ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 2935 /2015 - ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ - Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και δεν αποτελεί απόκριση επί της αγωγής ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στoν αντίδικο του παραιτουμένουΠεραιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1α΄ και 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός απόφασης   2935 /2015
Αριθμός Κατάθεσης Αγωγής 1077/17.02.2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αγγελική Δαμασιώτου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σοφία Δέδε.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) H. D., 2) K. D., 3) S. D., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ....
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ν. Φ. του Ι. και της Α., εφοπλιστή του πλοίου “S...”, κατοίκου ..., άλλως Πειραιώς, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ι. .....
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 17-02-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1077/17.02.2014 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
       
    (Α) 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και δεν αποτελεί απόκριση επί της αγωγής ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στoν αντίδικο του παραιτουμένου. Η παραίτηση, που γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής αποφάσεως, εκτός αν αμφισβητείται, για οποιοδήποτε λόγο, το κύρος της γενόμενης παραιτήσεως. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου και από του δικαιώματος της ασκήσεως αυτού (ΑΠ 28/2015, ΑΠ 1382/2014, ΑΠ 313/2013, ΑΠ 295/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της σχετικής διάταξης του άρθρου 297 ΚΠολΔ, ο ορισμός των τρόπων παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής έχει αποκλειστική έννοια, με συνέπεια να μην είναι έγκυρη η παραίτηση που γίνεται με άλλον τρόπο, όπως με τις προτάσεις και συνεπώς τέτοια παραίτηση, που γίνεται με τις προτάσεις, θεωρείται ανίσχυρη (ΟλΑΠ 1187/1981 Βασική Νομολογία Β σελ. 333 υπό Ε/449, ΑΠ 78/2004 ΕΝΑΥΤΔ 2004/139, ΑΠ 902/2003 ΝοΒ 52/382, ΑΠ 720/2001 ΕλλΔνη 43/1347, ΑΠ 191/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 726/1993 ΕλλΔνη 1995/102, ΑΠ 1177/1990 ΕλλΔνη 32/1242, ΑΠ 723/1984 ΕλλΔνη 26/26, ΑΠ 1353/1982 ΕλλΔνη 25/81, ΑΠ 1187/1981 ΒΝ ΙΙ 333-334, ΕφΛαρ 644/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5137/2009 ΕλλΔνη 2010/208, ΕφΑθ 6866/2008 ΕΦΑΔ 2009/595, ΕφΑθ 1168/2005 ΕλλΔνη 2005/1718, ΕφΘεσ 993/2004 Αρμ 2005/394, ΕφΠατρ 1020/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004/2003, ΕφΘεσ 187/1994 Αρμ 1994/962, ΕφΑθ 1421/1991 ΕλλΔνη 1994/435, ΕφΑθ 3208/1987 ΕλλΔνη 29/172 επ., ΕφΑθ 4142/1985 ΝοΒ 33/1205, ΕφΑθ 8999/1984 ΝοΒ 33/299, ΠΠρΑθ 1444/2010, ΠΠρΑθ 719/2010 ΠΠρΑθ 2452/2010 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΧαλκ 416/2002 Αρμ 2003/654, ΠΠρΛαρ 33/2001 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2001/316). Επίσης, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής μπορεί να γίνει με νέα αγωγή, με την οποία δηλώνεται ρητά και με σαφήνεια από τον ενάγοντα ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής του, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στον εναγόμενο, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και να ανατρέπονται εξ υπαρχής μόνο τα αποτελέσματα που επήλθαν με και από την άσκησή της, όπως λ.χ. η εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 13/1994 ΝοΒ 44/33, ΑΠ 1021/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 209/1997 ΕλλΔνη 39/87, ΑΠ 1261/1989 ΑρχΝ 43/204, ΕφΑθ 6414/1998 ΕλλΔνη 40/351, ΕφΑθ 5821/1998 ΕλλΔνη 39/1643, ΕφΘεσ 380/1995 ΕλλΔνη 37/165). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297, 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή και από το αγωγικό δικαίωμα, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής αποφάσεως. Η παραίτηση γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφαίνεται ότι καταργήθηκε η δίκη εξαρχής, ήτοι από τη διαδικασία του πρώτου βαθμού (ΑΠ 557/2006, ΑΠ 69/1996). Η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου, για την ύπαρξη ή μη τέτοιου συμφέροντος του αντιλέγοντος είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1517/2010 ΕλλΔνη 2010/416, ΑΠ 557/2006, ΑΠ 398/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 299, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση του έχοντος γενική τουλάχιστον, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96, παρ. 1, 98 ΚΠολΔ, πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και όχι με τις προτάσεις, εφόσον δε γίνει νομοτύπως επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 692/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Aπό τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Η παραίτηση, που γίνεται αργότερα, είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής αποφάσεως. Ως παραίτηση "αργότερα", που συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής, εφόσον αντιλέγει ο εναγόμενος, νοείται η γενομένη μετά την ολοκλήρωση της επ` ακροατηρίου συζητήσεως, στην οποία περιλαμβάνεται η εκφώνηση της υπόθεσης και προ της αναπτύξεως από τα διάδικα μέρη της ουσίας της διαφοράς, έρευνα του παραδεκτού της συζητήσεως (ΑΠ 1611/1999 ΕλΔνη 2000/342). Με τη διάταξη του άρθρου 294 του ΚΠολΔ, καθιερώνεται η αρχή ότι ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ή κατά νομική ακριβολογία να ανακαλέσει την αγωγή του ελευθέρως, εκτός αν με την παραίτηση θίγονται κεκτημένα δικαιώματα τρίτων, τα οποία δημιουργήθηκαν από τις έννομες συνέπειες που προκλήθηκαν από την αγωγή, οπότε απαιτείται και η σύμπραξη αυτών (τρίτων), διότι η μονομερής στην περίπτωση αυτή βούληση δεν έχει εξουσία διάθεσης και ξένων δικαιωμάτων ή συμφερόντων. Κατά την έννοια δε του εδ. β` της διάταξης αυτής, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που γίνεται αργότερα, είναι απαράδεκτη, αν ο εναγόμενος αντιταχθεί σ` αυτήν, με οποιοδήποτε τρόπο δηλωτικό της αντίρρησης του, με την ταυτόχρονη προβολή της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος σ` αυτό για την περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης και το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ότι πιθανολογείται τέτοιο έννομο συμφέρον του εναγομένου (ΑΠ 252/1988 ΕΕΝ 1980/238, ΑΠ 581/1972 ΝοΒ 20/1433 κ.α.). Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει ο εναγόμενος, εάν η μετά την προφορική συζήτηση παραίτηση παραβιάζει κεκτημένο δικαίωμα αυτού, όπως το δικαίωμα να ζητήσει και να επιτύχει την κατ` ουσίαν απόρριψη της αγωγής, όταν γι` αυτήν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, που έταξε αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος (ΕφΑθ 2725/1999 Αρμ 2000/248). Εξάλλου, υποστηρίζεται ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (λ.χ. αφού διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ), η παραίτηση είναι απαράδεκτη, αν ο εναγόμενος αντιλέγει και πιθανολογεί το έννομο συμφέρον του για την περάτωση της δίκης με οριστική απόφαση, όταν λ.χ. η παραίτηση παραβιάζει το δικαίωμα του εναγόμενου να επιτύχει την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής, στην περίπτωση που γι’ αυτήν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση που έταξε αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος (βλ. σχ. ΕφΑθ 1421/1991 ΕλλΔνη 1994/435, Κ. Κεραμέα όπ.π., τ. Ι, άρθρο 294 παρ. 6 σελ. 591). Τέλος, υποστηρίζεται ότι εάν διαταχθεί από το δικαστήριο επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής, στην περίπτωση που ο ενάγων προκρίνει, αντί της επαναλήψεως, την άσκηση νέας αγωγής κατά του ιδίου εναγομένου, στηριζομένη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και με αυτή παραιτηθεί ταυτόχρονα από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής του, τότε το παραδεκτό της εν λόγω παραιτήσεώς του συναρτάται προς τη μη προβολή αντιρρήσεων από τον εναγόμενο, διότι, όταν διατάσσεται επανάληψη της συζητήσεως αγωγής, ως πρώτη συζήτηση θεωρείται η αρχική και όχι εκείνη που γίνεται μετά την επανάληψη, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης (ΕφΑθ 574/1998 ΕΕργΔ 1999/423 επ.).
    2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1α΄ και 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια της δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια διαφορά, με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Η εκκρεμοδικία παύει με την έκδοση οριστικής απόφασης και η παύση της διαρκεί μέχρι την άσκηση ένδικου μέσου κατ’ αυτής, μετά την άσκηση του οποίου δημιουργείται νέα εκκρεμοδικία (ΑΠ 1048/2009 ΕΠολΔ 2010/439, ΑΠ 929/2006 ΝοΒ 2007/2129, ΑΠ 436/2003 ΧρΙΔ 2003/628, ΑΠ 457/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 240/1998 Δ 1998/719, ΕφΔωδ 168/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5646/2002 Αρμ 2003/1807, ΕφΑθ 8813/2000 ΕπισκΕΔ 2001/409, ΕφΑθ 2232/1998 ΑρχΝ 1999/198, ΕφΑθ 2041/1974 ΝοΒ 1974/527). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κυρία παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται κι αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Η ένσταση της εκκρεμοδικίας προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν δικάζει στην ουσία, χωρίς να ασκεί επιρροή σε ποιο στάδιο εκκρεμεί η πρώτη δίκη, η ευδοκίμηση δε της ενστάσεως εκκρεμοδικίας συνεπάγεται την αναστολή απλώς της δεύτερης δίκης μέχρι να περατωθεί η πρώτη δίκη (ΑΠ 255/2000 ΕλλΔνη 41/1026, ΕφΑθ 4196/1999 ΑρχΝ 1999/794, ΕφΠειρ 85/1999 ΠειρΝομολ 2000/34, ΕφΘεσ 149/1994 Αρμ 1995/1043). Προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας, κατά τις ως άνω διατάξεις, είναι η ταυτότητα της διαφοράς, που εισάγεται προς εκδίκαση, μεταξύ της αγωγής που ασκήθηκε πρώτη και εκείνης που εισάγεται μεταγενέστερα, καθώς και η ταυτότητα διαδίκων που πρέπει να παρίστανται υπό την αυτήν ιδιότητα. Η έννοια της ταυτότητας της διαφοράς περιλαμβάνει ταυτότητα του δικαιώματος, του αντικειμένου και της ιστορικής και νομικής αιτίας (ΑΠ 1427/1988 ΕλλΔνη 30/330), ενώ η έννοια της ταυτότητας των διαδίκων περιλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες το δεδικασμένο της απόφασης της πρώτης δίκης καταλαμβάνει και τους διαδίκους της δεύτερης δίκης για την ίδια διαφορά. Ακόμη, είναι αδιάφορο αν πρόκειται περί δικαστηρίων εξίσου αρμόδιων καθ’ ύλην ή το δικαστήριο της πρώτης δίκης είναι κατώτερο ή αναρμόδιο ή αν το ένα από τα δύο δικαστήρια επιλαμβάνεται κατ’ έφεση και το άλλο σε πρώτο βαθμό, καθώς και το αν η νέα αγωγή θα εκδικαστεί κατ’ άλλη διαδικασία ή αν περιέχει και επικουρική βάση (ΕφΑθ 1403/1993 ΑρχΝ 1994/412). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, με την κατάθεση και επίδοση της αγωγής η δίκη καθίσταται εκκρεμής και αναμένεται η δικαιοδοτική της κρίση. Η εκκρεμοδικία διατηρείται και με την έκδοση μη οριστικής αποφάσεως (ΕφΑθ 1403/1993, ΑρχΝ 1994/412, ΕφΑθ 2147/1986 ΑρχΝ 1987/306), καθώς και με την έκδοση απόφασης που παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο (βλ. Κεραμέα «ΕρμΚΠολΔ», 2000, τ. Ι, άρθρο 222 ΚΠολΔ, παρ. 4, σ. 484), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, δηλαδή ταυτότητα διαφοράς, αιτήματος και διαδίκων, καθόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 221, 223, 294, 296 και 522 ΚΠολΔ, η εκκρεμοδικία λήγει με την έκδοση οριστικής αποφάσεως (ΕφΑθ 3895/1996 ΝοΒ 45/798, Δ. Κονδύλη, Το Δεδικασμένο, σ. 88, ΑΠ 420/1993, ΕλλΔνη 1995/342, ΠΠρΑθ 1172/2009 ΕΠΟΛΔ 2010/550)
(Β) 1. Με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες, εκ των οποίων η πρώτη είναι σύζυγος και οι λοιποί τέκνα του αποβιώσαντος την 13-3-1994 Z. D., ναυτεργάτη ηλεκτρολόγου, εκθέτουν ότι δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας, που καταρτίσθηκε στο ... με τον πλοίαρχο Γ. Ν. του υπό Κυπριακή σημαία Φ/Γ πλοίου “S...”, που ενεργούσε για λογαριασμό του εναγόμενου εφοπλιστή, ο Z. D. ναυτολογήθηκε την 20-8-1993 με την ειδικότητα του ναυτεργάτη ηλεκτρολόγου στο εν λόγω πλοίο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην εδρεύουσα στη Λευκωσία Κύπρου εταιρεία με την επωνυμία «...», με διαχειρίστρια στον Πειραιά την εταιρεία με την επωνυμία «....». Ότι το ως άνω πλοίο απέπλευσε στις 12-3-1994 από τον Πειραιά για Σεβαστούπολη, κενό φορτίου, με τον ως άνω πλοίαρχο Γ. Ν. και 29μελές πλήρωμα και ότι υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή καιρικές συνθήκες και λοιπές περιστάσεις, την 13-3-1994 και περί ώρα 22:25, συγκρούστηκε στην είσοδο των στενών του Βοσπόρου με το Δ/Ξ N..., πέφτοντας με την πλώρη στο κέντρο περίπου της αριστερής πρωραίας Νο 1 δεξαμενής φορτίου, προξενώντας μεγάλο ρήγμα, ενώ λόγω της σύγκρουσης έγινε έκρηξη και ακολούθησε πυρκαγιά και το φορτίο της δεξαμενής πήρε φωτιά και στο τέλος φλεγόμενο προσάραξε στη θέση ... της Ασιατικής Ακτής, με συνέπεια να καταστραφεί ολοσχερώς και να χάσουν τη ζωή τους 26 μέλη του πληρώματος, μεταξύ των οποίων και ο ως άνω σύζυγος και πατέρας τους Z. D., καθώς και ο πλοίαρχος, ενώ προκλήθηκε μεγάλης εκτάσεως ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος από πετρελαιοειδή. Ότι το ως άνω ναυάγιο οφείλεται σε βαρεία παράβαση των ηθικών, νομικών και επαγγελματικών υποχρεώσεων του προστηθέντος από τον εναγόμενο πλοιάρχου του πλοίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ το πλοίο ήταν πλημμελώς επανδρωμένο, διότι εκ του συνόλου των 25 μελών του πληρώματος μόνο 5 ήταν Έλληνες, ενώ οι υπόλοιποι ήταν αλλοδαποί, με συνέπεια την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ τους. Ότι από την άδικη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος από τον εναγόμενο πλοιάρχου του ως άνω πλοίου επήλθε ο θάνατος στο προαναφερόμενο ναυάγιο του συζύγου και πατέρα τους, εξαιτίας του οποίου αυτοί (ενάγοντες) έχουν υποστεί ψυχική οδύνη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να τους καταβάλει το ποσό των 240.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, νομιμοτόκως από την 13-3-1994, ημερομηνία θανάτου του Z. D., ως δήλη ημέρα, με την παρέλευση της οποίας κατέστη υπερήμερος ο εναγόμενος, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγόμενου ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αδικοπραξίας λόγω της απορίας τους και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
2. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 1, 7, 8, 9, 10, 13, 14 παρ. 2, 22 ΚΠολΔ και 51 παρ.1 και 3Β περ. δ΄ του ν. 2172/1993, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς) και έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς, δεδομένου ότι η κατοικία του εναγόμενου είναι στην Ελλάδα (άρθρα 3 παρ. 1, 2 και 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) της 22-12-2000 (L 12/16-1-2001) «Για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», ο οποίος ισχύει στην Ελλάδα, όπως και σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, από την 1η Μαρτίου 2002 και ο οποίος αντικατέστησε τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, κυρωθείσα στην Ελλάδα με το Ν. 1844/1988, ο οποίος ισχύει από 1-3-2002 και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής πριν από την 10-1-2015, βλ. και άρθρο 66 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «Για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»).
    (Γ) 1. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του, καθώς και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προβάλλει την ένσταση της εκκρεμοδικίας λόγω της άσκησης της από 10-3-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 2624/11-3-1999 προγενέστερης αγωγής της πρώτης ενάγουσας, ενεργούσας ατομικά για την ίδια και ως νομίμου αντιπροσώπου της δεύτερης ενάγουσας (που ήταν ανήλικη κατά το χρόνο άσκησης αυτής της αγωγής), αλλά και του τρίτου ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία στρεφόταν εναντίον του ιδίου (εναγόμενου) καθώς και του Ν. Μ., με περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό της υπό κρίση αγωγής και με αίτημα την καταβολή εκ μέρους των εναγόμενων ποσού 20.000.000 δρχ. στην πρώτη ενάγουσα, ποσού 41.920.000 δρχ. στη δεύτερη ενάγουσα και ποσού 29.920.000 δρχ. στον τρίτο ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στέρηση διατροφής. Η ένσταση αυτή είναι νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προς απόκρουση δε αυτής, οι ενάγοντες υποστηρίζουν, με την από 10-10-2014 προσθήκη των προτάσεων τους, ότι είναι απορριπτέα, διότι έχουν δηλώσει στη σελίδα 2 των από 7-10-2014 προτάσεων τους που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι παραιτούνται του δικογράφου της προαναφερόμενης από 10-3-1999 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2624/1999 αγωγής τους κατά του εναγόμενου.
    2. Από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ενάγοντες της ένδικης αγωγής έχουν ασκήσει την από 10-3-1999 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2624/1999 αγωγή (στην οποία η δεύτερη ενάγουσα, που ήταν ανήλικη κατά το χρόνο άσκησής της εκπροσωπείται από την πρώτη ενάγουσα – μητέρα της) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εναντίον του εναγόμενου και του Ν. Μ., με περιεχόμενο ταυτόσημο (ίδια ιστορική και νομική αιτία) με αυτό της υπό κρίση αγωγής και με αίτημα την καταβολή ποσού 20.000.000 δρχ. στην πρώτη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 41.920.000 δρχ. στη δεύτερη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στέρηση διατροφής και ποσού 29.920.000 δρχ. στον τρίτο ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στέρηση διατροφής, επί της οποίας (ως άνω αγωγής) εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αρ. 5457/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και ορίστηκε προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης πληρεξουσιότητας του δικηγόρου των εναγόντων, ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αρ. 66/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων, το ακριβές κείμενο των διατάξεων του δικαίου της Πολωνικής Δημοκρατίας σχετικά με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης ζητήματα ή γνωμοδότηση του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, που να περιέχει το ακριβές κείμενο των αναφερόμενων στο σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης διατάξεων και τέλος, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 6260/2002 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής και απορρίφθηκε η σωρευόμενη στη με αριθμό κατάθεσης 5869/2002 κλήση των εναγόντων αίτηση ανάκλησης της προαναφερόμενης υπ’ αρ. 66/2002 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι στις προτάσεις, που κατέθεσαν οι ενάγοντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αναφέρεται (στη 2η σελίδα) ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της από 10-3-1999 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2624/1999 προρρηθείσας αγωγής τους, πλην όμως, εν προκειμένω, δεν υφίσταται σχετική σαφής και ορισμένη προφορική δήλωσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, μετά τις δηλώσεις παράστασης των διαδίκων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανέφερε επί λέξει «Έχουμε απλή συζήτηση και ένα αίτημα. Υπάρχει αίτημα παραπομπής της υπόθεσης στα εργατικά και μια δήλωση ότι παραιτούμεθα. Το έχουμε γράψει στην δήλωσή μας», χωρίς όμως να προσδιορίσει προφορικά με σαφήνεια το αντικείμενο της εν λόγω δήλωσης παραίτησης και χωρίς να αναπτύξει προφορικά τη σχετική από 7-10-2014 έγγραφη δήλωση που κατέθεσε μαζί με τις έγγραφες προτάσεις του, σε ερώτηση δε του Δικαστηρίου σχετικά με τη θέση του επί των ενστάσεων που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου (μεταξύ των οποίων και η ένταση εκκρεμοδικίας), δήλωσε ότι επιφυλάσσεται, χωρίς να αναφέρει ότι αποκρούει τη σχετική ένσταση λόγω της δήλωσης παραίτησης από το δικόγραφο της ως άνω (υπ’ αρ. 2624/1999) αγωγής, η οποία (δήλωση παραίτησης) περιέχεται με πληρότητα και σαφήνεια μόνο στις προτάσεις που κατέθεσαν οι ενάγοντες επί της κρινόμενης αγωγής και στην από 7-10-2014 έγγραφη δήλωσή τους που κατατέθηκε μεν μαζί με αυτές, χωρίς όμως να αναπτυχθεί προφορικά με πληρότητα και σαφήνεια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγόμενου να αναπτύξει προφορικά τη θέση του (και δη τον τυχόν αντίλογο) επ’ αυτής. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η γενόμενη μόνο με τις προτάσεις των εναγόντων δήλωση παραίτησης από την προρρηθείσα αγωγή είναι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ανίσχυρη, καθόσον ο ορισμός των τρόπων παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής στο άρθρο 297 ΚΠολΔ έχει αποκλειστική έννοια, γίνεται δεκτό δε ότι βαρύνουσα σημασία έχει το δηλωθέν και όχι το βουληθέν, λόγω της τυπικότητας που χαρακτηρίζει τις διαδικαστικές πράξεις (βλ. Κεραμέα όπ.π. τ. Ι, άρθρο 294, παρ. 3, σελ. 591, Μητσόπουλος Τιμ Τομ. Ράμμου ΙΙ σελ. 670). Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ο εναγόμενος, με την από 9-10-2014 προσθήκη - αντίκρουση που κατατέθηκε εντός του τριημέρου, προβάλλει αντιρρήσεις, κατά το άρθρο 296 εδ. β΄ ΚΠολΔ, αναφορικά με την εν λόγω παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της προρρηθείσας προγενέστερης αγωγής τους, που έγινε χωρίς προφορική δήλωση στο ακροατήριο και χωρίς επιδοθέν σε αυτόν δικόγραφο (δεδομένου ότι σχετική δήλωση περί παραίτησης δεν διαλαμβάνεται ούτε στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό της), ισχυριζόμενος ότι αυτή (παραίτηση) αντίκειται στα συμφέροντά του και ζητεί να περατωθεί η δίκη επί της προγενέστερης υπ’ αρ. 2624/1999 αγωγής με έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να αποδειχθεί ότι δεν φέρει ευθύνη έναντι των εναγόντων, διότι αφενός δεν ήταν εφοπλιστής του ως άνω πλοίου και αφετέρου διότι η απαίτησή τους έχει παραγραφεί πριν από την άσκηση της με αριθμό κατάθεσης 2624/1999 αγωγής λόγω παρόδου ενός έτους από το θάνατο κατά τα άρθρα 237, 239, 289 και 291 ΚΙΝΔ, άλλως λόγω παρόδου διετίας από το θάνατο σύμφωνα με τη Δ.Σ. Βρυξελλών του 1910, άλλως λόγω παρόδου πενταετίας από το θάνατο σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ, άλλως λόγω της υποβληθείσας από αυτόν ένστασης συμβιβασμού, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις έγγραφες από 7-10-2014 προτάσεις του που κατατέθηκαν στην έδρα του Δικαστηρίου τούτου. Κατόπιν τούτων, ενόψει του ότι ο εναγόμενος αντιλέγει στην προαναφερόμενη παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της προγενέστερης αγωγής τους, που κρίνεται ανίσχυρη, κατά τα προαναφερθέντα, αυτή (παραίτηση) είναι απαράδεκτη και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, σημειωτέον δε ότι δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προγενέστερης υπ’ αρ. 2624/1999 αγωγής των εναγόντων, που να αφορά την ουσία της προκείμενης υπόθεσης, ενώ η προρρηθείσα παραίτηση, που έγινε στο πλαίσιο της δίκης επί της κρινόμενης αγωγής, έλαβε χώρα μετά την κατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του εναγόμενου στο πλαίσιο της δίκης επί της προγενέστερης ως άνω αγωγής, δεδομένου ότι επ’ αυτής έχουν ήδη εκδοθεί οι τρεις προαναφερόμενες μη οριστικές αποφάσεις (πρβλ. σχ. ΜΠρΘεσ 10461/2012 Αρμ 2012/1244). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η γενόμενη με τις προτάσεις παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφο της από 10-3-1999 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2624/1999 αγωγής, είναι απαράδεκτη και ενόψει της πιθανολόγησης του εννόμου συμφέροντος του εναγόμενου για την περάτωση της δίκης επ’ αυτής με την έκδοση οριστικής απόφασης, το οποίο ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις του επί της ένδικης αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση εκκρεμοδικίας του εναγόμενου και από ουσιαστική άποψη, καθόσον, ενόψει και όσων εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υφίσταται εκκρεμοδικία από την άσκηση της από 10-3-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 2624/1999 αγωγής και συνεπώς, πρέπει ν` ανασταλεί η εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη επί της ως άνω προγενέστερης αγωγής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 191 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΠΠρΘεσ 21975/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκδίκαση της από 17-02-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1077/17.02.2014 αγωγής μέχρι την περάτωση της δίκης επί της από 10-3-1999 και με αριθμό κατάθεσης 2624/11-3-1999 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις…………............................

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια