκε από δόλο ή αμέλεια, και το βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, τότε και σ’ αυτή την περίπτωση το βούλευμα δεν παράγει δεδικασμένο περί του δόλου για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία τελούμενες δια της μήνυσης ή έγκλησης 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.585 παρ.1 ΚΠοινΔ άρ.57 ΚΠοινΔ. Αν το δικαστικό συμβούλιο αποφανθεί με βούλευμα ότι τα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του μηνυτή ή εγκαλούντα, επειδή η μήνυση ή έγκληση δεν υποβλήθηκε από δόλο ή αμέλεια, και το βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, και για το γεγονός που καταμηνύθηκε υποβλήθηκε έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία, και το δικαστήριο αποφασίσει ότι ο αρχικά μηνύων ή εγκαλών είχε δόλο σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων, τότε και σ’ αυτή την περίπτωση το δικαστήριο δεν προβαίνει σε υπέρβαση εξουσίας με την παραπάνω κρίση του περί δόλου του κατηγορουμένου 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.585 παρ.1 ΚΠοινΔ. Αν το δικαστικό συμβούλιο αποφανθεί με βούλευμα ότι τα δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του μηνυτή ή εγκαλούντα, επειδή η μήνυση ή έγκληση δεν υποβλήθηκε από δόλο ή αμέλεια, και το βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, και για το γεγονός που καταμηνύθηκε υποβλήθηκε έγκληση για δυσφήμηση, τότε και σ’ αυτή την περίπτωση το βούλευμα δεν ασκεί έννομη επίδραση στο τεκμήριο περί της αλήθειας ή αναλήθειας του γεγονότος στο οποίο αφορά η δυσφήμηση 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.585 παρ.1 ΚΠοινΔ άρ.366 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σχετικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, αποτελεί έγγραφο και λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ.. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σχετικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με την πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτικό μέσο 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.178 ΚΠοινΔ. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.183 ΚΠοινΔ.

Προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων

Ένδικα μέσα (κατά απόφασης ή βουλεύματος ποινικού δικαστηρίου) ασκούνται παραδεκτά το πολύ 10 μέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασης ή του βουλεύματος ή, αν ο δικαιούμενος ήταν απών και διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής, 30 μέρες μετά την επίδοση της απόφασης ή του βουλεύματος αρ.473 ΚΠοινΔ.

Παραγραφή ποινικού αδικήματος

Το αξιόποινο του αδικήματος εξαλείφεται με την παραγραφή αρ.111 παρ.1 ΠΚ. Αν το έγκλημα είναι πταίσμα, η παραγραφή επέρχεται σε 2 έτη μετά την ημέρα τέλεσης της πράξης, εκτός αν ορίζεται άλλως αρ.111 παρ.4 ΠΚ αρ.112 ΠΚ. Αν το έγκλημα είναι πλημμέλημα, η παραγραφή επέρχεται σε 5 έτη μετά την ημέρα τέλεσης της πράξης, εκτός αν ορίζεται άλλως αρ.111 παρ.3 ΠΚ αρ.112 ΠΚ. Αν το έγκλημα είναι κακούργημα, και αν δεν τιμωρείται με ποινή θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη, τότε η παραγραφή επέρχεται 15 έτη μετά την ημέρα τέλεσης της πράξης, εκτός αν ορίζεται άλλως αρ.111 παρ.2 περ.β ΠΚ αρ.112 ΠΚ. Αν το έγκλημα είναι κακούργημα, και αν τιμωρείται με ποινή θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη, τότε η παραγραφή επέρχεται 20 έτη μετά την ημέρα τέλεσης της πράξης, εκτός αν ορίζεται άλλως αρ.111 παρ.2 περ.α ΠΚ αρ.112 ΠΚ. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη αρ.113 παρ.1 ΠΚ. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση αρ.113 παρ.2 ΠΚ. Η αναστολή της παραγραφής δεν μπορεί να διαρκέσει πάνω από 5 έτη για τα κακουργήματα, 3 χρόνια για τα πλημμελήματα και 1 έτος για τα πταίσματα αρ.113 παρ.3 εδ.1 ΠΚ. Η παράταση της αναστολής για την υπόθεση δεν περιορίζεται, αν πρόκειται για υπόθεση η απόφαση επί της οποίας εξαρτάται από άλλη ποινική υπόθεση, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στην άλλη ποινική υπόθεση αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΠΚ αρ.59 παρ.1 ΚΠοινΔ. Η παράταση της αναστολής για την υπόθεση δεν περιορίζεται, αν πρόκειται για ψευδορκία αρ.224 ΠΚ, συγκεκριμένες περιπτώσεις ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αρ.225 παρ.1 περ.α, ψευδούς καταμήνυσης αρ.229 ΠΚ, δυσφήμησης αρ.362 ΠΚ, συκοφαντικής δυσφήμησης αρ.363 ΠΚ, δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας αρ.364 ΠΚ, και αν για το γεγονός στο οποίο αφορά το έγκλημα ασκήθηκε ποινική δίωξη, και αν ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών ανέβαλε κάθε περαιτέρω ενέργεια μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΠΚ αρ.59 ΚΠοινΔ. Η παράταση της αναστολής για την υπόθεση δεν περιορίζεται, αν η αναβολή έλαβε χώρα κατά το αρ.59 παρ.3 ΚΠοινΔ ή το αρ. 59 παρ.4 ΚΠοινΔ αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΠΚ αρ.59 παρ.3 ΚΠοινΔ αρ.59 παρ.4 ΚΠοινΔ. Η παράταση της αναστολής για την υπόθεση δεν περιορίζεται, αν η αναβολή έλαβε χώρα κατά το αρ.30 παρ.2 ΚΠοινΔ για πολιτικό έγκλημα, ή άλλο έγκλημα που αναφέρεται στη σχετική διάταξη αρ.113 παρ.3 εδ.2 ΚΠοινΔ αρ.30 παρ.2 ΚΠοινΔ. Αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψη της έγκλησης δεν αναστέλλει την παραγραφή αρ.113 παρ.4 ΠΚ. Με ειδικότερους νόμους έχει θεσπισθεί η παραγραφή πταισμάτων και πλημμελημάτων με συγκεκριμένο χρόνο τέλεσης, υπό προϋποθέσεις ν.4411/2016 αρ.8ο ν.4411/2016 αρ.9ο ν.4198/2013 αρ.8 παρ.3 ν.4198/2013 αρ.8 παρ.4 ν.4043/2012 αρ.2 ν.4043/2012 αρ.3 ν.4043/2012 αρ.4 ν.3346/2005 αρ.31 ν.3346/2005 αρ.32.

Ακυρότητα

Σχετική ακυρότητα

Σχετική ακυρότητα υπάρχει:
  • επί πράξης ή εγγράφου όπου αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο 669/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.
  • επί της διαδικασίας στο ακροατήριο όταν ο κατηγορούμενος, ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζητήσουν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Οι σχετικές ακυρότητες προτείνονται από τον διάδικο που έχει συμφέρον, ή από τον εισαγγελέα αρ.173 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, όχι όμως αν τις προκάλεσαν οι ίδιοι, με ενέργεια ή παράλειψη, ή αν τις δέχθηκαν ρητά αρ.173 παρ.3 ΚΠοινΔ. Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠοινΔ; Αν η σχετική ακυρότητα αφορά πράξη της προδικασίας προτείνεται ως το τέλος της προδικασίας αρ.173 παρ.1 εδ.2 υποεδ.1 ΚΠοινΔ 669/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η σχετική ακυρότητα αφορά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είτε κύρια είτε προπαρασκευαστική, προτείνεται μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία, σε τελευταίο βαθμό αρ.173 παρ.1 εδ.2 υποεδ.2 ΚΠοινΔ. Αν η σχετική ακυρότητα δεν προταθεί εμπρόθεσμα, θεραπεύεται αρ.174 παρ.1 ΚΠοινΔ. Αν αυτός που κλητεύθηκε εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει σχετική αντίρρηση, θεραπεύεται
  • η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ,
  • η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίματος του κατηγορουμένου αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ,
  • η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος του αστικώς υπεύθυνου αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ,
  • η ακυρότητα του καταλόγου των μαρτύρων αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ,
  • η ακυρότητα της επίδοσης ή κοινοποίησης των ανωτέρω εγγράφων αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ,
  • η ακυρότητα της πολιτικής αγωγής αρ.174 παρ.2 εδ.1 ΚΠοινΔ αρ.166 παρ.3 ΚΠοινΔ.
Κατά μια άποψη, η μη εξέταση προταθέντων μαρτύρων δημιουργεί σχετική ακυρότητα, όχι απόλυτη ακυρότητα 445/2012 προτ.Εισ.Πλημ.Λάρισας Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Κατ' άλλη άποψη, η μη εξέταση προταθέντων μαρτύρων δεν δημιουργεί ακυρότητα 33/2006 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Η μη όρκιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργεί σχετική ακυρότητα παρ.IV 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Απόλυτη ακυρότητα

Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει:
  • αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, την υποχρεωτική συμμετοχή του σε πράξεις της προδικασίας, που ορίζονται ρητά στον νόμο, και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο αρ.171 ΚΠοινΔ περ.1 υποπερ.β, ή
  • αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, όπου και όπως επιβάλλει ο νόμος αρ.171 ΚΠοινΔ περ.1 υποπερ.δ, ή
  • αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του αρ.171 ΚΠοινΔ περ.1 υποπερ.α, ή
  • αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης στις περιπτώσεις που αυτή επιβάλλεται υποχρεωτικά από τον νόμο αρ.171 ΚΠοινΔ περ.1 υποπερ.γ, ή
  • αν ο πολιτικώς ενάγων παραστεί παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο αρ.171 ΚΠοινΔ περ.2.
Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνονται υπόψην από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, αν δεν έχει θεραπευθεί 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.171 ΚΠοινΔ. Η ακυρότητα που θεραπεύθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η πράξη της προδικασίας πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, η ακυρότητα προτείνεται μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.173 παρ.2 ΚΠοινΔ. Αν η πράξη της προδικασίας πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, και η ακυρότητα δεν προταθεί μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο αρ.173 παρ.2 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα καλύπτεται 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.174 παρ.1 ΚΠοινΔ. Αν η πράξη της προδικασίας πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, και η ακυρότητα προταθεί στο δικαστικό συμβούλιο και απορριφθεί, η ακυρότητα δεν μπορεί να προταθεί και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 445/2012 προτ.Εισ.Πλημ.Λάρισας Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Αν η πράξη της προδικασίας πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα είναι το δικαστικό συμβούλιο 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.176 παρ.1 ΚΠοινΔ. Μετά την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, το δικαστικό συμβούλιο απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η πράξη της (προπαρασκευαστικής ή κύριας) διαδικασίας στο ακροατήριο είναι άκυρη, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα είναι το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας δεν είναι αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της ανάκρισης 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 445/2012 προτ.Εισ.Πλημ.Λάρισας Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας δεν έχει εξουσία να παραπέμψει την υπόθεση πίσω στο στάδιο της ανάκρισης 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια 445/2012 προτ.Εισ.Πλημ.Λάρισας Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Το αν και κατά πόσο θα ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο η ακύρως διενεργειθείσα πράξη της ανάκρισης είναι άλλο θέμα 445/2012 προτ.Εισ.Πλημ.Λάρισας Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση, ακόμη και αν δεν προταθεί η ακυρότητα, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατό να προξενηθεί βλάβη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου από την ακυρότητα αρ.174 παρ.2 εδ.2 ΚΠοινΔ. Αν μια πράξη της προδικασίας είναι άκυρη, είναι αυτοδικαίως άκυρη και κάθε πράξη της προδικασίας η οποία διαδέχθηκε την άκυρη πράξη και η οποία εξαρτάται από αυτή 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Οι πράξεις της προδικασίας εξαρτώνται από προηγούμενη πράξη της προδικασίας αν παρήχθηκαν συνεπεία της άκυρης αρχικής πράξης, και η άκυρη αρχική πράξη αποτελεί δικονομική προϋπόθεση και λογικό νόμιμο όρο των μεταγενέστερων πράξεων, οι οποίες συνιστούν έτσι το αναγκαίο αποτέλεσμα εκείνης 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Η εξάρτηση πρέπει να είναι αποκλειστική και πραγματική, και όχι τυχαία ή ευκαιριακή, ώστε οι μεταγενέστερες πράξεις να βρίσκονται σε σχέση προέλευσης από την αρχική άκυρη πράξη 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Η κρίση του πότε υπάρχει τέτοια εξάρτηση εναπόκειται στον δικαστή της ουσίας 455/2012 Συμβ.Πλημ.Λάρισας. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όταν ο πολιτικώς ενάγων που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν παρουσιάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή παρουσιάζεται σαν μάρτυρας, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του από την πολιτική αγωγή, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επιδικάζει, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Προστασία από κακόβουλες κλήσεις

Κατά μια άποψη, αν πρόσωπο που λαμβάνει μέρος σε προκαταρκτική εξέταση, προανάκριση ή κύρια ανάκριση γίνει αποδέκτης εξυβριστικών, συκοφαντικών, απειλητικών ή εκβιαστικών κλήσεων ή μηνυμάτων οι ανακριτικές αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα ή τη θέση της σύνδεσης ή του χρήστη 12/2009 γν.Εισ.ΑΠ.

Αν ο ποινικός νόμος ή ο δικονομικός ποινικός νόμος τροποποιηθεί μετά την τέλεση της πράξης, τίθεται ζήτημα για το ποιά μορφή της διάταξης θα εφαρμοστεί.

Τροποποίηση Ποινικού Δικαίου

Αν από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης ίσχυσαν για το ίδιο έγκλημα περισσότερες διατάξεις, και αν η μια διάταξη είναι ευνοϊκότερη της άλλης, τότε εφαρμόζεται η πιο ευνοική για τον κατηγορούμενο διάταξη 5/2008 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια αρ.2 ΠΚ. Αν μια διάταξη απαιτεί περισσότερα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από ότι προηγούμενη διάταξη, τότε η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη, ασχέτως του αν επισύρει βαρύτερη ποινή 5/2008 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Για έγκλημα που τελέστηκε υπό την ισχύ προηγούμενης διάταξης, το δικαστήριο θα εφαρμόσει είτε την προηγούμενη είτε τη νεότερη διάταξη, και όχι συνδυασμό των διατάξεων 5/2008 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Αν το δικαστήριο διέσπαζε τις διατάξεις και εφάρμοζε κάθε διάταξη μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο θα κατήρτιζε ιδιαίτερο νόμο κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων περί διάκρισης των λειτουργιών 506/2015 ΑΠ αρ.26 Συντάγματος αρ.73 Συντάγματος.

Τροποποίηση Ποινικού Δικονομικού Δικαίου

Κατά μια άποψη, οι νεότερες διατάξεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, ακόμη και αν θεσπίζουν δυσμενέστερες για τον υπαίτιο προϋποθέσεις για τη δίωξη του εγκλήματος, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών, μέρος, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά 1/2014 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Αν νόμος τροποποιήσει δικονομικές διατάξεις, η ισχύς τους είναι αναδρομική και ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει ποινική δίωξη, βάσει των νεότερων διατάξεων, για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου 1/2014 ΑΠ Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια.Συμβούλιο. Κατ' άλλη άποψη, οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου δεν έχουν αναδρομική ισχύ, αν θίγονται ουσιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου 2/2013 γν.Εισ.ΑΠ. Αν με τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου εισάγονται ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος 2/2013 γν.Εισ.ΑΠ. Οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου εφαρμόζονται αναδρομικά, εκτός αν ο δικονομικός νόμος περιέχει ρύθμιση διαφορετική, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Οι τροποποιήσεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, αν δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη 1/1982 αναφ.Εισ.Εφ.Θεσσαλονίκης, εφαρμόζονται από τη στιγμή της έναρξης της ισχύς τους στην εκκρεμή ποινική δίκη κατά το ατέλεστο μέρος της 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας 1/1982 αναφ.Εισ.Εφ.Θεσσαλονίκης. Δικονομικό νόμο αποτελεί και ο νόμος που ορίζει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η μετατροπή του δικονομικού αυτού νόμου έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό 7/2013 διατ.Εισ.Εφ.Δυτικής Στερεάς Ελλάδας


Ποινική διαδικασία στο ακροατήριο

Ο κατηγορούμενος στην ποινική δίκη μπορεί να προβάλει ισχυρισμό που θα οδηγήσει στην αθώωσή του. Για την έκδοση αθωωτικής απόφασης αρκεί να αποδειχθεί ότι δεν συντρέχει κάποιο στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, ή να προκύψει εύλογη αμφιβολία. Η μη συνδρομή στοιχείου του αδικήματος ή η αμφιβολία ως προς αυτό μπορεί να αναδειχθεί με
  • άρνηση της κατηγορίας (πχ. "Όχι, δεν έκλεψα ποτέ από τον εργοδότη μου"), ή
  • νομικό επιχείρημα (πχ. "Δεν είχα σκοπό να κλέψω, εγώ απλά το μετέφερα", "Εδώ δεν στοιχειοθετήθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής") 1088/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ., ή
  • πραγματικό επιχείρημα (πχ. "Δεν θα μπορούσα να το κλέψω, γιατί ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρω").
Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το δικαστήριο απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτολογήσει ειδικά για τον καθένα την απόρριψή τους, καθώς θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην κύρια αιτιολογία περί ενοχής 617/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στα νομικά επιχειρήματα 1088/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Πέραν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει ισχυρισμό, του οποίου αποτέλεσμα θα είναι
  • η άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, ή
  • ο αποκλεισμός ή η μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, ή
  • η εξάλειψη ή η απόσβεση του αξιόποινου, ή
  • η μείωση της ποινής, ή
  • η μεταβολή της κατηγορίας σε επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου 130/2008 ΑΠ Ποιν.Τμ..
Κάθε τέτοιος ισχυρισμός λέγεται αυτοτελής ισχυρισμός. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει με δικαιολογημένη διάταξη στην απόφασή του για τον λόγο για τον οποίο δεν τον έκανε δεκτό παρ.V 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Πότε προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός

Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί μετά τη νομιμοποίηση των διαδίκων, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί και μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ακόμη και μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα, κατά την αγόρευση του δικηγόρου υπεράσπισης 2053/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει ακυρότητα διαδικασίας αν δεν δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα, αν δεν το ζητήσει ο ίδιος ο Εισαγγελέας, για να προτείνει επί του αυτοτελούς ισχυρισμού που προτάθηκε 2053/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και οι ενστάσεις περί του κλητηρίου θεσπίσματος έχουν ιδιομορφία ως προς τον χρόνο προβολής τους.

Πώς προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός

Ο αυτοτελής ισχυρισμός είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται προφορικά, ακόμη και αν συνυποβάλλεται σχετικό έγγραφο 130/2008 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν περιέχει συγκεκριμένη και σαφή αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν, τότε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στον αυτοτελή ισχυρισμό 2194/2008 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί ασαφώς ή αόριστα, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του ισχυρισμού 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η ένσταση προβληθεί απαράδεκτα, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη της ένστασης 562/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κατηγορούμενος, πρέπει να προβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται 187/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ο αυτοτελής ισχυρισμός προβάλλεται σαφώς και ορισμένα όταν αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει με δικαιολογημένη διάταξη στην απόφασή του για τον λόγο για τον οποίο δεν τον έκανε δεκτό παρ.V 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, και το δικαστήριο δεν απαντήσει καθόλου στον ισχυρισμό, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ακρόασης 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.170 παρ.2 ΚΠοινΔ αρ.510 παρ.1 στοιχ.β ΚΠοινΔ. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, και το δικαστήριο τον απορρίψει αναιτιολόγητα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.510 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠοινΔ. Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠοινΔ;

Αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος

Ο ισχυρισμός ότι το κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, είναι σχετική ακυρότητα 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο αρ.321 ΚΠοινΔ αρ.321 παρ.1 ΚΠοινΔ 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Τα στοιχεία που απαιτούνται από το αρ.321 ΚΠοινΔ ορίζονται περιοριστικά 1/2008 Πληρ.Ποιν.Ολομέλεια. Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι ακριβής όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκώμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη στο κλητήριο θέσπισμα ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την επαπειλούμενη ποινή 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Στο κλητήριο θέσπισμα δεν απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα φέρει από προφανή παραδρομή εσφαλμένο αριθμό παραπομπής από ένα τμήμα του κλητηρίου θεσπίσματος σε άλλο, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν προσδιορίζει ακριβώς το ποσό της ζημίας που προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου επί υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, και το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα για παράβαση του αν.690/1945 περί οφειλών εργατικών αποδοχών αναφέρει το ποσό που οφείλεται στον εργαζόμενο, τότε το κλητήριο θέσπισμα καθορίζει ακριβώς την πράξη της κατηγορίας, χωρίς να απαιτούνται τα στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης 1187/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν δεν είναι ουσιαστικά ακριβή τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή καθορισμό της πράξης, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ελλείπουν τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή καθορισμό της πράξης, το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ως άρθρο του Ποινικού Κώδικα, το οποιο πρέπει να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα αρ.321 παρ.1 περ.δ ΚΠοινΔ, θεωρείται κάθε ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξης και την επαπειλούμενη ποινή 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για την πράξη αρκεί η αναφορά του νόμου που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται και ο τροποποιητικός νόμος του βασικού νόμου 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα αφορά σε πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται μόνο αν τελέστηκε από δόλο, και το κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρει την φράση περί τέλεσης του εγκλήματος "με πρόθεση", το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "εκ προθέσεως" ή "απόφαση" προς δήλωση όλων των περιπτώσεων δόλου 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "εν γνώσει" προς δήλωση των περιπτώσεων άμεσου δόλου 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "επί σκοπώ" ή "για να" προς δήλωση των περιπτώσεων που ο δράστης επιδιώκει κάποιο εγκληματικό αποτέλεσμα (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.) 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. "Έγκλημα κατ' εξακολούθηση" είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και κάθε μια από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους 506/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Χρόνος προβολής ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος

Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί μέχρι την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.174 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή η έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης, συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας γίνεται με την έναρξη της εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος προταθεί μετά την εκφώνηση των ονομάτων και την απαγγελία της κατηγορίας, άρα από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ή και αργότερα, τότε η ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν προτείνεται παραδεκτά 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ο ίδιος στο δικαστήριο, και ζητήσει αναβολή κατ' αρ.349 (πχ για κώλυμα του πληρεξουσίου του δικηγόρου), και δεν προβάλλει αντιρήσσεις ως προς την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, και το αίτημα αναβολής γίνει δεκτό, τότε η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται και ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στη μετ' αναβολη δικάσιμο μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η συζήτηση αναβληθεί λόγω απεργίας, ή πέρατος του ωραρίου του γραμματέα της έδρας, ή για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο δικαστήριο από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ή από άλλο πρόσωπο (από άγγελο) για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, ή αν ζητηθεί αναβολή από έναν από τους συγκατηγορούμενους και δοθεί αναβολή για όλους, τότε η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται από την παρουσία του κατηγορουμένου για αναβολή ή την παρουσία άλλου, δικηγόρου ή μη, απλού άγγελου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, και ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και στην μετ' αναβολή συζήτηση 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, και δικασθεί ερήμην, και η απόφαση υπόκειται σε έφεση, τότε ο αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προταθεί μόνο με ειδικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης στην έκθεση εφέσεως, και όχι το πρώτον με σχετική ένσταση κατά την ακροαματική διαδικασία 562/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, και δικασθεί ερήμην, και η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, τότε ο αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προταθεί μόνο με ειδικό λόγο λόγο αναίρεσης 562/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι έγκυρο, τότε από την επίδοσή του αρχίζει η κύρια διαδικασία, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, τότε η ακυρότητα καλύπτεται, και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος προβάλλει αντιρήσσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος απορριφθεί, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος γίνει δεκτή, τότε δεν επέρχεται έναρξη της κύριας διαδικασίας, και δεν αρχίζει η αναστολή της παραγραφής του εγκλήματος, και η παραγραφή του εγκλήματος μπορεί να προβληθεί και στη μετ' αναβολή δίκη 1304/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην, και η απόφαση υπόκειται σε έφεση, και η ακυρότητα δεν προβληθεί με ειδικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης στην έκθεση εφέσεως, τότε η ακυρότητα καλύπτεται, και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος 562/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην, και η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, και η ακυρότητα δεν προβληθεί με ειδικό λόγο αναίρεσης, τότε η ακυρότητα καλύπτεται, και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος 562/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Αυτοτελής ισχυρισμός τοξικομανίας

Ο ισχυρισμός τοξικομανίας είναι αυτοτελής ισχυρισμός 49/1994 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός τοξικομανίας δεν αρκεί η επίκληση μόνο του όρου ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσης αυτών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις 49/1994 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Αυτοτελής ισχυρισμός μη νομιμοποίησης του εγκαλούντος προς υποβολή έγκλησης

Ο ισχυρισμός περί μη νομιμοποίησης του εγκαλούντος προς υποβολή έγκλησης είναι αυτοτελής ισχυρισμός 460/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης

Ο ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης είναι αυτοτελής ισχυρισμός 2053/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ. 1381/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμος συγγνωστής νομικής πλάνης πρέπει να προβάλλονται τα περιστατικά που συνιστούν την ίδια την πλάνη, καθώς και η προσωπική κατάσταση του δράστη, δηλαδή να προβάλλεται η ηλικία, οι προσωπικές ικανότητες, το επάγγελμα, η προσπάθεια που κατέβαλε ο κατηγορούμενος για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ο πνευματικός του περίγυρος, ώστε με τη στάθμιση των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός 1381/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής βλάβης κρίθηκε αόριστος επειδή δεν προβλήθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο που έδωσε νομικές συμβουλές στον κατηγορούμενο, και δεν προβλήθηκαν ενέργειες του κατηγορουμένου προκειμένου να πληροφορηθεί αν η συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, και δεν προβλήθηκαν οι πνευματικές και επαγγελματικές δυνατότητες του κατηγορουμένου, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητά του και προσδιορίζουν τη δυνατότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του 1381/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής βλάβης κρίθηκε αόριστος επειδή δεν προβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν αντιλήφθηκε ότι η πράξη του παραβίαζε τις διατάξεις του νόμου, και δεν προβλήθηκε ότι η πλάνη συνίστατο σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, και δεν προβλήθηκε ότι, όποια επιμέλεια και αν κατέβαλλε, ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως, και δεν ασκεί επιρροή, από μόνο του, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε μετά από συμβουλή δικηγόρου 2053/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής βλάβης κρίθηκε αόριστος επειδή ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε υποκειμενικά στοιχεία θεμελιωτικά του συγγνωστού της επικαλούμενης πλάνης του (ηλικία, επάγγελμα, πνευματικές ικανότητες, προσπάθεια ενημέρωσης και για τις περί του αντιθέτου νομικές απόψεις και την κρατούσα άποψη για το εν λόγω θέμα), δηλαδή της αδυναμίας του, με βάση τις ιδιότητες που συνθέτουν την προσωπικότητά του, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, και δεν αρκούσε μόνο η αναφορά ότι ενημερώθηκε από τους νομικούς παραστάτες του μόνο για την άποψη που διέλαβε στον ισχυρισμό του αυτό χωρίς περαιτέρω να εκθέτει αν του ετέθησαν υπ' όψει και άλλες, περί του αντιθέτου νομικές απόψεις επί του ζητήματος αυτού και με ποια κριτήρια επέλεξε την πρώτη άποψη 1264/2016 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Αυτοτελής ισχυρισμός διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η απλή δυσφήμηση ή η εξύβριση στην οποία προέβη έγιναν για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και για τον λόγο αυτό δεν είναι άδικες πράξεις, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.367 παρ.1 ΠΚ άρ.367 παρ.2 ΠΚ άρ.362 ΠΚ άρ.361 παρ.1 ΠΚ. Αν ο κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμό ότι προέβει σε απλή δυσφήμηση ή εξύβριση για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και από τις σχετικές πράξεις του κατηγορουμένου στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση (με διάδοση ή ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς), ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου δεν είναι νόμιμος 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.367 παρ.1 ΠΚ άρ.367 παρ.2 ΠΚ άρ.363 ΠΚ άρ.362 ΠΚ άρ.361 παρ.1 ΠΚ. Αν ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κατηγορούμενος δεν είναι νόμιμος, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ..

Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.α ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή αποτελεί ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.α ΠΚ και αυτοτελή ισχυρισμό 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του πρότερου έντιμου βίου απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό 377/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.β ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του για να αντιμετωπίσει πιεστικές οικονομικές ανάγκες του αποτελεί ισχυρισμό ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια 1370/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ., και ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.β ΠΚ.

Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.γ ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαια θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.84 παρ.2 περ.γ ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό αυτό πρέπει να γίνει επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαια θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.δ ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του αποτελεί ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.δ ΚΠοινΔ 506/2015 ΑΠ. Η απόδοση ιδιοποιημένου ποσού μετά από υπεξαίρεση στην υπηρεσία αποτελεί δείγμα ειλικρινούς μετάνοιας για την τέλεση της αξιόποινης πράξης, και δείγμα επιδίωξης άρσης των δυσμενών συνεπειών που είχε προκαλέσει η πράξη αυτή 506/2015 ΑΠ.

Ελαφρυντική περίσταση αρ.84 παρ.2 περ.ε ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.84 παρ.2 περ.ε ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό αυτό πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, και η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Ως καλή συμπεριφορά δεν νοείται η παθητικά καλή διαγωγή, ή η μη κακή διαγωγή, ή μόνο η απουσία παραβατικότητας 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. Η καλή συμπεριφορά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, και πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του υπαιτίου 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για το ορισμένο του ισχυρισμού του υπαιτίου, διαβούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, μη κρατούμενος σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνο, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Διφορούμενες απόψεις για τον χαρακτηρισμό κάποιων ισχυρισμών

Κατά μια άποψη, ο ισχυρισμός ότι η κλοπή ήταν ευτελούς αξίας είναι αυτοτελής ισχυρισμός, γιατί με την προβολή του ισχυρισμού μειώνεται η ποινή 1473/2002 ΑΠ Ποιν.Τμ. 1596/2005 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.377 παρ.1 ΠΚ αρ.372 παρ.1 ΠΚ. Κατά άλλη άποψη, ο ισχυρισμός ότι η κλοπή ήταν ευτελούς αξίας είναι άρνηση της κατηγορίας της απλής κλοπής, γιατί η συνδρομή των στοιχείων της κλοπής ευτελούς αξίας, ως προνομιούχα μορφής της κλοπής, αποκλείει την συνδρομή των στοιχείων της απλής κλοπής αρ.377 παρ.1 ΠΚ αρ.372 παρ.1 ΠΚ Κατά μια άποψη, το άλλοθι είναι αυτοτελής ισχυρισμός 701/2003 ΑΠ Ποιν.Τμ. 636/1993 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Κατά άλλη άποψη, το άλλοθι είναι άρνηση της κατηγορίας 1466/2006 ΑΠ Ποιν.Τμ. 373/2003 ΑΠ Ποιν.Τμ. 747/2000 ΑΠ Ποιν.Τμ. 1454/1997 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Αίτηση του κατηγορούμενου

Ο κατηγορούμενος ή και ο συνήγορός του έχει δικαίωμα να ζητήσει τον λόγο μετά την ανάγνωση των εγγράφων για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την ανάγνωση των εγγράφων 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν υποβληθεί το αίτημα, και δεν του δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν δεν υποβληθεί το αίτημα, και δεν του δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν ο κατηγορούμενος προβάλει σαφές και ορισμένο αίτημα για να ασκήσει δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από τον νόμο, και ο διευθύνων τη συζήτηση απορρίψει το αίτημα, και ο κατηγορούμενος προσφύγει αμέσως κατά της διάταξης του Προέδρου του Δικαστηρίου σε ολόκληρο το Δικαστήριο, και το Δικαστήριο απορρίψει την προσφυγή παρά τον νόμο ή αν παραλείψει να αποφανθεί επί της προσφυγής, και όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα πρακτικά της δίκης, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης αρ.510 παρ.1 περ.Β ΚΠοινΔ αρ.170 παρ.2 ΚΠοινΔ για έλλειψη ακρόασης 666/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. 601/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται επικουρικά, για την περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα αχθεί σε αθωωτική απόφαση, το αίτημα του κατηγορουμένου αποτελεί ευχή 601/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ., και όχι σαφές και ορισμένο αίτημα 601/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στις ευχές του κατηγορουμένου 601/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ. Αν στη δικογραφία περιλαμβάνονται προανακριτικές ή ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι απολείπονται στο ακροατήριο, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης των μαρτύρων στο ακροατήριο, και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντιλέξουν στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, και το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη τις καταθέσεις αυτές, τότε δεν ιδρύεται, από μόνο τον λόγο αυτό, λόγος αναίρεσης της απόφασης 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν στη δικογραφία περιλαμβάνονται προανακριτικές ή ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι απολείπονται στο ακροατήριο, και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προβάλλουν αίτημα περί μη ανάγνωσης των καταθέσεων αυτών, ή αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να κλητευθούν και να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή των απολειπόμενων μαρτύρων, και το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα και προβεί στην ανάγνωση των καταθέσεων, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Υποδείξεις του κατηγορουμένου

Η δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης εγκλήματος από τρίτον και ότι θα πρέπει να συνταχθεί έκθεση και να διαβιβασθεί στον Εισαγγελέα αποτελεί υπόδειξη του κατηγορουμένου στο δικαστήριο 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στις υποδείξεις του κατηγορουμένου 1744/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Ακυρότητα παράστασης πολιτικής αγωγής

Αν ο δικαιούμενος προς παράσταση πολιτικής αγωγής δεν συνοδεύει τη δήλωσή του με αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου, δεν δημιουργείται από τον λόγο αυτό ακυρότητα ως προς τη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου δύναται να καταβληθεί είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.63 παρ.2 εδ.2 ΚΠοινΔ. Αν η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη
  • αν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο άσκησης της πολιτικής αγωγής παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.
  • αν υπάρχει έλλειψη ως προς τον τρόπο άσκησης της πολιτικής αγωγής παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.
  • αν υπάρχει έλλειψη ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.
  • αν υπάρχει έλλειψη ως προς την παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.
Αν η πλημμέλεια περί την πολιτική αγωγή αφορά απλώς το συμφέρον του δικαιούχου, και όχι του κατηγορούμενου, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η πλημμέλεια περί την πολιτική αγωγή δεν πλήττει τη δημόσια τάξη, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα παρ.I 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντα κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, γιατί κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό 1780/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ..

Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου

Το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι ευμενέστερο της μετατροπής της ποινής 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ.. Αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί πρωτόδικα σε ποινή φυλάκισης, και το δικαστήριο μετατρέψει την ποινή του σε χρηματική, και ο κατηγορούμενος ασκήσει έφεση, και το εφετείο επιβάλει μικρότερη ποινή στον κατηγορούμενο, και αναστείλει την ποινή αντί να τη μετατρέψει σε χρησματική, τότε η θέση του κατηγορούμενου δεν γίνεται χειρότερη με την απόφαση του εφετείου σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ..

Αιτιολογία απόφασης

Η απόφαση είναι ορισμένη όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο τελέστηκε η πράξη, αν η απόφαση αναφέρεται σε χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου τελέστηκε σε απροσδιόριστο χρόνο η πράξη, χωρίς να είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός της ημερομήνιας, αν δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής 2515/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ. 601/2014 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η απόφαση αναφέρει δύο χρόνους τέλεσης του ενός εγκλήματος, αλλά η διπλή αναφορά σε χρόνο τέλεσης δεν έχει καμμία επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, αλλά ούτε και στην ταυτότητα της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση της απόφασης και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης 383/2012 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία (όπως γνώση στη συκοφαντική δυσφήμιση), και τα πρόσθετα στοιχεία αυτά δεν αιτιολογούνται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των στοιχείων που δικαιολογούν τα στοιχεία αυτά, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης 152/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.510 παρ.1 περ.Δ ΚΠοινΔ. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία στο ακροατήριο της ποινικής δίκης, παρά τη σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης περί "ανάγνωσης", αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, μετά από επίδειξη από τον διευθύνοντα τη συζήτηση 2515/2009 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η απόφαση δεν αναφέρει ειδικά κάποιο αποδεικτικό μέσο στο τμήμα του προοιμίου της περί των αποδεικτικών μέσων, αλλά από το κείμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αξιολόγησε και εκτίμησε το αποδεικτικό μέσο, η απόφαση δεν έχει ελλειπή ή μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τον λόγο αυτό 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν το έγγραφο είναι το μοναδικό στο είδος του από τα είδη εγγράφων που αναγνώστηκαν, ο προσδιορισμός του κατά την ανάγνωσή του στο ακροατήριο είναι επαρκής και με μόνη την αναφορά στο είδος του εγγράφου 273/2015 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για την αιτιολογία απόφασης που απορρίπτει το αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια αρ.349 ΚΠολΔ αρκεί η αναφορά στην απόφαση για το αν το δικαστήριο δέχθηκε το αν συνέτρεχε ή όχι το προβαλλόμενο σημαντικό αίτιο για τη μη δυνατότητα εμφάνισης στο ακροατήριο 1362/2000 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Για την αιτιολογία απόφασης που απορρίπτει αίτημα αναβολής της υπόθεσης για να προσέλθουν μάρτυρες δεν επαρκεί η αναφορά στην απόφαση ότι "το αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης πρέπει να απορριφθεί" 2079/2007 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η το έγκλημα διώκεται κατ' έγκληση, και η έγκληση υποβλήθηκε μετά από την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξης, η απόφαση πρέπει να περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμετόχους της, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης 1304/2006 ΑΠ Ποιν.Τμ. 1859/2009 ΑΠ Ποιν.τμ. άρ.117 παρ.1 ΠΚ άρ.139 ΚΠοινΔ άρ.93 παρ.3 Συντάγματος άρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ ως προς τις διατάξεις της για τις πράξεις που διώκωνται κατ' έγκληση 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. αρ.117 παρ.1 ΠΚ. Τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξατομικεύονται επαρκώς στα πρακτικά της δίκης, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Κατά μια άποψη, η φράση στα πρακτικά της απόφασης ότι αναγνώστηκαν, χωρίς αύξοντα αριθμό "φωτοαντίγραφα αποδεικτικών καταθέσεων και φωτ/φα επιταγών (σχετ. 3), η από 6-12-10 βεβαίωση", χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, αποτελεί επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Κατά μια άποψη, η φράση στα πρακτικά της απόφασης ότι αναγνώστηκαν, με αύξοντα αριθμό "1) 26 αντίγραφα αποδείξεων από καταθέσεις προς τον δικηγόρο Γ.Ν., 2) μια φωτογραφία της πολιτικώς ενάγουσας στην τηλεόραση", αποτελεί επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων 52/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ. Κρίθηκε ακόμη ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, και δεν υπάρχει υποχρέωση των δικαστηρίων να ερμηνεύουν τον νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους 512/2013 ΑΠ Ποιν.Τμ. 52/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στα πρακτικά της απόφασης 52/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Στα πρακτικά της απόφασης πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης 52/2011 ΑΠ Ποιν.Τμ.
ΠΗΓΗ:greeklaw

Σχόλια