ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - Απόφαση 826 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).

Απόφαση 826 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).

Περίληψη:
Κακουργηματική πλαστογραφία. Επαρκής αιτιολογία και ορθή εφαρμογή του νόμου. Η ανάγνωση μη αμετάκλητης αποφάσεως, δεν δημιουργεί ακυρότητα. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο να εκφέρει τις αντιρρήσεις και παρατηρήσεις του για την παράσταση της πολιτικής αγωγής, εάν αυτός δεν ζήτησε να ασκήσει το σχετικό ....
δικαίωμα. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.

Αριθμός 826/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεομένη Αλεξόπουλο, για αναίρεση της 308/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου Μαρία-Λουΐζα Μπακαλάκου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 738/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.308/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... ο κατηγορούμενος Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17-2-1990 μέχρι 17-12-1993 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον και για να προσπορίσει στον εαυτό του με την χρήση περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία τρίτου και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα, είχε στην κυριότητά του το με γνήσιο αριθμό πλαισίου ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ....., χρώματος μπλε σκούρο, με χρονολογία πρώτης αδείας το έτος 1976, το οποίο είχε εισαχθεί νόμιμα στην Ελλάδα το 1976 . Ο κατηγορούμενος είχε συνεργείο αυτοκινήτων με την επωνυμία ........., στο οποίο προέβη στην αποκόλληση του δεξιού θόλου, όπου ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου του και τοποθέτησε το τμήμα αυτό σε άλλο αυτοκίνητο ....., που κυκλοφορούσε παράνομα. Το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο ήταν νεότερης κατασκευής, χρώματος κόκκινου, Αφού δε αντικατέστησε σ' αυτό το τμήμα, όπου περιλαμβανόταν ο δικός του αριθμός πλαισίου έβαψε όλο το αυτοκίνητο με μπλε σκούρο. Με την παραποίηση των τεχνικών αυτών στοιχείων είχε σκοπό να παραπλανήσει τους συναλλασόμμενους με αυτόν τρίτους και τις Αρμόδιες Αρχές ότι το αυτοκίνητο που είχε δηλώσει κατά τον αυτό τρόπο ήταν το γνήσιο προαναφερθέν αυτοκίνητο ......, που κυκλοφορούσε νόμιμα στην Ελλάδα και έτσι να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, αφορόν τα τέλη εισαγωγής που όφειλε να πληρώσει για την νόμιμη κυκλοφορία του νεώτερου αυτοκινήτου, ανερχομένου το έτος 1993 σε 93.201,66 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη του Δημοσίου. Πρέπει, όμως να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αναγνώρισε σ' αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου και επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος κακουργηματικής πλαστογραφίας, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διατάξη του άρθρου 216 παρ.1-3 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και αξιολόγηση της καταθέσεως κάθε μάρτυρα ή των υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης της άνω πράξεως και αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των στοιχείων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτού. Η προβαλλόμενη αιτίαση ότι αναφορικά με το περιουσιακό όφελος που ο κατηγορούμενος πορίσθηκε από την τελεθείσα πράξη υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού στο μεν σκεπτικό το όφελος αυτό προσδιορίζεται στο ποσό των 93.201,66 ευρώ, ενώ στο διατακτικό σε 31.758.466 δραχμές είναι αβάσιμος. Ουδεμία κατά τούτο αντίφαση υφίσταται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού το ποσό των 93.201,66 ευρώ είναι το ακριβές ισόποσο των 31.758.466 δραχμών.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε'του Κ.Π.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασία προκαλείται αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, το Ελληνικό Δημόσιο, δια του δικαστικού αντιπροσώπου του, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία ουδεμία από οποιονδήποτε αντίρρηση διατυπώθηκε. Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 333 παρ.2 Κ.Π.Δ και να εκφέρει τις παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις του για την παράσταση της πολιτικής αγωγής, το δε δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να δώσει τον λόγο επί του ζητήματος αυτού στον κατηγορούμενο χωρίς αυτός να ζητήσει να ασκήσει το από την άνω διάταξη δικαίωμα του. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας διότι στερήθηκε των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ._ Η από το δικαστήριο ανάγνωση που γίνεται στο ακροατήριο και μάλιστα χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου, εγγράφου από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, ακόμη κι αν προκύπτει ότι στη δίκη αυτή δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, δεν προκαλεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα, ούτε μπορεί να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρονται στο άρθρο 171 παρ.1, στοιχ.δ' του ΚΠΔ, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί παρά τη μη έκδοση αμετάκλητης απόφασης αναγνώσθηκε η υπ' αριθμ. 52.262α/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αντίθετα, μάλιστα, κατά τα εκ των πρακτικών προκύπτοντα, για όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ουδεμία και από οποιονδήποτε αντίρρηση προβλήθηκε. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).και την δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 583 Κ.Π.Δ, 176, 183 Κ.Πολ.δ) περιοριζόμενη, ως εις το διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/ και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.308/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια