ΑΠ 206/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - Η παραπάνω δικαστική απόφαση όπως και οι ΑΠ 175/09, ΑΠ 112/03 ενστερνίζονται την άποψη ότι ακόμη και σε όσες ειδικές διαδικασίες δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων αρκεί για την προφορική προβολή των ισχυρισμών η αναφορά στις προτάσεις που κατατίθενται επί της έδρας. Οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις αφορούσαν το προ του ν. 4335/2015 νομοθετικό καθεστώς

ΑΠ 206/2016 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στη… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Γιαννακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Γ. συζ. Δ., το γένος Λ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-11-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-2011 και 21-2-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 26-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 41/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 662 ΚΠολΔ υπ’ αριθμ. 41/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 2-7-2013 (αριθμός εκθ. καταθ. 74/2013) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 124/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχτεί εν όλω και εν μέρει, αντίστοιχα, ως κατ’ ουσίαν βάσιμες τις από 25-11-2011 και από 21-2-2013 αγωγές της αναιρεσίβλητης, ως εκμισθώτριας κατά του αναιρεσείοντος, ως μισθωτή, για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης.
Με το άρθρο 601 ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 44 του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" και στις μισθώσεις του εν λόγω π.δ/τος, στις οποίες περιλαμβάνονται "και οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνάπτονται για εγκατάσταση γενικώς εκπαιδευτηρίων και παιδικών σταθμών", ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο μισθωτής ή ο εκμισθωτής και συνεπώς και στις μισθώσεις του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ορίζεται ότι "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο μισθωτής, οφείλει μετά τη λήξη της μίσθωσης να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, εάν δε δεν το αποδίδει και εξακολουθεί να παραμένει σε αυτό, ευθύνεται κατ’ άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση του εκμισθωτή, η οποία συνίσταται στο συμφωνημένο μίσθωμα και στην αξίωση να απαιτήσει κάθε περαιτέρω ζημία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.... Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές... τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ.ΑΠ 2/2005). Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 175/09, ΑΠ 112/03). Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα αυτών που περιέχει τις δηλώσεις των διαδίκων και να γίνεται αναφορά στις κατατεθείσες προτάσεις αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (Ολ.ΑΠ 469/1984). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος ... - μισθωτής, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως απαραδέκτως προβληθείσες το πρώτον ενώπιόν του τις ενστάσεις του περί ζημίας της ενάγουσας εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης από δικό της πταίσμα (άρθρο 300 ΑΚ) και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει αποζημίωση χρήσεως (άρθρο 281 ΑΚ), τις οποίες είχε προτείνει παραδεκτώς πρωτοδίκως προς απόκρουση της ως άνω αγωγής της αναιρεσείουσας - εκμισθώτριας και επανέφερε με σχετικούς λόγους της έφεσής του, αφ’ ενός μεν δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφ’ ετέρου δε, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 124/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, συνεκδικάσθηκαν και έγιναν εν όλω και εν μέρει, αντίστοιχα, δεκτές, ως βάσιμες κατ’ ουσίαν, οι από 25-11-2011 και από 21-2-2013 αγωγές της αναιρεσίβλητης, ως εκμισθώτριας κατά του αναιρεσείοντος, ως μισθωτή για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσεως των χρονικών διαστημάτων από τον Ιανουάριο του έτους 2011 έως τον Ιανουάριο του έτους 2013, καθόσον αφορά στην πρώτη αγωγή και από το Φεβρουάριο του 2013 έως τον Ιούνιο του 2013, καθόσον αφορά στη δεύτερη αγωγή, κατά τα οποία ο ως άνω μισθωτής εξακολουθούσε να παρακρατεί παράνομα το μίσθιο αν και η ένδικη σύμβαση μισθώσεως είχε λήξει με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εκμισθώτριας. Περαιτέρω, από τα υπ’ αριθμ. 124/8-3-2013 πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση των συνεκδικασθεισών ως άνω αγωγών, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όπως αυτολεξεί αναφέρεται σ’ αυτά, "αρνήθηκε τις αγωγές και πρόβαλε τις αντιρρήσεις του αρνούμενος την αποζημίωση χρήσης που ζητά η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα Οκτώβριο έως Ιούνιο 2013, διότι έχει εκκενωθεί το 5° Λύκειο από τις αρχές Οκτωβρίου 2012 έως και σήμερα και δεν χρησιμοποιείται. Τα κλειδιά δεν έχουν παραδοθεί. Μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου 2012 χρησιμοποιήθηκε το σχολείο". Από το περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων Δήμος δεν προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις επικαλούμενες απ’ αυτό ενστάσεις από τα άρθρα 300 και 281 ΑΚ, αφού όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του, που περιελήφθησαν σ’ αυτά, αποτελούν άρνηση των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η βάση της αγωγής. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να γίνει λόγος για παραδεκτή προβολή των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα ενστάσεων με σχετική παραπομπή στις προτάσεις του, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι προτάσεις αυτές δεν κατατέθηκαν στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης που έλαβε χώρα στις 8-3-2013, αλλά μετά απ’ αυτή και συγκεκριμένα στις 11-3-2013, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση στο σώμα αυτών της Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα της παραδεκτής ή μη προβολής των ως άνω ισχυρισμών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο με το εφετήριό του προβάλλει σε βάρος της ενάγουσας την ένσταση της ζημίας της από οικείο πταίσμα (άρθρ. 300 ΑΚ) και την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), με τα περιστατικά που εκεί αναφέρει. Όμως δεν πρόβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς (παραδεκτά) στον πρώτο βαθμό. Ειδικότερα, δεν πρότεινε τις ανωτέρω ενστάσεις προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για καταχώρησή τους στα οικεία πρακτικά, περιλήφθηκαν δε στις κατατεθείσες προτάσεις του στο πρωτόδικο δικαστήριο, οι οποίες μάλιστα δεν κατατέθηκαν επί της έδρας, αλλά μεταγενέστερα, στις 11.3.2013, όπως προκύπτει από την επισημείωση της Γραμματέως επ’ αυτών. Η προβολή όμως των ισχυρισμών αυτών για πρώτη φορά, ουσιαστικά, στο εφετείο είναι απαράδεκτη διότι το εκκαλούν δεν επικαλείται συγχρόνως και κάποιο λόγο που να δικαιολογεί την ενώπιόν του προβολή τους (άρθρο 527 περ. 2 και 3 σε συνδυασμό με 269 ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχτεί ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου - αναιρεσείοντος υποβλήθηκαν απαραδέκτως, διότι δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε περιλήφθηκαν σε κατατεθείσες προτάσεις επί της έδρας στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε συνέτρεχε κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την προβολή τους το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με την έφεση, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, αντίστοιχα, εφόσον στη μεν πρώτη περίπτωση οι εν λόγω ισχυρισμοί προτάθηκαν απαραδέκτως και συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στη δε δεύτερη περίπτωση, αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι προβλήθηκαν αυτοί παραδεκτώς. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος ως απαράδεκτος, ο δε δεύτερος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ανάλογα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα Δήμο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναπροσκομίστηκαν με επίκληση με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης περί παρακράτησης του μισθίου απ’ αυτόν και κατά το επίδικο από τις αρχές Οκτωβρίου 2012, οπότε ειδοποίησε την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου και μέχρι τη συζήτηση των ένδικων αγωγών χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το στεγαζόμενο στο μίσθιο 5° Λύκειο … είχε μεταφερθεί σε άλλο σχολικό συγκρότημα. Ειδικότερα από τον αναιρεσείοντα προβάλλεται η αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα με αριθμ. πρωτ.../3-10-2012, .../3-10-2012 και .../3-10-2012 προσκομισθέντα απ’ αυτόν έγγραφα της Διευθύντριας του 5ου Γενικού Λυκείου…, από τα οποία προκύπτουν ότι από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2012 και εντεύθεν δεν χρησιμοποιούνταν το μίσθιο, λόγω μεταφοράς του ως άνω Λυκείου που στεγαζόταν σε αυτό, σε άλλο σχολικό συγκρότημα. Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από το, περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι αν και η ένδικη σύμβαση μισθώσεως, που συνήφθη για την εγκατάσταση στο μίσθιο δημόσιου σχολείου (...), έληξε με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εκμισθώτριας ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και η αρχικά μισθώτρια ......, στη θέση της οποίας από 1-1-2011 υπεισήλθε εκ του νόμου ο αναιρεσείων Δήμος (άρθρ. 75 παρ. 1 τομέας στ’ του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 94 αρ. 4 παρ. 16 του Ν. 3852/ 2010, υποχρεώθηκε με την υπ’ αριθμ. 376/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της ασκηθείσας κατ’ αυτής εφέσεως με την υπ’ αριθμ. 126/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας να αποδώσει το μίσθιο στην εκμισθώτρια, ωστόσο η μισθώτρια εξακολούθησε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το μίσθιο καταβάλλοντος στην ενάγουσα εκμισθώτρια αποζημίωση χρήσης, ίση με το πριν τη λύση της μίσθωσης καταβαλλόμενο μίσθωμα, ποσού 3.433,60 ευρώ μηνιαίως έως τις 31.12.2010, οπότε στη θέση της υπεισήλθε ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος από 1-1-2011 έως τη συζήτηση των αγωγών (8-3-2013) παρακρατεί το μίσθιο, χωρίς να έχει παραδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητό της και τα κλειδιά αυτού, προσηκόντως με πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής και με καταγραφή των εντός αυτού αντικειμένων και χωρίς να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης, η οποία (αποζημίωση) συνίσταται στο ισόποσο του συμφωνημένου μισθώματος και ανέρχεται στο ποσό των 3.433,60 ευρώ για κάθε μήνα από Ιανουάριο του 2011 έως Φεβρουάριο του 2013 και συνολικά στο ποσό των 89.273,60 ευρώ (3.433,60 ευρώ Χ 26 μήνες), ποσό το οποίο υποχρεούται ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Στο συμπέρασμά του δε αυτό κατέληξε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ’ είδος, στο προοίμιο της απόφασής του, ήτοι "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα αποδείξεως, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως αυτού) και απ’ όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπ’ όψη του (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ)". Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους" και από το όλο το περιεχόμενο της παραπάνω απόφασης, στο αιτιολογικό της οποίας το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσείων Δήμος "από 1.1.2011 έως τη συζήτηση των αγωγών παρακρατεί το μίσθιο, χωρίς να έχει παραδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητό της και τα κλειδιά αυτού, προσηκόντως με πρωτόκολλο παράδοσης -παραλαβής και με καταγραφή των εντός αυτού αντικειμένων", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε ο αναιρεσείων Δήμος με τις από 7-3-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (βλ. σελ. 1 αυτών, υπό τον αριθμό 3). Επομένως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά απ’ αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2014 αίτηση του Δήμου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 41/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 

ΣΧΟΛΙΟ

Η παραπάνω δικαστική απόφαση όπως και οι  ΑΠ 175/09, ΑΠ 112/03 ενστερνίζονται την άποψη ότι ακόμη και σε όσες ειδικές διαδικασίες δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων αρκεί για την προφορική προβολή των ισχυρισμών η αναφορά στις προτάσεις που κατατίθενται επί της έδρας. Οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις αφορούσαν το προ του ν. 4335/2015 νομοθετικό καθεστώς. Το άρθρο 591 παρ. 1 γ ΚΠολΔ τότε ανέφερε: «όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά». Και από το άρθρο 256 ΚΠολΔ προέκυπτε ότι η προφορική ανάπτυξη των επιμέρους ισχυρισμών δεν απαιτείται όταν η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική, οπότε αρκεί η αναφορά στις προτάσεις.Συγκεκριμένα, υπό το προ του ν. 4335/2015 νομοθετικό καθεστώς,  δεν ήταν υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων  στις ειδικές διαδικασίες που εφαρμοζόταν η διαδικασία του Ειρηνοδικείου στον πρώτο βαθμό (ειδικές διαδικασίες των εργατικών διαφορών, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας, για ζημίες από αυτοκίνητα, από πιστωτικούς τίτλους, των μισθωτικών διαφορών (για τις μισθωτικές τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό), των διαφορών που αφορούν διατροφή τέκνων, προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές). Τα ίδια ισχύουν και για όσες αγωγές είχαν ασκηθεί στα πλαίσια των παραπάνω ειδικών διαδικασιών πριν από την 1.1.2016 και η εκδίκασή τους γίνεται μετά την 1.1.2016. (βλ. μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4335/2015)



Μετά τον Ν. 4335/2015 η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική σε όλες τις ειδικές διαδικασίες. Ωστόσο, δεν καταργήθηκε το άρθρο 591 παρ. 1 γ ΚΠολΔ περί προφορικής προβολής των ισχυρισμών αλλά αντιθέτως τροποποιήθηκε, εισάγοντας την υποχρέωση προφορικής προβολής των ισχυρισμών σε όλες τις ειδικές διαδικασίες όπου κατατίθενται υποχρεωτικά προτάσεις. Συγκεκριμένα το σημερινό άρθρο 591 παρ. 1 γ αναφέρει: «Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα». Από την άλλη, το άρθρο 256 ΚΠολ παρέμεινε ως είχε. Δηλαδή από το τελευταίο άρθρο  προκύπτει ότι και μετά το Ν. 4335/2015 η προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών δεν απαιτείται όταν η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική, οπότε αρκεί η αναφορά στις προτάσεις.

Αξίζει να αναφερθεί  ότι 1) υπό τη σημερινή του μορφή του άρθρο 591 παρ. 1 γ φαίνεται αυστηρότερο. Στο σημερινό 591 προβλέπεται η προφορική ανάπτυξη επί ποινή απαραδέκτου  («… διαφορετικά είναι απαράδεκτα») πράγμα που δεν προβλεπόταν πριν από την τροποποίηση 2)  Η διατύπωση του άρθρου 591 παρ. 1 γ δεν φαίνεται να αφήνει έδαφος απλώς για αναφορά στις προτάσεις . 3) Μεταξύ του άρθρου 591 παρ. 1 γ και του άρθρου 256 ΚΠολΔ φαίνεται να υπάρχει αντίθεση που πρέπει να επιλυθεί με βάση την σχέση ειδικού προς γενικό. Συγκεκριμένα, το 591 που αφορά τις ειδικές διαδικασίες είναι ειδικό σε σχέση με το άρθρο 256 ΚΠολΔ που περιέχεται στις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ και έτσι θα πρέπει να υπερισχύσει ως ειδικότερο.

Συνεπώς, υπό το σημερινό νομοθετικό καθεστώς μετά το Ν. 4335/2015, η διατύπωση  του άρθρου 591 παρ. 1 γ δύσκολα φαίνεται να αφήνει περιθώρια αναφοράς μόνο στις προτάσεις αλλά ορθότερο φαίνεται ότι απαιτείται η προφορική συνοπτική ανάπτυξη και η καταχώριση στα πρακτικά των μέσων επίθεσης και άμυνας (ενστάσεων, αντενστάσεων).
https://www.siskoslaw.com/news/ap-206-2016-i-katagrafi-ischyrismon-sta-praktika/

Σχόλια