Ιδιωτικά δάση. Μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου

Ιδιωτικά δάση. Μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ότι έχει στην κυριότητά του συγκεκριμένη δασική έκταση. Προϋποθέσεις ανατροπής...
αυτού...
Πότε αποκτά δικαιώματα επί των δασών ιδιώτης. Δάσος και δασική έκταση. Εννοιολογικός ....
προσδιορισμός αυτών. Β.ρ. δίκαιο. Προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος. Κρίση ότι στην επίδικη υπόθεση το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 236/2008 απόφαση ΕφΚαλαμ.).
400/2011 ΑΠ ( 551211)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, Δ/ΝΗ 2011/1004)
 

Αριθμός 400/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Χ. του Κ., 2. Α. Χ. του Κ. και 3. Δ. συζ. Γ. Χ., το γένος Κ. Χ., κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Ετσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ`/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ. ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), ν. 6 (Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ χρόνο για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται τριακονταετής νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων του. Το ίδιο συμβαίνει κατά τις αντίστοιχες προς το άρθρο 271 ΑΚ διατάξεις ν. 7 παρ. 2, 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39) και επί παραγραφής εμπράγματης αξίωσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ), συνάγεται, ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα εθνικά δάση. Προς τούτο όμως έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, διότι μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφ` ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αρεοπορικής Αμύνης", με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ` αυτά (ΟλΑΠ 75/1987). Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ` αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 1-9-2006 αναγνωριστική κυριότητας των αναφερόμενων εδαφικών εκτάσεων αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου και για το λόγο ότι το επίδικο αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, δέχθηκε τα ακόλουθα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο τμήμα, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ... και εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ..., αποτελεί δημόσια δασική έκταση. Τούτο περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, διότι ήταν δάσος κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17/29.11.1836 διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ` αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία. Η κρίση αυτή στηρίζεται ιδίως στην από 8.2.2007 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1989, την οποία συνέταξε ο δασολόγος ... και στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "Από τη στερεοσκοπική παρατήρηση των ανωτέρω Α/Φ προκύπτουν τα εξής: Σ` όλη την έκταση ΝΑ της γραμμής Ξ, 1, 4, 4`, παρατηρούνται το 1945 θάμνοι αείφυλλων και πλατύφυλλων σε ποσοστό 50-60% και έχει δασικό χαρακτήρα. Εξαίρεση αποτελεί λωρίδα μέσου πλάτους 20μ. και μήκους 75 μ. περίπου και είναι σχεδόν ασκεπής και αρχίζει 20 μ. περίπου ΝΔ του σημείου 2, κατευθύνεται ΝΔ προς το σημείο 3 και μετά προς την πλευρά ΣΡ και συνεχίζει για άλλα 25μ. περίπου (πλέον των 75 μ.) έξω από την επίδικη έκταση". Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η άνω ασκεπής λωρίδα, πλάτους 20 μ. και μήκους 75 μ. περίπου, δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο, διότι δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο, αλλά εκτείνεται πέραν τούτου και δη προς ανατολάς. Περαιτέρω, στην ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών αναφέρεται ότι "Το 1960 παρατηρείται η ίδια σχεδόν κατάσταση με το 1945 μόνο που το ποσοστό των θάμνων ΝΑ της γραμμής Ξ, 1, 4, 4`, είναι 70-80% περίπου. Το 1989 όλη η έκταση ΝΑ της γραμμής Ξ, 1 , 4, 4`, καλύπτεται από δασική βλάστηση αείφυλλων-πλατύφυλλων σε ποσοστό 80% προς τα βόρεια και 50-60% περίπου προς τα νότια". Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, η κρίση του ότι το επίδικο τμήμα ήταν ανέκαθεν δάσος έρεισμα έχει και στα ακόλουθα: Ο πατέρας των εναγόντων Κ. Χ., με την από 7-4-1966 αίτησή του προς το Δασαρχείο ... ζήτησε παραχώρηση "άγριας εκτάσεως" εμβαδού 4 στρεμμάτων στην ως άνω θέση "......" προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου. Ο αρμόδιος Δασάρχης ... με την από 23-9-1966 γνωμοδότησή του εισηγήθηκε την αποδοχή της αιτήσεως και εκδόθηκε ο 8462/1966 προσωρινός τίτλος του Δασαρχείου ..., σύμφωνα με τον οποίο παραχωρήθηκε προσωρινά στον αιτούντα έκταση 4.900 τ.μ. για γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια. Η εν λόγω έκταση εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τους αριθμούς 1 , 2, 3, 4. Τμήμα της εκτάσεως αυτής που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Φ, Υ, Τ, σημείο συνάντησης των πλευρών Φ-Σ και 4, 3, 4, 1, αποτελεί τμήμα του επιδίκου. Ακολούθως, και επειδή, ο Κ. Χ. δεν εκπλήρωσε εντός τριετίας το σκοπό της παραχωρήσεως, κηρύχθηκε έκπτωτος με την 43.378 Π.Σ/1971 απόφαση του Νομάρχη .... Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε εναντίον του το 1552/1971 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής (Π.Δ.Α) για την παραπάνω έκταση των 4900τ.μ., το οποίο επιδόθηκε νομίμως και είναι ήδη οριστικό υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Σημειώνεται, ότι από τον παραπάνω προσωρινό τίτλο προκύπτει ότι η παραχωρηθείσα δημόσια δασική έκταση συνορεύει βόρεια και νότια με δημόσια δασική έκταση. Επομένως, και το περιλαμβανόμενο στην παραχωρηθείσα δημόσια δασική έκταση ως άνω επίδικο τμήμα ( Φ-Υ-Τ- σημείο συνάντησης των πλευρών Φ-Σ και 4-3, 4-1) συνορεύει βόρεια και νότια με δημόσια δασική έκταση, δηλαδή με τα υπόλοιπα τμήματα του επιδίκου με τα στοιχεία Ξ - 4 - Φ - Ο και 4 - 4`- σημείο συνάντησης των πλευρών Φ-Σ και 4- 3. Δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν ασκήσει επί του επίδικου τμήματος, πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, πράξεις νομής. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου παρέμεινε καθόλη τη διαδρομή του χρόνου. Δεν αποδείχθηκε, τέλος, ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στους προσκομιζόμενους μετ` επικλήσεως από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η κυριότητα του επίδικου τμήματος ανήκει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, διότι ήταν ανέκαθεν δάσος, δεν ζητήθηκε από ιδιώτη η αναγνώριση κυριότητας επ` αυτού με τη διαδικασία του διατάγματος της 17/29-11-1836 και δεν χρησιδεσπόσθηκε επί 30ετία τουλάχιστον μέχρι το 1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, κατά το κεφάλαιο που αναγνώρισε τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες συγκυρίους και στην επίδικη έκταση και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτήν.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή σαφείς, πλήρεις, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται όλα τα στοιχεία κτήσεως κυριότητας του επίδικου τμήματος από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και δη ότι αυτό αποτελούσε δάσος-δασική έκταση, κατά την έννοια του νόμου ΑΧΝ/1888, πριν από την έναρξη ισχύος του δ/τος της 17-11-1836, ότι ο δασικός χαρακτήρας του παρέμεινε κατά τη διαδρομή του χρόνου, ότι οι απώτατοι διακαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου τμήματος πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) τουλάχιστον ετών και ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στους προσκομιζόμενους από τους αναιρεσείοντες τίτλους κυριότητας. Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια δεδικασμένου ή οι αντιφατικές αυτές διατάξεις να προκαλούν αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν οι αντιφάσεις υπάρχουν στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναγνώρισε τους αναιρεσείοντες συγκυρίους και στο επίδικο τμήμα, απέρριψε κατά τούτο την αγωγή, δεχόμενο στις αιτιολογίες της ότι το συγκεκριμένο επίδικο τμήμα που εμφαίνεται με τα στοιχεία Ξ - 1 - 4 - 4` - Σ - Τ - Υ - Φ - Ο - Ξ στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ... αποτελεί δημόσια δασική έκταση, περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζει, ότι το μέρος της επίδικης έκτασης που έκρινε ότι αποτελεί δημόσια δασική έκταση εμφαίνεται με τα στοιχεία Ξ, 1, 4, 4`, Σ, Τ, Υ, Φ, Ξ, ήτοι, σε αντίθεση με το αιτιολογικό, χωρίς να αναγράφεται το γράμμα "Ο" ως προσδιοριστικό της επίδικης έκτασης που κρίθηκε ως δασική. Όπως, όμως, προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η παράλειψη του αλφαβητικού στοιχείου "Ο" οφείλεται σε πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή και δεν ενέχει αντίφαση με άλλη διάταξη περιλαμβανόμενη στο διατακτικό ή στο αιτιολογικό της απόφασης με προσόντα διατακτικού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Αντίθετα υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας με την οποία παραβιάστηκαν οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, η οποία, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει και, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει, αν το δικαστήριο δέχεται ή όχι ότι η δικαιοπραξία είναι ασαφής ή έχει κενό και παρά ταύτα εφαρμόζει ή αποκρούει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και προβαίνει στην ερμηνεία ή συμπλήρωση ή παραλείπει να προβεί στην ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας κατά τις απαιτήσεις της καλή πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να δεχτεί, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας τους, "χωρίς να διευκρινίσει ούτε ποια τα όρια του ακινήτου τους κατά τους τίτλους τους, ούτε εάν αυτοί είναι σαφείς κατά το σημείο τούτο, ούτως ώστε να προκύπτει αμέσως, χωρίς την ανάγκη ερμηνεία τους, ότι τα όρια του ένδικου ακινήτου κείνται εκτός των τίτλων ιδιοκτησίας τους ... και έτσι δεν προκύπτει, εάν θεώρησε ή όχι σαφείς τους τίτλους τους ή εάν προέβη σε ερμηνεία αυτών για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι αυτή με σαφείς, πλήρεις, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχτηκε ότι η συγκεκριμένη επίδικη έκταση αποτελεί δημόσια δασική έκταση, ότι ο δασικός χαρακτήρας της παρέμεινε κατά τη διαδρομή του χρόνου, ότι οι απώτατοι διακαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου τμήματος πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) τουλάχιστον ετών και ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στους προσκομιζόμενους από τους αναιρεσείοντες τίτλους κυριότητας και από τις αιτιολογίες του αυτές και το πόρισμά του που διατυπώνεται σαφώς, προκύπτει, ότι δεν δέχτηκε ότι στους επικαλούμενους από τους αναιρεσείοντες τίτλους υπάρχει κενό ή ασάφεια και σαφώς απέκρουσε την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση των 1) Ν. Χ., 2) Α. Χ. και 3) Δ. Χ. για αναίρεση της 236/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Σχόλια