
3741/1929,
προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` .... και ως
συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά τα προαναφερόμενα. ...
έγιναν κύριοι του επιδίκου διαμερίσματος, με έκτακτη χρησικτησία,
ασκώντας σ' ...
Απόφαση 203
/ 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 203/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ξ. (Κ. κατά τον τίτλο κτήσης επί του επιδίκου ακινήτου) του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Φωτόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων:1) Σ. Μ. του Β., 2) Ι. συζ. Σ. Μ., το γένος Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κωσταβάρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4921/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 182/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 8-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5-7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Η χωριστή αυτή ιδιοκτησία δημιουργείται και αυτομάτως, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι` αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 740/2013, ΑΠ 1226/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 160/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 1127/2013).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1966 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ως συμβόλαιο πώλησης, στις 22-10-1966, περιήλθε στον Β. Μ. του Π., πατέρα του πρώτου των εναγόντων, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 52 τ.μ. μικτών, περίπου, του δεύτερου ορόφου μιας πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με πρόσοψη επί της οδού αυτής. Το ως άνω διαμέρισμα....φέρει εσωτερική αρίθμηση τέσσερα (4) και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων, χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής, 38/1000 εξ αδιαιρέτου. Η παραπάνω οικοδομή είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 369 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρω, κατά το ως άνω συμβόλαιο..... Η ως άνω πολυκατοικία ανοικοδομήθηκε σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των Γ. Μ., Π. Π. και Δ. Π., το οποίο προήλθε από συνένωση οικοπέδων τους, με ανταλλαγή ιδανικών μεριδίων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2-10-1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο .... Μεταξύ των ως άνω οικοπεδούχων και της ομόρρυθμης εταιρίας "...", καταρτίστηκε το υπ’ αριθ. .../2-10-1964 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου, με σκοπό την ανέγερση επί του ως άνω οικοπέδου τους πολυόροφης οικοδομής, με παρακράτηση, από τους οικοπεδούχους, ποσοστού 450/1000 εξ αδιαιρέτου, του οικοπέδου, με τους αναλογούντες σ’ αυτό χώρους, από την οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί. Σημειωτέον ότι οι ως άνω οικοπεδούχοι, με την υπ’ αριθ. .../1964 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ως διανομή, στον τόμο ... και ως σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών, στον τόμο ..., είχαν προβεί στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, επί των διαμερισμάτων-αυτοτελών ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν στην αντιπαροχή τους. Βέβαια, το επίδικο διαμέρισμα δεν αντιστοιχούσε στα ποσοστά που παρακράτησαν υπέρ αυτών οι οικοπεδούχοι, αλλά στην εργολάβο εταιρία, πλην όμως, πέραν του ότι η σύσταση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη ολόκληρης της οικοδομής στο νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η πώληση του εν λόγω διαμερίσματος στον Β. Μ., δημιούργησε χωριστή, οριζόντια ιδιοκτησία, με μόνη τη μεταγραφή του υπ’ αριθ. .../1966 συμβολαίου πώλησης, χωρίς ν’ απαιτείται διπλή μεταγραφή αυτού, δηλαδή και ως συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά τα προαναφερόμενα. Σημειωτέον δε, ότι στο παραπάνω συμβόλαιο διατυπώθηκε, σαφώς, η βούληση των συμβαλλομένων περί υπαγωγής του επιδίκου διαμερίσματος στις διατάξεις του ν. 3741/1929, παρά το γεγονός ότι δεν απαιτούνταν ιδιαίτερη σύμβαση προς τούτο, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, ως εκ περισσού, το ίδιο συμβόλαιο μεταγράφηκε, ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στις 26-1-2012, στον τόμο .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Β. Μ., τον Ιούνιο του έτους 1978, παραχώρησε το επίδικο διαμέρισμα, με άτυπη δωρεά, στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), ενόψει του επικειμένου γάμου τους, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον καθένα, έκτοτε δε οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν και διέμεναν σ’ αυτό. Στη συνέχεια, όμως, ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1980 συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Τσαδήρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο διαμέρισμα στη Χ. Κ., μητέρα της εναγόμενης (αναιρεσείουσας), η οποία ακολούθως, το μεταβίβασε, με δωρεά εν ζωή, κατά πλήρη, επίσης, κυριότητα, στην εναγόμενη, με το υπ’ αριθ. .../1981 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο 1210 και αριθμό 146 των ως άνω βιβλίων. Ωστόσο, παρά την κατά τα άνω, μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος, οι εναγόμενοι εξακολούθησαν να διαμένουν σ’ αυτό, μαζί με τα τέκνα που απέκτησαν από το γάμο τους, προβαίνοντας σε εργασίες συντήρησής του, τόσο αναγκαίες όσο και επωφελείς, καθώς και στη σταδιακή ανακαίνιση αυτού, ήτοι ασκώντας σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς καμία όχληση από την εναγόμενη. Η τελευταία δε, μόλις το έτος 2010, για πρώτη φορά, όχλησε τους ενάγοντες, διεκδικώντας το επίδικο διαμέρισμα. Βέβαια, η εναγόμενη αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε παραχωρηθεί κατά χρήση στους ενάγοντες, τόσο από τη δικαιοπάροχό της, όσο και από την ίδια (εναγόμενη), πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο μάρτυρας ανταπόδειξης, σύζυγος της εναγόμενης, κατέθεσε ότι το επίδικο διαμέρισμα πωλήθηκε από το Β. Μ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων), στη μητέρα της εναγόμενης, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αυτός αντιμετώπιζε, πλην όμως, παρέμειναν στη χρήση του οι ενάγοντες, κατόπιν επιθυμίας του παππού της εναγόμενης, την οποία σεβάστηκε τόσο η μητέρα της, όσο και η ίδια, όταν ενηλικιώθηκε, δεδομένου ότι αυτή (εναγόμενη), κατά την κτήση του διαμερίσματος ήταν μόλις δύο ετών. Μετά δε το θάνατο του παππού της εναγόμενης, που συνέβη το έτος 1997, η τελευταία, όντας πλέον ενήλικη, συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης, σε βάρος του επιδίκου ακινήτου, το έτος 1999, προκειμένου να ενισχύσει οικονομικά τον πατέρα της, η επιχείρηση του οποίου είχε πτωχεύσει, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Μόλις δε, το έτος 2010, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, οι ενάγοντες οχλήθηκαν από την εναγόμενη, όταν αυτός (μάρτυρας) τους επισκέφθηκε, "προκειμένου να συζητήσουν σχετικά με το επίδικο ακίνητο". Η ως άνω κατάθεση, όμως, δεν κρίνεται πειστική, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί μόνο κατά χρήση στους ενάγοντες, η εναγόμενη, μετά το θάνατο του παππού της και αφότου διαπίστωσε τα οικονομικά προβλήματα του πατέρα της, θα είχε επιδιώξει την απόδοση του διαμερίσματος σ’ αυτή, ώστε να ενισχύσει οικονομικά τον τελευταίο. Αυτή, όμως, μέχρι το έτος 2010, δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια, δηλωτική της πρόθεσής της να διεκδικήσει το εν λόγω ακίνητο, η συναίνεσή της δε, στην εγγραφή υποθήκης σε βάρος του και μάλιστα, χωρίς να ενημερώσει σχετικά, τους ενάγοντες, δεν συνιστά έκφραση τέτοιας βούλησης. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, οι ενάγοντες
έγιναν κύριοι του επιδίκου διαμερίσματος, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ’ αυτό πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, τους αναγνώρισε συγκυρίους του επιδίκου διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάτερο, αφενός δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτούς έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα τόσο του τρόπου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του επιδίκου διαμερίσματος, όσο και της επιδεκτικότητας προς χρησικτησία του τελευταίου, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος από τον αριθμό 1 και τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του "ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" και δη: α) τους λόγους της μακροχρόνιας αδράνειάς της, σχετικά με τη διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, β) τη διακοπή του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας των αντιδίκων της επί του επιδίκου ακινήτου "με την εγγραφή του εμπραγμάτου βάρους (υποθήκης) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το έτος 1992" και "με τη μεταγραφή του δευτέρου εμπραγμάτου βάρους (προσημείωση υποθήκης) το έτος 1999 και της εγγραφής της κατάσχεσης του ακινήτου το έτος 2009", και γ) το γεγονός ότι "ο ίδιος ο "δωρητής" των εναγόντων προέβη δύο χρόνια μόλις μετά την "άτυπη δωρεά του εν ζωή", στην πώληση του επιδίκου στη μητέρα της (αναιρεσείουσας)". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, ως προς τις υπό στοιχεία α και γ περιπτώσεις, αυτές δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλ’ η μεν πρώτη αρνητικό ισχυρισμό, η δε δεύτερη επιχείρημα, ενώ ως προς την υπό στοιχείο β περίπτωση, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός της διακοπής, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και αν επαναφέρθηκε παραδεκτά, κατά τα προεκτεθέντα, στο δεύτερο βαθμό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 182/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ξ. (Κ. κατά τον τίτλο κτήσης επί του επιδίκου ακινήτου) του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Φωτόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων:1) Σ. Μ. του Β., 2) Ι. συζ. Σ. Μ., το γένος Ν. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κωσταβάρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4921/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 182/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 8-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5-7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Η χωριστή αυτή ιδιοκτησία δημιουργείται και αυτομάτως, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι` αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 740/2013, ΑΠ 1226/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 160/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 1127/2013).
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1966 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ως συμβόλαιο πώλησης, στις 22-10-1966, περιήλθε στον Β. Μ. του Π., πατέρα του πρώτου των εναγόντων, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 52 τ.μ. μικτών, περίπου, του δεύτερου ορόφου μιας πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με πρόσοψη επί της οδού αυτής. Το ως άνω διαμέρισμα....φέρει εσωτερική αρίθμηση τέσσερα (4) και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων, χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής, 38/1000 εξ αδιαιρέτου. Η παραπάνω οικοδομή είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 369 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρω, κατά το ως άνω συμβόλαιο..... Η ως άνω πολυκατοικία ανοικοδομήθηκε σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των Γ. Μ., Π. Π. και Δ. Π., το οποίο προήλθε από συνένωση οικοπέδων τους, με ανταλλαγή ιδανικών μεριδίων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2-10-1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο .... Μεταξύ των ως άνω οικοπεδούχων και της ομόρρυθμης εταιρίας "...", καταρτίστηκε το υπ’ αριθ. .../2-10-1964 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου, με σκοπό την ανέγερση επί του ως άνω οικοπέδου τους πολυόροφης οικοδομής, με παρακράτηση, από τους οικοπεδούχους, ποσοστού 450/1000 εξ αδιαιρέτου, του οικοπέδου, με τους αναλογούντες σ’ αυτό χώρους, από την οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί. Σημειωτέον ότι οι ως άνω οικοπεδούχοι, με την υπ’ αριθ. .../1964 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ως διανομή, στον τόμο ... και ως σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών, στον τόμο ..., είχαν προβεί στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, επί των διαμερισμάτων-αυτοτελών ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν στην αντιπαροχή τους. Βέβαια, το επίδικο διαμέρισμα δεν αντιστοιχούσε στα ποσοστά που παρακράτησαν υπέρ αυτών οι οικοπεδούχοι, αλλά στην εργολάβο εταιρία, πλην όμως, πέραν του ότι η σύσταση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη ολόκληρης της οικοδομής στο νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η πώληση του εν λόγω διαμερίσματος στον Β. Μ., δημιούργησε χωριστή, οριζόντια ιδιοκτησία, με μόνη τη μεταγραφή του υπ’ αριθ. .../1966 συμβολαίου πώλησης, χωρίς ν’ απαιτείται διπλή μεταγραφή αυτού, δηλαδή και ως συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά τα προαναφερόμενα. Σημειωτέον δε, ότι στο παραπάνω συμβόλαιο διατυπώθηκε, σαφώς, η βούληση των συμβαλλομένων περί υπαγωγής του επιδίκου διαμερίσματος στις διατάξεις του ν. 3741/1929, παρά το γεγονός ότι δεν απαιτούνταν ιδιαίτερη σύμβαση προς τούτο, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, ως εκ περισσού, το ίδιο συμβόλαιο μεταγράφηκε, ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στις 26-1-2012, στον τόμο .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Β. Μ., τον Ιούνιο του έτους 1978, παραχώρησε το επίδικο διαμέρισμα, με άτυπη δωρεά, στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), ενόψει του επικειμένου γάμου τους, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον καθένα, έκτοτε δε οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν και διέμεναν σ’ αυτό. Στη συνέχεια, όμως, ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1980 συμβολαίου πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Τσαδήρα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ..., μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο διαμέρισμα στη Χ. Κ., μητέρα της εναγόμενης (αναιρεσείουσας), η οποία ακολούθως, το μεταβίβασε, με δωρεά εν ζωή, κατά πλήρη, επίσης, κυριότητα, στην εναγόμενη, με το υπ’ αριθ. .../1981 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο 1210 και αριθμό 146 των ως άνω βιβλίων. Ωστόσο, παρά την κατά τα άνω, μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος, οι εναγόμενοι εξακολούθησαν να διαμένουν σ’ αυτό, μαζί με τα τέκνα που απέκτησαν από το γάμο τους, προβαίνοντας σε εργασίες συντήρησής του, τόσο αναγκαίες όσο και επωφελείς, καθώς και στη σταδιακή ανακαίνιση αυτού, ήτοι ασκώντας σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς καμία όχληση από την εναγόμενη. Η τελευταία δε, μόλις το έτος 2010, για πρώτη φορά, όχλησε τους ενάγοντες, διεκδικώντας το επίδικο διαμέρισμα. Βέβαια, η εναγόμενη αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε παραχωρηθεί κατά χρήση στους ενάγοντες, τόσο από τη δικαιοπάροχό της, όσο και από την ίδια (εναγόμενη), πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο μάρτυρας ανταπόδειξης, σύζυγος της εναγόμενης, κατέθεσε ότι το επίδικο διαμέρισμα πωλήθηκε από το Β. Μ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων), στη μητέρα της εναγόμενης, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αυτός αντιμετώπιζε, πλην όμως, παρέμειναν στη χρήση του οι ενάγοντες, κατόπιν επιθυμίας του παππού της εναγόμενης, την οποία σεβάστηκε τόσο η μητέρα της, όσο και η ίδια, όταν ενηλικιώθηκε, δεδομένου ότι αυτή (εναγόμενη), κατά την κτήση του διαμερίσματος ήταν μόλις δύο ετών. Μετά δε το θάνατο του παππού της εναγόμενης, που συνέβη το έτος 1997, η τελευταία, όντας πλέον ενήλικη, συνήνεσε στην εγγραφή υποθήκης, σε βάρος του επιδίκου ακινήτου, το έτος 1999, προκειμένου να ενισχύσει οικονομικά τον πατέρα της, η επιχείρηση του οποίου είχε πτωχεύσει, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Μόλις δε, το έτος 2010, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, οι ενάγοντες οχλήθηκαν από την εναγόμενη, όταν αυτός (μάρτυρας) τους επισκέφθηκε, "προκειμένου να συζητήσουν σχετικά με το επίδικο ακίνητο". Η ως άνω κατάθεση, όμως, δεν κρίνεται πειστική, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί μόνο κατά χρήση στους ενάγοντες, η εναγόμενη, μετά το θάνατο του παππού της και αφότου διαπίστωσε τα οικονομικά προβλήματα του πατέρα της, θα είχε επιδιώξει την απόδοση του διαμερίσματος σ’ αυτή, ώστε να ενισχύσει οικονομικά τον τελευταίο. Αυτή, όμως, μέχρι το έτος 2010, δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια, δηλωτική της πρόθεσής της να διεκδικήσει το εν λόγω ακίνητο, η συναίνεσή της δε, στην εγγραφή υποθήκης σε βάρος του και μάλιστα, χωρίς να ενημερώσει σχετικά, τους ενάγοντες, δεν συνιστά έκφραση τέτοιας βούλησης. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, οι ενάγοντες
έγιναν κύριοι του επιδίκου διαμερίσματος, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ’ αυτό πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, τους αναγνώρισε συγκυρίους του επιδίκου διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάτερο, αφενός δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτούς έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα τόσο του τρόπου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του επιδίκου διαμερίσματος, όσο και της επιδεκτικότητας προς χρησικτησία του τελευταίου, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος από τον αριθμό 1 και τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του "ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" και δη: α) τους λόγους της μακροχρόνιας αδράνειάς της, σχετικά με τη διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, β) τη διακοπή του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας των αντιδίκων της επί του επιδίκου ακινήτου "με την εγγραφή του εμπραγμάτου βάρους (υποθήκης) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το έτος 1992" και "με τη μεταγραφή του δευτέρου εμπραγμάτου βάρους (προσημείωση υποθήκης) το έτος 1999 και της εγγραφής της κατάσχεσης του ακινήτου το έτος 2009", και γ) το γεγονός ότι "ο ίδιος ο "δωρητής" των εναγόντων προέβη δύο χρόνια μόλις μετά την "άτυπη δωρεά του εν ζωή", στην πώληση του επιδίκου στη μητέρα της (αναιρεσείουσας)". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, ως προς τις υπό στοιχεία α και γ περιπτώσεις, αυτές δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλ’ η μεν πρώτη αρνητικό ισχυρισμό, η δε δεύτερη επιχείρημα, ενώ ως προς την υπό στοιχείο β περίπτωση, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός της διακοπής, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και αν επαναφέρθηκε παραδεκτά, κατά τα προεκτεθέντα, στο δεύτερο βαθμό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 182/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου