
ΑΠ 5587/2017 - Παθητική νομιμοποίηση Αθλητικού Σωματείου ως εργοδότη
Έτος: 2017
Νούμερο: 5587
Το Δικαστήριο έκανε..
δεκτή την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμούΈτος: 2017
Νούμερο: 5587
Το Δικαστήριο έκανε..
Αντιπαρήλθε το εργατικό σκέλος για την πρώτη χρονική περίοδο της απασχόλησης και επιδίκασε σχεδόν το σύνολο της αξίωσης και με το εκτεταμένο νομικό σκεπτικό της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους.
Απέριψε ένσταση του εναγόμενου αθλητικού σωματείου ότι δήθεν δεν είναι το ίδιο που νομιμοποιείται παθητικά αλλά το ερασιτεχνικό Τμήμα (ΤΑΑ), κρίνοντας ότι αυτό έχει μόνον οικονομική αυτοτέλεια και όχι ξεχωριστή νομική προσωπικότητα.
Ενώ συνήθως η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού απορρίπτεται, καθώς απαιτείται στην αγωγή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας, η απόφαση αυτή έκρινε ότι είναι νόμιμη η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού διότι σωρρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης απο την σύμβαση εργασίας, λόγω ακυρότητας της, και για την πληρότητα της επικουρικής αγωγής αρκεί, πέρα απο την παροχή της εργασίας και τον εξ αιτίας της πλουτισμό του εργοδότη, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας χωρίς να απαιτείται και εδική έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας.
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Καλλιόπη Χατζηνικολάου, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και από την Γραμματέα Βασιλική Αλεξάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 QI Ιουνίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: του …… και της……, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός…), με τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ....
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Του Σωματείου με την επωνυμία "ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ …, που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του.
Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 19-12-2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …. αγωγή του, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλείται σ’ αυτήν.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, σι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1958/1991 "με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου για θέματα αθλητισμού υπουργού, μετά από εισήγηση ή γνώμη της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, μπορεί να καθορίζεται ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων αυτού, στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "όπου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ή των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων επιτρέπεται σε αθλητικά σωματεία η διατήρηση αθλητών με αμοιβή, τα σωματεία αυτό έχουν υποχρέωση να ιδρύσουν και οργανώσουν ειδικό, κατά περίπτωση, Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου "τα Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών απολαύουν οικονομικής και διαχειριστικής αυτοτέλειας, εν σχέσει με τα λοιπά ερασιτεχνικά τμήματα του αθλητικού σωματείου". Με το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος, για τη μετατροπή των Τμημάτων Αμειβομένων Αθλητών (ΤΑΑ) σε αθλητικές ανώνυμες εταιρίες (ΑΑΕ), οι οποίες, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 6 παρ. 2, από της συστάσεώς τους υποκαθίστανται στις υποχρεώσεις του αθλητικού σωματείου από τη δραστηριότητα του Τμήματος Αμειβομένων Αθλητών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 16.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, "κάθε εταιρία με την ίδρυσή της υποκαθίσταται αυτοδικαίως και χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση σε όλες τις ενοχικές υποχρεώσεις του αθλητικού σωματείου που την ίδρυσε, οι οποίες δημιουργήθηκαν από τη δραστηριότητα του αθλητικού τμήματος που περιήλθε στην εταιρία και προκύπτουν από τα επίσημα βιβλία του σωματείου, προς το Δημόσιο, κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και προς οιονδήποτε τρίτο. Δεν περιλαμβάνονται στην παραπάνω ρύθμιση οι ενοχικές υποχρεώσεις, που αφορούν στη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων. Εκκρεμείς δίκες, οι οποίες αφορούν στις προαναφερόμενες ενοχικές υποχρεώσεις, συνεχίζονται επ' ονόματι της εταιρίας, παθητικώς νομιμοποιούμενης, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης".
Ο παραπάνω νόμος , με εξαίρεση ελάχιστες διατάξεις του, καταργήθηκε με το άρθρο 139 του ν. 2725/1999. Στα άρθρα 64 και 73 του τελευταίου αυτού νόμου ενσωματώθηκε διευρυμένη ολόκληρη η ρύθμιση των άρθρων 6 και 16 του ν. 1958/1991.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι :
α) Τα Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών (ΤΑΑ) εξακολουθούν και μετά την ίδρυσή τους να υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του αθλητικού σωματείου, στο οποίο ανήκουν, απολαμβάνοντας έναντι αυτού οικονομική και διαχειριστική αυτοτέλεια, χωρίς όμως να αποκτούν και αυτοτελή νομική προσωπικότητα,
β) Από την ίδρυσή τους διαχειρίζονται χωριστά τα θέματα που έχουν σχέση με όλους τους αμειβόμενους αθλητές του σωματείου, ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο ενεγράφησαν στη δύναμή του.
γ) Οι αθλητικές ανώνυμες εταιρίες υποκαθιστούν το αθλητικό σωματείο που τις ίδρυσε σε όλα τα δικαιώματα και τις ενοχικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων, οι οποίες είτε είχαν αναληφθεί, είτε δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία του Τμήματος Αμειβομένων Αθλητών και προκύπτουν από τα επίσημα βιβλία τους, εκτός από εκείνες που αφορούν στη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων, για τις οποίες εξακολουθεί να παραμένει υπόχρεο το σωματείο, και
δ) η παραπάνω υποκατάσταση είναι αυτοδίκαιη, καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες, οι οποίες συνεχίζονται χωρίς διακοπή κατά της εταιρίας, η οποία μόνη νομιμοποιείται εφεξής να τις συνεχίσει. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αγωγή που ασκείται για αξιώσεις που οφείλονται από ΤΑΑ δε μπορεί να στραφεί κατά του Τμήματος Αμειβομένων Αθλητών (ΤΑΑ), το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας και, ως εκ τούτου, δεν έχει ούτε ικανότητα δικαίου, ούτε ικανότητα προς το δικολογείν, αλλά πρέπει να στραφεί υποχρεωτικά κατά του αθλητικού σωματείου.(ΑΠ 626/2003)
2) Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνεται εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Η αφηρημένη αναγνώριση χρέους αποβλέπει κυρίως στη διευκόλυνση για το δανειστή της επιδιώξεως των δικαιωμάτων του, στην αποσαφήνιση αμφιβόλων απαιτήσεων και στην ασφάλεια των συναλλαγών. Για τη θεμελίωση της απαιτείται συμφωνία των μερών, στην οποία η υπόσχεση ή η δήλωση πρέπει να γίνει εγγράφως. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρεώσεως ανεξαρτήτως από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξιώσεως), όπου το θεμελιωτικό της αξιώσεως πραγματικό περιστατικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση της παροχής (ΕφΠειρ 430/2009, ΕφΠειρ 879/2000, ΕφΠειρ 786/1997,). Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Διότι η διάταξη του εδαφ. β' του ως άνω άρθρου 873 ΑΚ, εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο εφόσον δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Το εάν τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, θα εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, από το σκοπό της συμφωνίας, την κατάσταση των συμφερόντων των μερών και άλλα διαγνωστικά περιστατικά. Προς την κατεύθυνση αυτή επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και εκτός του εγγράφου περιστατικά, όπως οι διαπραγματεύσεις και η αφορμή για την αναγνώριση ή υπόσχεση του χρέους. Επομένως, είναι κρίσιμη, αλλά όχι δεσμευτική για την παραδοχή αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους, η μη αναφορά της αιτίας στο έγγραφο του χρέους, η ύπαρξη της οποίας, όμως, δεν βλάπτει όταν προκύπτει, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν σκοπό, παρ' όλα αυτά, να θεμελιώσουν αφηρημένη υπόσχεση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, γι' αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας όταν αυτή μάλιστα γίνεται αορίστως (ΑΠ 779/2004, ΕλλΔνη 2006, 1407, ΕΑ 786/1997, ΕλλΔνη 41, 202, ΕφΠειρ 786/1997, ΕλλΔνη 39, 449). Ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρχει δήλωση που αναφέρει την αιτία, για να καταλήξει το δικαστήριο στην κρίση ότι πρόκειται για αναιτιώδη σύμβαση, πρέπει να διαπίστωσε από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο απαιτείται γι' αυτή, από τον σκοπό αυτού και τις συνδεόμενες με τη σύμβαση αυτή υπόλοιπες συνθήκες, σαφή και αναμφίβολη θέληση των δικαιοπρακτούντων για δημιουργία ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία. Επομένως, κατά κανόνα, σε περιπτώσεις αναφοράς της αιτίας πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (ΑΚ 361). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι, κατ' αρχήν, αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί, όμως, να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (ΑΚ 260). Όταν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση, υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά ότι με την αναγνώριση χρέους θέλησαν τη δημιουργία και ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα αυτοτελής ενοχή, απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, πρόκειται για γνήσια αναγνωριστική σύμβαση και για την κατάρτιση της απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 1501/2006, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1432/2005, ΕλλΔνη 2006, 191, ΑΠ 1666/2003, ΕλλΔνη 2005, 1716, ΑΠ 523/2001, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1440/2004, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2004, 748). Τούτο συμβαίνει οσάκις ο οφειλέτης αναγνωρίζει το οφειλόμενο από αυτόν χρέος, τροποποιούμενο κατά ουσιώδη στοιχεία, μεταβολή που μπορεί να αφορά το ποσό ή τον τύπο εκπλήρωσης ή της παραίτησης από ενστάσεις, οπότε στην ουσία πρόκειται για αλλοιωτική του χρέους σύμβαση, ενώ ως γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του παραπάνω ζητήματος μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κυρία σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνιαι απλώς ορισμένα γεγονότα οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΕΑ 12637/1987, ΝοΒ 1989, 98). Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης, εναγόμενος προς εκπλήρωση της παροχής, μπορεί να προσβάλει αυτή καθεαυτή τη σύμβαση αναγνώρισης λόγω ελαττωμάτων της, όχι όμως και να προτείνει ενστάσεις που πηγάζουν από την παλαιά ενοχική σχέση, η οποία δεν εξετάζεται πλέον εφόσον τούτο θέλησαν οι συμβαλλόμενοι (ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114 /2013, ΑΠ 168 /2012, ΑΠ 748 /2011, ΑΠ 1507 /2014, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ ΑΠ 483/2004, ΑΠ 523/2001 ΑΠ 843/2000,ΑΠ 595/1999, ΑΠ 184/1995. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 361 και 648επ. ΑΚ συνάγεται ότι με την αιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, η οποία συνάπτεται μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη και με την οποία αναλαμβάνεται ταυτοχρόνως η υποχρέωση πληρωμής συγκεκριμένης οφειλής σε ορισμένο χρόνο, προσδιορίζεται δήλη, κατά τα άρθρα 340, 341 και 345 ΑΚ, ημέρα καταβολής του χρέους, άμα τη παρελεύσει της οποίας ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος, δίχως ο δανειστής να πρέπει να αποδείξει οιανδήποτε ζημία (βλ. Εφ Αθ 18/2015, ΕφΑΘ 8629 /1990).
3) Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξη τους. Αν η επίδειξη ζητείται από διάδικο, μπορεί η αίτηση να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της έφεσης ή με τους πρόσθετους λόγους αυτής ή με τις προτάσεις, αν δε η αίτηση απευθύνεται κατά τρίτου μόνο με παρεμπίπτουσα αγωγή. Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, αφού τούτο αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης για επίδειξη, καθώς και να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του. Διαφορετικά η αίτηση είναι αόριστη. (ΑΠ 1615/2014) ΑΠ 43/2013, ΑΠ 546/2010).
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου την 1η-9-2013 έως 31-5-2014 και στη συνέχεια από 1-9-2014 έως 31-5-2015 με την ειδικότητα του φροντιστή στο τμήμα αμειβόμενων πετοσφαιριστών (ΤΑΠ) με πενθήμερο εβδομαδιαίο και τετράωρο ημερήσιο ωράριο αντί μηνιαίου μισθού 360 ΕΥΡΩ το πρώτο χρονικό διάστημα και 293,04 ΕΥΡΩ το δεύτερο . Ότι μολονότι παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τα συμφωνηθέντα το εναγόμενο δεν του έχει καταβάλλει το συνολικό ποσό των 4692,98 ΕΥΡΩ που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών, αποδοχές και αποζημίωση αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015, προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας όπως το ποσό αναλύεται λεπτομερώς κατά αιτία και χρονικό διάστημα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω άλλως αν κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλλει το ποσό των 4692,98 ΕΥΡΩ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 1000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του και να καταδικαστεί αυτό (εναγόμενο) στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Η αγωγή μ’ αυτό το περιεχόμενο παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του αρμοδίου αυτού δικαστηρίου (αρθρ. 14 παρ 1 α και 25 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθρ. διατάξεις των άρθρων 325, 341, 345, 346, 349 παρ. 1, 648 επ., 655, 656 εδ.α', 659, 904 ΑΚ, ν 3198/1955, 1 παρ. 1, 2 και 3 του Ν 1082/80, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (δώρα εορτών), 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, 2, 5 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και 5 παρ. 5 του ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (αποδοχές αδείας), 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), ΑΝ 539/1945 όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του ΝΔ 3755/57, 907, 908 παρ. 1 περ. ε', 910 αρ. 4 ΚΠολΔ, πλην α) του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το οποίο κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο για τον ακόλουθο λόγο. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας παρέχεται μόνο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας. Εξ’ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για πληρωμή του μισθού, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής (εν όλω η εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και συνεπώς δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία της, σε σχέση με το Α.Ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρέωσης του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μόνη η καθυστέρηση καταβολής εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζόμενου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται την προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου. (ΑΠ 1017/2008, ΑΠ 1346/2002, ΕφΠατρ 92/2015, Εφ. Αθ. 767/2005, Εφ.Πατρ. 353/2009)., η δε επικαλούμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων του εναγομένου δεν συνιστά αδικοπραξία και εντεύθεν δεν γεννιέται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 59 ΑΚ και β) αυτού περί της επίδειξης από το εναγόμενο των αποδείξεων πληρωμής του το οποίο κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας για τον λόγο ότι τα ζητούμενα να επιδειχθούν έγγραφα δεν προσδιορίζονται επαρκώς ως προς την ταυτότητα και το περιεχόμενό τους αλλά ως σύνολο (αποδείξεις πληρωμής). Νόμιμη είναι και η επικουρική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα [ΚΠολΔ 219, ΑΠ 2019/2007 Νόμος), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση εργασίας, λόγω ακυρότητάς της και για την πληρότητα της επικουρικής αγωγής, κατ' άρθρο 216 §1 ΚΠολΔ, αρκεί, πέρα από την παροχή της εργασίας και τον εξαιτίας της πλουτισμό του εργοδότη, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, χωρίς να απαιτείται και ειδική έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας (ΟλΑΠ 23/2003, ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 904/2004, ΕφΑΘ 6565/2008, ΕφΑΘ 1064/2006 Νόμος), άλλωστε, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 2019/2007 Νόμος, ΑΠ 1802/2001, ΑΠ 712/2001, Εφθεσ 102/2001). Πρέπει συνεπώς η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον κατά το αρθρ. 6 παρ. 17 ν. 2479/1997, με το οποίο αντικαταστάθηκε το αρθρ. 71 Εις.Ν.Κ.ΠολΔ, στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά νόμο ΓΠΗ/1912, όπως ισχύει, δικαστικό ένσημο για το μέχρι το ποσό της εκάστοτε καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής.
Το εναγόμενο τόσο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης όσο και με τις νομότυπα κι εμπρόθεσμα κατατιθεμένες προτάσεις του αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή και ισχυρίστηκε
α) έλλειψη παθητικής του νομιμοποίησης ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση της αγωγής αφού για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος είναι το παθητικό υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης ισχυρισμός που αν αποδειχτεί αναληθής η αγωγή θα απορριφθεί στην ουσία της ,
β) προέβαλλε τον ισχυρισμό περί μερικής εξόφλησης των αξιώσεων του ενάγοντα και συνομολόγησε οφειλή ύψους 2500 ΕΥΡΟ .
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε διάδικη πλευρά) στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου που καταχωρίστηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης , τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι κατά την παρούσα διαδικασία είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με ία διδάγματα κοινής πείρας που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα (αρθρ. 336 ΚΠολΔ) κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδείχτηκαν τα ακόλουθα Την 21η-8-2013 το εναγόμενο προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης προκειμένου να εργαστεί ως φροντιστής του τμήματος αμειβόμενων πετοσφαιριστών (ΤΑΠ) , η δε σχετική αναγγελία έλαβε χώρα την 2η-10-2013 - απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου για έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης σύμφωνα με ότι αναφέρθηκε στη με αριθμ. 1 μείζονα σκέψη δεδομένου ότι το τμήμα (ΤΑΠ) του εναγομένου δε διαθέτει νομική προσωπικότητα μόνο οικονομική και διαχειριστική αυτοτέλεια- με πενθήμερο εβδομαδιαίο και τετράωρο ημερήσιο ωράριο αντί μηνιαίου μισθού 360 ΕΥΡΩ (βλ. το από 21-8-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό και την αναγγελία πρόσληψης). Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του και την 31η-5-2014 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του (βλ. αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης) Στη συνέχεια την 17η-10-2014 επαναπροσλήφθηκε με τους ίδιους όπως παραπάνω όρους και μηνιαίες αποδοχές 293,04 ΕΥΡΩ (βλ. σχετική σύμβαση). Την 18η-5-2015 το εναγόμενο κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση οφείλοντας του όμως δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών αποδοχές και επιδόματα αδείας. Στη συνέχεια με το από 5-6-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το εναγόμενο αναγνώρισε οφειλή του προς τον ενάγοντα ύψους 2500 ΕΥΡΩ , προερχόμενο από την παροχή από τον ενάγοντα αθλητικών υπηρεσιών του κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου 2014-2015 ο δε ενάγων περιόρισε την συνολική απαίτηση του παραιτούμενος να αναζητήσει τόκους, και κάθε φύσης έξοδα υπό τον όρο της εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων δηλ. της εξόφλησης του ποσού από μελλοντικές απαιτήσεις που διατηρεί το εναγόμενο το οποίο εκχώρησε στον ενάγοντα ισόποσο χρηματικό ποσό που έχει ή θα έχει στο μέλλον έναντι της ΕΣΑΠ βάση της σχετικής απόφαση του ΔΣ της τελευταίας προερχόμενη από τη χορηγία της ΟΓΙΑΠ ΑΕ για το πρωτάθλημα πετοσφαίρισης ανδρών της Α1 κατηγορίας περιόδου 2016-2017 και από κάθε μελλοντική αγωνιστική περίοδο και μέχρι την εξόφληση του ανωτέρου χρηματικού ποσού όπως επίσης και από κάθε άλλη τυχόν απαίτηση διατηρεί ή θα διατηρεί του σωματείο ΤΑΠ από την ΕΣΑΠ… ρητά συμφωνήθηκε ότι η εκχώρηση λαμβάνει χώρα χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής. …Σε περίπτωση μη προσήκουσας πληρωμής είτε μέσω της εκχώρησης είτε απευθείας από το εναγόμενο ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει βέβαιη και εκκαθαρισμένη την απαίτηση του νόμιμα συνυπολογιζόμενων των μέχρι τότε καταβολών (βλ. το από 5-6- 2015 ιδιωτικό συμφωνητικό).
Από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, το οποίο αφορά την αγωνιστική περίοδο 2014-2015 προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη σε αυτό σαφής και αναμφίβολη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, η οποία ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ήταν να καταρτιστεί μεταξύ τους νέα σύμβαση (γνήσια αναγνωριστική), από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα, της αιτίας, και δη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, ανεξάρτητη από τη βασική σύμβαση εργασίας- η οποία μνημονεύεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο περιληπτικά για τον αποκλειστικό σκοπό εξατομίκευσης της αιτίας του αναγνωριζομένου χρέους, δίχως να προσδιορισθούν με αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) ούτε το ακριβές ωράριο εβδομαδιαίας και ημερήσιας εργασιακής απασχολήσεως της ενάγουσας- η οποία ιδρύει από μόνη της ενοχική υποχρέωση και περιέχει τους όρους εναγώγιμης αξίωσης, και όχι να επιβεβαιώσουν απλά μία ήδη υπάρχουσα ενοχή ή να ομολογήσουν απλώς ορισμένα γεγονότα, ώστε να χρησιμεύσει ίο ως άνω έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι το εναγόμενο αναγνωρίζει ένα συνολικό ποσό χωρίς αναφορά σε επιμέρους αιτίες (πχ δεδουλευμένες αποδοχές ή δώρα εορτών και ξεχωριστό οφειλόμενο ποσό για κάθε αιτία) και αναλαμβάνει ρητά την υποχρέωση καταβολής του από μελλοντικές χρηματικές απαιτήσεις του από την ΕΣΑΠ προς δε εγγύηση για την καταβολή αυτού προχώρησε σε εκχώρηση ισόποσου χρηματικού ποσού που έχει ή θα έχει στο μέλλον έναντι της ΕΣΑΠ.
Περαιτέρω αναφορικά με την πρώτη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, που διήρκεσε από 21-8-2013 έως 22-5-2014 κι ειδικότερα των μηνών έως τέλος του έτους 2013,- εφόσον δεν εξειδικεύεται η έναρξη και το τέλος της αγωνιστικής περιόδου και τα έτη 2014-2015 ρυθμίζονται από την προαναφερόμενη αιτιώδη αναγνώριση χρέους - το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 1440 ΕΥΡΩ (360 ΕΥΡΩ χ 4 μήνες , Σεπτέμβριο έως και Δεκέμβριο) έναντι του οποίου του κατέβαλλε τμηματικά ποσό 587,53 ΕΥΡΩ (287,53 ΕΥΡΩ για το μήνα Οκτώβριο , 300 ΕΥΡΩ για το μήνα Δεκέμβριο) και του οφείλει το υπόλοιπο ύψους 852,47 ΕΥΡΩ (βλ. αποδείξεις καταβολής), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής εφόσον δεν αποδείχτηκε έναντι ποιού μήνα καταβλήθηκε ποιο ποσό, για δώρο Χριστουγέννων του 2013 του οφείλει ποσό 185,19 ΕΥΡΩ (122 ημέρες εργασίας δια 19χ2χ360 δια 25) , πλην όμως ο ενάγων αιτείται ποσό 160,49 ΕΥΡΩ και το δικαστήριο δε μπορεί να επιδικάσει κάτι περισσότερο, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014 (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 81/20-10, ΑΠ 1339/2005, ΑΠ 1682/2000), για αποδοχές αδείας έτους 2013 το ποσό των 115,20 ΕΥΡΩ (4 μήνες χ2ημέρες χ14,40 ΕΥΡΩ) και το ίδιο ποσό για επίδομα αδείας , πλην όμως ο ενάγων αιτείται ποσό 96 ΕΥΡΩ και το δικαστήριο δε μπορεί να επιδικάσει κάτι περισσότερο , με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014 , (βλ. ΑΠ 1339/2005 , ΑΠ 854/2005 , ΑΠ 1682/2000 , ΕφΔωδ 79/2008), απορριπτομένου του αιτήματος προσαύξησης 100% λόγω μη χορήγηση αδείας από υπαιτιότητα του εναγομένου, εφόσον δεν αποδείχτηκε ούτε ότι αιτήθηκε την άδεια ούτε ότι δεν του χορηγήθηκε από υπαιτιότητα του εναγομένου (βλ. κατάθεση πρώτου μάρτυρα ο οποίος χαρακτηριστικά καταθέτει «προφανώς τι ζήτησε» .Σημειώνεται ότι οι αποδείξεις πληρωμής που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο αφορούν τα έτη 2014-2015 και όχι το έτος 2013 .
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από τον μισθό, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, Εργατική Εστία, κ.λ.π. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Αντικείμενο δηλαδή της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού, είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, ήτοι εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις, τις οποίες, όπως σημειώθηκε, πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από ης αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 2126/2007, ΑΠ 1103/1998, ΑΠ 1197/1998, ΕφΠειρ 849/2014, ΕΠΑΤΡ. 185/2008 ΑΕΑ 502/2005). Συνακόλουθα , εφόσον αποδείχθηκε αφενός ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη για την περίοδο 2014-2015 σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, με βάση την οποία οι συμβαλλόμενοι θέλησαν τη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής, οι διάδικοι δε μπορούν να προτείνουν ισχυρισμούς που πηγάζουν από την παλαιό ενοχική σχέση, (σύμβαση εργασίας) η οποία δεν εξετάζεται πλέον καθόλου, απορριπτομένου έτσι του επιπλέον αιτουμένου ποσού των 2500 ΕΥΡΟ εφόσον δεν αποδείχτηκε μέχρι σήμερα η πλήρωση των αναβλητικών αιρέσεων (βλ. προτάσεις του εναγομένου) ,άλλωστε το εναγόμενο έχει πέσει στη β εθνική κατηγορία συνεπώς δεν υπάρχει πιθανότητα πλήρωσης της αίρεσης δηλ καταβολής χρηματικών ποσών από την ΕΣΑΠ(βλ. κατάθεση δεύτερου μάρτυρα) αφετέρου μη καταβολή των αιτούμενων για το έτος 2013 η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει στην ουσία της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 3704,96 ΕΥΡΩ με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ανωτέρω . Όσον αφορά το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι κι ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον ενάγοντα γι’ αυτό πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό (αρθρ. 907, 908 περ. 3 ΚΠολΔ) , ενώ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα πρέπει να επιβληθούν στο εναγόμενο λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 ΚΠολΔ) και κατόπιν σχετικού αιτήματος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ όχι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσης
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 3704,96 ΕΥΡΩ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσης απόφασης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 2000 ΕΥΡΩ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στο εναγόμενο τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα τα οποία ορίζει στο ποσό των 300 ΕΥΡΩ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη την 28η Σεπτεμβρίου 2017, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βασιλική Αλεξάκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου