
ΑΠ 1274/2016 - Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, εις βάρος του Δημοσίου
Έτος: 2016
Νούμερο: 1274..
Έτος: 2016
Νούμερο: 1274..
Η κρίση περί του αν η προξενηθείσα από την πράξη της πλαστογραφίας ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απαιτείται όμως να προσδιορίζεται το μέγεθος της ζημίας, χωρίς να απαιτείται άλλη αιτιολογία ή να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο θεωρεί ότι η συγκεκριμένη ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 684/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, ο υπαίτιος πλαστογραφίας τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, εάν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτους ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ και ήδη με το ν.4055/2012 το ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το ν.1738/1987 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν.1877/1990 και το άρθρο 36 του ν.2172/1993. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναφερόμενα εκεί άρθρα του ποινικού κώδικα, μεταξύ των οποίων και το για την πλαστογραφία εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (όπως αυξήθηκε με το άρθρο 4 παρ.3 του ν.2408 (1996), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιβάλλεται η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο ν.1608/1950 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία του εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.1, αλλά επαυξάνει απλώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις την ποινή. Έτσι σε περίπτωση κατά την οποία η πλαστογραφία στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263Α Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (ήδη 150.000 ευρώ) τότε κατά το άρθρο 1 παρ.1 ν.1608/1950, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ.3 εδ.α του άρθρου 216 του ΠΚ επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις μεταξύ των οποίων, και όταν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Δεν είναι ανάγκη στην περίπτωση αυτή, η επίτευξη του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας. Η κρίση δε περί του αν η προξενηθείσα από την πράξη της πλαστογραφίας ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απαιτείται όμως να προσδιορίζεται το μέγεθος της ζημίας, χωρίς να απαιτείται άλλη αιτιολογία ή να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο θεωρεί ότι η συγκεκριμένη ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπ’ όψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς) είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής ή στην παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής. Όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ για έλλειψη αιτιολογίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠοινΔ "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτήν, διαφορετικός χαρακτηρισμός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α)αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β)ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου που αμετακλήτως καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε η έπαυσε η ποινική δίωξη και γ)ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του με οποιοδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠοινΔ "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ’ αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει αν, δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους....".
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α)να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο 2)οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ)οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, είτε δεν εδικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.684/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, εις βάρος του Δημοσίου με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 περί καταχραστών του δημοσίου, το δε συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε αλλά και η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ ανερχόμενη στο ποσό των 344.911.935 δρχ. (1.012.214,04 ευρώ) το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και του επιβλήθηκε, μετά την αναγνώριση σ’ αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.1 περ.α ΠΚ, η ποινή της καθείρξεως των επτά (7) ετών.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία γίνεται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου πρότεινε τον ισχυρισμό περί παραγραφής της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξεως, ισχυριζόμενος ότι το αντικείμενο αυτής δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως τούτο κρίθηκε με την υπ’ αριθμ.84/2000 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκε ο συγκατηγορούμενός του Ε.Π., ως ηθικός αυτουργός για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν ως άνω πράξη και ότι κατόπιν τούτου μη υφισταμένης της επιβαρυντικής ως άνω περιπτώσεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 λόγω του δεδικασμένου που απορρέει ως προς το ζήτημα αυτό από την υπ’ αριθμ.84/2000 πιο πάνω απόφαση, άλλως λόγω της αναλογικής εφαρμογής του αποτελέσματος αυτής κατ’ άρθρον 469 ΚΠοινΔ και σ’ αυτόν, η απειλούμενη ποινή για την πράξη που του αποδίδεται, χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής ως άνω περιπτώσεως είναι αυτή της προσκαίρου καθείρξεως και συνεπώς η πράξη αυτή έχει υποπέσει σε παραγραφή λόγω παρόδου εικοσαετίας από της τελέσεώς της, η οποία, κατά γενόμενα δεκτά, έλαβε χώρα το Μάρτιο έως το Μάιο του έτους 1993.
Το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, πέραν του ιδίου αιτιολογικού ενοχής, κατά λέξη, τα εξής, αναφορικά με τον προβληθέντα, ως άνω, ισχυρισμό: "Εξ άλλου όσον αφορά τον υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατ/νου, περί παραγραφής της αποδιδομένης σ’ αυτόν αδίκου πράξεως, ως έχουσας αντικείμενο που δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία απειγείται η ποινή της προσκαίρου καθείρξεως, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς είχαν παραπεμφθεί με το βούλευμα που προαναφέρθηκε για να δικασθούν οι, Ε. Π., Μ. Β., Γ. Ζ., Α. Μ., Μ. Μ. και Σ. Τ., στη δικάσιμο της 27-11-1998, για τις πράξεις: 1)πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, επί σκοπώ οφέλους ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με βλάβη του Δημοσίου σε βαθμό κακουργήματος, 2)ηθική αυτουργία στην άνω πράξη, 3)λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σημαντικού ποσού σε βάρος του Δημοσίου, 4)άμεση συνέργεια στην, ως άνω, λαθρεμπορία. Πλέον συγκεκριμένα οι κατ/νοι παραπέμφθηκαν με το 502/1997 βούλευμα του Συμβ.Εφ.Πειραιώς, σύμφωνα με το οποίο η όλη υπόθεση αφορά σε εισαγωγή και διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση, κατά τρόπο λαθρεμπορικό μεγάλων ποσοτήτων μπανανών, για τις οποίες είχαν κατατεθεί επτά αιτήσεις εσωτερικής αποστολής του Α’ Τελωνείου Πειραιώς και με τις οποίες είχε ζητηθεί η transit αποστολή των μπανανών τούτων στο Τελωνείο Κατερίνης με την προοπτική της καταβολής εκεί των αντιστοιχούντων στην εισαγωγή τους δασμών, συνολικού ποσού 341.911.935 δραχμών. Με τη χρησιμοποίηση όμως τεχνασμάτων που συνίσταντο σε πλαστές εγγραφές στο δεύτερο και το τρίτο αντίτυπο των, ως άνω, διασαφήσεων και στη σύνταξη τριών πλαστών διαβιβαστικών εγγράφων, ως προερχομένων δήθεν από το Τελωνείο Κατερίνης, πείσθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Α’ Τελωνείου Πειραιώς, που παρακολουθούσαν δια των εγγράφων την αποστολή των μπανανών από τον Πειραιά στην Κατερίνη, ότι δήθεν τα φορτία αφίχθησαν στο Τελωνείο Κατερίνης, ενώ αυτά είχαν ήδη φυγαδευτεί τεχνηέντως και διατεθεί στην εσωτερική κατανάλωση. Χρηματοδότης όλης αυτής της επιχειρήσεως ήταν ο Ε.Π., με συνεργάτη και βοηθό του στην Κατερίνη τον εκτελωνιστή Μ. Β. στον οποίο και αποδίδονται όλες οι πλαστογραφίες των εγγράφων. Ο Γ.Ζ. φέρεται ως αποστολέας και παραλήπτης στις έξι από τις επτά αποστολές μπανανών, ενώ οι κατηγορούμενοι Α.Μ. και Μ.Μ. διεκπεραίωσαν ως εκτελωνιστές τις απαιτούμενες διαδικασίες στο Α’ Τελωνείο Πειραιώς. Τέλος ο Χ.Τ. φέρεται ότι διακίνησε σε ψυγεία τις ποσότητες των άνω μπανανών. Σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ’ αριθμ.406/430/1998 αποφάσεως η οποία εξεδόθη εν προκειμένω, και αποσπάσματα του παρατίθενται αυτολεξεί καθό μέρος ενδιαφέρουν την προκειμένη περίπτωση:"...σελ.46, 47 Όπως παραπάνω αναφέρεται προκειμένου ο κατηγορούμενος Ε.Π., να πραγματοποιήσει τον σκοπό του αυτό, χρησιμοποίησε στην Κατερίνη τον συγκατηγορούμενό του εκτελωνιστή Μ.Β., προς τον οποίο προκάλεσε....την απόφαση να εκτελέσει το κακούργημα της πλαστογραφίας με χρήση...κατ’ εξακολούθηση με σκοπό οφέλους, δια βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχεται στο, ως άνω, ποσό των 344.911.935 δραχμών και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (και ειδικότερα να καταρτίσει πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε να κάνει, και χρήση των εγγράφων αυτών με σκοπό να προσπορίσει σ’ αυτόν (Ε.Π.) το ως άνω περιουσιακό όφελος". Όμως στη σελίδα 49, συνεχίζοντας το σκεπτικό, δέχεται ότι το ποσό των 344.911.935 δραχμών δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ο Ε.Π. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α)ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, κατ’ εξακολούθηση μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους δια βλάβης του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, αλλά δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (δηλ. χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρ.1 παρ.1 εδ.β’ του Ν.1608/1950) κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Στη συνέχεια δε με το διατακτικό (σελ.60) κηρύσσει ένοχο τον Ε.Π. για ηθική αυτουργία στο κακούργημα της πλαστογραφίας με χρήση, κατ’ εξακολούθηση με σκοπό οφέλους δια βλάβης του ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., το οποίο όμως δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Εν τέλει δε ο Ε. Π. καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών για την ηθική αυτουργία στην πλαστογραφία και σε φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή 558.705.245 δραχμών για την πράξη της λαθρεμπορίας. Όσον αφορά τον Μ. Β., με την 3431/1998 απόφαση του Τριμ.Εφ.Πειραιώς ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο για την πλαστογραφία μέχρι τη σύλληψή του και την εμφάνισή του, ενώ με την προαναφερθείσα 406/430/1998 απόφαση κηρύχθηκε ένοχος για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 558.705.245 δρχ.
Κατά της άνω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τον Ε.Π. και εκδόθηκε η 84/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς (με την οποία ο εκκαλών κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης του Δημοσίου που η ζημία του υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και για λαθρεμπορία.
Με την 461/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης (ο κατ/νος Μ. Β.), κηρύχθηκε ένοχος για πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, σκοπός της οποίας ήταν να προσπορίσει στον Ε.Π. το πιο κάτω περιουσιακό όφελος και το Ελληνικό Δημόσιο να υποστεί την ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών καθόσον ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 256.163.177 δρχ. (ήδη 751.873,13 ευρώ). Ασκηθείσης εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως από τον κατ/νο εξεδόθη η 306/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία το Δικαστήριο δεχθέν ότι με την εκκαλουμένη, ο κατ/νος κηρύχθηκε ένοχος χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα ποινική δίωξη.
Όμως ουδεμία επίδραση δεν μπορεί να ασκήσει στην προκειμένη περίπτωση η κρίση του Δικαστηρίου με την προαναφερθείσα 84/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, αφού το παρόν Δικαστήριο, έχει την αποκλειστική και κυριαρχικής κρίση επί του ζητήματος, αν συντρέχει εν προκειμένω η επιβαρυντική περίσταση του οφέλους της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, να σημειωθεί δε ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος ούτε περί αναλογικής εφαρμογής των άρθρων 57 και 469 ΚΠΔ, αφού δεν υπάρχει το στοιχείο της ταυτότητας των προσώπων και ο κατηγορούμενος άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι το όφελος το οποίο ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να προσπορίσει στον Ε.Π. με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου και το οποίο ο τελευταίος πράγματι απεκόμισε, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 344.911.935 δραχμών, και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.
Κατά συνέπεια ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, ενώ με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον Ε. Π. παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και δη το Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου η βλάβη ανέρχεται σε ποσό άνω των 50.000.000 δραχμών και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Τέλος δε, πρέπει ν’ αναγνωριστεί σ’ αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.1 εδ.δ ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, όπως στο διατακτικό.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμό. Ειδικότερα με τις παραδοχές ότι το δικάσαν δικαστήριο έχει την αποκλειστική και κυριαρχική κρίση αναφορικά με το ζήτημα της συνδρομής ή μη της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950, ήτοι περί του εάν το αντικείμενο της πλαστογραφίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας δεχθέν στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι υ υπ’ αριθμ.84/2000 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά ουδεμία επίδραση ασκεί στην παρούσα υπόθεση, ως προς το ζήτημα αυτό, διότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την ανωτέρω απόφαση, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων, ούτε μπορεί να γίνει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 469 ΚΠοινΔ αφού ο αναιρεσείων άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως, απέρριψε με πλήρη αιτιολογία τον περί παραγραφής ισχυρισμό της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη για την άνω πράξη ποινή είναι αυτή της ισοβίου καθείρξεως, για την οποία ο χρόνος παραγραφής ανέρχεται σε είκοσι έτη και ο χρόνος αναστολής σε πέντε έτη (άρθρα 111 παρ.2α και 113 παρ.3 ΠΚ) και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο δεν είχαν παρέλθει εικοσιπέντε έτη, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως ήταν το έτος 1993. Το γεγονός δε ότι το δικαστήριο μετά την αναγνώριση στον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ επέβαλε την ποινή της καθείρξεως των 7 ετών ήτοι μείωσε αυτήν κάτω του προβλεπόμενου ορίου της καθείρξεως των 10 ετών δεν σημαίνει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι τον κήρυξε ένοχο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως χωρίς την επιβαρυντική περίσταση, του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 ήτοι ότι το αντικείμενο αυτής δεν ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ούτε παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος από την καταδίκη του ηθικού αυτουργού για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 και του αυτουργού για το ίδιο αδίκημα, με την επιβαρυντική περίσταση, αφού το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την παραδοχή της, ότι το αντικείμενο της αποδιδομένης σ’ αυτόν πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι αβάσιμη, αφού, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για το χαρακτηρισμό του αντικειμένου αυτής ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθόσον η κρίση αυτή αναγόμενη στα πράγματα και σε πραγματικές εκτιμήσεις δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου αναφορικά με το χαρακτηρισμό του αντικειμένου της πλαστογραφίας ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι υπ’ αριθμ.306/2014 και 84/2000 δύο αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, αντίστοιχα, για το λόγο ότι οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι αντίθετες με τα επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα είναι απαράδεκτη, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Οι ανωτέρω αποφάσεις, οι οποίες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αναγνώσθηκαν, ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει στην αιτιολογία της απόφασης τι προέκυπτε από αυτές για να είναι βέβαιο ότι πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη. Ενόψει αυτών το δικαστήριο με πλήρη και ειδική αιτιολογία απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ενώ με το να κρίνει, κατά τα ανωτέρω, ότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο ως προς το χαρακτηρισμό της ζημίας ως ιδιαίτερα μεγάλης από την υπ’ αριθμ.84/2000 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και ότι δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή του αποτελέσματος αυτής και στον αναιρεσείοντα κατ’ άρθρον 469 ΚΠοινΔ, δεν υπερέβη την εξουσία του και επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση από 29-12-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση του Β. Μ. του Κ. επιδοθείσα στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30/12/2014, για αναίρεση της υπ’ αριθμ.684/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσόν των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου