Απόφαση 411 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα - Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση αφορά τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας επί ακινήτων του δημοσίου πρωτοτύπως, και συγκεκριμένα με βάση χρησικτησία. Πριν από το έτος 2003 γινόταν δεκτό ότι τα ακίνητα που ανήκουν στο δημόσιο, και συγκεκριμένα όσα βάσει των στοιχείων της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης χαρακτηρίζονταν ως διαθέσιμα, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας

Απόφαση 411 / 2012    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:


Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Κωνσταντίνο Κηπουρό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της ..... και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Το ήδη αναιρεσείων κατέθεσε κύρια παρέμβαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την 19-3-2007. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-11-2009 αίτησή του καθώς και των από 7-11-2011 πρόσθετων λόγων αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά 32.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. ...............................
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανέλεγκτως και τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, με αριθμό 198, εμβαδού 614 τμ, το οποίο βρίσκεται στο Ο.Τ. 31 του προϋφισταμένου του έτους 1900 ΔΔ Ελευθερών του Δήμου Ελευθερών του Νομού Καβάλας, συνορεύει δε ολόγυρα, βορειοανατολικά με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., νότια με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με δρόμο. Αυτό ανήκε κατά κυριότητα στον Ι. Γ., ο οποίος λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και δη κατά το έτος 1938 το πώλησε ατύπως στο πατέρα της αιτούσας, Η. Π.. Ο τελευταίος από τον ανωτέρω χρόνο αγοράς του επιδίκου είχε δηλώσει ότι προέβη στην εν λόγω αγορά για λογαριασμό της θυγατέρας του, Σ.. Πράγματι η αιτούσα από το έτος 1950 μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της επιδίκου αιτήσεως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, πιο συγκεκριμένα δε, αφού προέβη σε περίφραξη αυτού, το καλλιεργεί με διάφορα οπωροκηπευτικά (ντομάτες, πιπεριές). Μάλιστα προ τουλάχιστον τριάντα (30) ετών κατασκεύασε εντός αυτού μια αποθήκη πετρόκτιστη εμβαδού 15 τμ., την οποία χρησιμοποιεί ως χώρο εναπόθεσης των γεωργικών της εργαλείων. Η αιτούσα κατά την, πιο πάνω, κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου βρισκόταν σε καλή πίστη, καθόσον γνώριζε πολύ καλά ότι ο πατέρας της (Η. Π.) το είχε αγοράσει, έστω και ατύπως, από τον Ι. Γ., ο οποίος το καλλιεργούσε επί πολλά έτη πριν από την πώληση του με καπνά, η ίδια δε από το έτος 1950 ασκούσε συνεχώς τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις νομής στο επίδικο. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι (πέραν των προαναφερθέντων) το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε την αιτούσα στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής της στο επίδικο οικόπεδο ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, απλώς ισχυρίζεται ότι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 επί των δημοσίων κτημάτων νομέας θεωρείται το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση ερευνητέον τυγχάνει εάν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος έναντι του Δημοσίου ακινήτων που βρίσκονται μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 2003, σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοζομένου Ν. 3127/2003 (άρθρο 4 παρ. 1 και 2). Βέβαια από τον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από το κυρίως παρεμβαίνον (Ελληνικό Δημόσιο) πίνακα οριστικής διαμονής του έτους 1965 του Συνοικισμού Ελευθερών Παγγαίου Καβάλας προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο, λόγω έλλειψης τίτλων από την εποχή της τουρκοκρατίας, χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο, ήτοι ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατεχόμενο όμως από την αιτούσα και διαχειριζόμενο έκτοτε, τύποις μόνον, από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης (Τμήμα Πολιτικής Γης) της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 06/2046/13-3-2006 έγγραφο της άνω Υπηρεσίας). Το γεγονός όμως αυτό ουδόλως καταδεικνύει ότι η αιτούσα από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν ήταν κύρια του επιδίκου οικοπέδου, όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού, πέραν των προαναφερθέντων, η Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Καβάλας με το υπ' αριθμ. πρωτ. 383/2006 έγγραφό της - απάντηση προς το ερωτών Δικαστικό Γραφείο Καβάλας, το οποίο (έγγραφο) σημειωτέον, έχει ημερομηνία 15-6-2006, ήτοι μεταγενέστερη του ανωτέρω εγγράφου της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης, που φέρει ημερομηνία 13-3-2006, βεβαιώνει ότι, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε στα αρχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία της δεν προκύπτουν δικαιώματα του Δημοσίου στο επίδικο οικόπεδο. Εφόσον λοιπόν η ως άνω Κτηματική Υπηρεσία βεβαιώνει, με κατηγορηματικό μάλιστα τρόπο, την ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο οικόπεδο, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η αιτούσα από βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι είναι κυρία αυτού (όπως αβασίμως ισχυρίζεται το κυρίως παρεμβαίνον), ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε οχλήθηκε στην άσκηση της νομής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών. Οι επικαλούμενες από το εκκαλoύν με τον σχετικό λόγο εφέσεώς του διατάξεις του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν "περί γαιών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η ένδικη αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, το οποίο ορίζει, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τις προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος έναντι του Δημοσίου των αναφερομένων σ' αυτόν ακινήτων. Κατά συνέπεια η αιτούσα έγινε κυρία του επιδίκου οικοπέδου πρωτοτύπως με χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003, αφού αποδείχθηκε ότι νεμόταν αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου αδιατάρακτος για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, τελούσε δε σε καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς να την βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου, της πεποιθήσεώς της αυτής υφισταμένης κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής αυτού. Δεν έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας προσηκόντως τις αποδείξεις, οδηγήθηκε στην αυτή κρίση και διέταξε στη συνέχεια τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Παγγαίου ως προς το επίδικο οικόπεδο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) και γι' αυτό πρέπει οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, με τους οποίους το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αδιατάρακτη άσκηση πράξεων νομής από την αναιρεσίβλητη για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 επί του επίδικου οικοπέδου, διατελώντας σε καλή πίστη υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια και μετά τον κατ' έτος 1965 διοικητικό χαρακτηρισμό αυτού στον πίνακα οριστικής διανομής του Συνοικισμού Ελευθέρων Παγγαίου Καβάλας "ως διαθεσίμου" και την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Πρέπει επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 που προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως αβάσιμος.


Παρατηρήσεις

1) Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση αφορά τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας επί ακινήτων του δημοσίου πρωτοτύπως, και συγκεκριμένα με βάση χρησικτησία. Πριν από το έτος 2003 γινόταν δεκτό ότι τα ακίνητα που ανήκουν στο δημόσιο, και συγκεκριμένα όσα βάσει των στοιχείων της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης χαρακτηρίζονταν ως διαθέσιμα, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Η υπερβολική προστασία του δημοσίου προκάλεσε αντιδράσεις εκ μέρους τόσο της νομικής επιστήμης όσο και του Ευρωπαϊκού ΔΙκαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το οποίο κατόπιν προσφυγών πολιτών [οι οποίοι πολίτες επί χρόνια ασκούσαν πράξεις νομής επί ακινήτων που ενώ από τυπικής απόψεως ανήκαν στο δημόσιο (χαρακτηριζόμενα ως "διαθέσιμα"), το δημόσιο ουδέποτε ενδιαφέρθηκε ασκώντας επ αυτών πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο],  απεφάνθη ότι αυτή η μεταχείριση, ιδίως όταν το δημόσιο δημιούργησε έμμεσα την εντύπωση ότι τα εν λόγω ακίνητα ανήκουν στον ιδιώτη , αντίκειται προς την αρχή της ισότητας, προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την αρχή της αναλογικότητας και προς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ "Ιερές Μονές κατά Ελληνικού Δημοσίου" αρ. 10/1993/405/483-484, αλλά και Ζαφρανάς κατά Ελλάδος της 4.10.2011). Το παράλογο της υπερβολικής προστασίας του δημοσίου, συνειδητοποίησε και ο έλληνας νομοθέτης ο οποίος με τον νόμο 3127/2003 (άρθρο 4) σχετικοποίησε την μέχρι τότε απόλυτη προστασία των κτημάτων που Δημοσίου εισάγοντας την δυνατότητας χρησικτησίας,  ιδιότυπης μορφής.

  2) Ο χαρακτηρισμός της φύσης της χρησικτησίας επί των κτημάτων του δημοσίου, ως τακτικής ή έκτακτης φαίνεται να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στα πλαίσια του άρ. 2664/1998 το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση που ο νομέας για ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη επικαλείται έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η εκδίκαση της σχετικής αίτησης όχι με την εκουσία δικαιοδοσία αλλά βάσει των διατάξεων της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Ο νομοθέτης κάνοντας λόγο εν προκειμένω για "έκτακτη χρησικτησία" είχε προφανώς υπόψη του την περίπτωση του άρ. 1045 όπου ούτε νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος απαιτείται ούτε καλή πίστη του νομέα είναι απαραίτητη.

Τίθεται λοιπόν το ζήτημα εάν η παραπάνω περιγραφόμενη χρησικτησία του ν. 3127/2003 που αφορά τα ακίνητα του δημοσίου είναι τακτική ή έκτακτη.

Έχει εκφραστεί η άποψη[1]  ότι η περίπτωση α) του άρθρου 4 του ως άνω νόμου χαρακτηρίζεται ως τακτική χρησικτησία ενώ  η περίπτωση β) του άρθρου 4 του ως άνω νόμου χαρακτηρίζεται ως  έκτακτη χρησικτησία.

Ωστόσο, οι περιπτώσεις α) και β) φαίνονται τελείως διαφορετικές από την περίπτωση της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, αντίστοιχα.  Πέρα από το γεγονός ότι ο εν λόγω νόμος αναφέρεται σε  κατηγορίες ακινήτων ευρισκομένων σε ειδικές τοποθεσίες (μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί) και ειδικής έκτασης (κατ’ άρ. 4 παρ. 2 ν. 3127/2003), επιπλέον για την περίπτωση α) του αρ 4 παρ. 1 απαιτείται  νόμιμος τίτλος (κατά το γράμμα του νόμου  αποκλείεται ο νομιζόμενος[2]) μόνο από επαχθή αιτία, μεταγεγραμμένος μετά την 23.2.1945, καθώς και 10ετής αδιατάρακτη[3] νομή συμπληρωμένη μέχρι τις 19.3.2003[4], ημερομηνία θέσης σε ισχύ του ν. 3127/2003, ενώ για την περίπτωση β) του άρ. 4 παρ. 1 απαιτείται 30ετής αδιατάρακτη νομή συμπληρωμένη μέχρι τις 19.3.2003.

Από τα παραπάνω λοιπόν συνάγεται ότι δεν φαίνεται δογματικά ορθός ο χαρακτηρισμός των περιπτώσεων χρησικτησίας κατά ακινήτων του δημοσίου ως τακτικής ή έκτακτης εκ μόνου του λόγου ότι στη μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται τίτλος, ενώ στη δεύτερη δεν απαιτείται. Παρατηρείται μάλιστα ότι στην παραπάνω περίπτωση β) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 η οποία χαρακτηρίζεται ως έκτακτη χρησικτησία απαιτείται καλή πίστη, χαρακτηριστικό αποκλειστικά της τακτικής χρησικτησίας του 1041 ΑΚ ενώ και η περίπτωση α) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 είναι αμφίβολο αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τακτική χρηστικτησία του άρ. 1041 ΑΚ δεδομένου ότι εκεί την καλή πίστη επικαλείται και αποδεικνύει ο νομέας ενώ εδώ η καλή πίστη θεωρείται υπάρχουσα για τον νομέα και το βάρος απόδειξης της απουσίας της φέρει το δημόσιο[5]. Πρόκειται λοιπόν για δύο ιδιόρρυθμες περιπτώσεις χρησικτησίας μη δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Η νομολογία δε φαίνεται να έχει ασχοληθεί ειδικά με το ζήτημα εάν η παραπάνω  χρησικτησία, υπό την μορφή της περ. α και  β άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 εντάσσεται στην περίπτωση του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 που προφανώς κάνει λόγο για την έκτακτη χρησικτησία του Αστικού Κώδικα. Ο δικαιολογητικός λόγος πάντως της ρύθμισης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Σύμφωνα με αυτή, «για λόγους ασφάλειας της δικονοµικής διαδικασίας και προάσπισης των συµφερόντων του Ελληνικού Δηµοσίου, εξαιρετικά και µόνο για τις περιπτώσεις που πρόκειται για διόρθωση αρχικών εγγραφών επί γεωτεµαχίου µε την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται τακτική αγωγή που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δηµοσίου». Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης  δεν αρκείται στην χαλαρότερη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (κατόπιν υποβολής αίτησης απλώς κοινοποιούμενης στο ελληνικό δημόσιο) αλλά απαιτεί την εκδίκαση με την τακτική διαδικασία (κατόπιν άσκησης αγωγής στρεφομένη κατά του ελληνικού δημοσίου ως αντιδίκου) όταν ο νομέας ούτε καλή πίστη έχει ούτε τίτλο επιδεικνύει.

Δογματικά ορθό θα ήταν σε περίπτωση που ανακύψει τέτοιο ζήτημα να μην εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 σε καμία από τις περιπτώσεις του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003. Ωστόσο, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί ότι χωρεί διασταλτική ερμηνεία του όρου «έκτακτη χρησικτησία», τουλάχιστον ως προς την περ. β) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 λαμβανομένου υπόψη ότι α) σκοπός τόσο της διάταξης του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ όσο και του άρ. 4 παρ. 1 περ. β) που θέτει αυστηρότερες προϋποθέσεις από αυτές της έκτακτης χρησικτησίας του 1045 ΑΚ είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων του δημοσίου και β) παρόλο που το άρ. 4 παρ. 1 περ β δεν προβλέπει από δογματική άποψη αμιγώς έκτακτη χρησικτησία, πάντως ομοιάζει με αυτήν κατά το σκέλος τουλάχιστον που δεν απαιτείται ύπαρξη τίτλου.

Αλλά, κατά την άποψή μας, και η περίπτωση α) του άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998 διά της αναλογίας, κατά τρόπον ώστε και ο επικαλούμενος νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία για 10ετή αδιατάρακτη νομή μέχρι τις 19.3.2003 να πρέπει να ασκήσει αγωγή κατά του δημοσίου στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσία. Πράγματι, η αναλογική εφαρμογή θα μπορούσε εν προκειμένω να λάβει χώρα επειδή α) σκοπός και το πνεύμα αμφότερων των δύο διατάξεων είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων του δημοσίου και β) είναι εξίσου απαραίτητο (όπως και στην περίπτωση του άρ. 1041 ΑΚ) και προς προστασία του δημοσίου η υπόθεση να εκδικαστεί με τα αυξημένα εχέγγυα της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας εφόσον εάν εκεί (δηλ. στο άρ. 1041) δεν απαιτείται καλή πίστη, αλλά και εδώ η καλή πίστη θεωρείται υπάρχουσα και προς απόδειξη της ανυπαρξίας της βαρύνεται το δημόσιο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη για την περίπτωση που θα φαινόταν ως υπερβολική η ιδέα περί αναλογικής εφαρμογής του άρ. 6 παρ. 3 υποπερ. ββ ν. 2664/1998, νομίζω ότι εν προκειμένω θα ήταν επιτακτική μία νομοθετική τροποποίηση ώστε να προστατευθούν πληρέστερα τα ακίνητα του δημοσίου όχι μόνο διά της ύπαρξης αυστηρότερων ουσιαστικών προϋποθέσεων χρησικτησίας έναντι των κτημάτων του δημοσίου αλλά και  διά της εισαγωγής πληρέστερων δικονομικών εγγυήσεων για την περίπτωση που αυτά εμφαίνονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη».

3) Ζήτημα τίθεται εάν οι παραπάνω διατάξεις του νόμου για τη χρησικτησία επί ακινήτων του δημοσίου μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά και για τα ακίνητα των ΟΤΑ, τα οποία επίσης απολαμβάνουν σύμφωνα με το αρ. 1 παρ. 1 νδ 31/1968 αυξημένης προστασίας, ανάλογης με αυτής των ακινήτων του δημοσίου. Ορθότερο φαίνεται ο ν. 3127/2003 να εφαρμοστεί αναλογικά και στα ακίνητα αυτά. Εφόσον τα ακίνητα αυτά απολαμβάνουν όση προστασία απολαμβάνουν και τα κτήματα του δημοσίου, είναι δίκαιο και ορθό όταν αμβλύνεται η προστασία των κτημάτων του δημοσίου να αμβλύνεται αντίστοιχα και η προστασία των ακινήτων των ΟΤΑ[6].
Σίσκος Παναγιώτης
δικηγόρος

[1] Βλ. Κιτσαρά σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Εισαγ. 1054- 1055 ΑΚ αρ. 10-12 και από τη Νομολογία

ΑΠ 159/2014 σε ΝΟΜΟΣ, Αρμ 2014, 1516, ΕφΠατρ 813/2004 σε ΝΟΜΟΣ, ΑχαΝομολ 2010, 130

[2] Βλ. όμως Κιτσαρά σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Εισαγ. 1054 αρ. 10

[3] Τον όρο «αδιατάρακτη νομή» η ΑΠ 159/2014 σε www.areiospagos.gr φαίνεται να τον έχει εκλάβει ως μη διαταραχθείσα κατ’ ΑΚ 987 νομή, παραπέμποντας μάλιστα στην Ολομέλεια το ζήτημα εάν η κοινοποίηση πράξης της επιτροπής δημοσίων κτημάτων περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αποτελεί διατάραξη της νομής κατ’ άρ. 987 ΑΚ. Contra πάντως Κιτσαράς σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ Εισαγ 1054-1055 ΑΚ αρ. 10 ο οποίος υποστηρίζει πως εδώ ο όρος «αδιατάρακτη νομή» εισήχθη προκειμένου να τονίσει ο νομοθέτης την ούτως ή άλλως απαιτούμενη επί χρησικτησίας αδιάκοπη νομή

[4] Σύμφωνα με την ΑΠ 159/2014 σε www.areiospagos.gr δεν αρκεί η συμπλήρωση της αδιατάρακτης νομής κατά την 19.3.2003 αλλά απαιτείται και συνέχιση της αδιατάρακτης νομής κατά την ως άνω ημερομηνία

[5] Όπως προκύπτει από τη φράση της περ. α άρ. 4 παρ. 1 ν. 3127/2003 «εκτός αν κατά της κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη"

[6] Έτσι ορθά ΑΠ 723/2014, ΠΠρωτΑθ 1411/2010, ΠΠρωτΑθ 1774/2010 σε ΝΟΜΟΣ, Κιτσαρά σε  Γρωργιάδη, Ερμην. 1054-1055 14, 17 Contra ΑΠ 1564/2010 ΧρΙδΔ 20111,598


Σχόλια