Έκτακτη χρησικτησία-δουλεία - ΑΠ 909/2014

Σε αποχή διαρκείας οι δικηγόροι   
Έκτακτη χρησικτησία-δουλεία.    Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ.    Έτος: 2014. Νούμερο: 909.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα..

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/ΤΠ/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2004 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/11/2004 αίτηση και τους από 15/8/2011 προσθέτους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8734Β/6-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Άμφισσας ..., ακριβές αντίγραφο της από 3-11-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-10-2011, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 21-11-2012 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε σε καμία από τις δικασίμους αυτές. Η κλήση όμως για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν κάλυπτε την απαιτούμενη κατά το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔικ προθεσμία των 60 ημερών πριν από τη δικάσιμο. Πλην όμως όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2272Γ/ 13-8-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Άμφισσας ..., επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρακτικό αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως η αρχική ακυρότητα της κλήσεως προς συζήτηση καλύφθηκε και ενόψει του ότι έχει γίνει τόσο επίδοση της αναίρεσης, όσο και εμπρόθεσμη επίδοση του πρακτικού αναβολής, η συζήτηση, κατά το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔικ πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το ικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ.

Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.ΑΠ 40/1996). Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔικ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 19/ΤΠ/2002 αποφάσεως του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 110/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το Εφετείο μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔικ).

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ή 8 του ΚΠολΔικ. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔικ, για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται περί τούτου μνεία στο αναιρετήριο, ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της μη απορρίψεως της αγωγής, τόσο για ποιοτική (ποσοτική) αοριστία, όσο και για νομική αοριστία, καθόσον αφενός μεν στην ιστορική της βάση δεν προσδιοριζόταν το ακίνητο κατά την ακριβή του επιφάνεια και τις δύο πλευρικές του διαστάσεις, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η ταυτότητά του, αφετέρου δε γιατί δεν περιείχε τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα για απόκτηση του επιδίκου με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν γιατί, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο οικείος περί αοριστίας ισχυρισμός, όπως κατωτέρω εκτίθεται, είχε προταθεί μόνο στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν είχε επαναφερθεί με λόγο εφέσεως και στο δευτεροβάθμιο, αφετέρου δε γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), ο μη επαναφερθείς ισχυρισμός αφορούσε σε αοριστία μόνο του τρόπου αποσβέσεως της επικαλούμενης δουλείας, ενώ οι επίμαχες πλημμέλειες, του κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη θα μπορούσε το πρώτο να προταθούν στο δεύτερο βαθμό δικαστήριο, δεν έχουν προταθεί σ' αυτό. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος λόγος "δεύτερος πρόσθετος" πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και συνακόλουθα το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης. Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεως του, το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι στα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή της δεσμευτικότητας της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, ενώ όταν δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός περί δεδικασμένου ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου Ε2 ετέρου από τη διάταξη του άρθρου 332 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, συνάγεται ότι τούτο μπορεί να προβληθεί το πρώτον και στο Εφετείο, αφού ως προς την υποβολή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.1 και 527 ΚΠολδικ δεν ισχύει ο περιορισμός της προβολής των ενστάσεων κατά την πρώτη συζήτηση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και τούτο, γιατί το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρω κοινωνικού σκοπού. Αν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δεδικασμένο, παρά την κατά το άρθρο 332 υποχρέωσή του δεν ιδρύεται ο από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 16 αναιρετικός λόγος, όπως επίσης δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 16 αν το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο, ιδρυομένου στην περίπτωση αυτή και εφόσον ο οικείος ισχυρισμός είχε υποβληθεί παραδεκτά του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 (ΟλΑΠ 2/2001). Περαιτέρω αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής κυριότητος ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η κατά όρια περιγραφή προσδιορίζει το ακίνητο, έστω και αν η επιφάνειά του προσδιορίζεται κατά προσέγγιση με τις εκφράσεις "περίπου" και "πλέον ή έλαττον".

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση των περί δεδικασμένο διατάξεων, δεν έλαβε υπόψη τον επικουρικά υποβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε κριθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 3565/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι αυτός είναι δικαιούχος οιονεί νομής πραγματικής δουλείας σε όλο το επίδικο ακίνητο, έχοντας αυτός και οι δικαιοπάροχοί του αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε αναφερθεί διηγηματικά το εναγόμενο-αναιρεσείοντα τόσο στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου και θα μπορούσε, εφόσον ήταν βάσιμος, παρά την μη ευθεία υποβολή του, να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα, τόσο από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και το πρώτον από το Εφετείο. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, ερειδόμενος στην μη παράγουσα δεδικασμένο, υπ' αριθμ. 1/1966 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Γαλαξειδίου, ήταν αλυσιτελής και ορθά το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν απάντησε σ' αυτόν, αφού τούτο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε μη νομίμους, αορίστους και αλυσιτελείς ισχυρισμούς, μη ιδρυομένου από την παράλειψη αυτή λόγου αναιρέσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 3595/1991 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με αυτήν δεν αναγνωρίζεται ο αναιρεσείων δικαιούχος δουλείας, αλλά μόνον η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα αναγνωρίζεται κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρεώνεται ο εναγόμενος-αναιρεσείων να της το αποδώσει, ενώ προσέτι απορρίπτεται ο περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός του. Επομένως δεδικασμένου υφίσταται μεταξύ των διαδίκων για την κυριότητα του επιδίκου, αφού για την έννομη αυτή σχέση έκρινε οριστικά η απόφαση. Τα διηγηματικά αναφερόμενα στην απόφαση αυτή, ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος Π. Σ. είχε στο επίδικο προσωρινό δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως και ότι η καταχθείσα σε δίκη από 22-6-2006 αρνητική, ως προς το δικαίωμα αυτό, αναγνωριστική αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης παρέμεινε στο στάδιο της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αναφέρονται πλεοναστικά, δεν συνιστούν αιτιολογίες του δικαιώματος που κρίθηκε και δεν στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, ούτε αφορούν σε ισχυρισμούς που καλύπτονται από το δεδικασμένο (άρθρ.330ΚΠολΔικ). Ενόψει τούτων δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος και ερειδόμενος στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των αριθμό 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ όχι όμως και σε εκείνη του αρ.19 λόγος αναίρεσης, αφού δεν υφίστατο το επικαλούμενο δεδικασμένο και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν απάντησε στον αλυσιτελή αυτό ισχυρισμό, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια. Πρέπει λοιπόν ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως να απορριφθεί.

Με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321 και 324 ΚΠολΔικ, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα του αναφερομένου στην υπ' αριθμ. 3565/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ακινήτου, στο οποίο αναγνωρίστηκε κυρία η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, με το ακίνητο στο οποίο αφορά η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 110/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, καθόσον το τελεσιδίκως κριθέν δικαίωμα κυριότητας αφορούσε σε ακίνητο 150 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο ... στη θέση ... της συνοικίας ... και συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο (πρώτη ιδιοκτησία Ρ.), δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου (αναιρεσείοντος)-πρώην Α.- νότια επίσης με ιδιοκτησία εναγομένου και ανατολικά με Κ. Τ., ενώ με τη μεταγενέστερη από 17-11-1997 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απ' φοαση, το καταχθέν σε αναγνώριση κυριότητας δικαίωμα της αναιρεσίβλητης αφορούσε σε ακίνητο που έχει "εμβαδό 170 τ.μ. που συνόρευε γύρω-γύρω βόρεια σε πλευρά μήκους 12 μ. περίπου με δημοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά μήκους 14 μ. περίπου με ιδιοκτησία Κ.Τ., νότια σε πλευρά μήκους 7,50μ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 15 μ. με ιδιοκτησία εναγομένου". Ότι εφόσον η περιγραφή των ακινήτων είναι διαφορετική, αφού η πρώτη αφορά σε ακίνητο 150 τ.μ, χωρίς αναφορά γύρωθεν των πλευρικών του διαστάσεων, ενώ η δεύτερη αφορά σε ακίνητο μεγαλύτερο, ήτοι 170 τ.μ.,με με προσδιορισμένες πλευρικές διαστάσεις, δεν υφίσταται κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεδικασμένο, αφού η επικαλουμένη υπ' αριθμ. 3565/1991 απόφαση του Εφετείου έκρινε για δικαίωμα κυριότητας άλλου ακινήτου από εκείνο που αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.

Ειδικότερα ως προς το θέμα αυτό στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα ακόλουθα: "... Η ήδη ενάγουσα (εφεσίβλητη), τότε ανήλικη, εκπροσωπούμενη από τους γονείς της, με την από 10-4-1986 αγωγή της κατά του ήδη εναγομένου ζήτησε ν' αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του επίδικου ακινήτου, ως αποκτηθείσα με παράγωγο και πρωτότυπα τρόπο. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ αριθμ. 54/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όμως κατ' αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την επικαλουμένη και προσκομιζόμενη σε ακριβές αντίγραφο από τους διαδίκους υπ' αριθμ. 3565/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, με αυτή, αφού εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 54/1987 απόφαση, αναγνωρίστηκε κυρία η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται στο Γαλαξίδι Φωκίδας εντός σχεδίου πόλεως στη θέση ... της συνοικίας ..., έκτασης 150 τ.μ. πλησίον του Δημοτικού σχολείου και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία του εναγομένου. Με αυτή έγινε δεκτό, ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα επ αυτού με πρωτότυπα και παράγωγο τρόπο. Συγκεκριμένα, την απέκτησε από κληρονομιά με την από 18-11-1979 ιδιόγραφη διαθήκη της κατά την 23-3-1983 αποβιώσασας Μ. χας Γ. Α. (γιαγιά της) την οποία κληρονομιά οι γονείς της, ως ακούντες τη γονική μέριμνα, την αποδέχτηκαν για λογαριασμό της επ' ωφελεία απογραφής. Για την αποδοχή συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../1985 δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβ/φου Γαλαξιδίου Γιαννίτσας Κουμπούρη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γαλαξιδίου στον τόμο ... και με αριθμ.40. Επί πλέον έγινε δεκτό, ότι απέκτησε αυτός την κυριότητά επ' αυτού και με έκτακτη χρησικτησία, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου, ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δηλαδή με το υπ' αριθμ. .../1968 συμβόλαιο δωρεάς του Συμβ/φου Γαλαξιδίου Νικ. Μαρκεζίνη και με πρωτότυπο τόπο, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από την τελεσίδικη αυτή απόφαση παράγεται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη μεταξύ των διαδίκων κατά του εναγομένου ήδη εκκαλούντος και υπέρ της ενάγουσας ήδη εφεσίβλητης για το ζήτημα της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, δηλαδή περί του ότι η εφεσίβλητη είναι κυρία του επίδικου πιο πάνω ακινήτου, έκτασης 150 τμ, που βρίσκεται εκτός του Γαλαξιδίου στη θέση "..." στη συνοικία "..." κι ότι αυτή απέκτησε την κυριότητα, όπως παραπάνω, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 321 και 324 ΚΠολΔικ, καθόσον δέχθηκε ορθά ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού πρόκειται περί κριθέντος δικαιώματος κυριότητας, μεταξύ των ίδιω διαδίκων ως προς το ίδιο ακίνητο, με την ίδια ιστορική και νομική αιτίαση ήτοι της αποκτήσεως κυριότητας από διαθήκη και με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμός του εναγομένου είναι αβάσιμος. Η περιγραφή του ακινήτου στην προεκδοθείσα και αποτελούσα δεδικασμένο απόφαση και στην από 17-11-1997 αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν καταλείπει καμιά αμφιβολία ότι αφορά το ίδιο ακίνητο. Άλλωστε κατ' ανέλεγκτη κρίση η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η επιφάνεια του επιδίκου ακινήτου είναι 150 τ.μ., και όχι 170 τ.μ μόνη δε η αναφορά στην αγωγή ότι η επιφάνεια του ακινήτου είναι 170 τ.μ περίπου, εφόσον η υπόλοιπη περιγραφή ταυτίζεται (οι πλευρικές διαστάσεις δεν είναι απαραίτητο στοιχείο εφόσον από την υπόλοιπη περιγραφή προκύπτει η ταυτότητά του ακινήτου) δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του. Οι πλημμέλειες του ίδιου λόγου, που, υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων διατάξεων, των άρθρων 321 και 324 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτες, καθόσον πρόκειται περί δικονομικών διατάξεων, η παραβίαση των οποιών δεν ιδρύει τους επικαλούμενους λόγους, που αφορούν σε παραβίαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος λόγος (1ος του προσθέτου δικογράφου) πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011). Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ου εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι, κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν ισχυρισμούς τους. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον υπόχρεο συνέπειες, να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ως που είχε υποβάλλει επικουρικά ο αναιρεσείων, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 3565/1991 απόφασης ο εκκαλών αποβλήθηκε από το επίδικο ακίνητο, με την υπ' αριθμ. 244/91 έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή ... . Παρόλα αυτά ο εκκαλών διέρχεται από το επίδικο ακίνητο προς διευκόλυνση του και συγκεκριμένα από εδαφική λωρίδα αυτού, μήκους 14,5 μ. και πλάτους 1 μέτρου, που αρχίζει από τη δημοτική οδό, που βρίσκεται βόρεια του επιδίκου ακινήτου, όπου υπάρχει σιδηρόπορτα της εφεσίβλητης, διασχίζει στο μέσον το επίδικο και καταλήγει στην είσοδο του ακινήτου αυτού (του εκκαλούντος) που βρίσκεται στο νότιο όριο του επίδικου ακινήτου της. Αυτό δε πράττει ο εκκαλών όχι με διάνοια οιονεί νομέα πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του επίδικου ακινήτου υπέρ του δικού του οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικία αυτού, αλλά με την πεποίθηση, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει σ' αυτόν κατά κυριότητα. Πρέπει να σημειωθεί, ότι αυτός έχει τη δυνατότητα επικοινωνίας με δημοτική οδό από τη νότια πλευρά του ακινήτου και συγκεκριμένα δια μέσου ευθείας διόδου πλάτους 1,20 μ. η οποία αρχίζει από την εξώπορτα του ακινήτου και καταλήγει στη δημοτική οδό, πλάτους 4-5 μ. Η προσπέλαση από το σημείο αυτό είναι ευχερής. Πριν περιφραχθεί το οικόπεδο της εφεσίβλητης διέρχονταν από αυτό τόσο ο εκκαλών όσο και ο δικαιοπάροχός του, αλλά και τρίτος προς διευκόλυνσή τους, με την ανοχή της. Το γεγονός αυτό δεν προσδίδει σ' αυτόν την ιδιότητα του δικαιοπαρόχου πραγματικής δουλείας διόδου δια μέσου του ακινήτου της εφεσίβλητης. Με την επίδικη δίοδο δια μέσου του ακινήτου της εφεσίβλητης αυτό χωρίζεται σε δύο τμήματα και μειώνεται η αξία του, ενώ το ακίνητο του εκκαλούντος έχει δίοδο από την νότια πλευρά του. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους διαδίκους υπ' αριθμ. 1/1996 περί προσωρινών μέτρων απόφαση του Ειρηνοδίκη Γαλαξιδίου δεν παράγεται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη περί του εκκαλουμένου δικαιώματος αυτού διέλευσης δια μέσου του επιδίκου ακινήτου της εφεσίβλητης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός. Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αξίωση της ήδη εφεσίβλητης, να απαγορεύσει στον εκκαλούντα να διέρχεται από την επίδικη εδαφική χωρίδα δια μέσου του ακινήτου της δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Με βάση της παραδοχής αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό (Εφετείο) και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού . ακόμη δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό αυτής, διέλαβε επαρκείς σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη ασκήσεως από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) καταχρηστικά του δικαιώματος της περί μη διαταράξεως της κυριότητάς της επί του επιδίκου, με τη διέλευση από αυτό του εναγομένου (αναιρεσείοντος) ως δικαιούχου πραγματικής δουλείας, ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις ως προς τη στάθμιση των αποδείξεων και την μη ιδιαίτερη ανάλυση των επιχειρημάτων του εναγομένου δεν ιδρύουν κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη τον επικαλούμενο λόγο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Ειδικότερα γίνεται δεκτό, κατά ανέλεγκτη κρίση, ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος και μετά το 1991, που εκτελέστηκε προεκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση, που αναγνώριζε την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου, διερχόταν από αυτό και δη από εδαφική λωρίδα πλάτους 1 μ. και μήκους 14,5μ, που το τέμνει στα δύο και μειώνει την αξία του, όχι με διάνοια οιονεί νομέα πραγματικής δουλείας διόδου εις βάρος του επιδίκου ακινήτου και υπέρ του δικού του οικοπέδου και της οικίας που έχει σ' αυτό, αλλά με την πεποίθηση ότι το επίδικο του ανήκει κατά κυριότητα και ότι εφόσον το ακίνητό του εξυπηρετείται από άλλο, η ανοχή της ενάγουσας να επιτρέπει σ' αυτόν και παλαιότερα στον δικαιοπάροχό του και σε τρίτους να διέρχονται από το επίδικο όταν τούτο δεν ήταν ακόμη περιφραγμένο, δεν του προσπορίζει δικαιώματα δουλείας διελεύσεως, η οποία δικαστικά δεν του έχει αναγνωρισθεί και δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας περί μη διαταράξεως της κυριότητάς της καταχρηστική. Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως κατά το μέρος, που υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος και κατά τις αιτιάσεις του από τις διατάξεις των αριθμών 8 περ.β και 11 περ.γ του ίδιου άρθρου, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον οικείο περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το άρθρο 281 ΑΚ λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, και τον απέρριψε στην ουσία του (Ολ.ΑΠ 3/2008) ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αναμφίβολο και αδιστάκτως βέβαιο ότι οι επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις, ήτοι η υπ' αριθμ. 3561/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η υπ' αριθμ.1/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γαλαξιδίου έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο που κάνει ειδική αναφορά σ' αυτές και μάλιστα στην ύπαρξη ή μη δεδικασμένου που απορρέει από την πρώτη και στην αποδεικτική δύναμη της δεύτερης ως αποφάσεως προσωρινών-ασφαλιστικών μέτρων νομής που κατά το περιεχόμενό της συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως δικαστικό τεκμήριο για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της αποφάσεως (άρθρο 312 ΚΠολΔικ). Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός (4ος του προσθέτου δικογράφου) να απορριφθεί. Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολδικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμω στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα του, η οποία αποτελεί περιεχόμενο της αποδεικτικής διαδικασία και όχι αυτοτέλειας του ισχυρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως και με την επίκληση της προαναφερθείσας διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά εσφαλμένη εφαρμογή των περί πραγματικής δουλείας διατάξεων των άρθρων 1118, 111, 1121, 1124 και 1125 ΑΚ, απέρριψε τον επικουρικά υποβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί ασκήσεως, από αυτόν από το 1966 διανοία δικαιούχου, οιονεί νομής πραγματικής δουλείας διόδου, σε όλο το επίδικο και υπέρ του ακινήτου του, δεχθείσα εσφαλμένα ότι αυτός διέρχεται από τα επίδικο ακίνητο όχι με διάνοια δικαιούχου δουλείας, αλλά με την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα σ' αυτό. Ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τον ίδιο αυτό ισχυρισμό δεν τον έλαβε υπόψη, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 8 εδ.β του ίδιου άρθρου. Ο λόγος αυτός κατά της προεκτεθείσες αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, αφενός μεν ως αντιφατικός, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν ο ίδιος ισχυρισμός εξετάσθηκε και εσφαλμένα απορρίφθηκε, αλλά και δεν εξετάστηκε, αφετέρου δε γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των επικαλουμένων ουσιαστικών διατάξεων, πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Στη συνέχεια με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση των όσων σ' αυτόν εκτίθενται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίκληση της διατάξεων του αριθμού 8 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ η πλημμέλεια ότι εξέτασε ισχυρισμό διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων-εναγόμενος υπέβαλλε, μεταβάλλονται με τον τρόπο αυτό το αίτημα του ισχυρισμού του και ειδικότερα ότι ενώ ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι ασκούσε δικαιώματα οιονεί νομής πραγματικής δουλείας σε όλο το επίδικο ακίνητο, η προσβαλλομένη απόφαση εξέτασε ισχυρισμό περί ασκήσεως δουλείας σε εδαφική λωρίδα, πλάτους 1μ. και μήκους 1,45μ, όχι με διάνοι οιονεί νομέα, αλλά με την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι πρόκειται περί μη προταθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ενώ πρόκειται περί ισχυρισμού που υποβλήθηκε από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και έγινε δεκτός, απορριφθέντος εκ του πράγματος του επίμαχου ισχυρισμού του εναγομένου-αναιρεσείοντα, που υποβλήθηκε προς αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού της ενάγουσας και ως άρνηση αυτού, ήτοι ως ισχυρισμός που δεν συνιστά "πράγμα", υπό την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Στη συνέχεια με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 3565/1991 και 1/1996 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Γαλαξειδίου, αντίστοιχα, των οποίων την αποδεικτική δύναμη παραβίασε, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αλλά και το περιεχόμενο των οποίων παραβίασε δεχθείσα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αυτές περιέχουν, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 20 του ιδίου άρθρου. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες ως αντιφατικές αφού τα ίδια έγγραφα δεν μπορεί αφενός μεν να μη λήφθηκαν υπόψη και αφετέρου να λήφθηκαν υπόψη, να παραβιάστηκε η αποδεικτική τους δύναμη και να παραμορφώθηκε το περιεχόμενό τους. Τούτο ανεξάρτητα από το ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, οι δικαστικές αυτές αποφάσεις λήφθηκαν υπόψη και τους αποδόθηκε η αποδεικτική δύναμη που έχουν, ενώ ως προς την πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, το δικαστήριο, όπως αναφέρεται στον μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και στους πρώτο και τέταρτο από τους λόγους του προσθέτου δικογράφου δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους, αλλά τις εξετίμησε, κατά την αποδεικτική δύναμη που ο νόμος τους αποδίδει σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (3ος του προσθέτου δικογράφου) ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2004 αίτηση και τους από 15-8-2011 πρόσθετους λόγους του Ι. Π. Σ. κατά της Γ. Κ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και της υπ' αριθμ. 19/ΤΠ/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια