
ΑΠ 630/2017 - Κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος κατ’ εξακολούθηση
Έτος: 2017
Νούμερο: 630
Κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ’ αυτόν, (μετρητή της Δ.Ε.Η.), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός, (μετρητής), να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ' εκάστη χρονική περίοδο....
Νούμερο: 630
Κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ’ αυτόν, (μετρητή της Δ.Ε.Η.), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός, (μετρητής), να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ' εκάστη χρονική περίοδο....
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Α. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 244/2016. απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30.6.2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 244/2016 απόφαση του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Θ. Α. του Μ., για την αξιόποινη πράξη της κλοπής ηλεκτρικού ρεύματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση, και μετά από αναγνώριση ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως οκτώ(8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής της γραμματείας του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, την 13-6-2016. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο καταδικασθείς άσκησε την υπ’ αριθ. πρωτ. .../2016 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30-6-2016. Επομένως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και αφού περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης ,πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την βασιμότητα των λόγων της .
Επειδή, κατά μεν την παρ. Ι του άρθρου 372 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο ( ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια. Από τις διατάξεις αυτές, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ’ αυτόν, αυτογνωμόνως ,χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα επ’ αυτού ιδιοκτήμονος, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ’ αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτον προς τον σκοπό της παρανόμου ιδιοποιήσεως του. Αποτελεί δε κλοπή και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση της. Τέτοια κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ’ αυτόν,(μετρητή της Δ.Ε.Η.), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός, (μετρητής), να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ" εκάστη χρονική περίοδο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ" αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι υπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Αλλά δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε! Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το δίκασαν κατ’ έφεση δικαστήριο, με την προβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε μετ’ εκτίμηση των κατ" είδος σε αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων,( ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά- κατά πιστή μεταφορά- στις 6-9-2012 και περί ώρα 12.00 μ.μ, στην περιοχή ..., της πόλεως των Χανίων, συνεργείο της ΔΕΗ, αποτελούμενο από δύο άτομα της υπηρεσίας στα Χανιά (... ΑΕ/ΔΠΝ/Περιοχή Χανίων), πραγματοποιούσε ελέγχους στα καταστήματα της περιοχής στα πλαίσια τακτικών ελέγχων που γινόταν, λόγω της έξαρσης ρευματοκλοπών που είχαν παρατηρηθεί κατά την παραπάνω ,χρονική περίοδο. Αρμόδιος υπάλληλος της ΔΕΗ και εξειδικευμένος στις ρευματοκλοπές και προϊστάμενος του συνεργείου για τους ελέγχους ήταν ο μάρτυρας Σ. Μ. του Σ.. Για το λόγο αυτό έγινε έρευνα μεταξύ άλλων και στην επιχείρηση της ... Α.Ε. (καφετέρια - μπαρ) που έδρευε στην ..., νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος. Η επιχείρηση αυτή είχε ηλεκτροδοτηθεί με την από την 16-7-2002 σύμβαση με τη ΔΕΗ με αριθμό παροχής ... Η παροχή αυτή κατατασσόταν στο νούμερο 6 , ήταν δηλαδή μεγάλη (ενεργοβόρα) παροχή, ταυτόσημη με παροχές ξενοδοχείων . Κατά την είσοδο του στην επιχείρηση ο ως άνω υπάλληλος συνομίλησε με την υπάλληλο του καταστήματος στην οποία γνωστοποίησε τον λόγο της έλευσης του και αυτή με τη σειρά της τον οδήγησε στα κιβώτια παροχής που βρίσκονταν εντός μίας ντουλάπας. Εντός αυτής βρισκόταν το κιβώτιο με τις ασφάλειες και το κιβώτιο της ΔΕΗ. Ο υπάλληλος αυτός άνοιξε με το κλειδί του το κιβώτιο του μετρητή όπου εντός αυτού υπήρχε ο μετρητής και κάτω απ’ αυτόν το κιβώτιο των δοκιμών. Σημειώνεται ότι κλειδιά τέτοιου τύπου κυκλοφορούν ευρέως στο εμπόριο για κάθε ενδιαφερόμενο και επομένως εύκολα μπορεί να έχει πρόσβαση στο κιβώτιο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος. Ο ως άνω τεχνικός παρατήρησε λοιπόν ότι είχε παραβιαστεί η σφραγίδα του κιβωτίου δοκιμών και δη ότι τα ελάσματα ασφαλείας ήταν ταλαιπωρημένα και δη ξαναεπανατοποθετημένα και πειραγμένα). Αμέσως , λόγω και της εμπειρίας του, κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και ζήτησε από την παριστάμενη παραπάνω υπάλληλο να καλέσει τον υπεύθυνο του καταστήματος. Ταυτόχρονα ενημέρωσε και τον Προϊστάμενο του κ. Κ., ο οποίος και αφίχθη σχεδόν αμέσως με τον υπεύθυνο του καταστήματος κ. Λ., στον οποίο επέδειξε την άνω σφραγίδα λέγοντας του πως ήταν πειραγμένη και ενδεχομένως μπορεί να υπήρχε περίπτωση ρευματοκλοπής. Είναι χαρακτηριστικό το ότι με μια απλή κίνηση του άνω υπαλλήλου στη σφραγίδα αυτή, η τελευταία έπεσε κάτω. Στη έλεγχο με ειδικό όργανο (αμπεροτσιμπίδα) με βάση τον οποίο ρεύμα, το οποίο προηγουμένως στο πρώτο κιβώτιο μετασχηματιζόταν, εισερχόταν στο κιβώτιο πλην όμως η μέτρηση σε δύο ελασματάκια ήταν μηδέν και κανονική μόνο στο ένα εκ των τριών. Τούτο συνέβη διότι ο κατηγορούμενος σε συνεργασία με ειδικό ηλεκτρολόγο, η ταυτότητα του οποίου δεν προέκυψε, είχαν παραβιάσει το κιβώτιο του μετρητού και στη συνέχεια άνοιξαν το κιβώτιο δοκιμής του μετρητού, άνοιξαν (ξεβιδώνοντας τις βίδες σύσφιξης) το λαμάκι της διέγερσης της έντασης του κιβωτίου της δεύτερης και τρίτης φάσης με αποτέλεσμα να μην καταγράφονται στο μετρητή (στον οποίο δεν οδεύονταν) φ 2/3 περίπου της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Όλες τις παραπάνω ενέργειες του αποτύπωσε σε φωνογραφίες και συνάμα ζήτησε από τον προϊστάμενο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρείας να καλέσει τον ηλεκτρολόγο του, με τον οποίο εν τέλει μίλησαν στο τηλέφωνο εξηγώντας του τον τρόπο με τον οποίο γινόταν ρευματοκλοπή και όταν ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι πράγματι είχε αποδειχθεί η πράξη της ρευματοκλοπής του έκλεισε το τηλέφωνο. Για την απόδειξη της κρίσης του ο εν λόγω υπάλληλος προέβη στη σύνδεση των λαμακίων και με τη χρήση της αμπεροτσιμπίδας κατέδειξε ότι οι εντάσεις πλέον ήταν κανονικές και γινόταν καταγραφή. Στη συνέχεια σφράγισε το κιβώτιο, μετέβησαν στο μπαρ του καταστήματος όπου ανέφερε στο εκπρόσωπο της εταιρίας κ Λ., ότι προκειμένου να αποφύγει την, κατά την οδηγία διανομής ..., δέσμευση --του μετρητικού συστήματος και τη μεταφορά του στα γραφεία της επιχείρησης και την εξ αυτού του λόγου διακοπή της παροχής ρεύματος, η οποία θα είχε ως παραπέρα συνέπεια τη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης τους με όλες της εξ αυτής δυσμενείς συνέπειες, όφειλε την επομένη να μεταβεί στα γραφεία της ΔΕΗ και να καταβάλει ένα ποσό έναντι της ρευματοκλοπής μέχρι να γίνει υπολογισμός της οφειλής και στη συνέχεια διακανονισμός. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία(... αποτελεί μία εσωτερική οδηγία της ΔΕΗ για να προστατευθούν τα συμφέροντα της έναντι της κλοπής ρεύματος και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί, η τήρηση των εξ αυτής υποχρεώσεων, στοιχείο που κατατείνει σε υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ρευματοκλέπτη ή στοιχείο του υποστατού της δίωξης και τιμωρίας του υπευθύνου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση ο ως άνω υπάλληλος τήρησε τις εξ αυτής υποχρεώσεις να καλέσει τον εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη κατά την αυτοψία όπου παρουσία του έγινε επίδειξη της ρευματοκλοπής , δεν ήταν δε υποχρεωμένος να καλέσει επιτόπου και όργανο της τάξης , αφού η κλήση αυτού δεν είναι υποχρεωτική με βάση τις άνω διατάξεις της οδηγίας ("...γίνεται προσπάθεια να έλθει επιτόπου όργανο της τάξεως.............. Εάν κατά την αυτοψία παρίσταται όργανο της τάξεως πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια για να πειστεί να εφαρμόσει......"), κατά την πρακτική δε, παγιώθηκε συμπεριφορά να μην καλείται όργανο της τάξης όταν δεν υπάρχουν , όπως εν προκειμένω συνέβη, αντεγκλήσεις και φασαρίες. Τέλος, ο ως άνω υπάλληλος πράγματι παρέβη την υποχρέωση του να προβεί σε δέσμευση του μετρητικού συστήματος και μεταφορά του στα γραφεία της επιχείρησης, τούτο όμως-έγινε κατά τα προαναφερθέντα προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, ώστε να μην διακοπεί η παροχή ρεύματος στην επιχείρηση του και να του δοθεί η δυνατότητα να ρυθμίσει τη οφειλή του και κατά την πάγια πρακτική να μην γίνεται διακοπή στις ενεργοβόρες πλην όμως, επαγγελματικές συνδέσεις. Πράγματι, την επόμενη ημέρα, ο ως άνω εκπρόσωπος σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο μετέβη στα γραφεία της ΔΕΗ όπου κατέβαλαν έναντι της διαπιστωμένης ρευματοκλοπής το ποσό των 1.000 ευρώ. Στη σχετική απόδειξη, επειδή εκδιδόταν με μηχανογραφικό σύστημα εγκατεστημένο στην Αθήνα και ο τύπος των αποδείξεων πληρωμής ήταν πάγιος, συνδεόμενος με την καταβολή των οφειλόμενων από την κατανάλωση ρεύματος, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα μεταβολής του μηχανογραφικού τύπου της απόδειξης, η ένδειξη έναντι ρευματοκλοπής επ’ αυτής αναγράφηκε με το χέρι του Κ. Ζ. χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε όμως αντίδραση ή στη συνέχεια επιφύλαξη ή διαμαρτυρία τόσο εκ μέρους του κ. Λ. όσο εκ μέρους, στη συνέχεια του κατηγορουμένου, μη αμφισβητώντας έτσι την καταλογιζόμενη σε βάρος του ρευματοκλοπή. Στη συνέχεια στις 11-9-2012 η ... υπολόγισε το ύψος της αφαιρεθείσας ενέργειας (υπολειπόμενα 2/3 της καταναλωθείσας ενέργειας που δεν καταγραφόταν) σε 759.920 ΚWΗ και 2144 ΚW με βάση τις καταναλώσεις της περιόδου 24-4-2008 έως 6-9-2012, υπολογίζοντας την οφειλή του κατηγορουμένου στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 104.432,0 ευρώ για την οποία ενημερώθηκε τούτος καις τις 27.9.2012 κλήθηκε να προχωρήσει στην συνολική εξόφληση του ή στην προσκόμιση εγγυητικής επιστολής με κίνδυνο , σε περίπτωση μη ενέργειας τούτων, τη διακοπή της ρευματοδότησης. Μάλιστα για το χρονικό διάστημα από 24-9-2008 έως 6-9-2012, για το οποίο απαγγέλθηκε εν τέλει κατηγορία για τον κατηγορούμενο, η αξία της κλαπείσας ενέργειας ανέρχεται στο ποσό των 84.707,54 ευρώ , συμπεριλαμβανομένου δε του ΦΠΑ στο ποσό των 95.719,54 ευρώ (βλ. αναγνωσθέν από 27-6-2013 και με αριθμ ... έγγραφο της ΔΕΗ: με το συνημμένο σ’ αυτό πίνακα στον οποίο εμφαίνεται η κατά τα ειδικότερα μηνιαία περίπου περίοδο κατανάλωσης αξία της κλαπείσας ενέργειας). Ειδικότερα η αξία της αφαιρεθείσας ενέργειας κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα ρευματοκλοπής εμφαίνεται στον παρακάτω πίνακα:
.. ... ... ... ... ... ... ... ΣΥΝΟΛΟ 84.707,54 95.719,54 Επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο της τέλεσης ρευματοκλοπής ήταν και το γεγονός ότι οι καταναλώσεις ηλεκτρικής ενέργειας της επιχείρησης του κατηγορουμένου από 22-12-2006 ως 22-4-2008 ανερχόταν κατά μέσο όρο, σε μηνιαία περίπου περίοδο κατανάλωσης, σε 19.485 ΚWΗ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-2008 έως 28-8-2012 (περίοδο ρευματοκλοπής) ανήλθε κατά μέσο όρο, σε μηνιαία περίπου περίοδο κατανάλωσης, σε 7.246,15 ΚWH , ήτοι στοιχείο αδιάψευστο της χωρίς αντάλλαγμα αφαίρεσης ηλεκτρικής ενέργειας. Ισχυρίστηκε βέβαια ο κατηγορούμενος ότι η βύθιση αυτή οφειλόταν σε εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης της επιχείρησης του , πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται παντελώς αβάσιμος και αδιάψευστο στοιχείο της κρίσης αυτής αποτελεί το γεγονός ότι και μετά την αποκατάσταση της διάταξης της ρευματοκλοπής, η κατανάλωση ενέργειας στην επιχείρηση του κατηγορουμένου ανήλθε κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-2012 έως 24-12-2012 κατά μέσο όρο, σε μηνιαία περίπου περίοδο κατανάλωσης, στο μεγάλο ποσό των 12.213 KWH, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι μετά την αποκάλυψη της πράξης του δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια η πραγματική κατανάλωση ενόψει και της υπεισέλευσης του παράγοντα ότι ο κατηγορούμενος είχε κάθε λόγο να θέλει να μειώσει και να περιορίσει τις καταναλώσεις του στα πλαίσια της υπεράσπισης του και αποφυγής μεγάλων χρεώσεων, ρευματοκλοπής ήταν ο κατηγορούμενος , ο οποίος με τη ηλεκτρολόγου προέβη με έντεχνο τρόπο στην άνω επέμβαση, στο την οποία δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν οι καταμετρητές που κατά την επίσκεψη τους στην επιχείρηση ήλεγχαν μόνο τον μετρητή και όχι το κιβώτιο δοκιμών, πέραν του ότι δεν διέθεταν αμπεροτσιμπίδα που αποτελούσε το μοναδικό όργανο διαπίστωσης της ρευματοκλοπής. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως του μάρτυρα Σ. Μ., ο οποίος κατέθεσε μετά λόγου γνώσης για τα άνω περιστατικά; εκφράζοντας την απόλυτη και χωρίς καμία αμφιβολία βεβαιότητα του για την πράξη της ρευματοκλοπής , την οποία επ’ ουδενί λόγο και αιτιολογημένα δεν απέδωσε σε αστοχία δήθεν υλικού ή χαλάρωση των στοιχείων συνδεσμολογίας λόγω φυσικών φαινομένων. Επίσης ο ίδιος μάρτυρας θεώρησε υπεύθυνο της πράξης τον κατηγορούμενο ("... Πιστεύω ότι ήταν εν γνώση του η ρευματοκλοπή..") δεδομένου και ότι κατά τη διαδικασία του ελέγχου ο έτερος εκπρόσωπος της παραπάνω επιχείρησης εκδήλωσε έκπληξη ("Δεν μου είπε τίποτα ο Λ., πριν κάνω την αποκατάσταση μου είπε αν είναι δυνατόν και μετά το είδε και ο ίδιος ότι ερχόταν κανονικά το ρεύμα..."). Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ο ίδιος, προδήλως αποδεχόμενος την ευθύνη του κατέληξε αργότερα, το-Μάο του έτους 2013, σε απόπειρα συμβιβασμού με την ΔΕΗ-μέσω του δικηγόρου της Μ. Β.) παραδίδοντάς του τίτλους ακινήτου του περιουσιακού στοιχείου αποδεχόμενος να αναδεχθεί ατομικά το χρέος της επιχείρησης του και να εγγραφεί προσημείωση στο ακίνητο του και να καταρτιστεί στο τέλος πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον Ειρηνοδίκη. Διαδικασία που εν τέλει δεν τελεσφόρησε δεδομένου ότι το ακίνητο ήταν ήδη βεβαρυμμένο, η δε επιχείρηση του κατηγορουμένου είχε μεγάλα χρέη σε τρίτους (τράπεζες και όφειλε μισθώματα στον εκμισθωτή, βλ αναγνωσθείσες διαταγές πληρωμής) , γεγονός που καθιστούσε εν τέλει ασύμφορη για όλους μία τέτοια προσπάθεια συμβιβασμού. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι ο κατηγορούμενος όταν διαπίστωσε ότι το ποσό της χρέωσης της αφαιρεθείσας ενέργειας ανερχόταν σε 104.000 ευρώ κατέφυγε δικαστικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων με την από 29/7/2012 αίτηση του με την οποία ζητούσε να απαγορευθεί προσωρινά στην ΔΕΗ να αφαιρέσει το μετρητή και να διακόψει τη σύνδεση στην επιχείρηση του ισχυριζόμενος ότι δεν όφειλε το άνω ποσό διότι δεν έκαμε ρευματοκλοπή , επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 395/2012 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση (αν και είχε λάβει προσωρινή διαταγή απαγόρευσης αφαίρεσης του μετρητή). Στις 8-1-2013 έγινε διακοπή της παροχής ενώ επακολούθησαν αιτήματα του κατηγορουμένου για συμβιβαστικό διακανονισμό της οφειλής, τα οποία δεν ευοδώθηκαν (εφάπαξ Καταβολή 25.000 ευρώ και στη συνέχεια μηνιαίες δόσεις με την πρώτη ποσού 11.421 ευρώ και τις λοιπές ισόποσες ποσού 8.000 ευρώ). Στις 7-8-2013 έγινε μεταφορά της οφειλής που αφορούσε το κατάστημα στην οδό ... σε άλλο κατάστημα του κατηγορουμένου στην, οδό ..., το οποίο όμως εν τέλει έκλεισε στις 24-8-2013.Μάλιστα στις 2.8.2013 ο κατηγορούμενος υπέβαλε την με ιδία ημερομηνία αίτηση του προς τη ... με την οποία ζητούσε να του απαντήσει για την πρόταση διακανονισμού και αναφερόμενος στη φύση της οφειλής τη χαρακτήριζε ως προερχόμενη από ρευματοκλοπή , αποδεχόμενος έτσι έμμεσα την ευθύνη του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο μετρητής είχε τη δυνατότητα να καταγράφει μια σειρά ενδείξεων ακόμη και τις επεμβάσεις σ’ αυτόν και στο κιβώτιο δοκιμών, τις οποίες μπορούσε να διατηρεί στην μνήμη του επί δέκα χρόνια και ότι εν όψει αυτού το Δικαστήριο διατάσσοντας τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης θα διαπίστωνε ότι δεν έγιναν επεμβάσεις σ’ αυτόν και θα αποδεικνυόταν η αθωότητα του για την ρευματοκλοπή. Επιπλέον προσκόμισε μία διακήρυξη της ΔΕΗ που αφορούσε τον διαγωνισμό για την προμήθεια μετρητών του έτους 2001, όπου γινόταν λόγος ότι οι προσφερόμενοι μετρητές θα έπρεπε να είχαν συγκεκριμένες δυνατότητες μεταξύ των οποίων και αυτές που θα εξασφάλιζαν τα προαναφερόμενα στοιχεία. Πλην όμως, αίτημα πραγματογνωμοσύνης δεν υπέβαλε στην αίτηση του ασφαλιστικών που προαναφέρθηκε (εκεί επιφυλάχθηκε να το ζητήσει στο μέλλον "...πιστεύομε δε ότι και με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης την οποία θα ζητήσομε να γίνει θα βοηθηθεί η εξεύρεση της αλήθειας.."), ούτε προέβη σε κατάθεση αίτησης συντηρητικής απόδειξης. Το αίτημα αυτό, λοιπόν, το οποίο υποβλήθηκε καθυστερημένα στον πρώτο βαθμό (αυτοτελώς στον Εισαγγελέα) στις 19-2-2015 κατά τη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης και κατά τη διάρκεια της διακοπής της δίκης) υποβάλλεται και σήμερα κρίνεται προσχηματικό και αποτελεί προσπάθεια παραγραφής της υπόθεσης και για αυτό κρίνεται απορριπτέο. Και τούτο, πέραν του ότι όπως αποδείχθηκε, ο μετρητής της επιχείρησης του κατηγορουμένου αποτελεί μέρος από μία συγκεκριμένη παρτίδα που παραλήφθηκε το 2001-2002 και κατ’ απαίτηση της αρμόδιας τότε ...., είχαν μόνο τη δυνατότητα να καταγράφουν την ισχύ που καταναλωνόταν από τον πελάτη (γινόμενο εντάσεως και τάσεως) και δεν κατέγραφαν όμως αυτοτελώς την ένταση στην οποία εντοπιζόταν η επέμβαση ου κατηγορουμένου και δεν υπήρχε τμήμα σ’ αυτόν (μετρητή) στο οποίο να απεικονίζεται ή από το οποίο να εξακριβώνεται η έλλειψη εντάσεως. Τέλος, στο μετρητή καταγραφόταν μόνο η, άεργος ενέργειας χωρίς να υπάρχει δυνατότητα καταγραφής έντασης κάθε φάσης χωριστά, καταγραφής συμβάντων, αποσύνδεσης έντασης κάποιας φάσης και καμπυλών φορτίου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η επέμβαση , αλλά και η ακριβής χρονική στιγμή, που πραγματοποιήθηκε η παράνομη επέμβαση στη μετρητική διάταξη της επιχείρησης του κατηγορουμένου, η οποία μπορεί να προσδιορισθεί μόνο από τη μελέτη των καταναλώσεων όπως και πράγματι έγινε. Επομένως, το αίτημα πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέο και ως αλυσιτελές και άσκοπο. Συνακόλουθα, πρέπει, αφού απορριφθεί κάθε άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο τελευταίος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, απορριφθέντος και του ισχυρισμού του που προέβαλε κατά την αγόρευση του ο τρίτος εκ των πληρεξουσίων του δικηγόρων περί απαραδέκτου, ως αναιτιολόγητου, της έφεσης της εισαγγελέως δεδομένου ότι, πέραν του ότι η έφεση αυτή είναι επαρκώς κατά το νόμο αιτιολογημένη, το παραδεκτό αυτής ήδη έχει κριθεί με την υπ’ αριθμ. 367/07.10.2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία δεσμεύει χωρίς να μπορεί να κρίνει σήμερα άλλως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν δικαστήριο με το διατακτικό του που παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και αποτελούν ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στα Χανιά και κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-2008 έως 6-9-2012, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος , αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο κινητό πράγμα και δη ηλεκτρική ενέργεια ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με σκοπό να ιδιοποιηθεί αυτή παράνομα και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ..., η οποία εκμεταλλευόταν το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος , αφού παραβίασε το κιβώτιο του μετρητή του προαναφερθέντος καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, άνοιξε το κιβώτιο του μετρητή και εν συνεχεία με λαμάκι της διέγερσης της έντασης του μετρητή δεύτερης και τρίτης φάσης, με συνέπεια να μη καταγράφονται τα 2/3 της καταναλισκόμενης ενέργειας , αφαιρώντας με τον τρόπο αυτόν , κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, από την κατοχή της ... Α.Ε., ηλεκτρική ενέργεια συνολικής αξίας 84.707,54 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ αξίας 95.719,54 Ευρώ, η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, διέλαβε σ" αυτήν την, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς λογικά κενά, και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς και έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,7,14,26 παρ.1.α!,27,79, 98,372 παρ. 1α, 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην καταφατική περί της ενοχής του κατηγορουμένου δικαιοδοτική του κρίση. Εκτίθενται σ’ αυτή, ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η ρευματοκλοπή , ήτοι η από την εξουσίαση της ΔΕΗ, αφαίρεση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς τη συναίνεση της , δια τεχνικής επεμβάσεως στο κιβώτιο του μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ώστε αυτός να δείχνει λιγότερες μονάδες και συγκεκριμένα το 1/3 του από την επιχείρηση αναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος. Ότι την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τέλεσε ο κατηγορούμενος νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία "... Α.Ε.", αυτογνωμόνως, με την συνδρομή ηλεκτρολόγου, κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-2008 έως 6-9-2012, που ανακαλύφθηκε από υπάλληλο ελεγκτή της ΔΕΗ. Ότι η αξία της αφαιρεθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανέρχεται συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ στο ποσό των 95.719,54 Ε. Ότι στην πράξη αυτή οδηγήθηκε με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα 2/3 της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, από την επιχείρηση του, υγειονομικού ενδιαφέροντος-(καφετέρια-μπαρ)-, τα οποία δεν καταγράφονταν ως κατανάλωση στον μετρητή της ΔΕΗ με την τεχνική του παρέμβαση σ’ αυτόν. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) Η αιτίαση του ότι, το δικάσαν δικαστήριο εκτίμησε επιλεκτικά για το καταδικαστικό του πόρισμα, μόνο την ένορκη κατάθεση του υπαλλήλου τεχνικού της ΔΕΗ, Σ. Μ., χωρίς καμία αξιολόγηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμη, διότι στο προϊμιο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται όλα τα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα στα οποία αυτό στήριξε την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Εξάλλου, το γεγονός ότι εξαίρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, δεν σημαίνει ότι δεν συναξιολόγησε τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που δεν εξαίρονται σ’ αυτό (σκεπτικό).Επίσης, συνεκτίμησε και τα με αρ. 2, 22 και 23 έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του. β) Η αιτίαση του ότι, κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στον μετρητή κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην ανωτέρω επιχείρηση του, δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις της οδηγίας 83 της ΔΕΗ , σύμφωνα με την οποία πριν από τον έλεγχο του έπρεπε να κληθεί ο ίδιος για να παρασταθεί κατ’ αυτόν είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται αλυσιτελώς. Ειδικότερα η με αριθ. 83 οδηγία της ΔΕΗ, "περί ρευματοκλοπών", είναι εσωτερική υπηρεσιακή οδηγία κατά την οποία αυτή ως Διαχειριστής του Δικτύου θα πρέπει να καλεί επιτοπίως, τον θιγόμενο καταναλωτή ή εκπρόσωπο αυτού, και όργανο της Ελληνικής αστυνομίας ως τρίτων, κατά τη διενέργεια ελέγχου της μετρητικής διάταξης, προκειμένου να τους παρουσιαστούν τα αποδεικνύοντα την παραβίαση του μετρητή στοιχεία, να ενημερώνει τον καταναλωτή .προκειμένου να γίνει η αντικατάσταση του μετρητή παρουσία του, και να τον καλεί εφόσον το επιθυμεί, να παραστεί κατά τον έλεγχο του μετρητή από το αρμόδιο εργαστήριο της εταιρείας. Αυτή ως εσωτερική οδηγία απευθύνεται στους αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΕΗ, οι οποίοι υποχρεούνται στην εφαρμογή της κατά τον έλεγχο των ρευματοκλοπών, χωρίς συνέπεια την ακύρωση του ελέγχου αυτών από τη μη τήρηση της . Η μη συμμόρφωση των υπαλλήλων της, προς την εσωτερική αυτή οδηγία ,επισύρει ευθύνη αυτών σε σχέση με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και η παραβίαση της, δεν αίρει το αξιόποινο της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ, η οποία σημειωτέον στη παρ. 2 αυτής ενσωματώνει κατά πλάσμα δικαίου, στην έννοια του κινητού πράγματος και την ενέργεια του ηλεκτρισμού, εφόσον και αυτή υπόκειται σε εξουσίαση από την διαχειριζόμενη την ενέργεια επιχείρηση(ΔΕΗ).γ) Η αιτίαση του ότι, το δίκασαν δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την κρίση του ότι η ρευματοκλοπή έγινε από 24-9-2008 έως 6-9-2012, είναι αβάσιμη, διότι το δίκασαν δικαστήριο αιτιολόγησε τον ως άνω χρόνο διάρκειας της ρευματοκλοπής, με την παραδοχή του "ότι στις 11-9-2012 η ... υπολόγισε το ύψος της αφαιρεθείσας ενέργειας (υπολειπόμενα 2/3 της καταναλωθείσας ενέργειας που δεν καταγραφόταν),με βάση τις καταναλώσεις της περιόδου 24-4-2008 έως 6-9-2012,με μηνιαία περίπου κατανάλωση 7.246,15 ΚWΗ συγκριτικά με τις καταναλώσεις ηλεκτρικής ενέργειας στην επιχείρηση του κατά το παρελθόν χρονικό διάστημα από 22-12-2006 έως 24-4-2008 με μηνιαία κατανάλωση 19.485 ΚWΗ. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων , που δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης , ιδρυόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ’ αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει στο ανωτέρω αίτημα ή δεν αιτιολογήσει, όταν το κρίνει απορριπτέο, ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται, αντιστοίχως, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως η έλλειψη αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ή Δ’ ΚΠΔ. Το αίτημα αυτό για να είναι σαφές και ορισμένο πρέπει να προβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά το νόμο θεμελίωση του, αλλιώς είναι απαράδεκτο ως αόριστο, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει ή ειδικώς να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα ούτε ζητήθηκε η διόρθωση τους από το αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου κατά το στάδιο της ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Σ. Μ., αιτήθηκε "την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αίτημα που ως δήλωσε υπέβαλλε και κατά την πρωτοβάθμια δίκη και απορρίφθηκε ως παρελκυστικό". Το αίτημα αυτό ήταν αόριστο διότι δεν εκτίθετο, για ποιο λόγο ήταν αναγκαία η διεξαγωγή της, επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ζητημάτων έπρεπε ο διορισθησόμενος πραγματογνώμων να γνωμοδοτήσει, και τι θα εισέφερε στην διαδικασία η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης αυτής σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος του. Παρά ταύτα, ενώ το δικαστήριο ουδεμία υποχρέωση απαντήσεως είχε στο παντελώς αόριστο αυτό αίτημα ,με ιδιαίτερο σκεπτικό που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, απέρριψε αυτό, με την παρακάτω επαρκή αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο μετρητής είχε τη δυνατότητα να καταγράφει μια σειρά ενδείξεων ακόμη και τις επεμβάσεις σ’ αυτόν και στο κιβώτιο δοκιμών, τις οποίες μπορούσε να διατηρεί στην μνήμη του επί δέκα χρόνια. Και εν όψει αυτού το δικαστήριο διατάσσοντας πραγματογνωμοσύνη θα διαπίστωνε ότι δεν έγιναν επεμβάσεις σ’ αυτόν και θα αποδεικνυόταν η αθωότητα του, για την ρευματοκλοπή. Επί πλέον προσκόμισε μία διακήρυξη της ΔΕΗ που αφορούσε την προμήθεια μετρητών του έτους 2001, όπου γινόταν λόγος ότι οι προσφερόμενοι μετρητές θα έπρεπε να είχαν συγκεκριμένες δυνατότητες μεταξύ των οποίων και αυτές που θα εξασφάλιζαν τα προαναφερόμενα στοιχεία. Πλην όμως , αίτημα πραγματογνωμοσύνης δεν υπέβαλλε στην αίτηση του των ασφαλιστικών μέτρων, εκεί επιφυλάχθηκε να το ζητήσει στο μέλλον ...ούτε προέβη στην κατάθεση αίτησης συντηρητικής απόδειξης. Το αίτημα αυτό λοιπόν υποβλήθηκε καθυστερημένα στον πρώτο βαθμό .υποβάλλεται και σήμερα κρίνεται προσχηματικό και αποτελεί προσπάθεια παραγραφής της υπόθεσης και για αυτό κρίνεται απορριπτέο. Και τούτο, πέραν του ότι όπως αποδείχθηκε ο μετρητής της επιχείρησης του κατηγορουμένου αποτελεί μέρος από μία συγκεκριμένη παρτίδα που παραλήφθηκε το 2001-2002 και κατ’ απαίτηση της αρμόδιας τότε ... , είχαν μόνο τη δυνατότητα να καταγράφουν την ισχύ που καταναλωνόταν από τον πελάτη,(γινόμενο εντάσεως και τάσεως), και δεν κατέγραφαν όμως αυτοτελώς την ένταση στην οποία εντοπιζόταν η επέμβαση του κατηγορουμένου και δεν υπήρχε τμήμα σ’ αυτόν στο οποίο να απεικονίζεται ή από το οποίο να εξακριβώνεται η έλλειψη εντάσεως. Τέλος στον μετρητή καταγραφόταν μόνο η άεργος ενέργεια , χωρίς να υπάρχει δυνατότητα καταγραφής έντασης κάθε φάσης χωριστά , καταγραφής συμβάντων , αποσύνδεσης έντασης κάποιας φάσης και καμπυλών φορτίου συνεπώς δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί επέμβαση στη μετρητική διάταξη της επιχείρησης του κατηγορουμένου , η οποία μπορεί να προσδιορισθεί μόνο από τη μελέτη καταναλώσεων όπως πράγματι έγινε. Επομένως το αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης είναι αλυσιτελές και άσκοπο".
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος του περί διενέργειας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, .ιδρυόμενος επίσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! ΚΠΔ ,είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) ... δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ! αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3904/2010. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος "Πάν πρόσωπον κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Α.) που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να τύχει δίκαιης δίκης και να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Η παραβίαση των ανωτέρω δικαιωμάτων, δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, εκτιμώμενο λόγο της αιτήσεως-δηλώσεως αναιρέσεως του, προβάλλει την αιτίαση, ότι παραβιάσθηκε το τεκμήριο της αθωότητας του, διότι δεν κλήθηκε να παρασταθεί κατά τον επιτόπιο έλεγχο του μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος στη επιχείρηση του, ούτε διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη, και δεν εφαρμόσθηκε υπέρ αυτού ως καταναλωτή η εσωτερική οδηγία με αριθμό ... Επίσης ότι στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, διότι το δικαστήριο θεώρησε περιττή την εξέταση του προταθέντος από αυτόν μάρτυρα υπεράσπισης του, Ι. Α. .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, και κατά τα δύο σκέλη του. Συγκεκριμένα η εσωτερική αυτή οδηγία της ΔΕΗ, απευθυνόμενη στους υπαλλήλους της, καθώς και η μη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλιση στον κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητας του και εντεύθεν παραβίαση του τεκμηρίου αυτού, ούτε προκρίθηκε η ενοχή του από τον έλεγχο του μετρητή καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας στην επιχείρηση του, χωρίς την κλήτευση του για τον έλεγχο αυτόν, αφού η τελευταία (ενοχή) κρίθηκε με τη παραπομπή να δικασθεί από τους φυσικούς του δικαστές, οι οποίοι έκριναν αυτή με την καταδίκη του. Εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του κατηγορουμένου, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, πείσθηκε το δικαστήριο για την ενοχή του και όχι γιατί αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητα του, ενώ περαιτέρω από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως δεν προκύπτει αμφιβολία, ως προς την ενοχή του, ώστε σύμφωνα με την αρχή ΙΝ DUBIO PRO REO, να ερμηνευθεί υπέρ του. Όσο αφορά την στέρηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων ,από την άρνηση του δικαστηρίου να εξετάσει τον μάρτυρα Α. που πρότεινε για την υπεράσπιση του, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι το δικαστήριο, ουδόλως αρνήθηκε να εξετάσει αυτόν, τουναντίον τον εξέτασε ως μάρτυρα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και η ένορκη κατάθεση του διαλαμβάνεται στη σελίδα 30, των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, η οποία επήλθε λόγω παραβάσεως του από το" άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, και στέρησης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν κατ’ έφεση δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του με το παρακάτω περιεχόμενο" ως προς το συνομολογούμενο γεγονός της έλλειψης διαπίστωσης κλοπής ρεύματος κατά τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης που μου καταλογίζεται . Επί του σημείου τούτου , κρίσιμου της όλης διαδικασίας και αποτελούντος βάση αυτοτελούς ισχυρισμού μου, το Δικαστήριο ουδέν απάντησε και ούτε εμμέσως διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του , ώστε εξ αυτού πρόδηλη είναι η έλλειψη ακρόασης μου ως κατηγορουμένου στην διαδικασία και έλλειψη οιασδήποτε κρίσεως του Δικαστηρίου επί του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος αγνοήθηκε πλήρως όπως και κάθε άλλο στοιχείο, που οδηγούσε σε συμπεράσματα υπέρ του κατηγορουμένου" Ο ισχυρισμός αυτός ως εκτίθεται στοιχειοθετεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, στον οποίο το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική αιτιολογία, αφού απαντήθηκε με την περί ενοχής του κατηγορουμένου δικαιοδοτική του κρίση.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β! και Δ! ΚΠΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αιτιάται για τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία αυτών και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθ. πρωτ. .../30-6-2016 αίτηση-δήλωση του Θ. Α. του Μ. , κατοίκου ..., (οδός ...), για αναίρεση της υπ’ αριθ. 244/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου