Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΠ 919/2017 - Γεωργικοί Συνεταιρισμοί"Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ", ο οποίος έχει ισχύ νόμου- ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ’ αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας-η πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση "Αγροτικός Πτηνοτροφικός ...", είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου

ΑΠ 919/2017 - Γεωργικοί Συνεταιρισμοί
Έτος: 2017
Νούμερο: 919
"Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ", ο οποίος έχει ισχύ...
νόμου- ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ’ αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας-η πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση "Αγροτικός Πτηνοτροφικός ...", είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Πτηνοτροφικού ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντινιά Γάλλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός με την από 30/4/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 19/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Με τα άρθρα: (α) 3§§εδ. α, 2 εδ. β και 5 εδ. β’ του κυρωθέντος με την …7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ν.1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών" (β) 2§1 εδ. α και 33§§1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β. δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ. α της §1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§1 του β. δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ.", και (γ) 1§4, 33 και 72§§1 και 2 του ν.1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", που με την τελευταία από τις εν λόγω διατάξεις του διατήρησε σε ισχύ και όλες τις προηγούμενες ως άνω διατάξεις, ορίζονται, αντιστοίχως, τα εξής: (1) "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον. Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου. Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν διά τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα. (2) Αι παρ’ εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσις εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως. Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικάς θέσεις είναι μόνιμον. Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ’ ο αργεί η διά της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία. Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας. Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι διά τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν". Και (3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου. Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25§2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού ... 2. Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο Ν.1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Με βάση την παραπάνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε η ΚΥΑ 27346/17-10-1990 (ΦΕΚ Β’ 700), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, που ορίζει στο άρθ. 6, ότι το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο, στο άρθ.7 ότι το τακτικό προσωπικό είναι μόνιμο και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας, καταλαμβάνει δε θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της Οργάνωσης κατά κατηγορία και βαθμό, και στο άρθρο 8 ότι (α) για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (§1) (β) η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να παραταθεί εάν έχει συναφθεί για 12μηνη διάρκεια, εάν δε έχει συναφθεί για μικρότερη διάρκεια μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά για χρόνο όχι μεγαλύτερο από εκείνον που υπολείπεται για να συμπληρωθεί 12μηνο (§2) και (γ) μετά την λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από την λήξη της (§3). Περαιτέρω, το άρθρο 46 του ν.2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην §1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι (α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και (β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, και στην §2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την ΚΥΑ 27346/1990, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Στην συνέχεια, με το άρθ.38 ν.2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" ορίσθηκε, κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με τα παραπάνω, ότι "§1. Το προσωπικό των Α.Σ.Ο. είναι: α) Τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης. §2. Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Γεωργίας ύστερα από γνώμη της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ. και της Ο.Σ.Ε.Γ.Ο., ρυθμίζεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων όλων των βαθμίδων και της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ". Σε εκτέλεση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΚΥΑ 52800/2006 (ΦΕΚ Β’ 1443) εκδόθηκε ο "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ", ο οποίος έχει ισχύ νόμου και στον οποίο ορίζεται, κατά τρόπο κατά βάση όμοιο με τα παραπάνω, ότι (α) στον κανονισμό αυτόν υπάγονται το τακτικό προσωπικό και το με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο κατά το μέρος που ορίζεται στο άρθ.5 αυτού, καθώς και κατά το μέρος που ορίζεται στην σύμβαση πρόσληψής του (άρθ.4) (β) το προσωπικό συνδέεται με την Οργάνωση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού της Οργάνωσης και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, στην περίπτωση δε αυτήν η διάρκεια, το είδος και οι όροι απασχόλησης του προσωπικού αυτού (με σύμβαση ορισμένου χρόνου, το οποίο δεν κατέχει οργανική θέση) ορίζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας του, η οποία λήγει αυτοδίκαια με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς της και δεν μπορεί να υπερβεί τα 2 έτη συνολικά, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη διατύπωση (άρθ.5§1,όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με την ΚΥΑ52199/2011). Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων που αφορούν την διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλ. αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κλπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες) προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεουμένη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένη χρόνου, η οποία ως εκ τούτου είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών. Εξάλλου, κατά το άρθ.41 του Κανονισμού αυτού η εργασιακή σχέση του προσωπικού λύεται, εκτός των άλλων τρόπων, και με απόλυση, ενώ κατά το άρθ.44 ο υπάλληλος απολύεται, όταν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, για επαγγελματική ανεπάρκεια, λόγω συμπλήρωσης του υποχρεωτικού ορίου ηλικίας των 65 ετών, για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ κλπ. Η οριστική απόλυση επιβάλλεται κατ’ άρθ.47, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς εξαιρετικά βαριάς μορφής, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει την συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης, χαρακτηριστικά ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους, συναδέλφους ή τρίτους κλπ. Στα άρθ.49 επ. καθορίζονται τα όργανα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου και η πειθαρχική διαδικασία, στο δε άρθ.50§5 ορίζεται ότι οι πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται, εάν προηγουμένως δεν εγκριθούν από το Πειθαρχικό Συμβούλιο που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθ.1§2 ν.1541/1985, 1§2 ν.2169/1993 και 1§3 ν.2810/2000 οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις κάθε βαθμίδας είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 649, 669, 672 ΑΚ Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου, ειδικότερα, χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ενώ, αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σκοπήθηκε η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όπου δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για τον σκοπό αυτόν, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη ως προς εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα με το ΠΔ 81/2003, που άρχισε να ισχύει από 2-4-2003 (ενώ για τους εργαζομένους με τέτοιες συμβάσεις στον δημόσιο τομέα με το ΠΔ 164/2004, με έναρξη ισχύος από 19-7-2004). Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, και από το οποίο (που αξιοποιήθηκε γενικότερα τια τον ορθό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, με πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της ως άνω Οδηγίας, αν και αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση από τον εργοδότη των τυπικών όρων του ν.2112/1920 κατά την απόλυση) προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθ. 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18-7- 1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 618/2017). Σημειώνεται ότι τούτο (δηλ. ότι στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ.8 ν. 2112/1920) συμβαίνει και όταν πρόκειται για μία και μοναδική αρχική σύμβαση (πρβλ. ΑΠ 369/2013). Τέλος, και γενικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ’ αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθ.1 ΚΠολΔ (ΠλΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 618/2017). Η διάταξη του άρθ.8§3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281, 671 ΑΚ και 25§§1 και 3 του Συντάγματος) εφαρμόζεται και στην περίπτωση που γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου, ο οποίος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης "Αγροτικός Πτηνοτροφικός ...", η οποία είναι, όπως προαναφέρθηκε, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται σ’ αυτήν, σε κάθε περίπτωση, οι διατάξεις του άρθ.103§§7 και 8 του Συντάγματος, που αφορούν την πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (και απαγορεύουν την ακόμη και με νόμο μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου ακόμη και όταν οι ούτω προσλαμβανόμενοι εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες κλπ.), η δε σύμβαση μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου, παρά το ότι, όπως προαναφέρθηκε, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων (άρθ.6-8 του εκδοθέντος με την ΚΥΑ 27346/1990 Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, 46§1 ν.2169/1993, 38§ν.2810/2000, 4 και 5 του εκδοθέντος με την ΚΥΑ 52800/2006 και ήδη ισχύοντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κλπ.) προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσλαμβάνεται μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου (ΑΠ 1256/2013, ad hoc για τον ίδιο αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό ΑΠ 721/2012) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τώρα αναιρεσείοντος "Αγροτικού Πτηνοτροφικού ..." με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και την επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση εργασίας με τους αυτούς όρους εργασίας, με την προσβαλλομένη 53/2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι την 23-1-1992 ο εναγόμενος αγροτικός συνεταιρισμός προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου, σύμφωνα με τον Κανονισμό του εναγομένου, χρόνου ως ηλεκτρολόγο στο Τμήμα ..., μετά δε την πάροδο του χρόνου που προβλέπει ο Κανονισμός ο ενάγων κατέστη μόνιμος υπάλληλος, ότι την 10-2-2009 ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα .../2009 απόφαση του ΔΣ αυτού, με την οποία τον καλούσε εντός προθεσμίας 8 ημερών σε έγγραφη απολογία για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του όσον αφορά την λειτουργία και ρύθμιση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και έλλειψη συνεργασίας με τους συναδέλφους και προϊσταμένους των τμημάτων, ότι ο ενάγων δεν προσήλθε στο ΔΣ του εναγομένου για να απολογηθεί και την 23-2-2009 το ως άνω ΔΣ, ως πειθαρχικό όργανο, έλαβε .../2009 απόφαση λύσης της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, η απόφαση δε αυτή κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, που την παρέλαβε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, την 24-3-2009, ότι η παραπάνω απόφαση λύσης της εργασιακής σχέσης δεν είναι νόμιμη, αλλά ανίσχυρη με αναγκαία συνέπεια την ακυρότητα της στηριζομένης σ’ αυτήν καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διότι δεν τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία που ορίζει η ΚΥΑ 52800/2006 και αφορά τον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, ειδικότερα δε δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρθ.50§5 αυτού, κατά την οποία οι πειθαρχικές αποφάσεις του επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται, εάν δεν εγκριθούν προηγουμένως από το Πειθαρχικό Συμβούλιο που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ, ότι δεν αποδεικνύεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του εναγομένου κατά κατηγορίες, βαθμούς και θέσεις, ώστε να αποκλείεται η ιδιότητα του ενάγοντος ως τακτικού υπαλλήλου και συνακόλουθα και η εφαρμογή των άρθ.41 και 44 της ΚΥΑ 52800/2006, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί κατά τον ίδιο τρόπο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ρητά δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταστεί μόνιμος (τακτικός) υπάλληλος του εναγομένου, δηλ. έμμεσα ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αυτού είχε καταστεί αορίστου χρόνου ως εκ της μακροχρόνιας απασχόλησής του στον αναιρεσείοντα Οργανισμό (23-1-1992 έως 24-3-2009), καλύπτοντος, άρα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του. Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος αναίρεσης κατά το συναφές Α’ σκέλος του από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με το οποίο προβάλλεται ειδικότερα, ότι σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και δη των άρθ.38 ν.2810/2000 και 5 της ΚΥΑ 52800/2006 "δεν προβλέπεται (...) πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου και η εργασία που εκτελεί καλύπτει πάγιες ανάγκες του Συνεταιρισμού, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν.2112/1929 (από παραδρομή στο αναιρετήριο αναφέρεται το άσχετο άρθρο 7 του ως άνω νόμου) και η σύμβασή του δεν μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, αφού ο νόμος επιβάλλει την πρόσληψη του προσωπικού αυτού μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου (...). Κατ’ ακολουθίαν η σύμβαση ορισμένου χρόνου (εκ παραδρομής έχει τεθεί : αορίστου), που παρατάθηκε πέραν των 12 μηνών είναι άκυρη, ως αντικειμένη στις πιο πάνω απαγορευτικές διατάξεις (...). Η αρχική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου του αντιδίκου δεν μπορούσε να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν ανανεωνόταν διαδοχικά, επομένως ούτε και να καταστεί μόνιμος υπάλληλος (...) ο αντίδικος ουδέποτε κατέστη μόνιμος υπάλληλος..., ούτε τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις πρόσληψής του σε οργανική θέση, ώστε να καταστεί "μόνιμος". Το ότι επίσης δεν ήταν δυνατό, σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, να συνεχίσει να εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά και το γεγονός ότι για να προσληφθεί ως αορίστου χρόνου έπρεπε να συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κρινόμενη-επίδικη σύμβαση εργασίας που είχε ο αντίδικος με το Συνεταιρισμό (...) ήταν άκυρη (...) εκπίπτουσα σε απλή σχέση εργασίας", δέχεται δηλ. ουσιαστικά ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός, ότι οι εργαζόμενοι που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του συνδέονται με αυτόν με σύμβαση αορίστου χρόνου, ως εκ τούτου δε οι προσληφθέντες με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, όμως, ανανεώθηκε διαδοχικά ή εξακολούθησε μετά την λήξη της αρχικής διάρκειάς της, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, ήταν, άρα, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από τις σχετικές απαγορεύσεις που θεσπίζουν οι ως άνω διατάξεις, καθίστανται μόνιμοι (τακτικοί) υπάλληλοι αυτού. Εξάλλου, διέλαβε συναφώς επαρκείς αιτιολογίες και κατά συνέπεια ο αυτός ως άνω 1ος λόγος κατά το σχετικό Β’ σκέλος του από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

II. (A) Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για τον λόγο αυτόν, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. (ΑΠ 613/2015) (B)(i) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης, ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006) (ii) Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3§1, 5 του β.δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Εάν δεν καταβληθεί πλήρης η οφειλομένη κατά νόμον αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (180 Α.Κ., ΑΠ 359/2015) (iii) Ειδικότερα, από τα άρθ. 669§2 ΑΚ, 1 ν.2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και το κύρος της δεν εξαρτάται, καταρχήν, από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλ’ αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου, η άσκηση, όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και επομένως άκυρη σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ. Η καταγγελία, ειδικότερα, της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία είναι άκυρη και εάν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η προβλεπομένη γι’ αυτήν νόμιμη αποζημίωση (άρθ. 5§3 ν.3198/1955), είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αυτή οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 13/2014, 2234/2013) (iv) Το άρθρο 38 του ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" ορίζει ότι: Το προσωπικό των Α.Σ.Ο είναι: α) Τακτικό που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης. Η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την 52800/2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας- Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων "Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑ.ΣΕ.ΓΕΣ", για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 44 του Κανονισμού αυτού, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, η υπαλληλική σχέση του τακτικού (μόνιμου) προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών, στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο προσωπικό, εκτός από το έκτακτο, λύεται, εκτός άλλων, και με απόλυση. Κατά το εν λόγω δε άρθρο ο υπάλληλος απολύεται α)... β) για σωματική ή πνευματική ανικανότητα γ) για επαγγελματική ανεπάρκεια δ) εάν ο υπάλληλος κριθεί τρεις (3) συνεχείς φορές μη προακτέος ε) για κατάργηση θέσεως στ) για συμπλήρωση υποχρεωτικού ορίου ηλικίας, που είναι το 65° έτος ζ) για συμπλήρωση 35 ετών πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας η) με κοινή συμφωνία Οργάνωσης και υπαλλήλου, κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου και αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης θ) για λόγους οικονομοτεχνικούς ι) για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ια) όταν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης που προβλέπεται (ως πειθαρχική ποινή) από το άρθρο 46 εδ. δ’ του Κανονισμού και επιβάλλεται στον υπάλληλο για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις: α) αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς εξαιρετικά βαριάς μορφής, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει την συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης β) παραβάσεως καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα γ) αποδοχής οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος, που προέρχεται από πρόσωπο, του οποίου την υπόθεση χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ο υπάλληλος θ) από πρόθεση παράβαση νόμων και κανονισμών, διαταγών, εγκυκλίων, εγγράφων που επέφεραν ζημία στην Οργάνωση. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν: α) Κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου των αποδοχών ενός (1) μηνός ή β) Κατά το προηγούμενο της διάπραξης του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός. Στο άρθρο 45§1 του κανονισμού ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος ως "κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος ή ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συνεταιριστικού υπαλλήλου συμπεριφορά ή ηθελημένη βλάβη των συμφερόντων της Οργάνωσης", στην παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται, τόσο από τις υποχρεώσεις, που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, το καταστατικό και ο κανονισμός λειτουργίας της Οργάνωσης, οι εγκύκλιοι, οι εντολές και οδηγίες, όσο και από την συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος, εντός και εκτός της υπηρεσίας, ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής". Στο ίδιο άρθρο 45 του Κανονισμού ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων... β) Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης οφειλομένης υπηρεσίας καθώς και η διάπραξη αντικανονικών και παράτυπων ενεργειών.... ε) Η παράβαση της υποχρέωσης της εχεμύθειας... .ιβ) Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής του ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων.....ιε) Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήση ή εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην Υπηρεσία, ενώ στα άρθρα 49 και 50 του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου (γενικός διευθυντής, διοικητικό συμβούλιο, πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ) και ορίζεται ότι : α) οι πειθαρχικές ποινές της προσωρινής και οριστικής απολύσεως επιβάλλονται από το διοικητικό συμβούλιο της Οργάνωσης, το οποίο λειτουργεί στην περίπτωση αυτή ως πειθαρχικό συμβούλιο, κατόπιν εισηγήσεως του γενικού διευθυντή (§2) β) οι πειθαρχικές αποφάσεις, που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης, δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της έγκρισης του πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ (§3) και γ) η Οργάνωση έχει υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την λήψη της απόφασης του πειθαρχικού της συμβουλίου για προσωρινή ή οριστική παύση να αποστείλει τον σχηματισθέντα φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Συνεταιριστικού Οργανώσεων, περιέχοντας πλήρη και εξαντλητική ρύθμιση ως προς την λύση της υπηρεσιακής σχέσεως των μόνιμων υπαλλήλων τους, στους οποίους αφορά, λαμβάνει στο πλαίσιο αυτό ειδική μέριμνα για την περίπτωση, κατά την οποία τακτικός υπάλληλος έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα. Η μέριμνα αυτή παρέχει στο εν λόγω προσωπικό προστασία μεγαλύτερη από εκείνη που του παρέχεται από το κοινό δίκαιο και δη από το άρθρο 672 του ΑΚ για καταγγελία της εργασιακής σχέσεως για σπουδαίο λόγο. Εξάλλου, η επιβολή πειθαρχικής ποινής από τον εργοδότη ή το πειθαρχικό συμβούλιο που ενεργεί ως όργανό του, όπως η πειθαρχική ποινή της προσωρινής ή οριστικής απολύσεως που προβλέπεται είτε από την σύμβαση εργασίας είτε από τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό Υπηρεσιακής καταστάσεως προσωπικού συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, η οποία, όπως και η άσκηση κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ , δηλ. της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη ως καταχρηστική την επιβολή της ανωτέρω πειθαρχικής ποινής και την συνακόλουθη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Τέτοια κατάχρηση δικαιώματος υπάρχει όταν η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης έγινε από κακότητα, εχθρότητα και εκδίκηση του εργοδότη προς τον μισθωτό λόγω συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του αλλά απαρέσκει στον εργοδότη (ΑΠ 1693/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Αγροτικό Πτηνοτροφικό ... την 23-1-1992 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενταχθείς από την ως άνω πρόσληψή του στο μόνιμο (τακτικό) προσωπικό του εναγομένου και εργαζόμενος ως υπάλληλός του με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου στο Τμήμα "...", ότι αιφνιδιαστικά και χωρίς να διατυπωθούν οποιαδήποτε παράπονα εναντίον του από την εναγομένη για την εκτέλεση της εργασίας του με το 862/2009 πρακτικό της εναγομένης, που παρέλαβε την 10-2-2009 κλήθηκε σε έγγραφη απολογία "για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του όσον αφορά την λειτουργία και ρύθμιση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κατά την διάρκεια σφαγής (συνεχείς αδικαιολόγητες βλάβες) και έλλειψη συνεργασίας με τους συναδέλφους και Προϊσταμένους των Τμημάτων", ότι το ΔΣ του εναγομένου την 23-2-2009 και πριν καν την ανάγνωση της έγγραφης απολογίας του, αλλά με προειλημμένη απόφαση, αποφάσισε την λύση της εργασιακής του σύμβασης, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος του εναγομένου την 24-3-2009 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία είναι άκυρη, διότι (α) δεν εγκρίθηκε προηγουμένως από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ, κατά παράβαση των εκεί αναλυτικά αναφερομένων διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Συνεταιριστικών Οργανώσεων, πλέον δε αυτού κατά παράβαση του άρθ.14§1 ν.2810/2000 δεν μετέσχε, όπως επιβάλλεται ως άνω, στην σχετική συνεδρίαση του ΔΣ του εναγομένου, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση για την καταγγελία της σύμβασής του, ως μέλος αυτού με δικαίωμα ψήφου εκπρόσωπος του τακτικού προσωπικού (β) δεν καταβλήθηκε σ’ αυτόν κατά την απόλυσή του πλήρης η οφειλομένη για την αιτία αυτήν αποζημίωση, καθόσον, αν και η αποζημίωση αυτή ανερχόταν, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, στο ποσό των 29.159€ το εναγόμενο του κατέβαλε 27.588,05€, δηλ. ποσό κατά 1.571€ μικρότερο του κατά νόμον οφειλομένου, χωρίς να υπάρχει συναφώς εύλογη αμφιβολία εκ μέρους του εναγομένου (γ) ο εναγόμενος άσκησε το σχετικό δικαίωμά του καταχρηστικά, καθόσον η απόλυση του ενάγοντος έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης και χωρίς κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, αλλά για να εξυπηρετηθούν φίλοι του εναγομένου, αφού στην θέση του ενάγοντος προσλήφθηκε άλλος εργαζόμενος (Τ.), αν και ο εναγόμενος γνώριζε ότι ο ενάγων, λόγω λύσης του γάμου του, είχε την αποκλειστική γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων θυγατέρων του, από τις οποίες η μία παρουσιάζει διαταραχή διαγωγής, οριακή νοημοσύνη με σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς, μειωμένη κριτική ικανότητα και δυσκολίες σωματικές στις δεξιότητες κλπ., λόγω δε της ανεργίας που μαστίζει την περιοχή τους ο ενάγων είναι αδύνατο να ανεύρει εργασία, προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του, με βάση δε αυτά ζήτησε (α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη, για τους παραπάνω λόγους, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και (β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Συνεταιρισμός να τον επαναπροσλάβει στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους κλπ. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και τα προαναφερθέντα αιτήματα ήταν νόμιμη (λαμβανομένου υπόψη ότι ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός δεν προβάλλει έλλειψη νομιμότητας αυτής ειδικότερα σε σχέση με την θεμελίωση της προβαλλομένης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου και στην μη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας και παραβάσεις περί αυτήν) και ουδεμία έπασχε αοριστία, ως εκ τούτου δε πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης κατ’ αμφότερα τα σκέλη του από το άρθ.559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν’ απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2015 αίτηση του "Αγροτικού Πτηνοτροφικού Συνεταιρισμού …" (αριθμός κατάθεσης ...-5-2015) για αναίρεση της 53/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: