
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την
προσβαλλόμενη 254/2010 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του
αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της 33/2009 απόφασης του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Σύρου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή
αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος
στη νήσο Πάρο, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός...
του αναιρεσείοντος για
κυριότητά του στο ακίνητο, την οποία υποστήριξε, ότι είχε αποκτήσει λόγω
της φύσης του ως δημόσιας, κατά την έννοια του Οθωμανικού Νόμου περί
γαιών, γαίας, δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους. Με
την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτή, η οποία παραδεκτά
επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγινε δεκτό, ως προς την ουσία
της υπόθεσης και, συνεπώς και ως προς τον παραπάνω απορριφθέντα
ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή
αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ),
ότι: "Με το υπ' αριθμ. …2/7-6-1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Η. Γ.,
το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του
Υποθηκοφυλακείου Πάρου, ο ενάγων αγόρασε από τον Ι. Σ. του Η. ένα
ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." - "..." της κτηματικής περιφέρειας
της πρώην κοινότητας …. του Δήμου …
++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Απόφαση 27 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 27/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του ΝΣΚ Γεωργία Καφήρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ι. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2009 του παραπάνω Δικαστηρίου και 254/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 8-10-2010 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος ανέγνωσε την από 22-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 254/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 33/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/06). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/18). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται σε: α) καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) δημόσιες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) αφιερωμένες (βακούφια), η χρήση και εκμετάλλευση των οποίων γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) νεκρές (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Εξάλλου, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον απ' αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά, με τη γενομένη δήμευση, διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα οποία ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον απ' αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τα νησιά του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους". Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί στις δημόσιες γαίες σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του ανωτέρω Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", κατηγορία των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και, μάλιστα, κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, αφού δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Πάρος, σύμφωνα με τα παραπάνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου για δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κάποιον, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, ενώ ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη που προαναφέρθηκαν, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς αποζημίωση. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/13).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 254/2010 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της 33/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος στη νήσο Πάρο, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο ακίνητο, την οποία υποστήριξε, ότι είχε αποκτήσει λόγω της φύσης του ως δημόσιας, κατά την έννοια του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, γαίας, δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους. Με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγινε δεκτό, ως προς την ουσία της υπόθεσης και, συνεπώς και ως προς τον παραπάνω απορριφθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι: "Με το υπ' αριθμ. …2/7-6-1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Η. Γ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, ο ενάγων αγόρασε από τον Ι. Σ. του Η. ένα ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." - "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας …. του Δήμου … και ήδη του δημοτικού διαμερίσματος …. του Δήμου …, συνολικού εμβαδού 37.352 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο εν λόγω συμβόλαιο και στην υπ' αριθμ. πρωτ. …7/26-9-1989 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού … από 25-5-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Η. Ο. και αποτυπώνεται περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Μ'-Λ-Α, το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς διαγράμματος Α-Λ, μήκους 15 μέτρων, εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Ι. Σ., βόρεια - βορειοανατολικά, επί πλευράς διαγράμματος Α-Β μήκους 150,50 μέτρων και Β-Γ μήκους 180,90 μέτρων με την ίδια ως άνω ιδιοκτησία Ι. Σ., νότια επί πλευράς διαγράμματος Ε-Ζ μήκους 53,60 μέτρων με αγροτική οδό και επί πλευράς διαγράμματος Ζ-Η μήκους 96,00 μέτρων με ιδιοκτησία Λ. Σ., ανατολικά επί πλευρών διαγράμματος Γ-Δ μήκους 107,20 μέτρων και Δ-Ε μήκους 99,70 μέτρων με ιδιοκτησία Λ. Σ. και δυτικά επί συνεχόμενων πλευρών διαγράμματος Η-Μ'-Λ συνολικού μήκους 226 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Σ.. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Σ. από κληρονομιά του πατέρα Η. Σ. του Ι., ο οποίος απεβίωσε στις 25-4-1959, δυνάμει της υπ' αριθμ. ….33/22-2-1956 ενώπιον του συμβολαιογράφου Θ. Κ. δημόσιας διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. …1/28-5-1959 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σύρου, την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ….80/23-12-1961 πράξη αποδοχής του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου. Στον Η. Σ. περιήλθε το ακίνητο σε μείζονα έκταση από αγορά εκ μέρους του Ι. Α. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ….79/15-12-1919 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Δ. Π., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου. Στον Ι. Σ. δε περιήλθε από αγορά εκ μέρους του Δ. Ρ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …15/15-12-1891 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Δ. Π., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, ενώ στο Δ. Ρ. περιήλθε από κληρονομιά του πατέρα του. Ειδικότερα, με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο ο Δ. Ρ. πώλησε στον Ι. Σ. του Α. μία ενιαία κτηματική ομάδα, συνολικής εκτάσεως 555 ζευγαριών, η οποία περιγράφεται ως "όλα τα κατά τη θέση "..." του Δήμου ... κείμενα κτήματά του, συνιστάμενα από αγρούς καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους, των μεν καλλιεργημένων εκτάσεως ζευγαριών διακοσίων πενήντα περίπου, των δε ακαλλιέργητων εκ ζευγαριών τριακοσίων ως έγγιστα μετά της μετ' αυτών συνεχόμενης αμπέλου εκ ζευγαριών πέντε, εμπεριέχουσα συκάς, ελαιοστάσιον ως και τρία μελισσόσπιτα, ο δε αγρός εμπεριέχει αγροκατοικίαν συνισταμένην εκ δύο οικισίμων δωματίων, αχυρώνας, δύο βουδόμανδρας, δύο φρέατα και μελισσόσπιτα με μέλισσας, άπαντα ηνωμένα και συνορευόμενα πέριξ με κτήματα Α. Σ., της συζύγου Ι. Κ., Ι. Ρ., με παραθαλάσσιον και με δρόμον και των οποίων η είσοδος είναι εκ των παρακειμένων κτημάτων του Α. Σ....". Τμήμα της κτηματικής αυτής ομάδας, μεταξύ των οποίων "ένα βοσκότοπο εκτάσεως πεντήκοντα ζευγαριών...και συνορεύοντα με ιδιοκτησίας αδελφών Γ. και Α. Σ. και ιδίου (πωλητού)", ο Ι. Α. Σ. μεταβίβασε δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. …79/15-12-1919 συμβολαίου στον Η. Ι. Σ., ο οποίος από τη μείζονα αυτή έκταση διέθεσε με την προαναφερθείσα διαθήκη του στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Σ. του Η. "το ανατολικόν ήμισυ εις έκτασιν τμήμα του εις θέσιν "..." εξωμανδρίου, το επωνομαζόμενο "...", εκτάσεως δέκα ζευγαριών, περιέχον ένα αγριοελαιόδενδρον, τοιχογυρισμένον και έτερα δύο ελαιόδενδρα ωσαύτως τοιχογυρισμένα, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήμα Γ. Σ., με το δυτικόν τμήμα του όλου εξωμανδρίου, όπερ ως κατωτέρω αφήνω στον υιόν μου Π. και αγρούς του αυτού υιού μου Ι., η οδός δε αυτού θα διέρχεται δια του δυτικού τμήματος του όλου εξωμανδρίου, όπερ αφήνω εις τον υιόν μου Π.". Εν συνεχεία, ο Ι. Σ. μεταβίβασε την όλη έκταση των 37.352 τ.μ. στον ενάγοντα, δυνάμει του αναφερθέντος παραπάνω 8982/1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος ο αδελφός του πωλητή Π. Σ., ιδιοκτήτης του όμορου με το μεταβιβαζόμενο ακινήτου, ο οποίος αναγνώρισε την περιγραφή του μεταβιβαζόμενου κατά θέση, έκταση και όρια και συνομολόγησε ότι το κοινό όριο των όμορων ιδιοκτησιών που περιήλθαν σ' αυτόν και τον αδελφό του (πωλητή) είναι το αποτυπούμενο στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Η-Μ'-Λ. Η όλη ιδιοκτησία του ενάγοντος (στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση), μαζί με την όμορη ιδιοκτησία του Π. Σ., αποτελούσαν ενιαίο ακίνητο, το οποίο ήταν ανέκαθεν περίφρακτο με σταθερά όρια από ξερολιθιά και διαχωριζόταν εμφανώς από τις όμορες αυτού ιδιοκτησίες. Από την επισκόπηση των παραπάνω κτητικών της κυριότητας τίτλων του ενάγοντος και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, επί των οποίων ο πρώτος στηρίζει την κύρια βάση της αγωγής του και την πρώτη επικουρική (κτήση με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική χρησικτησία), προκύπτει ότι το όλο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εμπεριέχεται στους τίτλους αυτούς, μεταξύ των οποίων υπάρχει αλληλουχία και σύμπτωση θέσης, περιγραφής και όμορων ιδιοκτησιών και αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησία, ενώ η υπάρχουσα εξαρχής περίφραξη από ξερολιθιά διαχώριζε εμφανώς τούτο από τις όμορες ιδιοκτησίες... Το ακίνητο αυτό είχαν στη φυσική τους εξουσίαση διαδοχικά, δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων, αλλά και με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου (από 23-2-1946 και εφεξής δε και ανεξάρτητα από καλή πίστη), ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του, εγγύτεροι και απώτεροι, οι οποίοι ασκούσαν τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, το χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή ζώων (γελάδια και πρόβατα), συντηρούσαν την υπάρχουσα ξερολιθιά που περιβάλλει το όλο ακίνητο και επέβλεπαν τα όριά του, ο δε ενάγων και ο άμεσος δικαιοπάροχός του Ι. Σ. προέβησαν στην τοπογράφηση αυτού και τη δήλωσή του στην οικεία Δ.Ο.Υ. κατά τη σύνταξη του Ε9, καταβάλλοντας ανελλιπώς τους εκάστοτε φόρους και τέλη που το βάρυναν. Όλες τις παραπάνω πράξεις νομής ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το εναγόμενο ή άλλον και να αμφισβητηθεί η κυριότητά τους επ' αυτού. Επομένως, ο ενάγων κατέστη κύριος του όλου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο, με βάση την ανωτέρω αδιάκοπη σειρά τίτλων από του έτους 1891, αλλά και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), με την προσμέτρηση στο χρόνο της νομής του του αντίστοιχου χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του (Ι. Η. Σ., Η. Ι. Σ., Ι. Α. Σ. και Δ. Ρ.), οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλλείπτως από τριάντα και πλέον έτη πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 1915 και μέχρι την άσκηση της αγωγής...επί πλέον δε το κείμενο στη νήσο … ακίνητο, όπως και κάθε ακίνητο των Κυκλάδων, δεν κατεχόταν από Οθωμανούς". Δέχτηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι το επίδικο συνιστά ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσια γαία και ότι, επομένως, αφού δεν συνιστούσε δημόσια γαία, δεν περιήλθε, βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε ως αβάσιμο τον οικείο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε δεχτεί τα ίδια και, για το λόγο αυτό, είχε απορρίψει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Δημοσίου για κυριότητά του στο επίδικο λόγω της φύσης του ως δημόσιας γαίας και της ανωτέρω διαδοχής. Ενόψει τούτων, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσια γαία, μη περιελθόν, ως εκ τούτου, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Τουρκικού κράτους, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών", των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ήτοι του ότι το επίδικο συνιστούσε ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσια γαία, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι το επίδικο αποτελούσε δημόσια γαία, την οποία, όμως, το Εφετείο δεν εξέφερε.
II. Περαιτέρω, για τα αδέσποτα ακίνητα, καθιερώθηκε, για πρώτη φορά το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε, ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ...ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το Δημόσιον". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 1539/1938 και, μετά την ισχύ του ΑΚ, με το άρθρο 972 του Κώδικα αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για να περιέλθει κάποιο πράγμα (κινητό ή ακίνητο) στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι εκείνων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριός τους και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι, όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής τους, αλλά και η βούληση εγκατάλειψής τους, δηλαδή απόφαση του κυρίου τους για παραίτησή του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος είναι κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του, κατά το προϊσχύσαν βρδ, δεν απαιτούταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ. Ο παραπάνω νόμος "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα του νόμου αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητάς τους. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξάρτητα από την κατάληψή τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1411/14).
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", για κυριότητά του στο επίδικο, επειδή ήταν αδέσποτο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανέλεγκτα, ότι δεν επρόκειτο για αδέσποτο ακίνητο. Συγκεκριμένα, δέχτηκε, πλην των όσων ανωτέρω, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης, αναφέρθηκαν και ότι: "Δεν αποδείχθηκε άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση α) ότι πριν από την απελευθέρωση το ακίνητο αυτό δεν δεσποζόταν από ιδιώτη ή ανήκε σε άκληρο αποθανόντα, β) ότι μετά την απελευθέρωση το επίδικο ακίνητο κατέστη αδέσποτο με την εγκατάλειψή του από Οθωμανό ιδιοκτήτη του λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητά του επ' αυτού είτε με κατάληψη (μη αποδειχθείσα επίσης), είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 16 του Ν. 21-6/10-7-1837...,γ) ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου εγκαταλείφθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη αυτού, με βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση αυτού περί παραιτήσεώς του από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο και δ) ότι μετά την εισαγωγή του Α.Κ υπήρξε παραίτηση από την κυριότητα του επιδίκου, περιβληθείσα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφείσα". Δέχτηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ουδέποτε το επίδικο υπήρξε αδέσποτο, καθόσον δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή με κάποιον από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν και ότι, επομένως, αφού δεν ήταν αδέσποτο, δεν περιήλθε, βάσει του άρθρου 16 του παραπάνω νόμου, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε ως αβάσιμο τον οικείο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε δεχτεί τα ίδια και, για το λόγο αυτό, είχε απορρίψει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Δημοσίου για κυριότητά του στο επίδικο λόγω της φύσης του ως αδεσπότου. Σύμφωνα μ' αυτά, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ουδέποτε υπήρξε αδέσποτο και ότι, συνεπώς, δεν περιήλθε, ως τέτοιο, βάσει του άρθρου 16 του ανωτέρω νόμου, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ήτοι του ότι το επίδικο δεν υπήρξε αδέσποτο, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι το επίδικο ήταν αδέσποτο, την οποία, όμως, το Εφετείο δεν εξέφερε.
III. Επίσης, ο παραπάνω λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, αφενός μεν βάσει του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, επειδή επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, καίτοι ο αναιρεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των, κατά το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837, "απαιτήσεων" του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο, με συνέπεια, λόγω της μη απόδειξης των "απαιτήσεων" τούτων, να συνάγεται απ' αυτό ο χαρακτήρας του επιδίκου ως αδεσπότου και επομένως η κυριότητα του αναιρεσείοντος σ' αυτό, αφετέρου δε βάσει του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη "την ύπαρξη αποδεδειγμένων απαιτήσεων στο πρόσωπο των απωτέρων και του απωτάτου δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου", που απέκλειαν την ιδιότητά του ως αδεσπότου, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι το επίδικο ήταν αδέσποτο, την οποία, όμως, τούτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αρνήθηκε. IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοιδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834", όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών", κατά την οποία το Δημόσιο ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 303/15). Εξάλλου, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα λιβάδια, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα λιβάδια, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σ' αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (ΟλΑΠ 75/87), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Συνεπώς, αφού τα λιβάδια δεν είναι ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης, έπεται, περαιτέρω, ότι είναι δυνατόν να αποκτηθεί η κυριότητά τους από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του βρδ, εφόσον τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ο χρόνος νομής τους (30ετία) είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (ΑΠ 1098/17).
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που είχε απορρίψει στην ουσία τον ισχυρισμό του, από το άρθρο 1 του βδ της 3/15.12.1833, για κυριότητά του στο επίδικο ως λιβάδι, για την επικαρπία του οποίου δεν υπήρχε έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, δεχθέν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανέλεγκτα, ότι δεν επρόκειτο για λιβάδι, όπως και ότι οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας μέχρι την 12-9-1915. Συγκεκριμένα, δέχτηκε, πλην των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν και ότι: "Από την εκτίμηση όμως του όλου αποδεικτικού υλικού και ανεξαρτήτως της μορφής που παρουσιάζει σήμερα το επίδικο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα ήταν...λιβάδι ή βοσκότοπος...Το εναγόμενο - εκκαλούν δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί αυτού, αφού η επιχειρηματολογία του για το...χαρακτήρα αυτού ως λιβαδιού ή βοσκοτόπου, ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο...Σε κάθε περίπτωση...,το όποιο δικαίωμα που τυχόν αποκτήθηκε κατ' αυτό τον τρόπο από το Ελληνικό Δημόσιο καταλύθηκε με την αδιάλειπτη και καλόπιστη νομή των απώτερου και απώτατου δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Ι. Σ. και Δ. Ρ. επί του επιδίκου, την οποία ασκούσαν με διάνοια κυρίων και νόμιμο τίτλο επί τριάντα και πλέον έτη προ της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, δυνάμει της οποίας ο πρώτος τούτων, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δευτέρου, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν απαιτούνταν από τις ισχύουσες τότε διατάξεις ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος". Το αναιρεσείον, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσής του, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, λόγω των παραδοχών του ότι το επίδικο δεν ήταν λιβάδι και ότι το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας μέχρι την 12-9-1915 οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας των οποίων παραδοχών του έκρινε το παραπάνω Δικαστήριο, ότι δεν περιήλθε το επίδικο, ως λιβάδι, βάσει του άρθρου 1 του ανωτέρω βδ, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, άλλως, ότι η τυχόν κυριότητα με τον τρόπο τούτο του Δημοσίου σ' αυτό καταλύθηκε, λόγω της ανωτέρω πέραν τις 11-9-1915 νομής των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του παραπάνω βδ ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, του ότι, δηλαδή, δεν επρόκειτο για λιβάδι, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση ενώ, αντιθέτως, ορθά εφαρμόστηκαν οι παραπάνω διατάξεις του βρδ και των λοιπών αστικών νόμων, για κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και του ιδίου, καθόσον, βάσει των ίδιων ανωτέρω παραδοχών, ήταν εφαρμοστές στη συγκεκριμένη υπόθεση.
V. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του βδ της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 και 3 αυτού, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις, που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις παραπάνω διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας στα δάση, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Κρίσιμη, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/97). Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν κατά την έρευνα του προηγούμενου λόγου αναίρεσης για τη χρησικτησία δημοσίων κτημάτων, έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα εθνικά δάση, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σ' αυτά είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 75/87). Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 215 του ν. 4173/1929, 58 του αν 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη, ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή εκ μέρους αυτού τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω βδ της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 1753/17).
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αβάσιμο το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που είχε απορρίψει στην ουσία τον ισχυρισμό του, από το άρθρο 1 του βδ της 17-11/1-12-1836, για κυριότητά του στο επίδικο ως δάσος, δεχθέν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανέλεγκτα, ότι δεν επρόκειτο για δάσος, όπως και ότι οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας προ τις 12-9-1915. Συγκεκριμένα, πλην των ανωτέρω παραδοχών του, μεταξύ των οποίων και εκείνες αφενός μεν ως προς το είδος του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου ήταν το επίδικο, ως αποτελουμένου του μείζονος τούτου ακινήτου από αγρούς καλλιεργημένους και ακαλλιεργήτους και αφετέρου ως προς τα επικείμενα αυτού, που απέκλειαν το δασικό, με την προαναφερθείσα έννοια, χαρακτήρα του (επιδίκου), δέχτηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι: "Από την εκτίμηση όμως του όλου αποδεικτικού υλικού και ανεξαρτήτως της μορφής που παρουσιάζει σήμερα το επίδικο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα ήταν δασική έκταση...ούτε ότι πριν από την ισχύ του β.δ. της 3/15-12-1833 ήταν δάσος, ώστε να υπήρχε υποχρέωση του ιδιοκτήτη αυτού να δηλώσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτης ιδιωτικού δάσους. Το εναγόμενο-εκκαλούν δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί αυτού, αφού η επιχειρηματολογία του για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου...ανάγεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο και εδράζεται στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960, από τις οποίες προκύπτει η κατά τους χρόνους αυτούς ύπαρξη δασικής βλάστησης. Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το επίδικο ακίνητο είχε κατά το έτος 1833 τη μορφή δασικής έκτασης και δεν δηλώθηκε από τον ιδιοκτήτη του ως ιδιωτικό δάσος, με επακόλουθο να θεωρείται πλέον ως εθνικό δάσος (γεγονός πάντως που δεν αποδείχθηκε), το όποιο δικαίωμα που τυχόν αποκτήθηκε κατ' αυτό τον τρόπο από το Ελληνικό Δημόσιο καταλύθηκε με την αδιάλειπτη και καλόπιστη νομή των απώτερου και απώτατου δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Ι. Σ. και Δ. Ρ. επί του επιδίκου, την οποία ασκούσαν με διάνοια κυρίων και νόμιμο τίτλο επί τριάντα και πλέον έτη προ της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, δυνάμει της οποίας ο πρώτος τούτων, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δευτέρου, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν απαιτούνταν από τις ισχύουσες τότε διατάξεις ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή, στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος ''περί ιδιωτικών δασών''". Το αναιρεσείον, με τους τέταρτο και πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσής του, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων του βδ της 17-11/1-12-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" και εκείνων που εξαιρούν της χρησικτησίας τα εθνικά δάση, λόγω των παραδοχών του ότι το επίδικο δεν ήταν δάσος, ότι δεν ήταν δάσος ούτε το 1836 (αναφέρεται το 1833 στην προσβαλλομένη) και ότι το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας προ τις 12-9-1915 οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας των οποίων παραδοχών του έκρινε το παραπάνω Δικαστήριο, ότι δεν περιήλθε το επίδικο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, βάσει του άρθρου 1 του ανωτέρω βδ, ούτε ως εθνικό δάσος, ούτε ως ιδιωτικό δάσος, για το οποίο δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας στο Υπουργείο Οικονομικών, άλλως, ότι η, τυχόν, λόγω του δασικού χαρακτήρα του, κυριότητα του Δημοσίου σ' αυτό καταλύθηκε, εν πάση περιπτώσει, λόγω της ανωτέρω, μείζονος των 30, προ τις 11-9-1915, ετών, νομής των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του βρδ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του παραπάνω βδ ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ήτοι του ότι δεν επρόκειτο για δάσος, δεν ήταν εφαρμοστές στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ, αντιθέτως, ορθά εφαρμόστηκαν οι παραπάνω διατάξεις του βρδ και των λοιπών αστικών νόμων, για κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και του ιδίου, καθόσον, βάσει των ιδίων ανωτέρω παραδοχών, ήταν εφαρμοστές στη συγκεκριμένη υπόθεση.
VI. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/05), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 32/96), χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση". Ενόψει τούτων, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, όπως εκτιμώνται, ανεπάρκεια αιτιολογιών αφενός μεν ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο, λόγω του μη δασικού του χαρακτήρα και αφετέρου ως προς την παραδοχή της βάσης της αγωγής για κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, λόγω καλοπίστου νομής του για χρόνο μεγαλύτερο των 30 ετών προ τις 11-9-1915, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο, διότι, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά τη διερεύνηση των προηγούμενων λόγων αναίρεσης και, ειδικότερα, της παραδοχής του ότι το επίδικο ουδέποτε υπήρξε δάσος και, συνεπώς, δεν περιήλθε ως τέτοιο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος και της ετέρας παραδοχής του ότι ο αναιρεσίβλητος και οι κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοί του είχαν το επίδικο στη, διανοία κυρίου, νομή και κατοχή τους, με καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών προ τις 11-9-1915, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες, σύμφωνες με τη φύση του, πράξεις νομής και κατοχής, με συνέπεια να καταστεί ο αναιρεσίβλητος κύριός του με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της απόφασής του, διέλαβε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αφενός μεν ως προς το ουσιώδες, για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, ζήτημα του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, καθόσον με σαφήνεια δέχτηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι ουδέποτε το επίδικο υπήρξε δάσος, αφετέρου δε ως προς το ουσιώδες, επίσης, για την παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου για κυριότητά του στο επίδικο με έκτατη χρησικτησία, καθόσον με σαφήνεια δέχτηκε και ως προς το ζήτημα αυτό, ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του είχαν το επίδικο στη, διανοία κυρίου, νομή τους, με καλή πίστη, για περισσότερο από 30 χρόνια πριν τις 11-9-1915. Κρίνοντας δε το Εφετείο, βάσει των παραδοχών του αυτών, αφενός μεν ότι το επίδικο δεν περιήλθε, ως δάσος, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος και αφετέρου ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής του και εκείνου των δικαιοπαρόχων του, απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, την παραπάνω ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος και κάνοντας δεκτή τη βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου από την έκτακτη χρησικτησία, σε ορθό πόρισμα κατέληξε.
VII. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, αλλά, αντίθετα, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η κυριότητα ιδιώτη σε ακίνητο, για το οποίο το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι του ανήκει, λόγω του δασικού του χαρακτήρα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς, άρα και το αντικείμενο της σχετικής δίκης, είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ιδιώτη στο επίδικο ακίνητο, στα πλαίσια δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς (άρθρα 1, 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 547/16). Σύμφωνα μ' αυτά, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, ήτοι ότι απεφάνθη για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, πλην κατά παράβαση του άρθρου 2 ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των διοικητικών αρχών και, συγκεκριμένα, των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, οι οποίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχαν αποφανθεί τελεσίδικα, καθόσον η σχετική κρίση τους δεν είχε προσβληθεί στα διοικητικά δικαστήρια, για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου και εν τέλει στη δικαιοδοσία του ΣτΕ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά και, συνεπώς, το Εφετείο, εκδικάζοντάς τη και αποφαινόμενο για το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
VIII. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης, για να είναι αυτή ορισμένη, θα πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή τους, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που αποδίδεται στο δικαστήριο, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία, η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε και υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 32/96, ΑΠ 290/13, 369/12). Ενόψει τούτων, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο με παράγωγο τρόπο, κατά το μέρος που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως, για το ορισμένο του λόγου αυτού, θα έπρεπε (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε με την παραδοχή της αγωγής καθ' ο μέρος στηρίζεται στον παραπάνω παράγωγο τρόπο και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως και η νομική πλημμέλεια του Εφετείου, σε τι δηλαδή συνίσταται το σφάλμα του, αναφορικά με την παραδοχή της αγωγής με την ανωτέρω αιτιολογία.
IX. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται επιπλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΟλΑΠ 32/96, ΑΠ 748/13, 513/13). Σύμφωνα μ' αυτά, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει για ανεπαρκείς αιτιολογίες την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επάλληλη αιτιολογία της για κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, για το ότι "οι παραπάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έχουν ανεπαρκή και πλημμελή αιτιολογία, εφόσον, όπως...υποστήριξε το Ελληνικό Δημόσιο οι επικαλούμενοι τίτλοι, στους οποίους επιστηρίζεται ο παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητάς του, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν εφαρμόζουν επί του επιδίκου ακινήτου", πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως, για το ορισμένο του λόγου αυτού, θα έπρεπε (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα παραπάνω αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία, πρωτίστως δε δεν αναφέρονται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η πληττόμενη απόφαση σχετικά με την παραπάνω αγωγική βάση την οποία έκανε δεκτή, ώστε οι αιτιολογίες της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά τη διερεύνηση προηγουμένου λόγου αναίρεσης, να θεωρηθούν επαρκείς.
X. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης που το άρθρο αυτό προβλέπει, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, πλην χωρίς απόδειξη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του αυτή (ΑΠ 76/13, 961/08).
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή της βάσης της αγωγής για κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο με παράγωγο τρόπο, πλην χωρίς απόδειξη για το αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους ανωτέρω αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση τίτλους, που επικαλέστηκε σχετικά ο αναιρεσίβλητος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, το Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους ανωτέρω τίτλους και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την παραπάνω βάση της αγωγής, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, "των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", ήτοι το Εφετείο δεν κατέληξε στην παραπάνω παραδοχή του χωρίς απόδειξη.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 254/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου