
ΑΠ 1229/2017 - Καταγγελία Σύμβασης Έργου
Έτος: 2017
Νούμερο: 1229...
Έτος: 2017
Νούμερο: 1229...
Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά. Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατάγγειλε τη σύμβαση ή ότι η δήλωσή του είχε άλλο περιεχόμενο (λ.χ. υπαναχώρησης), εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί ή όχι καταγγελία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν., συζύγου Π. και 2) Π. Ν. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Γαβριηλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1113/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 106/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3942/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 20-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τελευταίος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η αναιρεσείουσα με την από 22.2.2011 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή της, την οποία είχε απευθύνει κατά των αναιρεσίβλητων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της πληρώσουν τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή για τα έργα που εκτέλεσε για λογαριασμό τους.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1113/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 3942/1015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων κατά της ανωτέρω απόφασης και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μόνο μέρος. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα-εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
2.- Επί συμβάσεως έργου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρα 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006). Ειδικότερα, με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η εκ μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ’ ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του. Η καταγγελία είναι δικαιοπραξία μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Είναι άτυπη και μπορεί να γίνει και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά. Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατάγγειλε τη σύμβαση ή ότι η δήλωσή του είχε άλλο περιεχόμενο (λ.χ. υπαναχώρησης), εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί ή όχι καταγγελία. Η κρίση του όμως που εξήχθη με βάση τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014, ΑΠ 233/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπό κρίση από 22.2.2011 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων, αυτή είχε ισχυρισθεί (κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος) ότι οι εναγόμενοι κατάγγειλαν τη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει για λογαριασμό τους τις προσδιοριζόμενες ξυλουργικές εργασίες (ντουλάπες και ξύλινα είδη εφεδρείας) αντί της συμφωνημένης αμοιβής, με αποτέλεσμα να της οφείλουν κατά το άρθρο 700 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή. Επί του κεφαλαίου αυτού τη αγωγής το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η ενάγουσα ... δραστηριοποιείται στην κατασκευή ξύλινων αντικειμένων και εν γένει στη διενέργεια ξυλουργικών εργασιών. Οι εναγόμενοι είναι σύζυγοι και συνιδιοκτήτες ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην ..., επί του οποίου ανήγειραν διώροφη οικοδομή για να την χρησιμοποιήσουν ως εξοχική κατοικία. Περί τον Νοέμβριο του 2009 οι τελευταίοι ήλθαν σε επαφή με την ενάγουσα εταιρεία, προκειμένου να της αναθέσουν τις εν γένει ξυλουργικές κατασκευές στην οικία τους και ζήτησαν από αυτήν αρχικά να τους δώσει ενδεικτικές προσφορές για τα κουφώματα και τις ντουλάπες του σπιτιού. Η εργολάβος τους απέστειλε την από 26-11-2009 έγγραφη προσφορά, όπου περιγράφονταν οι επιμέρους εργασίες, που θα εκτελούνταν και τα είδη των υλικών, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, για πόρτες εσωτερικές και εξωτερικές, ενώ αναφερόταν ταυτόχρονα και το ύψος της αμοιβής ανά είδος υλικού που θα επιλεγόταν, ανά τεμάχιο και τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την εργασία που επρόκειτο να εκτελεστεί, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σε αυτή ο αναλογών Φ.Π.Α., καθώς και οι απαιτούμενες δαπάνες για βαφές και πόμολα. Από την από 26-11-2009 προσφορά οι εναγόμενοι επέλεξαν τα συγκεκριμένα είδη υλικών με τις αντίστοιχες τιμές, που επιθυμούσαν για: α) πόρτες εσωτερικές ορόφου, β) πόρτες εσωτερικές ισογείου, γ) πόρτες εσωτερικές υπογείου, δ) πόρτες εξωτερικές. Ακολούθως, με βάση την επιλογή τους αυτή η ενάγουσα συνέταξε την από 1-12-2009 συγκεκριμένη προσφορά της για τις πόρτες, για τις οποίες ενδιαφέρονταν οι εναγόμενοι, όπου περιέλαβε και μια γενική προσφορά για ντουλάπες, αναφέροντας τα διάφορα είδη των υλικών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ντουλάπες και το ύψος της αμοιβής ανά είδος υλικού και ανά τετραγωνικό μέτρο, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σε αυτή ο αναλογών Φ.Π.Α. και οι δαπάνες για βαφές και πόμολα. Στην τελευταία αυτή προσφορά αναφερόταν ως χρόνος παραδόσεως, για μεν τις πόρτες η 15η Φεβρουαρίου 2010, για δε τις ντουλάπες η 8η Μαρτίου 2010. Στη συνέχεια, με αναφορά σε αυτές τις προσφορές καταρτίστηκε μεταξύ των μερών το από 2.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ωστόσο περιελάμβανε και το γενικό πλαίσιο της εργολαβίας, που θα ανατίθετο στο μέλλον στην ενάγουσα, με την έννοια ότι οι όροι του συμφωνήθηκε να ισχύουν για κάθε επιμέρους ξυλουργική εργασία της ίδιας οικοδομής, που θα αναλάμβανε η τελευταία εφεξής. Έτσι, συνομολογήθηκε με το εν λόγω συμφωνητικό: α) ότι σε περίπτωση που οι τελικές διαστάσεις των κουφωμάτων διαφέρουν από τις αναφερόμενες στην προσφορά, η τιμή θα μεταβάλλεται αναλογικά και ότι το κόστος κάθε μεταβολής θα συμφωνείται προκαταβολικά, β) ότι εφόσον το τελικό κόστος της όλης εργολαβίας υπερβαίνει το ποσό των 80.000 ευρώ, θα υπάρξει έκπτωση 8% στη συνολική αξία που θα προκύψει και γ) ότι από την αμοιβή θα προκαταβάλλεται κατά την ανάθεση χωριστά εκάστου έργου το 40%, με την πρόοδο των εργασιών, κατόπιν ελέγχου από την αρχιτέκτονα, το 35%, με την ολοκλήρωση των εργασιών και την τοποθέτηση κατόπιν ελέγχου από την αρχιτέκτονα το 15% και το υπόλοιπο 10% μετά τον πλήρη έλεγχο της καλής λειτουργίας, ενώ ως χρόνος παραδόσεως ορίστηκε ο αναφερόμενος στην προσφορά της αναδόχου. Κατά την κατάρτιση του, ως άνω, συμφωνητικού οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε για τις πόρτες που επρόκειτο να κατασκευάσει η ενάγουσα στην προαναφερόμενη οικοδομή, για τις οποίες η προϋπολογισθείσα σύμφωνα με την από 1-12-2009 προσφορά της, αμοιβή ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 45.355 ευρώ, ενώ, αν και στο συμφωνητικό αυτό γινόταν αναφορά και στη γενική παραπάνω προσφορά της ενάγουσας για τις ντουλάπες, δεν υπήρξε, κατά το χρόνο εκείνο, συγκεκριμένη συμφωνία των διαδίκων για την ανάθεση και των σχετικών με αυτές εργασιών στην τελευταία, αφού τα διάδικα μέρη δεν είχαν ακόμη συμφωνήσει για τα ουσιώδη στοιχεία των εν λόγω εργασιών και δη ως προς τα συγκεκριμένα είδη υλικών θα χρησιμοποιούνταν, την ποσότητα του έργου και το αντίστοιχο κόστος - αμοιβή. Για το λόγο αυτό άλλωστε και κατά το χρόνο που καταρτίστηκε το άνω συμφωνητικό (2-12-2009) οι εναγόμενοι κατέβαλαν, κατά τα συμφωνηθέντα στην ενάγουσα, μόνο την προκαταβολή (40%) που αφορούσε την αμοιβή για τις πόρτες που ανέθεσαν στην τελευταία να κατασκευάσει, ήτοι το ποσό των 18.000 ευρώ. Περαιτέρω, μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμφωνητικού η ενάγουσα προέβη στις 11-12-2009 σε επιμέτρηση των συγκεκριμένων σημείων της οικοδομής των εναγομένων, όπου καθ’ υπόδειξή τους θα τοποθετούνταν ντουλάπες και υπέβαλε σε αυτούς την από 14-12-2009 συγκεκριμένη προσφορά της για ντουλάπες, έχοντας υπολογίσει εσωτερικά δρυ και πόρτες από δρυ, εκτός από την ντουλάπα προσωπικού στο υπόγειο, στην οποία υπολόγισε εσωτερικά μελαμίνη και εξωτερικά πορτάκι για βαφή. Η προϋπολογισθείσα σύμφωνα με την εν λόγω προσφορά τιμή για τις ντουλάπες ορίστηκε, κατ’ αποκοπή, σε 29.000 ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται στο ποσό αυτό οι δαπάνες για βαφές, πόμολα και ΦΠΑ. Την προσφορά αυτή αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι και ανέθεσαν τη σχετική εργασία στην ενάγουσα, καταβάλλοντος αυθημερόν, ήτοι στις 28/1/2010, στην τελευταία τη συμφωνηθείσα, ως άνω, προκαταβολή ..., καταρτισθείσας έτσι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην ενάγουσα και η κατασκευή ντουλαπών για να τοποθετηθούν στην ίδια, ως άνω, οικοδομή των εκκαλούντων και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι τελευταίοι με τα σχετικά σκέλη των δεύτερου(2ου) και τέταρτου (4ου ) λόγων της ένδικης εφέσεως, περί ανυπαρξίας τέτοιας συμφωνίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τον ίδιο τρόπο, μετά από προσφορές που γίνονταν αποδεκτές από τους εκκαλούντες καταρτίστηκαν στη συνέχεια επιμέρους συμβάσεις, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει και άλλες ξυλουργικές εργασίες στην ίδια παραπάνω οικοδομή, ήτοι εκτός από τις πόρτες και τις ντουλάπες που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η τελευταία ανέλαβε να εκτελέσει στο ακίνητο των εναγομένων με επιμέρους συμβάσεις που καταρτίστηκαν για κάθε χωριστό είδος εργασίας, πάτωμα - σοβατεπί, σκάλα-σκαλομέρι, ένα έπιπλο λουτρού υπηρεσίας, πλυντήριο υπηρεσίας υπογείου, κουζίνα υπηρεσίας υπογείου, πάγκο κουζίνας, πόρτες αυλής, παράθυρα γκαράζ, μηχανισμούς σφραγίσεως εξωτερικών πόρτων, πόρτες εξωτερικές προσωρινές, κουτιά ρολών, πορτάκι καλύψεως πίνακα ορόφου, πορτάκια - θυρίδες για τους συλλέκτες και μεταλλικά σχαράκια. Ειδικότερα, σε εκτέλεση των κάθε φορά συμφωνηθέντων η ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στους εκκαλούντες έως τις αρχές Δεκεμβρίου του 2010 τα ακόλουθα έργα με την αντίστοιχη για καθένα από αυτά συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή ... Επομένως, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στους εναγόμενους τα παραπάνω συμφωνηθέντα έργα, για τα οποία η συνομολογηθείσα συνολική αμοιβή της ανερχόταν σε 111.591 ευρώ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να κατασκευάσει και να παραδώσει η ενάγουσα στους εναγόμενους, τα ακόλουθα αντικείμενα εφεδρείας για να είναι εφικτή στο μέλλον η αντικατάσταση κατασκευασμάτων που τυχόν θα εμφάνιζαν φθορά, ήτοι: τέσσερα μέτρα δρύινο περβάζι εσωτερικών πορτών, τέσσερα μέτρα δρύινο αρμοκάλυπτρο, τρεις δρύινες τάβλες πατώματος, έξι μέτρα σοβατεπί 11 εκατοστών και τρία μέτρα σοβατεπί ό εκατοστών, αντί συνολικής, κατ’ αποκοπή ορισθείσας, αμοιβής 1.200 ευρώ. Τα αντικείμενα αυτά δεν παραδόθηκαν στους εναγόμενους έως τις αρχές του Δεκεμβρίου 2010. Επιπλέον, από το συμφωνηθέν, ως άνω, έργο, που αφορούσε τις ντουλάπες, η ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στους εναγόμενους μόνο: α) ένα ντουλάπι νεροχύτη με πάγκο από κοντραπλακέ θαλάσσης, διαστάσεων 1,74μ Χ 0,60μ. στο δυτικό ξενώνα στο υπόγειο και β) δύο ράφια και τέσσερα στηρίγματα τοίχου διαστάσεων 084 Χ 0,20μ, στον ίδιο ξενώνα, ενώ αναφορικά με τις λοιπές συμφωνηθείσες ντουλάπες των κυρίως χώρων της παραπάνω οικοδομής αποδείχθηκε ότι, με κοινή συμφωνία των διαδίκων ορίστηκε να κατασκευαστούν αυτές μεταγενέστερα από όλες τις προαναφερόμενες εργασίες. Μάλιστα η αρχιτέκτονας μηχανικός των εναγομένων, Α. Π. μόλις στις 15-10-2010 απέστειλε στην ενάγουσα κάποια πρώτα σχέδια για τις ντουλάπες ορόφου της εν λόγω οικοδομής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την παράδοση των παραπάνω έργων στους εναγόμενους και πριν ακόμη παραδοθούν σε αυτούς οι συμφωνηθείσες ανωτέρω ντουλάπες των κυρίως χώρων, αλλά και τα αντικείμενα της εφεδρείας, ήτοι στις 23-12-2010 οι τελευταίοι, μέσω του πολιτικού μηχανικού που επέβλεπε την οικοδομή τους, Δ. Π. γνωστοποίησαν στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Μ. Τ. ότι δεν επιθυμούν να της αναθέσουν περαιτέρω εργασίες. Τη δήλωση τους αυτή επανέλαβαν στη συνέχεια και με την από 11-1-2011 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, που απέστειλαν στην ενάγουσα, η οποία κοινοποιήθηκε στις 12-1-2011 ... Ειδικότερα, με το εν λόγω εξώδικο οι εναγόμενοι, αφού διαμαρτυρήθηκαν προς την ενάγουσα για τα περιγραφόμενα σε αυτό ελαττώματα, τα οποία ισχυρίστηκαν ότι παρουσίαζαν κάποια από τα έργα που έως τότε τους είχε παραδώσει η τελευταία, δήλωσαν προς αυτήν ρητώς ότι δεν προτίθενται να της αναθέσουν περαιτέρω εργασίες. Στη συνέχεια, με το ίδιο εξώδικο: α) κάλεσαν την ενάγουσα όπως, εντός ευλόγου χρόνου δέκα ημερών, αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες και προβεί σε επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελεσθέντων έργων, προκειμένου να εκκαθαριστεί ο μεταξύ τους λογαριασμός και β) δήλωσαν ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα αρνηθεί τη διόρθωση ή παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία θα παραλάβουν και τα ελαττωματικά έργα ως έχουν, συνυπολογίζοντας, όμως, κατά την εκκαθάριση ανάλογη μείωση της αμοιβής, λόγω των ελαττωμάτων..." . Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: α) Ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν περισσότερες από μία αυτοτελείς συμβάσεις έργου και επρόκειτο στο μέλλον να καταρτισθούν και άλλες μέχρι την ολοκλήρωση της οικίας των εναγομένων. β) Ότι η -ενδιαφέρουσα εν προκειμένω- σύμβαση για την κατασκευή των ντουλαπιών και των αντικειμένων εφεδρείας ήταν πλήρως καταρτισμένη ως προς το αντικείμενο του έργου, την αμοιβή και το χρόνο παραδόσεως, επί πλέον δε είχε ήδη εκτελεσθεί και παραδοθεί κατά ένα μέρος. γ) Ότι, μετά την παράδοση του πρώτου έργου και προ της πλήρους ολοκληρώσεως του έργου των ντουλαπιών και των αντικειμένων εφεδρείας, οι εναγόμενοι εργοδότες αρχικά την 23-12-2010 προφορικά, δια του πολιτικού μηχανικού που επέβλεπε την οικοδομή τους Δ. Π., γνωστοποίησαν στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εργολάβου Μ. Τ. ότι δεν επιθυμούν να της αναθέσουν περαιτέρω εργασίες. Ότι τη δήλωσή τους αυτή επανέλαβαν στη συνέχεια και γραπτά με την από 11-1-2011 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, που κοινοποίησαν στην ενάγουσα την 12-1-2011, στην οποία κατ’ αρχήν διαμαρτυρήθηκαν για τα ελαττώματα, τα οποία ισχυρίστηκαν ότι παρουσίαζαν κάποια από τα έργα που έως τότε τους είχε παραδώσει η τελευταία, ενώ επί πλέον δήλωσαν προς αυτήν ρητά α) ότι δεν προτίθενται να της αναθέσουν περαιτέρω άλλες εργασίες, β) την κάλεσαν να αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου εντός 10 ημερών και γ) ζήτησαν να προβεί (η ενάγουσα) στην επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελεσθέντων έργων, επομένως και του έργου των ντουλαπιών και αντικειμένων εφεδρείας και δ) τέλος ζήτησαν να εκκαθαριστεί ο μεταξύ τους λογαριασμός (σαφώς για το έργο που θα επιμετρηθεί, άρα και για το ένδικο των ντουλαπιών και των αντικειμένων εφεδρείας). Επομένως, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, οι εναγόμενοι εργοδότες εκδήλωσαν με το εξώδικο αυτό τη βούλησή τους να προχωρήσουν σε οριστική ρήξη των συμβατικών σχέσεών τους με την ενάγουσα εργολάβο λόγω της ευθέως δηλουμένης αιτίας, δηλαδή της κακής κατασκευής των μέχρι τότε συμφωνηθέντων και κατασκευασθέντων έργων. Η δήλωσή τους σαφώς είχε τρεις κατευθύνσεις: Πρώτον, δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν άλλη περαιτέρω συνεργασία με τη σύναψη στο μέλλον άλλων συμβάσεων έργου για τα υπολειπόμενα τμήματα της οικίας τους. Δεύτερον, επικαλούνται κατασκευαστικά ελαττώματα για τα μέχρι τότε κατασκευασθέντα και ζητούν τη διόρθωσή τους. Και τρίτον (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) ζητούν από την εργολάβο να προχωρήσουν στην επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελεσθέντων έργων, επομένως και του έργου των ντουλαπιών και αντικειμένων εφεδρείας, ώστε να εκκαθαριστεί ο μεταξύ τους λογαριασμός. Η τελευταία αυτή δήλωσή τους καμία αμφιβολία δεν δημιουργεί κατ’ αντικειμενική κρίση ότι εκδήλωσαν, όχι σιωπηρά αλλά ρητά και ευθέως, τη βούλησή τους ότι δεν ήθελαν πλέον τη συνέχιση και ολοκλήρωση της εκκρεμούς ακόμη συμβάσεως έργου για την κατασκευή των ντουλαπιών και των αντικειμένων εφεδρείας, αλλά τη διακοπή αυτής στο σημείο που βρισκόταν, δηλαδή της μερικής κατασκευής και παραδόσεως. Επομένως, η δήλωσή τους αυτή, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, συνιστά δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως έργου η οποία κατά τα προπαρατιθέμενα είναι δικαιοπραξία άτυπη, μονομερής, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, ενώ μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τα συντρέχοντα περιστατικά.
Εν προκειμένω, η ρητή δήλωση βουλήσεως των εργοδοτών ότι για το εν εξελίξει ένδικο έργο επιθυμούν να σταματήσει η ολοκλήρωσή του και να γίνει επιμέτρηση και εκκαθάριση του λογαριασμού, συνιστά σαφώς καταγγελία, η οποία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι κατά το άρθρο 700 ΑΚ, συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης και γεννώνται αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του. Ωστόσο, το Εφετείο, παρά τις ανωτέρω παραδοχές του, δέχθηκε ότι από την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση των εναγομένων "προκύπτει ότι οι τελευταίοι εκείνο που γνωστοποίησαν στην ενάγουσα ήταν ότι δεν προτίθενται να της αναθέσουν περαιτέρω εργασίες και όχι ότι καταγγέλλουν τις συμβάσεις των συμφωνηθέντων και μη παραδοθέντων μέχρι εκείνη τη στιγμή έργων, ήτοι τη σύμβαση για τις ντουλάπες, αλλά και για τα αντικείμενα της εφεδρείας. Ούτε από την όλη συμπεριφορά των εναγομένων και τη διαμαρτυρία τους για κακοτεχνίες σε κάποια από τα παραδοθέντα έργα αποδεικνύεται ότι σιωπηρά αυτοί κατήγγειλαν τις προαναφερόμενες συμβάσεις." Περαιτέρω, ενόψει αυτού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "αφού δεν αποδεικνύεται καταγγελία των ως άνω συμβάσεων, για την ανάθεση στην ενάγουσα της κατασκευής των ντουλαπιών στην οικοδομή τους και των αντικειμένων της εφεδρείας, οι εναγόμενοι δεν οφείλουν τις αιτούμενες (με βάση το άρθρο 700 του ΑΚ) με την από 22-2-2011 αγωγή για τα έργα αυτά αμοιβές των 32.800 ευρώ και 1.200 ευρώ αντίστοιχα." Ακολούθως, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό. Κρίνοντας όμως έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, ενώ όφειλε με βάση τις πραγματικές παραδοχές του να υπαγάγει αυτές στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 700 ΑΚ και να θεωρήσει τη δήλωση αυτή των εναγομένων εργοδοτών ως καταγγελία, εν τούτοις εσφαλμένα δεν τις υπήγαγε στον κανόνα αυτόν, απαιτώντας για την εφαρμογή του επί πλέον προϋποθέσεις, ενώ όσα δέχθηκε ήταν επαρκή για να υπαχθούν σ’ αυτόν. Γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να γίνει δεκτός.
3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, οι οποίες καθορίζουν λεπτομερώς και σε λογική αλληλουχία και ενότητα την ευθύνη του εργολάβου ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέστηκε απ’ αυτόν, σαφώς προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής (688 ΑΚ), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή έλλειψης συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωσης της αμοιβής, είτε αντί αυτών την αναστροφή της σύμβασης (689 ΑΚ) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται τόσο σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνηθείσες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί αναστροφής ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα. Διαγράφεται, δηλαδή, από τα άρθρα αυτά διαζευκτική συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έτσι έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παρεχόμενα σ’ αυτόν δικαιώματα, αλλά όταν κάνει την επιλογή του, ασκώντας το ένα απ’ αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί απ’ αυτό και να ασκήσει άλλο, με την έννοια ότι η επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς (ΟλομΑΠ 50/2005, ΑΠ 28/2014, ΑΠ 774/2015). Σύμφωνα δε με τον κανόνα του άρθρου 306 ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα. Η επιλογή είναι ανεπίδεκτη αιρέσεως και προθεσμίας (ΑΠ 985/2015). Έτσι η προσθήκη αιρέσεως και προθεσμίας καθιστούν άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ την επιλογή, δηλαδή θεωρείται ότι δεν έγινε. Εξάλλου, επί του δικαιώματος της διορθώσεως, εάν η προθεσμία που έταξε ο εργοδότης στον εργολάβο προς διόρθωση των ελαττωμάτων παρέλθει άπρακτη, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος. Το ίδιο συμβαίνει και αν αρνηθεί τη διόρθωση, εξ αιτίας δε της υπερημερίας ο εργοδότης δικαιούται να εκτέλεση ο ίδιος τη διόρθωση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 687 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 ΚΠολΔ. Τέλος, η ένσταση του εναγομένου εργοδότη για μείωση της αμοιβής του εργολάβου μπορεί να αποκρουσθεί με την αντένσταση του ενάγοντος εργολάβου ότι ο ενιστάμενος εργοδότης είχε προηγούμενα επιλέξει το δικαίωμά του για διόρθωση των ελαττωμάτων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλομΑΠ 3/1997).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, απαντώντας στο κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε στην καταψήφιση της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο βάσει της από 2.12.2009 συμβάσεως, επανέφεραν στο Εφετείο την ένσταση, που είχαν προβάλλει και στον πρώτο βαθμό, ότι το έργο αυτό εμφάνιζε πραγματικά ελαττώματα και τεχνικές ελλείψεις και για το λόγο αυτό ζήτησαν την ανάλογη μείωση της εργολαβικής αμοιβής. Η αναιρεσείουσα πρόβαλε την αντένσταση, την οποία επανέφερε παραδεκτά και στο δεύτερο βαθμό, ότι το δικαίωμα των εργοδοτών για τη μείωση της αμοιβής αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 688 ΑΚ και ειδικότερα α) ότι μεταξύ των δικαιωμάτων που τους παρέχει το άρθρο αυτό είχαν δικαίωμα να επιλέξουν ένα (διόρθωση ελαττωμάτων ή μείωση αμοιβής), β) ότι με την από 11.1.2011 εξώδικη δήλωσή τους επέλεξαν το δικαίωμα διορθώσεως και γ) ότι συνεπώς διατύπωσαν την επιλογή τους, ασκώντας το ένα απ’ αυτά (διόρθωση), η δε επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση του άλλου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επιλογή του δικαιώματος διορθώσεως με το ανωτέρω εξώδικο ήταν άκυρη και επομένως οι αναιρεσίβλητοι εργοδότες δεν στερήθηκαν το δικαίωμά τους να επιλέξουν την ανάλογη μείωση της αμοιβής με τις ενώπιον του δικαστηρίου προτάσεις τους, διότι η αρχική τους επιλογή εξαρτήθηκε από αίρεση, ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 306 ΑΚ. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη την ένσταση των εναγόμενων περί μειώσεως της αμοιβής και τελικά περιόρισε την εργολαβική αμοιβή κατά 2.474,80 ευρώ και την προσδιόρισε στο υπόλοιπο αυτής (109.116,20 ευρώ), από το οποίο αφαίρεσε λόγω συμβατικού όρου ποσοστό 8% και επ’ αυτού πρόσθεσε για φ.π.α. 23.088,99 ευρώ, επιδικάζοντας εν τέλει μετά από αφαίρεση των καταβληθέντων ως υπόλοιπο αμοιβής 15.203 ευρώ καταβαλλόμενο διαιρετά από κάθε εναγόμενο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, επί του ζητήματος αυτού το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: (α) "...Τη δήλωση τους αυτή επανέλαβαν στη συνέχεια και με την από 11-1-2011 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, που απέστειλαν στην ενάγουσα, η οποία κοινοποιήθηκε στις 12-1-2011... Ειδικότερα, με το εν λόγω εξώδικο οι εναγόμενοι, αφού διαμαρτυρήθηκαν προς την ενάγουσα για τα περιγραφόμενα σε αυτό ελαττώματα, τα οποία ισχυρίστηκαν ότι παρουσίαζαν κάποια από τα έργα που έως τότε τους είχε παραδώσει η τελευταία, δήλωσαν προς αυτήν ρητώς ότι δεν προτίθενται να της αναθέσουν περαιτέρω εργασίες. Στη συνέχεια, με το ίδιο εξώδικο: α) κάλεσαν την ενάγουσα όπως, εντός ευλόγου χρόνου δέκα ημερών, αποκαταστήσει τις κακοτεχνίες και προβεί σε επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελεσθέντων έργων, προκειμένου να εκκαθαριστεί ο μεταξύ τους λογαριασμός και β) δήλωσαν ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα αρνηθεί τη διόρθωση ή παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία θα παραλάβουν και τα ελαττωματικά έργα ως έχουν, συνυπολογίζοντας, όμως, κατά την εκκαθάριση ανάλογη μείωση της αμοιβής, λόγω των ελαττωμάτων...". και (β) "...Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον... η κατ’ άρθρο 306 του ΑΚ επιλογή ανάμεσα στα δικαιώματα των άρθρων 688-690 του ΑΚ γίνεται με δήλωση, που δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, πράγματι με την από 11-1-2011 εξώδικη δήλωση των εναγομένων ζητήθηκε διόρθωση των ελαττωμάτων και σε περίπτωση που δεν γίνει αυτή ζητήθηκε μείωση της αμοιβής για τα ελαττωματικά έργα.
Συνεπώς, με αυτή τη δήλωση, που εμπεριέχει αίρεση, οι τελευταίοι δεν επέλεξαν εγκύρως το δικαίωμα της διορθώσεως των ελαττωμάτων, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται εν προκειμένω το δικαίωμά τους να ζητήσουν, κατ’ ένσταση, τη μείωση της αμοιβής της ενάγουσας για τα ελαττωματικά έργα, αποδεικνυομένης αβάσιμης της, εκ του άρθρου 306 του ΑΚ, παραπάνω υπό στοιχείο (α) αντενστάσεως της ενάγουσας." Όμως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 202 ΑΚ, που καθορίζουν την έννοια της αιρέσεως (προσθήκη στη δικαιοπραξία γεγονότος, με την οποία η επέλευση ή η ανατροπή των αποτελεσμάτων αυτής εξαρτάται από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο), με περαιτέρω παράγωγο αποτέλεσμα να εφαρμόσει λανθασμένα και τα άρθρα 306 και 688 ΑΚ, δεχόμενο ότι με την περιλαμβανόμενη στο από 11.1.2011 εξώδικο ως άνω δήλωση έγινε μεν επιλογή από τους εναγομένους στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, πλην όμως ήταν άκυρη γιατί εμπεριείχε αίρεση (το ακριβές περιεχόμενο της οποίας ωστόσο δεν προσδιορίζει), οπότε θεωρείται σα να μη έγινε και γι’ αυτό έγκυρα οι εναγόμενοι δηλώνουν πλέον ενώπιον του δικαστηρίου ότι επιλέγουν το δικαίωμα της μειώσεως της αμοιβής. Η πλημμέλεια ειδικότερα συνίσταται στο ότι το Εφετείο για την έννοια της αιρέσεως δέχθηκε (σιωπηρά δια της υπαγωγής) ότι έχει άλλο περιεχόμενο, διαφορετικό από εκείνο που έχει το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 201 και 202 ΑΚ, περαιτέρω δε προχώρησε και στην εσφαλμένη υπαγωγή όσων κρίθηκαν ως αποδειχθέντα στους κανόνες των άρθρων 306 και 688 ΑΚ. Και τούτο διότι από το κρίσιμο περιεχόμενο της ανωτέρω εξώδικης δηλώσεως, ως εκτίθεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι η από τους εναγομένους επιλογή του δικαιώματος της διορθώσεως δεν εξαρτήθηκε από καμιά αίρεση, δηλαδή από γεγονός μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο, αλλά ήταν καθαρή και ευθεία. Η δήλωση των εναγομένων ότι, στην περίπτωση που η ενάγουσα δεν ενεργούσε την (ήδη επιλεγείσα) διόρθωση μέσα στην ορισθείσα προθεσμία, τότε θα προβούν κατά την οριστική εκκαθάριση του λογαριασμού, στη μείωση της αμοιβής, δηλαδή θα ενασκήσουν το δικαίωμα για μείωση της αμοιβής, δε συνιστά αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η πρώτη επιλογή της διορθώσεως, αλλά ενάσκηση (και) του δικαιώματος για μείωση της αμοιβής κατά τρόπο επικουρικό (όπως δέχθηκε και το Εφετείο, "σε περίπτωση που δεν γίνει αυτή (διόρθωση), ζητήθηκε μείωση της αμοιβής..."). Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, από τα άρθρα 688-690 ΑΚ διαγράφεται διαζευκτική συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έτσι έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παρεχόμενα σ’ αυτόν δικαιώματα, αλλά όταν κάνει την επιλογή του, ασκώντας το ένα απ’ αυτά (όπως εν προκειμένω εκείνο της διορθώσεως), δεν μπορεί να παραιτηθεί απ’ αυτό και να ασκήσει άλλο, διότι η επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως (σωρευτικά) είτε επικουρικώς και δεν μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη βούληση του εργοδότη. Σύμφωνα δε με τον κανόνα του άρθρου 306 ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω πρώτη επιλογή για διόρθωση είναι αμετάκλητη, ενώ η επικουρική διατύπωση δεύτερης επιλογής (μείωση αμοιβής) δεν λαμβάνεται υπόψη διότι το δικαίωμα επιλογής ήδη αναλώθηκε. Όπως σημειώθηκε, επί επιλογής του δικαιώματος της διορθώσεως, εάν η προθεσμία που έταξε ο εργοδότης στον εργολάβο προς διόρθωση των ελαττωμάτων παρέλθει άπρακτη, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος και ο εργοδότης δικαιούται να εκτέλεση ο ίδιος τη διόρθωση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 687 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 ΚΠολΔ, όχι όμως και να προχωρήσει σε δεύτερη επιλογή δικαιώματος για μείωση της αμοιβής. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας την προαναφερόμενη αντένστασή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας ως αβάσιμη και δεχόμενο την ένσταση των αναιρεσίβλητων- εναγομένων με αποτέλεσμα προχωρήσει στη μείωση της εργολαβικής αμοιβής, έσφαλε και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού έπρεπε να δεχθεί την ανωτέρω αντένσταση της ενάγουσας και ακολούθως να απορρίψει την ένσταση των εναγομένων περί μειώσεως της αμοιβής. Γι’ αυτό ο σχετικός τελευταίος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβάλλει η αναιρεσείουσα πρέπει να γίνει δεκτός.
4.- Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3942/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου