Kληρονομική διαδοχή-έκτακτη χρησικτησία. Κατά τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων χωρίς πάντως, να κρίνεται το ζήτημα του ιδιοκτήτη των περί ων πρόκειται ακινήτων. ΑΠ 992/2014

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit 
Kληρονομική διαδοχή-έκτακτη χρησικτησία.Κατά τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών ..
δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων χωρίς πάντως, να κρίνεται το ζήτημα του ιδιοκτήτη των περί ων πρόκειται ακινήτων.  
 Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
  Έτος: 2014
  Νούμερο: 922

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., o oποίος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Τσάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Θ. χήρας Γ. Π., 2) Σ. Π. του Γ., κατοίκων ..., 3) Χ. Π. του Γ. και 4) Ε. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δελμούζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δελφών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 9/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29/4/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1053/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 9/7/2013 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από την από 8/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτόν, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία: α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, (CORPUS), την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας (ANIMUS DOMINII), η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (OPINIO DOMINII).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ. Χρισσού του Δήμου Δελφών του Ν. Φωκίδος και συγκεκριμένα στη θέση "Αγία Καθολική" βρίσκεται ένα οικόπεδο μετά των επ' αυτού διώροφης οικίας και των ισόγειων αποθηκών, εκτάσεως 422,43 τ.μ., αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-10α-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-1 στο από Φεβρουάριο του έτους 2005 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στην με αριθμό κατάθεσης 6/2005 αγωγή και συνορεύει δυτικά με ανώνυμη δημοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Π. Δ. και Φ. Ν., ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Η. και νότια εν μέρει με ακίνητο του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και εν μέρει με δημοτική οδό ... . Τμήμα του ανωτέρω ακινήτου αποτελεί και το επίδικο εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 14,80 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία 10α-11 -12-13-10α και συνορεύει ανατολικά με πλευρά 10α-11 μήκους 5,70 τ.μ. με ιδιοκτησία Ι. Η., νότια με πλευρά 11-12 μήκους 3,00 μέτρων με δημοτική οδό ..., δυτικά με πλευρά 12-13 μήκους 5,75 τ.μ. με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και βόρεια με πλευρά 13-1 μήκους 2,25 τ.μ. με ιδιοκτησία εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων. Το ανωτέρω ακίνητο και συνεπώς και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 14,80 τ.μ. περιήλθε στους ενάγοντες, κατά παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 9-10-2002, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, Γ. Π. του Χ. και της Ε., την οποία κληρονομιά απεδέχθησαν άπαντες, δυνάμει του .../30-04-2004 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιτέας Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δελφών στον τόμο ... και αριθμό 304. Στο δικαιοπάροχο των εναγόντων το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 3/4 από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 19-10-1980 πατρός του Χ. Π. του Γ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιώσασας την 03-08-1983 μητρός του Ε. χας Χ. Π., στην οποία περιήλθε το προαναφερθέν ποσοστό λόγω κληρονομιάς του προαποβιώσαντος συζύγου της. Στον Χ. Π. του Γ. το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε από κληρονομιά της αποβιώσασας την 7-05-1952 μητρός του Μ. χας Γ. Π.. Τόσο ο άμεσος όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως το προαναφερόμενο ακίνητο και συνεπώς και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 14,80 τ.μ. με υλικές και εμφανείς επενέργειες πάνω σ' αυτό, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα. Ειδικότερα, κατοικούσαν στην οικία που είναι χτισμένη στο ανωτέρω οικόπεδο και χρησιμοποιούσαν τις αποθήκες για αποθήκευση ελαιών. Όσον αφορά δε το επίδικο τμήμα των 14,80 τ.μ., αυτό χρησιμοποιούνταν προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσέγγιση στην αποθήκη που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων. Από το 1980 μέχρι την 9-10-2002 (για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας) στο ως άνω επίδικο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, ο Γ. Π. (σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων) ασκούσε εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα ξεφόρτωνε ξύλα για το τζάκι καθώς και κάδους ελαιών, τους οποίους αποθήκευε κατόπιν στην αποθήκη που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων, τσιμεντόστρωσε την επιφάνεια του επιδίκου, ενώ από το 1981 και μετά στάθμευε το τρακτέρ του με την πλατφόρμα αυτού, κατασκεύασε μικρή τσιμεντένια ράμπα, προκειμένου να διευκολύνεται η είσοδος στο επίδικο ακίνητο, καθώς και ξύλινα πλαίσια με διχτυωτό συρματόπλεγμα σαν πόρτα στο επίδικο ακίνητο.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς, το έτος 2000, κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόσβαση στην προαναφερθείσα αποθήκη είναι δυνατή μόνο μέσω του επίδικου τμήματος, ενώ όπως προκύπτει από την από 16-02-2007 έκθεση αυτοψίας του Ειρηνοδίκη Δελφών Δημητρίου Ζουρνή, σύμφωνα με την οποία, "... Η δυτική (5,75 μ.) και η ανατολική πλευρά (5,70 μ.) εφάπτονται αντίστοιχα με τον ανατολικό τοίχο του πρώτου εναγομένου και με το δυτικό τοίχο του κτιρίου του δευτέρου εναγομένου. Στους δύο αυτούς τοίχους δεν υπάρχουν ανοίγματα επικοινωνίας (πόρτες ή παράθυρα) προς το επίδικο. Οι πόρτες και τα παράθυρα των δύο εναγομένων είναι στους τοίχους που εφάπτονται και κοιτούν προς την οδό ... . Η βόρεια πλευρά του επιδίκου (2,25 μ.) εφάπτεται με το νότιο τοίχο της αποθήκης των εναγόντων και ειδικότερα με την πράσινη δίφυλλη ξύλινη πόρτα εισόδου (πλάτους 1,30 μ.) που είναι τοποθετημένη εκεί και οδηγεί στο εσωτερικό της αποθήκης αυτής. Η τελευταία είναι πάρα πολύ παλιάς κατασκευής. Είναι πλινθόκτιστη και από την επισκόπηση της προκύπτει ότι το άνοιγμα της ξύλινης πόρτας έχει κατασκευαστεί κατά το χρόνο κατασκευής του κτιρίου της και η πόρτα έχει τοποθετηθεί ομοίως τότε..", το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν εξυπηρετεί λειτουργικά το ακίνητο του εναγομένου, αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, εξυπηρετεί το ακίνητο των εναγόντων, δεδομένου ότι η πρόσβαση στην αποθήκη, που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου τους, είναι δυνατή μόνο από το επίδικο εδαφικό τμήμα. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση της μάρτυρος (μητέρας) του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, Α. χήρα Π. Μ., η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "Κάποια στιγμή το 1966 προσπάθησε ο Χ. Π. να ανοίξει μια πόρτα στον αχυρώνα που είχε και άρχισε να διαπληκτίζεται με τον πεθερό μου. Τους άφησε και άνοιξαν την πόρτα, δεν τους πήγε στο δικαστήριο και παρέμεινε μέχρι τώρα να μπαίνουν και να βγαίνουν...Δεν έχει πόρτα το κτίριο του πεθερού μου προς τα εκεί...το τσιμέντο μπροστά στο επίδικο πρέπει να το έριξε ο Π. όταν άρχισε να βάζει το τρακτέρ ...". Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, δυνάμει του .../29-12-1997 συμβολαίου γονικής παροχής κατέστη ψιλός κύριος του ευρύτερου ακινήτου, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα, ενώ η επικαρπία αυτού παραχωρήθηκε δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου στην ως άνω μητέρα του Α. Μ.. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι, τόσο ο ίδιος όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του νέμονταν με διάνοια κυρίου και το ως άνω επίδικο εδαφικό τμήμα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εβδομήντα ετών και κατέστησαν έτσι κύριοι αυτού τόσο κατά πρωτότυπο όσο και κατά παράγωγο τρόπο.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι όσον αφορά το επίδικο ακίνητο το χρησιμοποιούσαν προκειμένου να επικοινωνούν με την ανατολική είσοδο της οικίας και αποθήκης τους, το αποτύπωναν σε σχέδια και διαγράμματα, κατασκεύασαν σε αυτό σωλήνα αποχέτευσης, κατά καιρούς εναπόθεταν υλικά οικοδομικών εργασιών, τοποθετούσαν σκαλωσιές και αποχετεύουν τους σταλαγμούς της στέγης της αποθήκης τους. Δεν αποδείχθηκε όμως οποιαδήποτε χρησιμοποίηση του επίδικου ακινήτου και ιδιαίτερα για την επικοινωνία με την ανατολική είσοδο της οικίας και αποθήκης του εκκαλούντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει άνοιγμα του ακινήτου του εκκαλούντος προς το επίδικο ακίνητο, αντίθετα μέσω του επίδικου ακινήτου είναι δυνατή η πρόσβαση στην αποθήκη των εναγόντων- εφεσιβλήτων, ενώ όσον αφορά την αποχέτευση των σταλαγμών και την ύπαρξη σωλήνα αποχέτευσης δεν οδηγούν στη κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου και όσον αφορά την τοποθέτηση ικριωμάτων και οικοδομικών υλικών για την επισκευή της παρακείμενης αποθήκης του εκκαλούντος, πρόκειται για παροδική χρήση, που επίσης δεν οδηγεί στην κτήση της νομής του επιδίκου, δεδομένου ότι αυτό δεν τίθεται κατά τρόπο σταθερό, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, στη διάθεση του νομέα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι στο Κτηματολογικό Γραφείο Άμφισσας το δυτικό τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμφανίζεται στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος κατόπιν σχετικής ενστάσεώς του δεν ασκεί έννομη επιρροή, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες, που έχουν συλλέξει, χωρίς, πάντως, να κρίνεται με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή το ζήτημα του ιδιοκτήτη των περί ων πρόκειται ακινήτων. Η διαδικασία, δηλαδή, αυτή, ως εκ της φύσεως των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η διεκπεραίωσή της, δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει τη δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής, ενώ οι όποιες αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά τη κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του Ο.Κ.Χ.Ε. και των συγκροτουμένων από τον Ο.Κ.Χ.Ε. Επιτροπών Ενστάσεων (Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας) υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 94 § 2 του Συντάγματος.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η κυριότητα του επιδίκου περιήλθε στους ενάγοντες με το θάνατο του Γ. Π. του Χ. στις 9-10-2002, αφού αυτοί με το .../30-04-2004 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιτέας Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δελφών στον τόμο 84 και αριθμό 304, απεδέχθησαν την επαγόμενη σ' αυτούς κληρονομιά του ως άνω αποθανόντος, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, στην οποία κληρονομιά συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Εξάλλου, στις 22-06-2006 ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών μαζί με το δικαιοπάροχο του και πατέρα του με εξώδικη δήλωσή τους αμφισβήτησαν την κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο ισχυριζόμενοι ότι οι ίδιοι τυγχάνουν ψιλός κύριος και επικαρπωτής, αντίστοιχα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού. υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων Γ. Π. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το είχε στη νομή του επί τον απαιτούμενο χρόνο της εικοσαετίας. Εξάλλου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την κρίση του, ότι οι προαναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα (και τους δικαιοπαρόχους του) πράξεις (αποχέτευση των σταλαγμών, διατήρηση στο επίδικο σωλήνα αποχέτευσης και παροδική τοποθέτηση σ' αυτό ικριωμάτων και οικοδομικών υλικών για την επισκευή της παρακείμενης αποθήκης του αναιρεσείοντος), δεν οδηγούν στην κτήση της νομής του επιδίκου δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ ως προς την έννοια της νομής, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, για την ύπαρξη της νομής απαιτούνται τα ως άνω δύο στοιχεία, (φυσική εξουσίαση του πράγματος και διάνοια κυρίου), τα οποία δεν υφίστανται εν προκειμένω, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ακίνητο δεν βρισκόταν κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του αναιρεσείοντος (και των δικαιοπαρόχων του) και δεν υπήρχε πρόθεση αυτών, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ' αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.4.2009 αίτηση του Κ. Μ. του Π. για αναίρεση της 9/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια