Εποπτεία ανηλίκου ή απαγορευμένου - AP 644/2014

Σε αποχή διαρκείας οι δικηγόροι   
Εποπτεία ανηλίκου ή απαγορευμένου.Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ..Έτος: 2014.Νούμερο: 644
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα...


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Κ., 2. Γ. συζ. Δ. Κ., το γένος Π. και 3. Δ. Κ. και Γ. συζ. Δ. Κ., ως από κοινού ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Δ., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημοσθένη Κασσαβέτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Μ. του Γ., 2. Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Λ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Λυμπερόπουλου και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 3. Γ. Μ. του Ι. και της Χ., 4α. Μ. Π. συζ. Γ. Σ., β. Δ. Μ. του Λ., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων της αποβιώσασας την 5-8-2009, (σύμφωνα με την ληξ. Πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Βαρθολομιού του Δήμου Πηνειού), Α. χήρας Λ. Μ., 5. Γ. Μ. του Ι. και της Ζ., 6. Χ. συζ. Γ. Μ., το γένος Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 7. Της στην ... εδρεύουσας ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Παπαγιαννάκη βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και ήδη είχε καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2004 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 6ου ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 24-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 4-2-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του 7ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:13/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 369/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1118/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως. Την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2012 κλήση τους.

Εκδόθηκε η 1269/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του ιδίου Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Την επανέφεραν προς συζήτηση με την από 16-7-2013 κλήση τους οι αναιρεσείοντες.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 29-4-2011 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 ΚΠολΔ) προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει α υπάρχει με το θάνατό του (35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατ' άρθρο 313§1 εδ. δ' ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου όπως είναι και το αποβιώσαν, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573§1 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν ο μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών διατυπώσεων μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια, όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες. Αν δε ο θάνατος έλαβε χώραν μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση από 4.12.2009 και με αρ. κατ. 173/2009 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και εκτός άλλων και κατά της Α. χας Λ. Μ. τέταρτης των αναιρεσιβλήτων. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 5.8.2009 (βλ. σε ακριβές αντίγραφο την με αρ. 38/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου ληξιαρχείου Πηνειού), δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (8.5.2009) και προ της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα στις 4.12.2009 όπως προκύπτει από την κάτωθι αυτής πράξη της αρμόδιας Γραμματέα του Εφετείου Πατρών και κατέλειπε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς τα τέκνα της 1. Π. Μ. 2. Δ. Μ. και 3. Χ. Μ. (βλ. με αρ. πρωτ. 1657/5.2.2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών Δήμου Πηνειού). Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αναιρέσεως τελούσαν σε γνώση του επισυμβάντος ως άνω θανάτου της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων Α. χας Λ. Μ. και επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης αυτής είναι έγκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτησή της με τους κατά τα ως κατωτέρω αναφερόμενα κλητευθέντες κληρονόμους της Π. Μ. και Δ. Μ.υ κατά των οποίων και απευθύνεται η ένδικη από 16.7.2013 κλήση με την οποία φέρεται προς συζήτηση. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολλειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ. αρ. 7586Γ, 7583Γ και 7582Γ από 4.11.2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας ... καθώς και τις υπ. αρ. 9551Δ, και 9552Δ από 1.11.2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πύργου Ηλείας, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της από 4.12.2009 και με αρ. κατ. 173/2009 αιτήσεως αναιρέσεως της 369/2009 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών και επαναφέρουν προς συζήτηση αυτή με την από 16.7.2013 κλήση μετά την έκδοση των υπ' αρ. 1118/2012 και 1269/2013 αποφάσεων του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την πρώτη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων 1. Γ. Μ. του Ι. (3ου) και 2. Α. χας Λ. Μ. (4ης) και με τη δεύτερη η επανάληψη της συζητήσεώς της, ακριβές αντίγραφο της από 4.12.2009 και με αρ. κατ. 173/2009 αιτήσεως αναιρέσεως, της από 16.7.2013 κλήσης καθώς και της ως ανωτέρω 1269/2013 αποφάσεως του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους καθ' ων απευθύνεται η ανωτέρω από 16.7.2013 κλήση αναιρεσιβλήτους αντίστοιχα: 1. Γ. Μ. του Ι. (3ο), 2. Π. Μ. (4η), 3. Δ. Μ. (5ο), 4. Γ. Μ. του Ι. (6ο) και 5. Χ. συζ. Γ. Μ. (7η). Επομένως, εφ' όσον οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτησή της και παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Επειδή, από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων επιδιώκεται με την αναίρεση και, με βάσει τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της απόφασης, είναι δυνατή η αναίρεση της απόφασης. Επομένως, είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως προς τους οποίους επομένως, αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της αναιρέσεως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφέρονται αποκλειστικά στην από 4.2.2005 και με αρ. κατ. 155/ΕΜ/26/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ" κατά των εκ των αναιρεσειόντων 1. Δ. Κ. και 2. Γ. συζ. Δ. Κ. και ουδόλως θίγουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που η από 15.10.2007 και με αρ. κατ. 104/2007 έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά των υπό αριθμούς 1 έως αι 7 αναιρεσιβλήτων και ως απαράδεκτη κατά της υπό αριθμό 8 αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και την απόρριψη της από 24.11.2005 κύριας αγωγής τους η οποία συνεκδικάστηκε με την από 26.10.2004 κύρια αγωγή τους υπό αριθμούς 1 έως και 7 αναιρεσιβλήτων κατά της υπό αριθμό 8 αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής ως ανωτέρω εταιρίας. Πρέπει επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των αναιρεσίβλητων με αίτημα να γίνει δεκτή η από 24.1.2005 αγωγή ων αναιρεσειόντων, ενώ εξ άλλου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπό αριθμούς 1 έως και 8 αναιρεσιβλήτων με αίτημα να απορριφθεί η κατ' αυτών (αναιρεσειόντων) από 26.10.2004 αγωγή τους, καθώς, όπως από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της αγωγής αυτής προκύπτει, η εν λόγω αγωγή, ασκηθείσα από τους υπό αριθμούς 1 έως και 7 αναιρεσίβλητους, απευθύνεται κατά της υπό αριθμό 8 αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής ως άνω εταιρίας και μόνο. Τέλος η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκείται από τους 1. Δ. Κ. και 2. Γ. συζ. Δ. Κ. υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Δ. κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α..... Α.Α.Ε." αιτούμενοι την απόρριψη της κατ' αυτών από 4.2.2005 παρεμπίπτουσας αγωγής της ασφαλιστικής ως ανωτέρω εταιρίας, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως καθώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της η αγωγή αυτή δεν απευθύνεται κατά των εκ των αναιρεσειόντων 1 Δ. Κ. και 2. Γ. συζ. Δ. Κ. με την προεκτεθείσα ιδιότητα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 923§1 ΑΚ όποιος έχει από το νόμο την εποπτεία ανηλίκου ή απαγορευμένου ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι γονείς οι οποίοι κατά το άρθρο 1510 ΑΚ, έχουν τη γονική μέριμνα και ασκούν την εποπτεία επί του ανήλικου τέκνου τους, δεν ευθύνονται σε αποζημίωση αν αποδείξουν ότι άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η αποτροπή της ζημίας δεν ήταν δυνατή ή ότι δεν τους βαρύνει πταίσμα για την παραμέληση της εποπτείας ή ότι δεν ήταν, από τα πράγματα, δυνατή η άσκησή της. Εποπτεία υπό την πιο πάνω έννοια είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του ανηλίκου όπως και η καθοδήγησή του σε συμπεριφορά σύμφωνα με τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, η κατεύθυνση της προσοχής τους στους κινδύνους που απορρέουν από ορισμένα αντικείμενα ή από ορισμένες πράξεις και η προφύλαξή του από ορισμένες καταστάσεις που η αντιμετώπισή τους υπερβαίνει τις δυνάμεις του. Απλές απαγορεύσεις δεν αρκούν, όταν ο εποπτεύων δεν είναι βέβαιος ότι θα γίνουν σεβαστές. Το μέτρο της εποπτείας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα, την μόρφωση του εποπτευόμενου και του εποπτεύοντος, το προβλεπτό ή την επικινδυνότητα της ζημιογόνου συμπεριφοράς και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθώς νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξαιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τ' ακόλουθα, αναφορικά με την από 4.2.2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "Α..... ΑΕ".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. κυκλ. ... όχημα μάρκας SEAT CORDOBA ιδιοκτησίας δευτέρας εναγομένης στη παρεμπίπτουσα αγωγή Γ. Π. κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του ατυχήματος 21.5.2004 ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ στη παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Μεταξύ των άλλων όρων στο παραπάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιελήφθη και όρος σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως. Η δευτέρα παρεμπιπτόντως εναγομένη, ιδιοκτήτρια του παραπάνω οχήματος, μαζί με τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, γονείς του ανηλίκου Κ. Κ. και έχοντες εκ του νόμου την εποπτεία του δεν άσκησαν την προσήκουσα επιτήρηση και επίβλεψη ώστε να τον αποτρέψουν να οδηγεί χωρίς να έχει άδεια ικανότητος οδηγού. Τούτο αποδείχθηκε αδιάσειστα από τις ρητές καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι αναφέρουν ότι έβλεπαν τον ανήλικο τον τελευταίο καιρό πριν από το ατύχημα να οδηγεί το αυτοκίνητο του πατέρα του (δηλ. εκτός του οχήματος της μητέρας του που οδηγούσε την ημέρα του ατυχήματος) (βλ. προσκομιζόμενες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων Σ. Τ., Λ. Μ., Ν. Φ., Ν. Χ., Λ. Γ., Μ. Δ., Α. Α.). Ειδικά την ημέρα του ατυχήματος μ' ευκολία πήρε τα κλειδιά του οχήματος της μητέρας του, η οποία βρισκόταν στο σπίτι και έκανε βόλτες με τους συμμαθητές του, πριν επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο του ο Λ. Μ. (βλ. προς τούτο τις προανακριτικές καταθέσεις Φ. Ν., Ν. Χ.). Οι γονείς του δεν είχαν λάβει αυστηρά μέτρα για ν' αποτρέψουν την οδήγηση των οχημάτων τους η οποία είχε γίνει αντιληπτή απ' αυτούς διότι εγίνετο επανειλλημένα από τον ανήλικο (βλ. καταθέσεις μαρτύρων). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι δεν είχαν ασφαλίσει τα κλειδιά των οχημάτων τους σε μέρος απρόσιτο για τον ανήλικο, όπως υποστηρίζουν αυτοί ότι είχαν πράξει, δεν αποδείχθηκε ότι την ημέρα του μοιραίου ατυχήματος εν αγνοία της μητέρας του αφήρεσε το αυτοκίνητο της, όπως υποστηρίζει αυτή. Αντίθετα προέκυψε ότι δεν είχαν την επιβαλλόμενη αυστηρή συμπεριφορά απέναντι του στο θέμα της οδήγησης ώστε να τον εμποδίσουν να παίρνει τα αυτοκίνητα. Οι όποιες χαλαρές συστάσεις εκ μέρους τους δεν ήταν αρκετές για να τον αποτρέψουν από την επικίνδυνη ενέργεια του να οδηγεί, η οποία επαναλαμβανόταν συχνά, όπως ρητά και κατηγορηματικά αναφέρουν οι μάρτυρες. Εξ άλλου εναντίον της δευτέρας παρεμπιπτόντως εναγομένης ασκήθηκε ποινική δίωξη, γι' ανθρωποκτονία από αμέλεια και παραπέμπεται να δικασθεί στο Τριμ. Πλημ. Αμαλιάδος (βλ. προσαγόμενο κατηγορητήριο).

Συνεπώς οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι δεν ανέτρεψαν το μαχητό τεκμήριο σε βάρος τους από το άρθρο 923 ΑΚ περί ευθύνης τους ως εποπτεύοντες, για τη ζημία που προξένησε ο υιός τους στους ενάγοντες της κυρίως αγωγής και ήδη εκκαλούντες. Επομένως ευθύνονται έναντι της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας για την αποζημίωση που θα καταβάλει αυτή στους κυρίως ενάγοντες και θεμελιώνεται δικαίωμα αυτής από την παραπάνω αιτία να στραφεί αναγωγικώς εναντίον τους απαιτώντας το ποσό που θα καταβάλει στους τρίτους (κυρίως ενάγοντες). Επιπλέον η ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου δευτέρα παρεμπιπτόντως εναγομένη ευθύνεται απέναντι στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως διότι δεν ασκούσε το καθήκον εποπτείας στον ανήλικο, αφού επέτρεψε σ' αυτόν την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος από οδηγό που στερείτο αδείας ικανότητος. Με τη συμπεριφορά της αυτή παρεβίασε υπαιτίως το σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με βάση τον οποίο αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται από οδηγό στερούμενο αδείας ικανότητος οδηγού. Επομένως θεμελιώνεται δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον της και εξ αυτού του λόγου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, η παραδοχή "ότι οι γονείς του ανηλίκου Κ. Κ. και έχοντες εκ του νόμου την εποπτεία του δεν άσκησαν την προσήκουσα επιτήρηση και επίβλεψη ώστε να τον αποτρέψουν να οδηγεί χωρίς να έχει άδεια ικανότητας οδηγού", κατ' ουδέν αντιφάσκει προς την έτερη κατά την οποία "η ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, δευτέρα παρεμπιπτόντως εναγομένη, ευθύνεται απέναντι στην παρεμπιμπτόντως ενάγουσα, διότι δεν ασκούσε το καθήκον εποπτείας στον ανήλικο, αφού επέτρεψε σ' αυτόν την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος από οδηγό που εστερείτο άδειας ικανότητα" και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον οποίο το Εφετείο με τις παραδοχές αυτές παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάσει την εν λόγο διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: Α) Απέρριψε την από 15.10.2007 και με αρ. κατ. 104/2007 έφεση των 1. Δ. Κ. 2. Γ. συζ. Δ. Κ. και 3. Δ. Κ. και Γ. συζ. Δ. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Δ., ως απαράδεκτη κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟ" και ως ουσία βάσιμη κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των 1. Ι. Μ. 2. Χ. συζ. Ι. Μ. 3. Γ. Μ. 4. Α. χας Λ. Μ. 5 Γ. Μ. και 6. Χ. Μ. (ήδη αναιρεσιβλήτων) Β) Απέρριψε την από 20.92007 έφεση των 1. Ι. Μ. 2. Χ. συζ. Ι. Μ. 3. Γ. Μ. 4. Α. χας Λ. Μ. 5. Γ. Μ. και 6. Χ. Μ. (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των 1. Δ. Κ. 2. Γ. συζ. Δ. Κ. και 3. Δ. Κ. και Γ. συζ. Δ. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Δ. και κατά παραδοχή αυτής ως βάσιμης και κατ' ουσία κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α........", αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ. αρ. 13/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας κατά το σκέλος που απέρριψε την από 26.10.2004 κυρίως αγωγή τους, κατά παραδοχή αυτής εν μέρει ως βάσιμης και κατ' ουσία, υποχρέωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Α..........." να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα για τον καθένα με τη σχετική διάταξή της ποσά, και Γ) Κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσία της από 21.1.2008 έφεσης της ασφαλιστικής ως ανωτέρω εταιρίας με την επωνυμία "Α.........", το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρ. 13/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος κατά το σκέλος που απέρριψε την από 4.2.2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά παραδοχή αυτής ως βάσιμης και κατ' ουσία υποχρέωσε τους παρεμπιπτόντως εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες 1. Δ. Κ. και 2. Γ. συζ. Δ. Κ. να καταβάλουν σ' αυτή τα χρηματικά ποσά που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες της ως ανωτέρω από 26.10.2004 αγωγής πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Το περιεχόμενο όμως αυτό του διατακτικού είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ώστε η εκτέλεση της απόφασης να καθίσταται αδύνατη ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα. Ο δεύτερος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο με αντιφατικές διατάξεις (αιτιολογίες) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε υφιστάμενη υποχρέωσή τους (αναιρεσειόντων) προς αποζημίωση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α...... Α.Α.Ε." αφού ενώ αρχικά δέχεται ότι οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων έχοντας ρκ του νόμου την εποπτεία του ανήλικου τέκνου τους Κ., δεν άσκησαν την προσήκουσα επιτήρηση και επίβλεψη ώστε να τον αποτρέψουν να οδηγεί χωρίς να έχει άδεια οδήγησης στη συνέχεια δέχεται ότι η εκ τούτων δεύτερη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος παραχώρησε τη χρήση αυτού στον ανήλικο ως ανωτέρω υιόν της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα για τη θεμελίωση του από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου πρέπει η αντίφαση να υπάρχει μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, προϋποθέσεως μη συντρεχούσης επί του προκειμένου, και ουχί μεταξύ των αιτιολογιών της. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 4.12.2009 και με αρ. κατ. 173/2009 αίτηση αναιρέσεως της 369/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων εκ των οποίων οι 1. Ι. Μ. και 2. Χ. συζ. Ι. Μ., εκπροσωπηθέντες δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Λυμπερόπουλου δεν κατέθεσαν προτάσεις, η δε ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Α.Ε." κατέθεσε προτάσεις κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρ.183 ΚΠολΔ).?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.12.2009 και με αρ. κατ. 173/2009 αίτηση αναιρέσεως της 369/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ του αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων 1. Ι. Μ. και 2. Χ. συζ. Ι. Μ. την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α...... Α.Α.Ε." την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Φεβρουαρίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια