ΑΠ 1380/2011 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2) - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Περαιτέρω η βεβαίωση της συμβολαιογράφου στο συμβόλαιο για καταβολή του εικονικού τιμήματος ενώπιόν της από τον αγοραστή στους πωλητές δεν ..
Περαιτέρω η βεβαίωση της συμβολαιογράφου στο συμβόλαιο για καταβολή του εικονικού τιμήματος ενώπιόν της από τον αγοραστή στους πωλητές δεν ..
ΑΠ 1380 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1380/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ε. και 2) Χ. συζύγου Κ. Π., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-5-2004 και 24-4-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2009 αίτησή του και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 11-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά μερική παραδοχή των πρώτου και δευτέρου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγων αναιρέσεως και του πρώτου πρόσθετου λόγου, την απόρριψη δε των λοιπών κύριων και πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ.1 και 180 ΑΚ. προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, η δε άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. Εξάλλου κατά την παρ.2 του προαναφερθέντος άρθρου 138 Α.Κ. άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι επί εικονικής δικαιοπραξίας είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική η επίκληση ότι κάτω από την άκυρη λόγω της εικονικότητας δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη έγκυρη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 έως 441 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που τα συνέταξε ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που τα συνέταξε, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η δικαιοπραξία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί για ελαττώματα της βουλήσεως (εικονικότητα, πλάνη, απάτη κ.λ.π.) ως άκυρη ή ακυρώσιμη, χωρίς να χρειάζεται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο στο οποίο περιέχεται ως πλαστό (Α.Π. 282/2010). Είναι όμως δυνατόν ο διάδικος να επικαλεσθεί με αγωγή ή ένσταση αφενός μεν ότι η σύμβαση πωλήσεως ακινήτου είναι εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο ήταν πράγματι ανώτερο του αναγραφόμενου στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφετέρου δε ότι το τελευταίο αυτό έγγραφο είναι πλαστό ως προς τη δήλωση του συμβολαιογράφου ότι το αναγραφόμενο σ' αυτό κατώτερο τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν του, οι σχετικοί δε ισχυρισμοί και οι τυχόν αντίστοιχες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν ενέχουν αντίφαση. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η εικονικότητα συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου που έχει καταρτισθεί συμβολαιογραφικά ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ούτε αν ο συμβολαιογράφος που συνέταξε τη σχετική πράξη γνώριζε ή όχι την εικονικότητα, ενώ επί αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η πλαστότητα του συμβολαίου ως προς τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος ενώπιόν του, η γνώση του τελευταίου περί της πλαστότητας είναι αυτονόητη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων στην 23/2006 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητοι), με το .../28-8-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννας Φουρναράκη που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον εναγόμενο Π. Μ. (ήδη αναιρεσείοντα) αιτία πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροτεμαχίου στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., εμβαδού 9.118,30 τ.μ.... Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων είναι το ποσό των 36.000 ευρώ και ότι ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα στους πωλητές σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου και οι αγοραστές το έλαβαν από μισό ο καθένας τους και δεν έχουν έτσι καμιά απαίτηση από τον αγοραστή σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ήταν 35.576,79 ευρώ. Στην πώληση αυτή προέβησαν οι ενάγοντες κατόπιν συμφωνίας τους με τον εναγόμενο τον Αύγουστο 2003, προκειμένου με το τίμημα της πωλήσεως να εξοφλήσουν μέρος του δανείου που είχαν συνάψει με αυτόν, συμψηφίζοντας τις απαιτήσεις τους κατά το μέρος που καλύπτονται, αφού ήδη από τις 24-6-2003 το συνολικό ποσό των καταβολών του δανείου είχε ανέλθει στις 203.000 ευρώ. Το τίμημα στο οποίο οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να γίνει η πώληση ήταν το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, το οποίο δεν θα καταβαλόταν αλλά θα καταλογιζόταν στο ποσό του δανείου που είχαν λάβει. Ο πρώτος ενάγων και ο εναγόμενος Π. Μ. στο χρόνο συνάψεως της συμβάσεως συμψηφισμού και του συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του παραπάνω ακινήτου είχαν ισχυρούς δεσμούς φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους, υπήρχε δε ηθική αδυναμία για τη σύνταξη τέτοιου εγγράφου, γι' αυτό δεν προέβησαν σε σύνταξη εγγράφου για τη σύμβαση συμψηφισμού την οποία συνήψαν και το πραγματικό τίμημα πώλησης, όπως δηλαδή δεν είχαν συντάξει αρχικά έγγραφο για το δάνειο που είχε συμφωνηθεί και καταβλήθηκε ... δεν ασκεί δε επιρροή το αναφερόμενο από τον εκκαλούντα γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικά τον Απρίλιο 2004 ο πρώτος ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο την υπογραφή εγγράφου για το τίμημα και το συμψηφισμό που είχε συναφθεί, αφού είναι προφανές ότι αυτό έγινε γιατί στο μεταγενέστερο αυτό χρόνο δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων η εμπιστοσύνη που υπήρχε μέχρι τότε. Κατά τη σύναψη του συμβολαιογραφικού εγγράφου δήλωσαν στη συμβολαιογράφο ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 36.000 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση του ποσού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η συμβολαιογράφος με συμφωνία των διαδίκων ανέγραψε στο συμβόλαιο ότι "Ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο το παραπάνω τίμημα στους πωλητές σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν ενώπιόν μου και αυτοί το έλαβαν από μισό ο καθένας τους και δεν έχουν έτσι καμία απαίτηση από τον αγοραστή σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής", ενώ τέτοια καταβολή μετρητών χρημάτων από τον αγοραστή στους πωλητές δεν έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου κατά τη σύναψη της συμβάσεως και την υπογραφή του συμβολαίου. Το συμβόλαιο αυτό διαβάστηκε στους διαδίκους, οι οποίοι στη συνέχεια το υπέγραψαν νομίμως. Η αναγραφή του παραπάνω ποσού του τιμήματος των 36.000 ευρώ έγινε από τους διαδίκους εικονικά, δηλαδή η σχετική δήλωση δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αφού το συμφωνηθέν τίμημα ήταν 146.735,14 ευρώ (50.000.000 δραχμές), τελούσαν δε οι συμβαλλόμενοι σε γνώση της εικονικότητας και ήθελαν να ισχύει η σχετική δήλωσή τους για το τίμημα για το ποσό των 146.735,14 ευρώ που είχαν πράγματι συμφωνήσει κατά τα παραπάνω. Κατά συνέπεια η εικονική δήλωση για το τίμημα είναι άκυρη, ισχύει δε η δήλωση για το ποσό του πραγματικού τιμήματος που είχαν συμφωνήσει και ήθελαν οι συμβληθέντες. Περαιτέρω η βεβαίωση της συμβολαιογράφου στο συμβόλαιο για καταβολή του εικονικού τιμήματος ενώπιόν της από τον αγοραστή στους πωλητές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι ψευδής, αφού δεν έγινε καμμιά καταβολή τιμήματος ενώπιόν της, η δε συμβολαιογράφος που ασκεί δημόσια λειτουργία ήταν αρμόδια καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη του συμβολαίου και τη βεβαίωση αυτή και το συμβόλαιο είναι κατά τη βεβαίωση αυτή πλαστό ... . Οι καταβολές του δανείου από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες ολοκληρώθηκαν την 24-3-2004 με καταβολή του ποσού των 20.000 ευρώ, το δε συνολικό ποσό του δανείου ανήλθε στο ποσό των 311.000 ευρώ. Στις αρχές Απριλίου 2004 οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να υπογράψει μαζί τους ένα νέο συμφωνητικό, το κείμενο του οποίου του παρέδωσαν, για τους όρους αποπληρωμής του δανείου, με ανάκληση του αρχικού συμφωνητικού που είχε συναφθεί την 1-7-2003. Ο εναγόμενος δεν προέβη τελικά στη σύναψη νέας συμφωνίας, τον ίδιο δε μήνα άρχισαν να κλονίζονται οι φιλικές σχέσεις των διαδίκων αυτών. Στις 30-4-2004 η αδελφή του πρώτου ενάγοντος Τ. Π., με εντολή αυτού, ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει το έγγραφο με ημερομηνία 30-4-2004 και τίτλο ιδιωτικό σύμφωνο-δηλωτικό, το οποίο του παρέδωσε και στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ των άλλων, ότι το πραγματικό τίμημα της παραπάνω πωλήσεως ήταν 146.735 ευρώ και όχι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και ότι ο αγοραστής δηλώνει ότι δεν έχει δώσει καθόλου χρήματα στους πωλητές, ότι το συμβόλαιο είναι εικονικό (μη αληθές), ότι συντάχθηκε για καθαρά φορολογικούς λόγους και ότι υπόσχεται και υποχρεούται όταν και εφόσον του ζητηθεί να υπογράψει πράξη συμβολαιογραφική επιστροφής του ακινήτου στους πωλητές με έξοδά τους. Ο εναγόμενος τότε αναγνώρισε ότι το τίμημα ήταν το παραπάνω ποσό και ότι δεν καταβλήθηκε ..., δεν υπέγραψε όμως το έγγραφο που του δόθηκε και ισχυρίστηκε ότι θα επικοινωνήσει με το δικηγόρο του και το λογιστή του ... . Οι ενάγοντες κατέβαλαν από την 9-7-2004 και μεταγενέστερα μέχρι την 10-11-2006 τις δόσεις που είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν κατά το από 1-7-2003 συμφωνητικό με υπολογισμό της δόσης στο ποσό των 5.338 ευρώ με βάση το συνολικό ποσό του δανείου των 311.000 ευρώ ... . Κατόπιν της πωλήσεως αυτής και του συμφωνημένου συμψηφισμού της απαιτήσεως των εναγόντων για το παραπάνω τίμημα την 28-8-2003 με την απαίτηση του ενάγοντος για απόδοση του δανείου κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής, το υπόλοιπο της απαίτησης του εναγομένου δανειστή κατά των εναγόντων δανεισθέντων, στο χρόνο συνάψεως του συμβολαίου την 28-8-2003 ήταν 311.000 - 146.735,14 = 164.246,86 ευρώ. Οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί ότι η παραπάνω σύμβαση πώλησης με το συμβόλαιο που συνάφθηκε ήταν εικονική ως προς το τίμημα, ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστό κατά το μέρος που αναφερόταν σ' αυτό ότι έγινε καταβολή ποσού 36.000 ευρώ ενώπιον της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο και ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο από αυτούς ποσό του δανείου την 28-8-2003 μετά τον παραπάνω συμψηφισμό ήταν το ποσό των 164.246,86 ευρώ, έχουν δε έννομο συμφέρον για την αναγνώριση του οφειλομένου ποσού στο παραπάνω χρονικό σημείο γιατί από το χρονικό αυτό σημείο οι τόκοι υπολογίζονται πλέον μόνο στο υπόλοιπο του οφειλομένου ποσού του δανείου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος της κατά το οποίο αυτός παραπονούνταν για την αναγνώριση της εικονικότητας της καταρτισθείσης με το προαναφερθέν συμβόλαιο συμβάσεως αγοραπωλησίας ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος και για την αναγνώριση της πλαστότητας του συμβολαίου ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου περί καταβολής του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος ενώπιόν της. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 138 Α.Κ., διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της εικονικότητας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως αγοραπωλησίας ακινήτου ως προς ύψος του συμφωνημένου τιμήματος και της πλαστότητας του σχετικού συμβολαίου ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό και κατώτερο του πράγματι συμφωνηθέντος τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν της. Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως: α) ήταν επιτρεπτή η ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως των συμβαλλομένων περί του ύψους του συμφωνηθέντος τιμήματος, β) δεν ήταν υποχρεωτικό να επικαλεσθούν οι ενάγοντες και να δεχθεί το δικαστήριο ότι κάτω από την εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος σύμβαση πωλήσεως ακινήτου υποκρυπτόταν άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, γ) η παραδοχή ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου είναι εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ανώτερο του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστό ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος ενώπιόν της και δ) δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ούτε αν η συμβολαιογράφος που συνέταξε τη σχετική πράξη γνώριζε ή όχι την εικονικότητα, ενώ η γνώση της περί της πλαστότητας της δηλώσεως ότι το τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν της είναι αυτονόητη. Τέλος από τις πιο πάνω παραδοχές του εφετείου δεν προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε ότι η σύμβαση ήταν εικονική στηριζόμενο μόνο στο γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος, κατά τα σκέλη του με τα στοιχεία Α, Β και Γ, λόγοι αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού με το στοιχείο Δ, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 και 20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι με την κρίση της πως δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι στην από 7-3-2005 προηγούμενη αγωγή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν στις 6-12-2006, δεν ανέφεραν τη συμφωνία περί συμψηφισμού του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου τους με το δάνειο, έσφαλε, δεδομένου ότι μετά την παραίτηση η αγωγή αυτή δεν εθεωρείτο δικόγραφο αλλά απλό έγγραφο και ως απλό έγγραφο έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ούτε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου (αγωγής) αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του εγγράφου αυτού ως αποδεικτικού μέσου, δηλαδή με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός ευρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., αφού, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, το ανωτέρω έγγραφο (αγωγή) ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και κρίθηκε ότι δεν είχε επιρροή στην παρούσα δίκη, ήτοι ότι δεν είχε την αποδεικτική αξία που του προσέδιδε ο αναιρεσείων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ.α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Οι λόγοι αυτοί ιδρύονται και όταν το εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. (σχ. Α.Π. 286/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 24-4-2006 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι τον Αύγουστο 2003 συμφώνησαν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να αγοράσει νομοτύπως το περιγραφόμενο ακίνητό τους αντί του ποσού των 146.735,14 ευρώ και να συμψηφίσουν το τίμημα της υπό αίρεση ενστόλου αγοραπωλησίας στο εκ 311.000 ευρώ δάνειο που είχαν συνάψει με αυτόν, ως και ότι μετά την πλήρωση της αιρέσεως δια της νομοτύπου αγοράς του ακινήτου και της δια συμψηφισμού γενομένης καταβολής ποσού 146.735,124 ευρώ, απεσβέσθη στις 28-8-2003 ανάλογο μέρος του συμφωνηθέντος δανείου και συνεπομένως περιορίσθη ισοπόσως η εκ του δανείου τούτου εις ολόκληρον υποχρέωσή τους έναντι του εναγομένου και η αξίωση τούτου να ζητήσει από έκαστο από αυτούς το μετά το συμψηφισμό του τιμήματος τούτου υπόλοιπο του δανείου (αίτημα της αγωγής με το στοιχείο Α). Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, ειδικά δε όσον αφορά το ανωτέρω αναφερόμενο με το στοιχείο Α αίτημά της, το διατακτικό της αποφάσεως εκείνης (διάταξη αυτής με το στοιχείο Β3) διαμορφώθηκε ως εξής: "Αναγνωρίζει ότι μεταξύ των διαδίκων τον Αύγουστο του έτους 2003 καταρτίσθηκε σύμβαση συμβατικού συμψηφισμού της απαίτησης των εναγόντων έναντι του εναγομένου για την καταβολή του τιμήματος ύψους 146.735,14 ευρώ λόγω πωλήσεως ακινήτου τους στη θέση ... -περιοχή ... δυνάμει του με αρ. .../28-8-2003 συμβολαίου της συμβ/φου Σητείας Ιωάννας Φουρναράκη με την απαίτηση του εναγομένου έναντι των εναγόντων προς απόδοση ποσού ύψους 311.000 ευρώ λόγω δανείου δια της μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο ενός ακινήτου στη θέση ...-περιοχή ... αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 146.735,14 ευρώ έναντι του ληφθέντος από αυτούς δανείου ποσού 311.000 ευρώ". Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε αυτήν (την έφεση) κατά το μέρος της κατά το οποίο ο αναιρεσείων παραπονούνταν για την παραδοχή του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής με το στοιχείο Α και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά τη σχετική διάταξή της (με τα στοιχεία Β3), δέχτηκε το αίτημα αυτό κατά ένα μέρος του και αναγνώρισε ότι "το υπόλοιπο ποσό που όφειλαν οι ενάγοντες την 28-8-2003 στον εναγόμενο ως δάνειο, εις ολόκληρο ο καθένας, ήταν το ποσό των εκατόν εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (164.264,86)", όπως κατά λέξη αναγράφεται στο διατακτικό της. Από δε την παραβολή του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής (με στοιχείο Α) με την αντίστοιχη διάταξη της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με στοιχεία Β3) και με την αντίστοιχη διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως το περιεχόμενο αυτών παρατέθηκε στην αρχή αυτής της σκέψεως, προκύπτει ότι με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρά τη διαφοροποίηση στη διατύπωση, δεν είχε απορριφθεί μέρος του προαναφερθέντος αιτήματος της αγωγής, για το λόγο δε άλλωστε αυτό στο διατακτικό της αναγραφόταν ότι η αγωγή γίνεται δεκτή (εννοείται στο σύνολό της) και όχι ότι γίνεται δεκτή κατά ένα μέρος της.
Συνεπώς, με την έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος παραπονέθηκε για την παραδοχή του ανωτέρω αιτήματος, αυτό μεταβιβάσθηκε στο εφετείο στο σύνολό του και συνακόλουθα το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους κάτι που δεν ζητήθηκε, ο δε δεύτερος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 και 9 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 212/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθινό τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι δήθεν το πραγματικό ύψος του τιμήματος που συμφώνησαν οι διάδικοι για τη μεταβίβαση σ' αυτόν του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου τους ήταν το ποσό των 146.735,14 ευρώ, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους εφέσεως που αυτός είχε προβάλει κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κάνοντας ουσιαστικά δεκτή χωρίς απόδειξη τη μοναδική μαρτυρία της Τ. Π., αδελφής του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό αλλά ότι το αποδεικτικό μέσο που ελήφθη υπόψη για την απόδειξή του (μαρτυρική κατάθεση) δεν ήταν ικανό προς τούτο, πλήττοντας όμως έτσι την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών (και του ανωτέρω αναφερόμενου) προσκομίσθηκαν αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται σ' αυτήν, ήτοι μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2009 αίτηση για αναίρεση της 135/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ε. και 2) Χ. συζύγου Κ. Π., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-5-2004 και 24-4-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2009 αίτησή του και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 11-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά μερική παραδοχή των πρώτου και δευτέρου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγων αναιρέσεως και του πρώτου πρόσθετου λόγου, την απόρριψη δε των λοιπών κύριων και πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ.1 και 180 ΑΚ. προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, η δε άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. Εξάλλου κατά την παρ.2 του προαναφερθέντος άρθρου 138 Α.Κ. άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι επί εικονικής δικαιοπραξίας είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική η επίκληση ότι κάτω από την άκυρη λόγω της εικονικότητας δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη έγκυρη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 έως 441 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που τα συνέταξε ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που τα συνέταξε, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η δικαιοπραξία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί για ελαττώματα της βουλήσεως (εικονικότητα, πλάνη, απάτη κ.λ.π.) ως άκυρη ή ακυρώσιμη, χωρίς να χρειάζεται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο στο οποίο περιέχεται ως πλαστό (Α.Π. 282/2010). Είναι όμως δυνατόν ο διάδικος να επικαλεσθεί με αγωγή ή ένσταση αφενός μεν ότι η σύμβαση πωλήσεως ακινήτου είναι εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο ήταν πράγματι ανώτερο του αναγραφόμενου στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφετέρου δε ότι το τελευταίο αυτό έγγραφο είναι πλαστό ως προς τη δήλωση του συμβολαιογράφου ότι το αναγραφόμενο σ' αυτό κατώτερο τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν του, οι σχετικοί δε ισχυρισμοί και οι τυχόν αντίστοιχες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν ενέχουν αντίφαση. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η εικονικότητα συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου που έχει καταρτισθεί συμβολαιογραφικά ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ούτε αν ο συμβολαιογράφος που συνέταξε τη σχετική πράξη γνώριζε ή όχι την εικονικότητα, ενώ επί αποφάσεως με την οποία αναγνωρίζεται η πλαστότητα του συμβολαίου ως προς τη βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος ενώπιόν του, η γνώση του τελευταίου περί της πλαστότητας είναι αυτονόητη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων στην 23/2006 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητοι), με το .../28-8-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννας Φουρναράκη που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον εναγόμενο Π. Μ. (ήδη αναιρεσείοντα) αιτία πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροτεμαχίου στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., εμβαδού 9.118,30 τ.μ.... Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων είναι το ποσό των 36.000 ευρώ και ότι ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα στους πωλητές σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου και οι αγοραστές το έλαβαν από μισό ο καθένας τους και δεν έχουν έτσι καμιά απαίτηση από τον αγοραστή σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ήταν 35.576,79 ευρώ. Στην πώληση αυτή προέβησαν οι ενάγοντες κατόπιν συμφωνίας τους με τον εναγόμενο τον Αύγουστο 2003, προκειμένου με το τίμημα της πωλήσεως να εξοφλήσουν μέρος του δανείου που είχαν συνάψει με αυτόν, συμψηφίζοντας τις απαιτήσεις τους κατά το μέρος που καλύπτονται, αφού ήδη από τις 24-6-2003 το συνολικό ποσό των καταβολών του δανείου είχε ανέλθει στις 203.000 ευρώ. Το τίμημα στο οποίο οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να γίνει η πώληση ήταν το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, το οποίο δεν θα καταβαλόταν αλλά θα καταλογιζόταν στο ποσό του δανείου που είχαν λάβει. Ο πρώτος ενάγων και ο εναγόμενος Π. Μ. στο χρόνο συνάψεως της συμβάσεως συμψηφισμού και του συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του παραπάνω ακινήτου είχαν ισχυρούς δεσμούς φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους, υπήρχε δε ηθική αδυναμία για τη σύνταξη τέτοιου εγγράφου, γι' αυτό δεν προέβησαν σε σύνταξη εγγράφου για τη σύμβαση συμψηφισμού την οποία συνήψαν και το πραγματικό τίμημα πώλησης, όπως δηλαδή δεν είχαν συντάξει αρχικά έγγραφο για το δάνειο που είχε συμφωνηθεί και καταβλήθηκε ... δεν ασκεί δε επιρροή το αναφερόμενο από τον εκκαλούντα γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικά τον Απρίλιο 2004 ο πρώτος ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο την υπογραφή εγγράφου για το τίμημα και το συμψηφισμό που είχε συναφθεί, αφού είναι προφανές ότι αυτό έγινε γιατί στο μεταγενέστερο αυτό χρόνο δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων η εμπιστοσύνη που υπήρχε μέχρι τότε. Κατά τη σύναψη του συμβολαιογραφικού εγγράφου δήλωσαν στη συμβολαιογράφο ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 36.000 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση του ποσού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η συμβολαιογράφος με συμφωνία των διαδίκων ανέγραψε στο συμβόλαιο ότι "Ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο το παραπάνω τίμημα στους πωλητές σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν ενώπιόν μου και αυτοί το έλαβαν από μισό ο καθένας τους και δεν έχουν έτσι καμία απαίτηση από τον αγοραστή σχετικά με το τίμημα της αγοραπωλησίας αυτής", ενώ τέτοια καταβολή μετρητών χρημάτων από τον αγοραστή στους πωλητές δεν έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου κατά τη σύναψη της συμβάσεως και την υπογραφή του συμβολαίου. Το συμβόλαιο αυτό διαβάστηκε στους διαδίκους, οι οποίοι στη συνέχεια το υπέγραψαν νομίμως. Η αναγραφή του παραπάνω ποσού του τιμήματος των 36.000 ευρώ έγινε από τους διαδίκους εικονικά, δηλαδή η σχετική δήλωση δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αφού το συμφωνηθέν τίμημα ήταν 146.735,14 ευρώ (50.000.000 δραχμές), τελούσαν δε οι συμβαλλόμενοι σε γνώση της εικονικότητας και ήθελαν να ισχύει η σχετική δήλωσή τους για το τίμημα για το ποσό των 146.735,14 ευρώ που είχαν πράγματι συμφωνήσει κατά τα παραπάνω. Κατά συνέπεια η εικονική δήλωση για το τίμημα είναι άκυρη, ισχύει δε η δήλωση για το ποσό του πραγματικού τιμήματος που είχαν συμφωνήσει και ήθελαν οι συμβληθέντες. Περαιτέρω η βεβαίωση της συμβολαιογράφου στο συμβόλαιο για καταβολή του εικονικού τιμήματος ενώπιόν της από τον αγοραστή στους πωλητές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι ψευδής, αφού δεν έγινε καμμιά καταβολή τιμήματος ενώπιόν της, η δε συμβολαιογράφος που ασκεί δημόσια λειτουργία ήταν αρμόδια καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη του συμβολαίου και τη βεβαίωση αυτή και το συμβόλαιο είναι κατά τη βεβαίωση αυτή πλαστό ... . Οι καταβολές του δανείου από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες ολοκληρώθηκαν την 24-3-2004 με καταβολή του ποσού των 20.000 ευρώ, το δε συνολικό ποσό του δανείου ανήλθε στο ποσό των 311.000 ευρώ. Στις αρχές Απριλίου 2004 οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να υπογράψει μαζί τους ένα νέο συμφωνητικό, το κείμενο του οποίου του παρέδωσαν, για τους όρους αποπληρωμής του δανείου, με ανάκληση του αρχικού συμφωνητικού που είχε συναφθεί την 1-7-2003. Ο εναγόμενος δεν προέβη τελικά στη σύναψη νέας συμφωνίας, τον ίδιο δε μήνα άρχισαν να κλονίζονται οι φιλικές σχέσεις των διαδίκων αυτών. Στις 30-4-2004 η αδελφή του πρώτου ενάγοντος Τ. Π., με εντολή αυτού, ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει το έγγραφο με ημερομηνία 30-4-2004 και τίτλο ιδιωτικό σύμφωνο-δηλωτικό, το οποίο του παρέδωσε και στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ των άλλων, ότι το πραγματικό τίμημα της παραπάνω πωλήσεως ήταν 146.735 ευρώ και όχι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και ότι ο αγοραστής δηλώνει ότι δεν έχει δώσει καθόλου χρήματα στους πωλητές, ότι το συμβόλαιο είναι εικονικό (μη αληθές), ότι συντάχθηκε για καθαρά φορολογικούς λόγους και ότι υπόσχεται και υποχρεούται όταν και εφόσον του ζητηθεί να υπογράψει πράξη συμβολαιογραφική επιστροφής του ακινήτου στους πωλητές με έξοδά τους. Ο εναγόμενος τότε αναγνώρισε ότι το τίμημα ήταν το παραπάνω ποσό και ότι δεν καταβλήθηκε ..., δεν υπέγραψε όμως το έγγραφο που του δόθηκε και ισχυρίστηκε ότι θα επικοινωνήσει με το δικηγόρο του και το λογιστή του ... . Οι ενάγοντες κατέβαλαν από την 9-7-2004 και μεταγενέστερα μέχρι την 10-11-2006 τις δόσεις που είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν κατά το από 1-7-2003 συμφωνητικό με υπολογισμό της δόσης στο ποσό των 5.338 ευρώ με βάση το συνολικό ποσό του δανείου των 311.000 ευρώ ... . Κατόπιν της πωλήσεως αυτής και του συμφωνημένου συμψηφισμού της απαιτήσεως των εναγόντων για το παραπάνω τίμημα την 28-8-2003 με την απαίτηση του ενάγοντος για απόδοση του δανείου κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής, το υπόλοιπο της απαίτησης του εναγομένου δανειστή κατά των εναγόντων δανεισθέντων, στο χρόνο συνάψεως του συμβολαίου την 28-8-2003 ήταν 311.000 - 146.735,14 = 164.246,86 ευρώ. Οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί ότι η παραπάνω σύμβαση πώλησης με το συμβόλαιο που συνάφθηκε ήταν εικονική ως προς το τίμημα, ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστό κατά το μέρος που αναφερόταν σ' αυτό ότι έγινε καταβολή ποσού 36.000 ευρώ ενώπιον της συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο και ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο από αυτούς ποσό του δανείου την 28-8-2003 μετά τον παραπάνω συμψηφισμό ήταν το ποσό των 164.246,86 ευρώ, έχουν δε έννομο συμφέρον για την αναγνώριση του οφειλομένου ποσού στο παραπάνω χρονικό σημείο γιατί από το χρονικό αυτό σημείο οι τόκοι υπολογίζονται πλέον μόνο στο υπόλοιπο του οφειλομένου ποσού του δανείου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος της κατά το οποίο αυτός παραπονούνταν για την αναγνώριση της εικονικότητας της καταρτισθείσης με το προαναφερθέν συμβόλαιο συμβάσεως αγοραπωλησίας ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος και για την αναγνώριση της πλαστότητας του συμβολαίου ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου περί καταβολής του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος ενώπιόν της. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 138 Α.Κ., διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της εικονικότητας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμβάσεως αγοραπωλησίας ακινήτου ως προς ύψος του συμφωνημένου τιμήματος και της πλαστότητας του σχετικού συμβολαίου ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό και κατώτερο του πράγματι συμφωνηθέντος τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν της. Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως: α) ήταν επιτρεπτή η ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως των συμβαλλομένων περί του ύψους του συμφωνηθέντος τιμήματος, β) δεν ήταν υποχρεωτικό να επικαλεσθούν οι ενάγοντες και να δεχθεί το δικαστήριο ότι κάτω από την εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος σύμβαση πωλήσεως ακινήτου υποκρυπτόταν άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, γ) η παραδοχή ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου είναι εικονική ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ανώτερο του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι το συμβόλαιο ήταν πλαστό ως προς τη δήλωση της συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος ενώπιόν της και δ) δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η πραγματική αξία του πωληθέντος ακινήτου ούτε αν η συμβολαιογράφος που συνέταξε τη σχετική πράξη γνώριζε ή όχι την εικονικότητα, ενώ η γνώση της περί της πλαστότητας της δηλώσεως ότι το τίμημα καταβλήθηκε ενώπιόν της είναι αυτονόητη. Τέλος από τις πιο πάνω παραδοχές του εφετείου δεν προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε ότι η σύμβαση ήταν εικονική στηριζόμενο μόνο στο γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος, κατά τα σκέλη του με τα στοιχεία Α, Β και Γ, λόγοι αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού με το στοιχείο Δ, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 και 20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι με την κρίση της πως δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι στην από 7-3-2005 προηγούμενη αγωγή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν στις 6-12-2006, δεν ανέφεραν τη συμφωνία περί συμψηφισμού του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου τους με το δάνειο, έσφαλε, δεδομένου ότι μετά την παραίτηση η αγωγή αυτή δεν εθεωρείτο δικόγραφο αλλά απλό έγγραφο και ως απλό έγγραφο έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ούτε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου (αγωγής) αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του εγγράφου αυτού ως αποδεικτικού μέσου, δηλαδή με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός ευρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., αφού, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, το ανωτέρω έγγραφο (αγωγή) ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και κρίθηκε ότι δεν είχε επιρροή στην παρούσα δίκη, ήτοι ότι δεν είχε την αποδεικτική αξία που του προσέδιδε ο αναιρεσείων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ.α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Οι λόγοι αυτοί ιδρύονται και όταν το εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. (σχ. Α.Π. 286/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 24-4-2006 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι τον Αύγουστο 2003 συμφώνησαν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να αγοράσει νομοτύπως το περιγραφόμενο ακίνητό τους αντί του ποσού των 146.735,14 ευρώ και να συμψηφίσουν το τίμημα της υπό αίρεση ενστόλου αγοραπωλησίας στο εκ 311.000 ευρώ δάνειο που είχαν συνάψει με αυτόν, ως και ότι μετά την πλήρωση της αιρέσεως δια της νομοτύπου αγοράς του ακινήτου και της δια συμψηφισμού γενομένης καταβολής ποσού 146.735,124 ευρώ, απεσβέσθη στις 28-8-2003 ανάλογο μέρος του συμφωνηθέντος δανείου και συνεπομένως περιορίσθη ισοπόσως η εκ του δανείου τούτου εις ολόκληρον υποχρέωσή τους έναντι του εναγομένου και η αξίωση τούτου να ζητήσει από έκαστο από αυτούς το μετά το συμψηφισμό του τιμήματος τούτου υπόλοιπο του δανείου (αίτημα της αγωγής με το στοιχείο Α). Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, ειδικά δε όσον αφορά το ανωτέρω αναφερόμενο με το στοιχείο Α αίτημά της, το διατακτικό της αποφάσεως εκείνης (διάταξη αυτής με το στοιχείο Β3) διαμορφώθηκε ως εξής: "Αναγνωρίζει ότι μεταξύ των διαδίκων τον Αύγουστο του έτους 2003 καταρτίσθηκε σύμβαση συμβατικού συμψηφισμού της απαίτησης των εναγόντων έναντι του εναγομένου για την καταβολή του τιμήματος ύψους 146.735,14 ευρώ λόγω πωλήσεως ακινήτου τους στη θέση ... -περιοχή ... δυνάμει του με αρ. .../28-8-2003 συμβολαίου της συμβ/φου Σητείας Ιωάννας Φουρναράκη με την απαίτηση του εναγομένου έναντι των εναγόντων προς απόδοση ποσού ύψους 311.000 ευρώ λόγω δανείου δια της μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο ενός ακινήτου στη θέση ...-περιοχή ... αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 146.735,14 ευρώ έναντι του ληφθέντος από αυτούς δανείου ποσού 311.000 ευρώ". Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε αυτήν (την έφεση) κατά το μέρος της κατά το οποίο ο αναιρεσείων παραπονούνταν για την παραδοχή του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής με το στοιχείο Α και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά τη σχετική διάταξή της (με τα στοιχεία Β3), δέχτηκε το αίτημα αυτό κατά ένα μέρος του και αναγνώρισε ότι "το υπόλοιπο ποσό που όφειλαν οι ενάγοντες την 28-8-2003 στον εναγόμενο ως δάνειο, εις ολόκληρο ο καθένας, ήταν το ποσό των εκατόν εξήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (164.264,86)", όπως κατά λέξη αναγράφεται στο διατακτικό της. Από δε την παραβολή του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής (με στοιχείο Α) με την αντίστοιχη διάταξη της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με στοιχεία Β3) και με την αντίστοιχη διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως το περιεχόμενο αυτών παρατέθηκε στην αρχή αυτής της σκέψεως, προκύπτει ότι με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρά τη διαφοροποίηση στη διατύπωση, δεν είχε απορριφθεί μέρος του προαναφερθέντος αιτήματος της αγωγής, για το λόγο δε άλλωστε αυτό στο διατακτικό της αναγραφόταν ότι η αγωγή γίνεται δεκτή (εννοείται στο σύνολό της) και όχι ότι γίνεται δεκτή κατά ένα μέρος της.
Συνεπώς, με την έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία ο τελευταίος παραπονέθηκε για την παραδοχή του ανωτέρω αιτήματος, αυτό μεταβιβάσθηκε στο εφετείο στο σύνολό του και συνακόλουθα το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους κάτι που δεν ζητήθηκε, ο δε δεύτερος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 και 9 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 212/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθινό τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι δήθεν το πραγματικό ύψος του τιμήματος που συμφώνησαν οι διάδικοι για τη μεταβίβαση σ' αυτόν του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου τους ήταν το ποσό των 146.735,14 ευρώ, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους εφέσεως που αυτός είχε προβάλει κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κάνοντας ουσιαστικά δεκτή χωρίς απόδειξη τη μοναδική μαρτυρία της Τ. Π., αδελφής του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό αλλά ότι το αποδεικτικό μέσο που ελήφθη υπόψη για την απόδειξή του (μαρτυρική κατάθεση) δεν ήταν ικανό προς τούτο, πλήττοντας όμως έτσι την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών (και του ανωτέρω αναφερόμενου) προσκομίσθηκαν αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται σ' αυτήν, ήτοι μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2009 αίτηση για αναίρεση της 135/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και τους από 10-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου