Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Εγγυητές, υποχρεώσεις και δικαιώματα - Η "απελευθέρωση" των εγγυητών - Η Περίπτωση ελευθέρωσης του εγγυητη απο την δανειακή σύμβαση - ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΗ - Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1073/ 2015. Περίληψη. Σύμβαση εγγύησης. Ελευθέρωση εγγυητή. Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικά στην εγγύηση αορίστου χρόνου, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Εκκρεμοδικία-

 

Εγγυητές, υποχρεώσεις και δικαιώματα

Η αύξηση των κόκκινων δανείων, έφερε στην επιφάνεια τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ευθύνες των εγγυητών. Η διόγκωση των κόκκινων δανείων και ο αγώνας δρόμου των τραπεζών για τη διαχείρισή τους, ώστε...
να περιοριστούν οι κεφαλαιακές τους ανάγκες οδηγεί στις πόρτες των εγγυητών (συχνά συγγενών), οι οποίοι καλούνται να αποπληρώσουν ολόκληρο το απαιτούμενο ποσό. Το πρόβλημα των εγκλωβισμένων εγγυητών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι δεδομένα μεγάλο και αφορά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, συνήθως μάλιστα συγγενικά πρόσωπα των δανειοληπτών για χάρη των οποίων έθεσαν την περιουσία τους υπέγγυα στους δανειστές.  
Οι εγγυητές δανείων (σύζυγοι, τέκνα, γονείς, οικογενειακοί φίλοι ή άλλοι τρίτοι) κάτω από συναισθηματική πίεση υπέγραψαν ως εγγυητές και όπως είναι φυσικό δεν έλεγξαν την οικονομική δυνατότητα και την φερεγγυότητα αυτού για τον οποίο εγγυήθηκαν, είναι σίγουρα περισσότεροι από τους δανειολήπτες και είναι τα πραγματικά θύματα της κακής διαχείρισης από μέρους των τραπεζών, αλλά και της πολύ κακής εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, οι οποίες Τράπεζες κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων δεν ήλεγχαν το αξιόχρεο του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή και χορηγούσαν άκριτα τα δάνεια. Όμως οι εγγυητές είναι επίσης θύματα ενός απαρχαιωμένου νομοθετικού πλαισίου δανειοδότησης, εγγυήσεων και εκποιήσεων. 
Οι ευθύνες των Τραπεζών
Εμείς όμως θα σταθούμε και στις πιθανές ευθύνες των τραπεζικών ιδρυμάτων για τα χορηγηθέντα δάνεια και τις συμβάσεις εγγυητών. Οι επενδυτικές αποφάσεις (δανεισμός) είναι τόσο καλές όσο και η πληροφόρηση πάνω στην οποία στηρίζονται. Η ύπαρξη ενός εγγυητή με περιουσία που δεχόταν να υπογράψει τη σύμβαση ήταν αρκετή ώστε να χορηγηθεί το δάνειο. Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται έναν πρωτοφειλέτη, ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή, να μπαίνει εγγυητής.                           
Έλεγχος πιστοληπτικής ικανότητας δανειολήπτη
Ειδικά για τα καταναλωτικά δάνεια, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΥΑ 699/2010, η οποία ενσωμάτωσε στην Ελλάδα την υπ αριθμό 2008/48/ΕΚ οδηγία για την καταναλωτική πίστη, θεσπίζεται ρητά η υποχρέωση του πιστωτή για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας του δανειολήπτη πριν την παροχή της πίστωσης με τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου του κάθε δανεισμού.      
Tο πιστωτικό ίδρυμα, σε αρκετές περιπτώσεις είχε αποδείξεις ή πολύ σοβαρές ενδείξεις και ασφαλείς πληροφορίες από τις τράπεζες πληροφοριών για την συμπεριφορά του οφειλέτη, τις οποίες αγνόησε, και για την εξασφάλισή του ενέπλεξε τον αδαή εγγυητή, που σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε κανένα όφελος. 
Εγγυητής σε ρύθμιση οφειλών
Εγκληματική επίσης, η εμπλοκή  από τις τράπεζες, των εγγυητών (συνήθως συγγενών) οι οποίοι παραπλανήθηκαν και  υπέγραψαν ως εγγυητές σε ρύθμιση οφειλών. Στις περιπτώσεις αυτές οι τράπεζες γνώριζαν με μαθηματική ακρίβεια τις δυνατότητες και την φερεγγυότητα των  δανειοληπτών και τις αιτίες καθυστέρησης αποπληρωμής των δανείων που αναπότρεπτα θα οδηγούσαν τελικά στην εξασφάλιση της απαίτησης από τον εγγυητή. 
Εμπράγματη ασφάλεια εγγυητών (προσημείωση υποθήκης)
Επίσης θα πρέπει να επισημανθούν και οι περιπτώσεις, όπου οι εγγυητές προσέφεραν προσημείωση υποθήκης σε συγκεκριμένο ακίνητο και όχι εγγύηση με όλη τους την περιουσία. (Απόφαση 1096/2006 Α.Π.).
Οι όροι και η υπογραφή της σύμβασης εγγύησης
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εγγυητές δεν γνωρίζουν ότι ο εγγυητής ευθύνεται με όλη την περιουσία του και φυσικά είναι ψιλά γράμματα για τον εγγυητή ο επιβαλλόμενος στη σύμβαση όρος περί παραίτησης από την ένσταση διζήσεως. Η νομολογία διίσταται για το κατά πόσο πρέπει να επεξηγείται εντός της σύμβασης η έννοια του όρου αυτού ή αρκεί η απλή αναφορά του. Κατά την υπογραφή των συμβάσεων, οι υπάλληλοι των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν έθεταν (ακόμη και σήμερα) σε γνώση των εγγυητών τις υποχρεώσεις, αλλά αντιθέτως επηρέαζαν τον εγγυητή (τέκνο ή σύζυγο) να βάλει στη σύμβαση "για τυπικούς λόγους" μια υπογραφή. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις που οι συμβάσεις υπογράφονταν δια περιφοράς στη κουζίνα της  συζύγου νοικοκυράς.  Όπως είναι φυσικό, η κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όμως, τα πιστωτικά ιδρύματα στέκονται (κρύβονται) πίσω από τις συνηθισμένες ρήτρες που υπάρχουν σε προδιατυπωμένους όρους συμβάσεων, όροι οι οποίοι έχουν κριθεί κατ’ επανάληψη καταχρηστικοί από την Δικαιοσύνη.     
Εκπρόθεσμες ενέργειες και καθυστερημένη ενημέρωση εγγυητή από Τράπεζα 
Ένα άλλο προς εξέταση θέμα είναι, οι ενέργειες των πιστωτικών ιδρυμάτων και η καθυστέρηση λήψης των απαραιτήτων μέτρων έναντι των οφειλετών.  
Υπάρχουν, σωρεία περιπτώσεων που οι δανειστές (τράπεζες) δεν κινήθηκαν έγκαιρα κατά των πρωτοφειλετών. Σιωπηρές παρατάσεις που φθάνουν και ολόκληρα έτη ενώ οι τόκοι δανεισμού έτρεχαν κανονικά. Σε άλλες περιπτώσεις ρύθμισης δεν κλήθηκαν οι εγγυητές όπως και θα έπρεπε αφού ο εγγυητής μπορούσε να προβάλει ενστάσεις ή εναλλακτικές μεθόδους εξόφλησης της οφειλής με βάση το δικό του έννομο συμφέρον. Επίσης δεν ενημέρωσαν  έγκαιρα και εγγράφως (ως όφειλαν) τους εγγυητές, ότι οι οφειλέτες είναι σε κακή οικονομική κατάσταση και δεν εξυπηρετούν  τα δάνεια.  Υπάρχουν περιπτώσεις, που οι εγγυητές ενημερώθηκαν όταν ξεκίνησαν μέτρα εναντίον τους.  Η νομοθεσία, που διέπει τους εγγυητές (άρθρο 12, Ν.197/2003), αναφέρει ότι "...σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων από τον πρωτοφειλέτη.". Αν η τράπεζα, δεν ενημερώσει τον εγγυητή, τότε ο εγγυητής προφανώς δεν είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε αύξηση του δανείου λόγω τόκων, τόκων υπερημερίας και άλλων επιβαρύνσεων. Θα μπορούσε να καταβάλει αυτός τις οφειλές και να είχε αποφύγει τους πρόσθετους τόκους , τους τόκους υπερημερίας και τις λοιπές επιβαρύνσεις και με βάση το αναγωγικό του δικαίωμα (ΑΚ 858) να διευθετήσει την απαίτησή του από τον πρωτοφειλέτη με δικούς του όρους. Ο εγγυητής, δεν μπορεί να γνωρίζει την συνέπεια του οφειλέτη απέναντι στην Τράπεζα και τις δόσεις του. Για την ενημέρωση αυτή αποκλειστικά αρμόδια και παράλληλα υποχρεωμένη είναι η Τράπεζα. Ο εγγυητής δεν έχει άλλη πρόσβαση στην έγκαιρη ενημέρωση.    
Εγγυητής και νόμος Κατσέλη (υπερχρεωμένα)
Όπως προαναφέρθηκε, ο εγγυητής έχει υποχρέωση για την καταβολή ολοκλήρου του δανείου που έχει εγγυηθεί, ξεχωριστά από τον κυρίως οφειλέτη και εδώ πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: 
Έστω, ότι ο κύριος οφειλέτης προσφύγει στο Δικαστήριο και εκδοθεί μια ευνοϊκή απόφαση για αυτόν (π.χ. υπερχρεωμένα), τότε ο εγγυητής δεν προστατεύεται από την απόφαση αυτή και πρέπει να κάνει ξεχωριστή αίτηση και ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση θα εκδοθεί η απόφαση, η οποία μπορεί να είναι διαφορετική,ίσως μη απαλλακτική, σε σχέση με του κυρίως οφειλέτη. Για παράδειγμα μπορεί ο σύζυγος να υπαχθεί στο νόμο και να κουρευτεί το χρέος του αλλά η εγγυήτρια σύζυγος δεν υπάγεται αυτόματα με μόνη την αίτηση του οφειλέτη συζύγου της. Δηλαδή, ένα πιθανό κούρεμα των οφειλών του πρωτοφειλέτη θα  το καταβάλει ο εγγυητής ο οποίος εγγυήθηκε για ολόκληρο το ποσό.Για παράδειγμα πρωτοφειλέτης με οφειλή 50.000 του κουρεύει το δικαστήριο το χρέος κατά 20.000 ευρώ. Αυτά τα 20.000 ευρώ θα τα καταβάλει ο εγγυητής που είχε εγγυηθεί για τα 50.000 ευρώ.
Εγγύηση και κληρονόμοι-συγγενείς εγγυητή
Πρέπει, επίσης να επισημανθεί ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης(η οποία υπάγεται στη γενική παραγραφή του ΑΚ)επηρεάζει και τους συγγενείς ή κληρονόμους των εγγυητών. Πολλοί σύζυγοι, δεν γνωρίζουν ότι το έτερο ήμισυ είναι εγγυητής σε δάνειο συγγενικού ή φιλικού προσώπου. Είναι χιλιάδες οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί πληθώρα ενδοοικογενειακών ερίδων και αντιπαραθέσεις μεταξύ συγγενών και φίλων. Η άσχημη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τους "εγκλωβισμένους" εγγυητές θα έχει τεράστιο κοινωνικό κόστος. Αξιοσημείωτο είναι, ότι σε πολλές άλλες χώρες δεν υπάρχουν εγγυητές ούτε προσωπικές εγγυήσεις. Στις χώρες αυτές, οι τράπεζες δεν ζητούν προσωπικές εγγυήσεις διότι μπορούν να εκποιήσουν τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις (των οφειλετών) σε σύντομο χρονικό διάστημα και εισπράττουν τα οφειλόμενα.               
Η επιτάχυνση των εκποιήσεων είναι μια ορθή πρακτική, αλλά η περίοδος που διανύουμε είναι απαγορευτική για τέτοιες λύσεις ειδικά όταν για να εξοφληθεί η οφειλή θα λαμβάνεται υπόψη το τελικό πλειστηρίασμα το οποίο με βάση την αγορά σε πολλές περιπτώσεις δεν θα καλύπτει την οφειλή, με άλλα λόγια μπορεί κάποιου να του πλειστηριάσουν το σπίτι και πάλι να μην εξοφλήσει.
Πως μπορεί να αντιδράσει ένας εγγυητής;  
Κάθε εγγυητής, θα πρέπει να γνωρίζει ότι βάσει νόμου, έχει δικαιώματα, και ανάλογα την περίπτωση μπορεί να επιλέξει την υπερασπιστική του γραμμή. Άλλωστε ο εγγυητής δανείου προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου περί Προστασίας Καταναλωτή όπως προκύπτει από το άρθρο 1 παράγραφος 4 του ν.2251/1994. Πολλές συμβάσεις πάσχουν ελαττωμάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε  μερικές περιπτώσεις  που θα μπορούσαν να ακυρώσουν μια σύμβαση εγγύησης ή δικαστικά να δικαιώσουν έναν εγγυητή:
• δόλος για εξαπάτησή του κατά την υπογραφή της σύμβασης,
• καθυστέρηση στη λήψη μέτρων κατά του οφειλέτη,
• υπέρογκοι τόκοι συναλλαγής ή άλλοι καταχρηστικοί όροι,                                  
• απόκρυψη από τον εγγυητή ουσιωδών περιστατικών ή στοιχείων για τη κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή των υποχρεώσεών του,
• η μη έγκαιρη ενημέρωση για την πορεία αποπληρωμής του δανείου και την φερεγγυότητα του οφειλέτη.
• πλάνη μεταξύ βούλησης και δήλωσης κατά την υπογραφή
Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται για ένα πρωτοφειλέτη, ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή. Κάθε περίπτωση όμως είναι ξεχωριστή και χρήζει της δικής της προσέγγισης για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εγγυητών που βρίσκονται άθελά τους συνήθως  να αντιμετωπίζουν τους μηχανισμούς των τραπεζών.
Του Γιώργου Δαλιάνη
με τη συνεργασία του Φίλιππου Ζήρα
www.artion.gr

Η "απελευθέρωση" των εγγυητών

Οι εγγυητές ληξιπρόθεσμων δανείων αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία. Σε κάθε μη εξυπηρετούμενο δάνειο αναλογούν πολλαπλάσιοι εγγυητές. Πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εγγυήθηκαν την ολοσχερή εξόφληση ενός δανείου με την προσωπική τους περιουσία, παραιτούμενοι – κατ’ απαίτηση των δανειστριών τραπεζών – κάθε ενστάσεως που ορίζει ο Αστικός Κώδικας και υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να τους προστατεύσει.
Η εγγύηση πολλές φορές χορηγείται από πρόσωπα που έχουν άμεση σχέση και υποχρέωση παρακολούθησης της πορείας εξόφλησης μιας οφειλής. Για παράδειγμα, ως εγγυητής μπορεί να συμβάλλεται ο νόμιμος εκπρόσωπος μιας επιχείρησης ή ο μεγαλομέτοχος αυτής. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που καλείται "να πληρώσει τη νύφη" κάποιος που έπαψε να συνδέεται ή ουδέποτε συνδέονταν ενεργώς με τον πρωτοφειλέτη.
Τέτοια περίπτωση είναι του μικρομετόχου που αποχώρησε από την εταιρία, της/του συζύγου του φορέα της επιχείρησης που διέκοψε τον έγγαμο βίο και η πλέον τραγική περίπτωση, του ανίδεου κληρονόμου ενός αρχικού εγγυητή που δεν αποποιήθηκε εγκαίρως μια κληρονομιά που το παθητικό υπερτερούσε του τυχόν ενεργητικού της είτε διότι δεν γνώριζε τα χρέη είτε γιατί δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως το πραγματικό γεγονός της επαγωγής της κληρονομιάς σε αυτόν.
Δυστυχώς για όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις ο νόμος δεν προβλέπει κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση, σε βαθμό που κάλλιστα θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει κενό νόμου που θα έπρεπε να συγκινήσει τα αρμόδια όργανα της πολιτείας, τη στιγμή μάλιστα που το ζήτημα της υπερχρέωσης είναι το πλέον φλέγον της τρέχουσας δεκαετίας.
Τι μπορεί να κάνει, όμως, ένας εγγυητής που υπαίτια ή ανυπαίτια έμπλεξε σε έναν κυκεώνα οφειλών που δημιούργησαν άλλοι; Σε ποιο βαθμό ισχύει η a priori συμβατική παραίτησή του από τις προβλεπόμενες "προστατευτικές" ενστάσεις του Αστικού Κώδικα; Οι δυνατότητες ενός εγγυητή, λοιπόν, σε μια τέτοια περίπτωση είναι δύο. Είτε να προσπαθήσει να ρυθμίσει μια οφειλή επικαλούμενος σχετικές δυνατότητες που παρέχουν διάφοροι νόμοι (πχ εξωδικαστικός μηχανισμός, υπαγωγή στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, Κώδικας Δεοντολογίας, εξυγίανση επιχειρήσεων που καταλαμβάνει και τους εγγυητές κλπ) είτε να την αμφισβητήσει. Στη δεύτερη περίπτωση έχει τρία βασικά όπλα στη φαρέτρα του.
Πρώτα πρώτα θα μπορούσε να επικαλεστεί –εάν έτσι έχουν τα πραγματικά περιστατικά– ότι η χορηγηθείσα εγγύηση είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και να ζητήσει δικαστικώς την ακύρωση της σύμβασης εγγυήσεως. Ωστόσο, το σχετικό δικαίωμα αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας πλην της περίπτωσης που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά την υπογραφή της σύμβασης. Στην τελευταία περίπτωση η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής.
Δεύτερον θα μπορούσε να ισχυριστεί, έχοντας το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι η χορηγηθείσα εγγύηση αποτελεί προϊόν καταχρηστικής συμπεριφοράς, στην περίπτωση που η δανείστρια τράπεζα γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη και το απέκρυψε από τον εγγυητή. Πράγματι, οι τράπεζες ασκούν εν πολλοίς δημόσια λειτουργία.
Η ενάσκηση συνεπώς των δικαιωμάτων τους έναντι των πιστούχων ή των εγγυητών - πελατών τους θα πρέπει να διέπεται από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών. Οι τελευταίες επιβάλουν στην τράπεζα -λόγω και της φύσεως της πιστωτικής σχέσεως ως διαρκούς ενοχικής σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών- την υποχρέωση προστασίας εν γένει των συμφερόντων των πελατών της, έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε υπέρμετρα επαχθής συνέπεια, ικανή να επιφέρει βλάβη σε αυτούς.
Τρίτον θα μπορούσε να προβάλει την περιλάλητη "ένσταση απελευθέρωσης του εγγυητή". Η τελευταία, μολονότι αποτελεί ενδοτικό δίκαιο και καταρχήν χωρεί παραίτηση του οφειλέτη από το δικαίωμα προβολής της (όπως άλλωστε υπάρχει σε όλα τα προδιατυπωμένα συμβατικά έγγραφα των τραπεζών) δύναται να προταθεί –ασχέτως προηγηθείσας παραίτησης- όταν η αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους εκ μέρους του πρωτοφειλέτη οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια της τράπεζας. Πότε θα μπορούσε να υπάρχει στην πράξη ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί αυτοτελώς.
Όλως ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση που η τράπεζα επί μακρόν δεν καταδίωξε τον πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησής της από αυτόν, η καθυστέρησή της να εγγράψει πρώτη εμπράγματα βάρη στην περιουσία του πρωτοφειλέτη, πριν αυτός καταστεί αναξιόχρεος, η παράταση προθεσμίας εξόφλησης των οφειλών εν αγνοία του εγγυητή, με αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποίησης από τον πρωτοφειλέτη, η μη έγκαιρη αποδοχή της πρότασης εξόφλησης εκ μέρους του πρωτοφειλέτη και η επιγενόμενη αφερεγγυότητα αυτού, η μη αναγγελία στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή η μη αναγγελία στον πλειστηριασμό των περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη, η παραίτηση του δανειστή από τα δικαιώματά του, η αύξηση του πιστωτικού ορίου του πρωτοφειλέτη –που ισόποσα επαυξάνει και την ευθύνη του εγγυητή– μολονότι ο πρώτος είχε περιέλθει ήδη σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, η ανεύθυνη δανειοδότηση του πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα το παθητικό να υπερβεί το ενεργητικό της περιουσίας του, η αδράνεια είσπραξης τοκοχρεολυσίων από την πρωτοφειλέτρια εταιρία όταν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής εισπράττουν υπέρμετρες αμοιβές και bonus εν γνώσει της τράπεζας  κλπ.
Εν κατακλείδι, ακόμη και σήμερα που οι συμβάσεις προσχωρήσεως περιόρισαν σε σημαντικό βαθμό τα δικαιώματα των εγγυητών, οι τελευταίοι υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις οφειλές τους –πριν αυτές καταστούν τελεσίδικες– και να ελπίζουν σε ένα νέο ξεκίνημα απαλλαγμένο από τα λάθη και τις παραλείψεις του παρελθόντος.
του Αργύρη Αργυριάδη∗
argy@alf.gr

Η Περίπτωση ελευθέρωσης του εγγυητη απο την δανειακή σύμβαση

Αρκετές φορές κάποια προσωπα αναγκάζονται να εγγυηθούν για τα χρεη καποιου άλλου προσώπου-δανειολήπτη (φυσικού ή νομικού προσώπου) που ανήκει στο στενό οικογενειακό κύκλο του εγγυητη και έχει συναισθηματικούς δεσμούς με τον εγγυητη. Ειδικά, τα τελευταία χρονια της οικονομικής ύφεσης, ένα απο τα προβλήματα που έχουν ανακύψει ειναι και η ευθύνη αυτων των εγγυητων σε δανειακή συμβαση, στην υπογραφη της οποίας προέβησαν, πολλές φορές για λόγους όχι με σκοπό την επιδιωξη κέρδους αλλά "χαριστικώς από λόγους οικογενειακής αλληλεγγυης ή ηθικού καθήκοντος" (βλ. ΕιρηνΜαραθ 176/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΗρακλ 611/2011, ΕιρΧαν 393/2012. Πρβλ. Και ΕιρΛαυρ 178/2011 για εγγυηση υπέρ ΟΕ. Ομοίως περι οικογενειακής αλληλεγγύης  και ηθικού καθήκοντος σε ΕφΘρακ 104/1992 Αρμ 1992 σ.1121) ή "από λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης" (ΕιρΧαν 393/2012, ΕιρΜεσολ 22/2015).
Στις δανειακές συμβάσεις στις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτούσαν την υπογραφη και δέσμευση και εγγυητή, συνήθως εμπεριέχονταν όροι οι οποίοι στοχο ειχαν να αποκλείσουν την ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων που προβλέπονται εκ του Νόμου υπέρ του εγγυητη, όπως λ.χ.: "Ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος εγγυητης δηλώνει οτι εγγυάται προς την Τράπεζα την πιστη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατα κεφάλαιο, τοκους πάσης φυσεως, προμήθειες, φορους, ζημίες και έξοδα 'ολων των ποσών που οφειλονται ή μπορει να οφειλονται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα σε εκπλήρωση των υποχρεωσεών του, συμφωνα με τους όρους της παρουσας. Για την εγγύηση αυτη συμφωνούνται τα εξής:
α) Ο εγγυητης ενέχεται ως αυτοφειλέτης και παραιτειται ανεπιφύλακτα απο την ένσταση της διζησης (άρθρο 855 ΑΚ) όπως επίσης και απο τις ενστάσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ. Η παρούσα σύμβαση ισχύει και μετά τον θάνατο του εγγυητη με ευθύνη των κληρονόμων του χωρις να απαιτειται να ανακοινωθει η παρούσα σύμβαση σ΄ αυτούς.
β) Καθε αναγνώριση του υπολοίπου του λογαριασμού που γινεται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα, όπως επίσης και το δεδικασμένο υπέρ της δανειστριας Τράπεζας κατα του οφειλέτη, δεσμευει και τον εγγυητή.
γ) Η δανειστρια Τραπεζα δεν εχει καμία ευθύνη προς τον εγγυητη  για ενδεχομενα πταίσματα των υπαλλήλων στελεχων ή οργάνων της. Ειδικότερα ο εγγυητης σε καμία περιπτωση δεν θα ελευθερώνεται εαν απο οποιαδηποτε ενέργεια, παραλειψη ή πταίσμα των υπαλλήλων, στελεχών ή οργάνων της δανειστριας Τράπεζας, έγινε ολικά ή μερικά αδυνατη η αποπληρωμή προς την δανειστρια Τραπεζα των ποσών που οφείλονται απο τον οφειλέτη σύμφωνα με τους όρους της παρούσας.
δ) Ο εγγυητης αποδέχεται απο τώρα τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμβασης, η οποία έγινε αποδεκτη απο τον οφειλέτη κατα τα αναγραφομενα στους όρους της παρούσας.
ε) Ο εγγυητης δεν ελευθερώνεται αν η δανειστρια Τραπεζα παραιτηθηκε εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών υπέρ αυτης, για τις απαιτησεις της απο τη παρούσα σύμβαση και προσθετα παρεχει την ανέκκλητη συναίνεση του στην δανειστρια Τράπεζα, να παραιτείται οποτεδηποτε των εμπραγμάτων ή προσωπικών αυτων ασφαλειών".
Οι παραπάνω όροι σε μια δανειακή συμβαση αποτελούν καταχρηστικούς όρους με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και την ειδικότερη έκφανση αυτού στο άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού έχει νομολογηθεί, ότι ο γενικός όρος των συναλλαγών περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις προαναφερθείσες ενστάσεις είναι απολύτως άκυρος, καθώς διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του εγγυητή.
Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης αποδειχτεί ασυνεπής στην αποπληρωμή των οφειλομένων δόσεων, αναγκάζοντας τον δανειστή να στρέψει τα βέλη του κατά του εγγυητή, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των αξιώσεών του, ο τελευταίος δεν μένει απροστάτευτος, καθώς ο νόμος του παρέχει καταρχήν τη δυνατότητα να προβάλλει την ένσταση διζήσεως (άρθρο 855 του Αστικού Κώδικα), η οποία εντούτοις λειτουργεί για τον εγγυητή ανασταλτικά και όχι αποτρεπτικά, αδρανοποιώντας την ευθύνη του, μόνο ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη και αυτή αποδειχθεί ατελέσφορη.
Επιπλέον όμως, ο εγγυητής δικαιούται να προβάλλει τις ενστάσεις ελευθερώσεως, που προβλέπουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 862 & 863 ΑΚ, αλλά και την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Ωστόσο, στις περιπτώσεις των τραπεζικών συμβάσεων που εμπεριέχουν όρους όπως οι αναφερθέντες παραπανω, ο εγγυητής παραιτείται, ταυτόχρονα με την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης, του δικαιώματος να προτείνει την ένσταση διζήσεως έναντι της δανείστριας Τράπεζας, με αποτέλεσμα την πρώιμη αποδυνάμωση της θέσης του, καθώς τα μόνα μέσα που του απομένουν για να αποτρέψει την εις βάρος του διαδικασία αποπληρωμής του χρέους του πρωτοφειλέτη είναι οι ενστάσεις ελευθερώσεως και η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται της ευθύνης του εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του τελευταίου από τον οφειλέτη του. Εξάλλου, το άρθρο 863 ΑΚ ορίζει, ότι «ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής».
Οι ανωτέρω διατάξεις καθιερώνουν ειδικούς λόγους απόσβεσης της ευθύνης του εγγυητή, που εξαρτώνται από την συμπεριφορά του δανειστή έναντι του και η καθεμιά θεμελιώνεται σε διαφορετική πραγματική βάση. Προϋποθέσεις της ελευθέρωσης του εγγυητή κατ΄ άρθρο 862 ΑΚ, είναι αφενός η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη να κατέστη αδύνατη και αφετέρου η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Εξάλλου, οι αντίστοιχες προϋποθέσεις κατ΄ άρθρο 863 ΑΚ, είναι κατά πρώτον η παραίτηση του δανειστή από τις ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά για την συγκεκριμένη απαίτησή του και κατά δεύτερον η πρόκληση ζημίας στον εγγυητή ακριβώς λόγω του γεγονότος της παραίτησης αυτής.
Στην περίπτωση του άρθρου 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή λόγω δικής του υπαιτιότητάς του, υπάρχει η δυνατότητα της, δια προγενέστερης συμφωνίας, παραίτησης του εγγυητή από την προκείμενη ένσταση, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη λόγω ελαφράς αμέλειάς του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα είναι άκυρη.
Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 863 ΑΚ, όπου ο δανειστής παραιτείται από ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά σε σχέση με την απαίτησή του για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, αντίστοιχη προγενέστερη συμφωνία περί μη ελευθέρωσης του εγγυητή είναι απεριόριστα έγκυρη και ισχυρή, καθώς η παραίτηση του δανειστή δεν εξαρτάται εν προκειμένω από πταίσμα του.
Η παραίτηση εκ μέρους του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, όπως επίσης και από τις ενστάσεις των άρθρων 862 έως και 868 ΑΚ, οι οποίες έχουν τεθεί για να επιφέρουν μια δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, αποδυναμώνουν υπέρμετρα τη θέση του εγγυητή απέναντι από οποιαδήποτε ενέργεια της Τράπεζας, αφού η τελευταία ενδέχεται να μην επιδείξει, είτε υπαίτια είτε ανυπαίτια, την επιμέλεια που απαιτείται για την ικανοποίηση της απαίτησής της και επιπλέον να παραιτηθεί οποτεδήποτε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή.
Ο εγγυητής εμπίπτει και αυτός στην έννοια του καταναλωτή και προστατεύεται από το ν. 2251/1994, αφού προσέρχεται στην τράπεζα σαν πελάτης και είναι αποδέκτης των υπηρεσιών της. Με τις πιο πάνω διατάξεις παρέχεται στον εγγυητή το ευεργέτημα της ελευθέρωσης από την εγγύηση, στην περίπτωση που ματαιώνεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον οφειλέτη, με υπαίτια πράξη του δανειστή, αλλά και στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, επέρχεται απόσβεση της οφειλής χωρίς πταίσμα του εγγυητή. Ο σκοπός, επομένως, της θέσπισής τους είναι η προστασία του εγγυητή από υπαίτιες και εν γένει αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή, καθώς και από τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης σε βάρος του εγγυητή, αντίθετα από τις εύλογες προβλέψεις και προσδοκίες του τελευταίου. Έχουν, έτσι, τεθεί οι εν λόγω διατάξεις για να επιφέρουν μία δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και, όταν ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν αυτές, αποδυναμώνεται από κάθε προστασία απέναντι από οποιαδήποτε υπαίτια ή και ανυπαίτια, αυθαίρετη ενέργεια της τράπεζας, αφού η τελευταία μπορεί να μην επιδεικνύει την επιμέλεια και σύνεση που απαιτείται για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή. Περιορίζεται, δηλαδή, ουσιωδώς η ευθύνη της τράπεζας, εφόσον δικαιολογείται στην τελευταία να ζημιώσει τον εγγυητή, χωρίς να επιφυλάσσεται αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας και γι' αυτόν από τις αυθαίρετες ενέργειες εκείνης, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σαφώς εις βάρος του εγγυητή. Επομένως, ο επίμαχος όρος 15 της υπ΄ αριθμ. 665-0010-08 σύμβασης, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω διαλαμβανόμενα άκυρος ως καταχρηστικός, καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών».
Πρόσφατη περιπτωση ως άνω κριθηκε απο το Μονομελες Πρωτοδικειο Φλώρινας, σε υπόθεση ανακοπής κατα διαταγής πληρωμής που εκδοθηκε σε βαρος εγγυητη μετα απο αίτηση Τράπεζας, η οποία έγινε δεκτη με την υπ΄ αριθμ. 17/2017 απόφαση του, ακυρωνοντας την διαταγη πληρωμης και την επιταγη προς εκτελεση με το σκεπτικό οτι ο εγγυητης ελευθερώθηκε απο την δοθείσα εγγύηση, διότι η Τράπεζα δεν επεδίωξε δικαστικά την απαιτηση της εντος 1 έτους απο τη στιγμή που ειχε γινει απαιτητή η κύρια οφειλή. Στη δικη που παραστάθηκε η Τράπεζα ισχυριστηκε οτι ο ανακόπτων-εγγυητης ειχε παραιτηθει εγγράφως απο το ευεργέτημα του άρθρου 866 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην δυναται να ελευθερωθει απο την εγγύηση.
Τα ως άνω δικαιώματα του μπορει ο εγγυητής σε δανειακή συμβαση να τα προταξει και να δικαιωθει, ώστε να απελευθερωθει, ειτε καταθέτοντας αγωγή σε βάρος του πιστωτή ειτε προβάλλοντας τα ως λόγους ανακοπής σε διαταγή πληρωμής που ενδεχομένως επιδοθεί σε βάρος του.by analuseto/Του Σωκρατη Βρυσοπουλου

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ
α) ύπαρξη βασικής σχέσης συνεργασίας μεταξύ τράπεζας και πελάτη, η οποία αποτελεί και το υπόβαθρο των ενοχικών αξιώσεων που απορρέουν από τον αλληλόχρεο λογαριασμό.
β) συμφωνία ότι οι απαιτήσεις και οι καταβολές των μερών από τη μεταξύ τους σχέση θα καταχωρούνται σε λογαριασμό, κατά τρόπο ώστε απαιτητό να είναι μόνο το τελικό κατάλοιπο.
γ) η εξίσωση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και καταβολών μέχρι το ποσό που καλύπτονται γίνεται με προσθαφαιρέσεις, οι οποίες ισοδυναμούν με συμψηφισμό. Οι καταχωρούμενες στον λογαριασμό απαιτήσεις πρέπει να είναι δεκτικές συμψηφιστικής εκκαθάρισης όχι όμως και δεκτικές συμψηφισμού κατά ΑΚ 440. Οι εισαγόμενες πάντως στον λογαριασμό απαιτήσεις πρέπει να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, για αυτό δεν μπορούν να εισαχθούν σε αυτόν απαιτήσεις από εγγυητικές επιστολές πριν την κατάπτωσή τους.
δ) απαιτητό είναι μόνο το κατάλοιπο (όχι δηλαδή οι κατ ιδίαν απαιτήσεις που καταχωρίστηκαν στο λογαριασμό) που θα προκύψει υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους. Επομένως πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν είναι γνωστό ποιος θα είναι ο δανειστής του καταλοίπου και ποιος ο οφειλέτης.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ή ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ
Α. Απώλεια αυτοτέλειας απαιτήσεων
  Αποτέλεσμα της εισόδου των εκατέρωθεν τυχόν απαιτήσεων και καταβολών στον λογαριασμό, κατά την κρατούσα στο ελληνικό δίκαιο άποψη, είναι ότι οι ως άνω απαιτήσεις δεν συμψηφίζονται ούτε ανανεώνονται αμέσως (δηλαδή δεν αποσβήνονται) αλλά καθίστανται απλά χρεοπιστωτικά κονδύλια και χάνουν έτσι τον διαθέσιμο και απαιτητό χαρακτήρα τους, δηλαδή την αυτοτέλειά τους, μη δυνάμενες εν πάση περιπτώσει ως εκ τούτου καθεαυτές, ούτε να εκχωρηθούν (ΑΚ 466), ούτε να κατασχεθούν, ούτε να επιδιωχθούν μεμονωμένα δικαστικά. Αποσβήνονται δε κατά τα τυχόν διαδοχικά ή περιοδικά κλεισίματα του λογαριασμού ελλείψει δε τούτων, κατά το οριστικό κλείσιμο.
Η παραγραφή της απαίτησης, υποστηρίζεται ότι αναστέλλεται, σύμφωνα με ΑΚ 255, που εφαρμόζεται αναλογικά.  Αποκλείεται ακόμα, η μεμονωμένη απόσβεση της απαίτησης, για οποιονδήποτε γενικό λόγο απόσβεσης των ενοχών. Η τυχόν δε γενόμενη καταβολή προς απόσβεση συγκεκριμένης απαίτησης δεν επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά εγγράφεται και αυτή στο λογαριασμό, υποκείμενη στα αποτελέσματα της λειτουργίας του.
Οι απαιτήσεις που καταχωρίζονται στον αλληλόχρεο λογαριασμό εκκαθαρίζονται κατά τον χρόνο και στον τόπο ειδικότερης συμφωνίας των μερών. Η εκκαθάριση δε αυτή μπορεί να γίνεται περιοδικά ή διαδοχικά. Το κατάλοιπο που προκύπτει από την εκκαθάριση, κατά το περιοδικό και το διαδοχικό κλείσιμο του λογαριασμού, αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου ή μέχρι της εισόδου νέας απαίτησης ή καταβολής και τροποποιείται  συνεχώς με νέες περιοδικές ή διαδοχικές εκκαθαρίσεις μέχρι του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού. Το υπόλοιπο συνιστά ενιαία απαίτηση, στην οποία συγχωνεύονται όλες οι επιμέρους απαιτήσεις και οι καταβολές, στο μέτρο της ποσοτικής τους διαμόρφωσης από τις διενεργούμενες εκκαθαρίσεις. Η απαίτηση επί του υπολοίπου του λογαριασμού υπόκειται στη συνήθη παραγραφή, ανεξάρτητα από την τυχόν αναγνώριση τούτου εκ μέρους του οφειλέτη17.
Επιπλέον, η καταχώριση απαίτησης στον λογαριασμό δεν επιφέρει αλλοίωση στη νομική της υπόσταση αλλά όπως προκύπτει από τον σκοπό του αλληλόχρεου λογαριασμού, μόνη επερχόμενη συνέπεια είναι η αναστολή αυτοτελούς ενάσκησής της. Έτσι λοιπόν δεν μπορεί ο δανειστής να ασκήσει αγωγή για εκπλήρωση ληξιπρόθεσμης επιμέρους απαίτησης γιατί θα απορριφθεί ως απαράδεκτη ενώ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος. Η μη απώλεια του νομικού τους χαρακτήρα έχει ως συνέπεια ότι αν μια από αυτές δεν έχει συνυπολογιστεί κατά την εξαγωγή του καταλοίπου από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, μπορεί να απαιτηθεί χωριστά.
Η απώλεια της αυτοτέλειας επιτυγχάνεται με τον συμψηφισμό τους, με τον οποίο γίνεται απόσβεση της οφειλής. Το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι απαιτήσεις χάνουν την αυτοτέλειά τους είναι αυτό της καταχώρισής τους στον αλληλόχρεο λογαριασμό. Το αν ο συμψηφισμός θα γίνει αυτόματα με την είσοδο της απαίτησης στον λογαριασμό ή περιοδικά είναι θέμα συμφωνίας των μερών.
Η απώλεια της αυτοτέλειας συνάγεται και από αρ 669 ΕΝ σύμφωνα με το οποίο “ δύνανται να διεκδικηθώσιν ενόσω υπάρχουσι αναλλοίωτα, καθόλου ή εν μέρει, εμπορεύματα, άτινα παρεδόθησαν προς τον πτωχεύσαντα λόγω παρακαταθήκης ή δια να πωληθώσι δια λογαριασμόν του αποστολέως. Εν τη τελευταία περιπτώσει δύναται να γίνει διεκδίκησις και του τιμήματος των ειρημένων εμπορευμάτων ή μέρους αυτού, αν εισέτι δεν επληρώθη δια χρημάτων ή άλλως, ή δεν κατεχωρήθη εις τον μεταξύ του πτωχεύσαντος και του αγοραστού αλληλόχρεον λογαριασμόν, ή δεν συνεψηφίσθη μεταξύ αυτών”.
Σύμφωνα με την μη κρατούσα άποψη, αποτέλεσμα αυτής της σύμβασης και της εισόδου των εκατέρωθεν τυχόν απαιτήσεων ή/και καταβολών στον λογαριασμό, είναι ότι οι αρχικές απαιτήσεις και εν γένει παροχές, μέσω του συμψηφισμού και ανανέωσης, συγχωνεύονται και αποσβήνονται αμέσως, δημιουργώντας και αντικαθιστάμενες από μία νέα ενιαία απαίτηση, εκείνη του προσωρινού καταλοίπου ή υπολοίπου, στο οποίο βεβαίως καταλογίζονται μειώνοντάς το και οι τυχόν ως παροχές διενεργούμενες εξοφλητικές καταβολές. Και είναι το εκάστοτε αυτό κατάλοιπο- και όχι οι κατ ιδίαν απαιτήσεις όπως υποστηρίζει η κρατούσα άποψη, το οποίο συμφωνείται δυνάμει της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού ως μη διαθέσιμο και απαιτητό ως το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού18
Β. Έλλειψη δυνατότητας επιδίωξης ικανοποίησης απαιτήσεων
Αποτέλεσμα της απώλειας αυτοτέλειας των απαιτήσεων είναι ότι ο δικαιούχος της απαίτησης δεν μπορεί να επιδιώξει πλέον αυτοτελώς την ικανοποίησή της, ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Δεν μπορεί δηλαδή να την εκχωρήσει ή να την ενεχυράσει. Δεν μπορεί επίσης να χρησιμεύσει σε συμψηφισμό εκτός λογαριασμού ή να γίνει αυτοτελές αντικείμενο κατάσχεσης20.  Η απαίτηση λοιπόν αφού δεν είναι πλέον αγώγιμη, τυχόν καταψηφιστική αγωγή περί αυτής θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατόπιν ενστάσεως του εναγομένου.
ΕΓΓΥΗΣΗ
α) Ευθύνη του εγγυητή
Σύμφωνα με την ΑΚ 851 ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του οφειλέτη.
Η δημιουργία, το περιεχόμενο και η απόσβεση της εγγύησης εξαρτάται από την κύρια οφειλή, είναι δηλαδή παρεπόμενη σύμβαση , συνεπώς ο εγγυητής δεν μπορεί να βρίσκεται σε επαχθέστερη θέση από τον πρωτοφειλέτη, δηλαδή να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από ότι ο τελευταίος. Αντίθετα τυχόν συμφωνία για περιορισμό της ευθύνης του εγγυητή είναι έγκυρη.
Η ασφάλεια η οποία παρέχεται για το κατάλοιπο το οποίο πρόκειται να προκύψει μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού αφορά μόνο το ποσό αυτό και δεν επηρεάζεται από το ύψος του κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του. Κατά τη νομολογία31 τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και στην περίπτωση που η εγγύηση παρεσχέθη κατά τη διάρκεια και όχι πριν από την έναρξη λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, οπότε ο εγγυητής είχε γνώση του υφισταμένου κατά τη χρονική στιγμή της σύμβασης εγγύησης υπολοίπου. Επομένως η ασφάλεια δεν αποσβέννυται ακόμα και αν κάποια από τα υπόλοιπα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού ήταν μηδενικά.
β) ευθύνη σε περίπτωση αύξησης του ποσού της εγγύησης
Στη νομολογία παλαιότερα ανέκυψε το εξής θέμα: Τράπεζα συνήψε με εταιρία σύμβαση ανοίγματος πίστωσης σε αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 68.000δρχ, το οποίο με νεώτερη σύμβαση αυξήθηκε σε 80.000 δρχ, για το δε κατάλοιπο μετά το κλείσιμο του λογαριασμού εγγυήθηκαν εγγράφως τρίτα πρόσωπα, μέχρι όμως το ορισθέν με την τροποποίηση της σύμβασης ποσό. Ακλούθησαν και άλλες τροποποιητικές συμβάσεις, οι οποίες αύξησαν το ποσό της πίστωσης μέχρι το 1.100.000 δρχ, χωρίς όμως και να συμπράξουν οι εγγυητές. Ο λογαριασμός έκλεισε μετά από καταγγελία της τράπεζας με κατάλοιπο 119.724 δρχ, δηλαδή με κατάλοιπο μεγαλύτερο εκείνου για το οποίο είχαν δοθεί οι εγγυήσεις κατά την πρώτη τροποποίηση της σύμβασης, ωστόσο όμως καλυπτόμενο από τις λοιπές τροποποιητικές. Έτσι η τράπεζα απαίτησε με αγωγή την καταβολή του υπολοίπου από τους εγγυητές. Τόσο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δέχτηκαν ότι η εγγύηση κάλυπτε ολόκληρο το κατάλοιπο από το λογαριασμό.
Η κριτική που δέχτηκε η συγκεκριμένη απόφαση βασίζεται στη σκέψη ότι η ευθύνη του εγγυητή δεν θα έπρεπε να επαυξάνεται με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ πρωτοφειλέτη δανειστή στην κατάρτιση της οποίας ο εγγυητής δεν θα είχε συμπράξει. Αντιθέτως η ευθύνη του εγγυητή θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση που με μεταγενέστερη συμφωνία πρωτοφειλέτη και δανειστή μειώνεται το ποσό της εγγύησης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σχόλιο του Σπυριδάκη στη συγκεκριμένη απόφαση, καλό είναι να γίνει διάκριση μεταξύ μεταβολών οι οποίες περιορίζουν την έκταση της κύριας οφειλής και μεταβολών οι οποίες αυξάνουν αυτή.
Σύμφωνα με την αρχή του παρεπόμενου και οι μεταβολές της δεύτερης κατηγορίας θα έπρεπε να επηρεάζουν την θέση του εγγυητή. Η λύση αυτή όμως προδήλως εκθέτει σε μεγάλους κινδύνους τον εγγυητή, εγκαταλείποντας αυτόν στην αυθαιρεσία του πρωτοφειλέτη και του δανειστή. Είναι επομένως επιβεβλημένη η διάσπαση της αρχής του παρεπόμενου: η εγγύηση πρέπει να καλύπτει την κύρια οφειλή όχι κατά την εκ δικαιοπρακτικής μεταβολής προελθούσα επαχθέστερη έκταση αυτής, αλλά κατά την αρχική, δηλαδή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης υφιστάμενη. Η λύση αυτή στηρίζεται στα άρθρα του ΑΚ 851, 852 και 853. Θα μπορούσε να στηριχθεί και σε αναλογική εφαρμογή του ΑΚ 1218&2 ή στην ακόλουθη σκέψη: η ευθύνη του εγγυητή απορρέει από την σύμβαση της εγγύησης, δηλαδή από τη βούληση του εγγυητή. Εφόσον από την βούληση του εγγυητή δεν προκύπτει κάτι άλλο, η εγγύηση καλύπτει την κύρια οφειλή όπως αυτή υφίστατο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Επίταση ευθύνης εγγυητού, άνευ συγκατάθεσής του δεν είναι δυνατή αφού δεν στηρίζεται στη βούληση του. Μείωση της ευθύνης του, άνευ συναινέσεως αυτού, είναι δυνατή αφού στην αρχική βούληση αυτού για ανάληψη ευθύνης περιέχεται αναμφίβολα και βούληση προς ανάληψη ελάσσονος ευθύνης32.
Κατά την πρόσφατη τώρα νομολογία33, ο εγγυητής ευθύνεται για την αναγνώριση του καταλοίπου μέχρι το συμφωνηθέν ανώτατο όριο ευθύνης του το οποίο έχει συνομολογηθεί στη σύμβαση εγγύησης, καθώς και για πρόσθετα σύμφωνα μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη ,μέχρι όμως του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει συμβατικός αποκλεισμός της ευθύνης του από την αναγνώριση.
γ) Η διατήρηση της εγγυητικής ευθύνης στην περίπτωση τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης σε αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς σύμπραξη του εγγυητή.
Σύμφωνα με τη βασική διάταξη για τη σύμβαση εγγύησης του ΑΚ 849, που ορίζει ότι “η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως” και τα αρ. 851 και 1218&2 ΑΚ- που το τελευταίο από αυτά ορίζει ότι “αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση, δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή”- εξάγεται γενικότερη αρχή, ισχύουσα σε σύσταση κάθε είδους και μορφής ασφάλειας, είτε προσωπικής είτε εμπράγματης (όταν η τρίτη παρέχεται από τρίτο υπέρ του οφειλέτη), με βάση την οποία, συμφωνία ανάμεσα στον οφειλέτη και στο δανειστή, που καθιστά δυσμενέστερη τη θέση του πρώτου δεν δεσμεύει τον ασφαλειοδότη.
Τη νομολογία είχε απασχολήσει η ακόλουθη υπόθεση: η ανάληψη εκ μέρους του Ι.Σ υποχρέωσης για εγγύηση των προς την πιστώτρια τράπεζα οφειλών της πιστούχου εταιρίας, πραγματοποιήθηκε μεν εγγράφως, εντούτοις μετά την εκ μέρους του υπογραφή, η πιστώτρια τράπεζα προέβη σε σύναψη με την πρωτοφειλέτρια εταιρία ερήμην του, ιδιωτικής σύμβασης με την οποία όχι μόνο διαφοροποίησε επί τα χείρω για την πιστούχο εταιρία τους όρους της αρχικής σύμβασης, αλλά προσέτι, ρητά αυτοί όρισαν ότι η ως άνω σύμβαση πίστωσης, όπως αυξήθηκε στη συνέχεια “θα λειτουργεί του λοιπού με τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στην παρούσα”.
Πράγματι έκτοτε η εκ μέρους της ανοιχθείσα υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας εν λόγω πίστωση και οι προς εξυπηρέτησή της από αυτήν τηρούμενοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, λειτούργησαν αποκλειστικά στη βάση των όρων της νέας αυτής συμφωνίας, όπου ο εγγυητής διόλου δεν μετείχε και δεν υπέγραψε, με την αναγκαία συνέπεια, οι γενόμενες έκτοτε και εως το οριστικό κλείσιμο  των λογαριασμών χρεοπιστώσεις και το εξαχθέν χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου εταιρίας κατάλοιπο, να προέλθουν στη βάση των νέων αυτών όρων. Επομένως ο εγγυητής, μη υπογράψας τη μεταγενέστερη συμφωνία όχι μόνο δεν ευθύνεται σύμφωνα με το ΑΚ 851  για τους συνομολογηθέντες με αυτή δυσμενέστερους όρους αλλά επιπλέον έπαψε εντελώς να ευθύνεται ως εγγυητής.
Η ερήμην του εγγυητή επελθούσα τροποποιητική της πίστωσης σύμβαση δεν αναφερόταν σε διαφοροποίησή της κατά το ποσό το ανοίγματος, με διατήρηση κατά τα λοιπά των όρων της αρχικής σύμβασης, αλλά αντίθετα αφενός μεν μετέβαλε άρδην το συμβατικό status για το μέλλον και αφετέρου ρητά κατέλυε τους αρχικούς όρους της ενοχής με συνέπεια, το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηριζόταν η εγγυητική ευθύνη του Ι.Σ , να πάψει να υπάρχει.
Δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί βάσιμα η ύπαρξη αυτονομίας της δικής του ευθύνης, ανεξάρτητα δηλαδή  και άσχετα από εκείνη της πρωτοφειλέτριας, αφού η ευθύνη του εγγυητή είναι πάντοτε κατά το νόμο παρεπόμενη και όχι ανεξάρτητη και αυτοτελής έναντι εκείνης του οφειλέτη, με τρόπο ώστε να είναι αδιανόητη ευθύνη του εγγυητή με άλλους όρους από εκείνους που ισχύουν για τον οφειλέτη34.
Συμπερασματικά, στην περίπτωση που τροποποιηθούν όροι της σύμβασης, χωρίς τη σύμπραξη του εγγυητή, αυτός πλέον δεν ευθύνεται για το κατάλοιπο μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, γιατί η ευθύνη του βασίστηκε αρχικά σε κάποιους όρους που εξέλιπαν στη συνέχεια. Επομένως, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της οφειλής ο εγγυητής δεν θα εξακολουθήσει να ευθύνεται με βάση την αρχική σύμβαση μη υπέχων πλέον καμία ευθύνη εξ αυτής.
δ) Παύση ευθύνης εγγυητή
- Θάνατος εγγυητή
Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών που να ρυθμίζει αλλιώς το ζήτημα, ο θάνατος του εγγυητή δεν επιφέρει το κλείσιμο του λογαριασμού.
Οι κληρονόμοι του εγγυητή ευθύνονται κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, στην ίδια έκταση που ευθυνόταν και ο ίδιος για την πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη του καταλοίπου το οποίο θα προκύψει κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μέχρι όμως του ποσού για το οποίο εκείνος είχε εγγυηθεί, ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κλεισίματος του λογαριασμού.
- Εικονικότητα της σύμβασης
Η εικονικότητα σύμβασης αύξησης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό έχει ως επακόλουθο την ακυρότητα της εγγύησης που τυχόν δόθηκε από τρίτον για το συμβαλλόμενο με την τράπεζα.
-Η απόσβεση της εγγύησης- το πταίσμα του δανειστή
Προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης και ελευθέρωσης του εγγυητή είναι να γίνει αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Την ύπαρξη του πταίσματος αυτού οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εγγυητής.
Από την ανωτέρω ένσταση (της ύπαρξης πταίσματος του ίδιου του δανειστή εκ του οποίου κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη) ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί, πλην όμως η παραίτηση αυτή δεν ισχύει αν ο εγγυητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή.
-Η παραίτηση του δανειστή από ασφάλειες
  Κατά ΑΚ 863 ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά από την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.
-Συνεγγυητές
Μεταξύ των συνεγγυητών σε αλληλόχρεο λογαριασμό υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή. Με την καταβολή του οφειλέτη και την απόσβεση της απαίτησης, αποσβέννυται η απαίτηση και ως προς τον συνεγγυητή.
-Ενστάσεις εγγυητή
Κατ' αρχήν ο εγγυητής έχει κατά του δανειστή όλες τις ενστάσεις που έχει και ο οφειλέτης.
Ο εγγυητής μπορεί να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, η οποία θα κριθεί από τον δικαστή της ουσίας. Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει βαριά αμέλεια του δανειστή, εξαιτίας της οποίας έγινε αδύνατη  η ικανοποίηση του από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται της ευθύνης του.
-Ένσταση διζήσεως
  Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως επομένως δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Επομένως ο δανειστής μπορεί να στραφεί είτε κατά του πρωτοφειλέτη, είτε κατά του εγγυητή. Η άσκηση του δικαιώματος του μόνο κατά του εγγυητή μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική μόνο αν συντρέχουν ορισμένα περιστατικά που θα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόσδοση σε αυτήν του ανωτέρω χαρακτηρισμού.
-Παραίτηση από τις ενστάσεις
  Σε περίπτωση σύμβασης ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από τις ενστάσεις, οπότε ευθύνεται ως αυτοφειλέτης35.
ΑΠ 874/1997: “ σε περίπτωση παροχής εγγυήσεως για την εξασφάλιση απαιτήσεων από σύμβαση παροχής τραπεζικής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και αυξήσεως ακολούθως του ποσού της πιστώσεως με νέα σύμβαση που δεν καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής ευθύνεται για το κατάλοιπο του νομίμως κλεισθέντος λογαριασμού, παρά το ότι σεαυτόν εισήλθαν και μη ασφαλιζόμενες με την εγγύησή του απαιτήσεις και είναι πιθανό με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο δε διότι ούτε η είσοδος στο λογαριασμό μη ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η Τράπεζα τήρησε κατά τη συμφωνία των μερών χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται μόνο για το κατάλοιπο του λογαριασμού, στον οποίο έχουν εισαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση του απαιτήσεις”.
ΑΠ 266/2001: “Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848 και 851 Α.Κ. και 47 του Ν.Δ. της 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923 προκύπτει ότι ο εγγυητής της απαιτήσεως του δανειστή για την από μέρους του οφειλέτη πληρωμή του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό ευθύνεται, μέχρι του ποσού για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, στην καταβολή του καταλοίπου, ανεξαρτήτως αν τούτο διαμορφώθηκε και με την καταχώριση πιστώσεων δυνάμει συμπληρωματικών της αρχικής συμβάσεως του πιστούχου και της δανείστριας Τράπεζας, με τις οποίες απλώς αυξάνεται το ποσό της αρχικής πιστώσεως έστω κι αν δεν ανέλαβε ο εγγυητής ειδικώς την ευθύνη της πληρωμής αφού κατά την έννοια της σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό περιλαμβάνεται η μεταγενέστερη αύξηση της πίστωσης, η οποία συνεπώς καλύπτεται από την ευθύνη που ανέλαβε ο εγγυητής του καταλοίπου. Εξαίρεση ισχύει εάν τηρήθηκε, κατά τη σχετική συμφωνία των μερών, ιδιαίτερος λογαριασμός για τις πιστώσεις, των οποίων την πληρωμή δεν εγγυήθηκε ειδικώς ο εγγυητής, οπότε η ευθύνη αυτού περιορίζεται στην πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού, στον οποίο έχουν εισαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση πιστώσεις (Α.Π. 1434/1999, 984/1989).”
ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ
Σύμφωνα με ΕΝ 22 και την ισχύουσα νομολογία, ο οε ο οποίος αποχωρεί από ΟΕ ή ΕΕ είτε με τη βούλησή του είτε ακουσίως (θάνατος) εξακολουθεί να ευθύνεται ο ίδιος ή σε περίπτωση θανάτου του οι κληρονόμοι του, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τους λοιπούς οε έναντι των τρίτων τυχόν δανειστών της εταιρίας, για τα κατά την ημέρα δημοσίευσης της τροποποιητικής του καταστατικού πράξης αποχώρησης του, χρέη της εταιρίας προς αυτούς, τα οποία θα συνυπολογιστούν και τα γεννηθέντα μεν, μη ληξιπρόθεσμα δε, χρέη της.
Ο ομόρρυθμος λοιπόν εταίρος, αφού ευθύνεται για τα χρέη, ευθύνεται και για τους αλληλόχρεους λογαριασμούς της ΟΕ ή ΕΕ.
Παλαιότερα η νομολογία36 δεχόταν ότι ο αποχωρών από συμβαλλόμενη σε αλληλόχρεο λογαριασμό εταιρία ομόρρυθμος εταίρος, εφόσον τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις εξόδου του, δεν ευθύνεται για το κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε από το μετά την αποχώρησή του, οριστικό κλείσιμο, διότι πριν από αυτό δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος της εταιρίας προς τον τρίτο με τον οποίο διατηρείτο ο λογαριασμός, άρα ούτε και ευθύνη ομόρρυθμου εταίρου.  Τυχόν νομολογιακή όμως επικράτηση της άποψης αυτής θα ευνοούσε την καταστρατήγηση της απεριόριστης ευθύνης του οε για τις υποχρεώσεις της εταιρίας στην οποία μετέχει και θα περιόριζε την  χρησιμότητα του αλληλόχρεου λογαριασμού στις συναλλαγές. Πράγματι, αν ο οε προβλέπει ότι το κατάλοιπο θα είναι παθητικό σε βάρος της εταιρίας, δεν έχει παρά να μεθοδεύσει εγκαίρως την αποχώρησή του, δηλαδή ακριβώς πριν από τον συμφωνηθέντα για το κλείσιμο του λογαριασμού χρόνο προκειμένου να αποφύγει την ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης του, αφού έτσι η υποχρέωση δεν θα έχει ακόμα γεννηθεί κατά τον χρόνο της αποχώρησης. Αυτό θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση του κακόπιστου εταίρου.
Την αντίθετη κατεύθυνση ακολούθησε σειρά αποφάσεων του ΑΠ37 οι οποίες δέχονται την προσωπική εις ολόκληρον ευθύνη του αποχωρούντος από την εταιρία κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού ομόρρυθμου εταίρου, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού -οποτεδήποτε και αν γίνει -εξαγόμενο κατάλοιπο που προκύπτει σε βάρος της εταιρίας , εφόσον ο λογαριασμός αυτός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της κατά τον χρόνο της αποχώρησης του εταίρου και μέχρι του ύψους του υπολοίπου αυτού. Ευθύνεται δηλαδή μόνο για τα μέχρι το χρόνο της αποχώρησής του από την εταιρία χρέη της, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή. Το ίδιο θεωρείται ότι ισχύει και σε περίπτωση θανάτου ομορρύθμου εταίρου- εφόσον η εταιρεία και ο λογαριασμός συνεχίζονται- αναφορικά με την ευθύνη των κληρονόμων. Το γεγονός ότι η σχετική με το κατάλοιπο αξίωση γεννιέται για πρώτη φορά σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησης του εταίρου- δηλαδή κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού και εξαγωγής του οριστικού καταλοίπου- δεν συνηγορεί υπέρ του αντίθετου, αφού τα δημιουργικά της αξίωσης αυτής περιστατικά προϋπήρχαν της αποχώρησης και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας, καταλογιζόμενο στην ευθύνη του αποχωρήσαντα οε38.
Η θέση αυτή θεωρείται ότι παγιώθηκε με την Ολ ΑΠ 31/1997, με την οποία οριστικοποιήθηκε η μεταστροφή νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού  και κυρίως των εφετείων από την αντίθετη θέση σύμφωνα με την οποία ο ομόρρυθμος εταίρος δεν ευθύνεται στην εν λόγω περίπτωση, διότι κατά την έξοδό του, βάσει του δικαίου του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν υπήρχε ακόμα εκκαθαρισμένο και απαιτητό υπόλοιπο από το λογαριασμό σε βάρος της εταιρίας και κατ επέκταση σε βάρος του ιδίου. Επί της ως άνω απόφασης, εκφράστηκαν αντιρρήσεις από μειοψηφία τεσσάρων δικαστών, με τις οποίες ήρθε να συμφωνήσει μέρος της θεωρίας (Δωρής), που πηγάζουν από τη φύση, το χαρακτήρα και τη λειτουργία του αλληλόχρεου. Τονίζεται λοιπόν σύμφωνα με αυτή την άποψη, ότι η είσοδος μιας απαίτησης στο λογαριασμό δεν επιδρά στη φύση και στη νομική της βάση, της στερεί όμως την αυτοτέλειά της και την καθιστά απλό κονδύλιο, ένα λογιστικό μέγεθος, ενόψει της μέλλουσας εκκαθάρισης (κατά το κλείσιμο), αποκλείοντας έτσι την άσκηση δικαστικώς ή εξωδίκως ή την εκχώρηση ή την κατάσχεσή της. Αυτό οφείλεται στην αμοιβαία δέσμευση των συμβαλλόμενων μερών να μην επιδιώκουν και να μην διαθέτουν μεμονωμένα τις εκατέρωθεν απαιτήσεις που προκύπτουν από τη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση, για την εξυπηρέτηση της οποίας συνάφθηκε η σύμβαση αλληλόχρεου, αλλά να υποβάλλουν αυτές σε συνολικό διακανονισμό, έτσι ώστε να γεννάται υποχρέωση καταβολής μόνο με το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου. Παρατίθεται δεν χαρακτηριστικά η κρίση που διατυπώθηκε σε παλαιότερη απόφαση, σύμφωνα με την οποία “πριν από το οριστικό κλείσιμο το λογαριασμού δεν υπάρχει δανειστής ή οφειλέτης”. Η άποψη αυτή κλείνει με το επιχείρημα ότι τυχόν επιγενόμενος κίνδυνος ως προς την είσπραξη του ενδεχόμενου να προκύψει πιστωτικού υπολοίπου, εξαιτίας της αποχώρησης του οε, είναι συνυφασμένος με τη δραστηριότητα των συναλλασσομένων και άλλωστε μπορεί να αποτραπεί με λύσεις από την ίδια την πρακτική της αγοράς και των συναλλαγών(  λ.χ με συνομολόγηση εγγυήσεων, ασφάλιση μέλλουσας απαίτησης, συμφωνία περί αυτόματου κλεισίματος του λογαριασμού επί αποχώρησης εταίρου).
Πιο πρόσφορη λύση φαίνεται αυτή μίας παγίως συνομολογούμενης ρήτρας, ότι τυχόν αποχώρηση του οε θα συνεπάγεται αυτόματα το κλείσιμο του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται άμεσα απαιτητό το υπόλοιπο. Έτσι δεν θα παραβιάζεται ο κανόνας του μη απαιτητού κατά τη λειτουργία του αλληλόχρεου, αφού αυτό θα λογίζεται ότι έχει κλείσει. Και αυτή η λύση όμως θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους αντισυμβαλλόμενους , αφού με κάθε αποχώρηση ενός εταίρου, η εταιρία θα ήταν υποχρεωμένη να εκκαθαρίζει και στη συνέχεια να επαναδιαπραγματεύεται και να επανεκκινεί τη λειτουργία ενός ή περισσότερων λογαριασμών που ενδεχομένως τηρεί με αυτούς που συναλλάσσεται39.
Προς την υπό προϋποθέσεις καταφατική της ευθύνης αποχωρήσαντα οε θέση του ΑΠ, είναι σύμφωνη και η θεωρία40. Η ιδέα είναι ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ως εκ της διαρκούς έννομης σχέσης που ιδρύει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αποτελεί καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του περιουσιακό στοιχείο των συμβεβλημένων προσώπων, μεταξύ των οποίων υπάρχει – συνιστά δηλαδή καθ όλη τη διάρκεια αυτή οικονομικό μέγεθος δυνάμενο ανά πάσα στιγμή να εντοπιστεί , να προσδιοριστεί και να καταλογιστεί κατά περίπτωση, στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας τους. Τυχόν μη αποδοχή τέτοιας δυνατότητας θα οδηγούσε στο ενδεχόμενο να εμφανίζονται ως έχοντα ενεργητική περιουσιακή θέση πρόσωπα με σημαντικά ανοίγματα σε αλληλόχρεους λογαριασμούς- τα οποία (ανοίγματα) αλλιώς θα ενεφανίζοντο ύστερα από συμπτωματική απογραφή της περιουσίας και συνυπολογισμό στο παθητικό της των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανά πάσα στιγμή κίνηση των λογαριασμών αυτών, έστω κι αν δεν έχουν ακόμα κλειστεί. Και πράγματι, μπορεί μεν η έμφαση να δίνεται στο κατάλοιπο που θα προκύψει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, η εκάστοτε οικονομική αξία που ενδιαμέσως, ανά πάσα στιγμή , προκύπτει κατά τη διάρκεια του αλληλόχρεου, δεν μπορεί ωστόσο να είναι χωρίς σημασία για την νομική αντιμετώπιση περιστατικών που διαταράσσουν τη λειτουργία του. Ένα τέτοιο περιστατικό είναι η αποχώρηση οε από την εταιρία, διαρκούντος του λογαριασμού. Η ενεργοποίηση της ευθύνης του οε προϋποθέτει αφενός το αυτονόητο, ότι δηλαδή το κατάλοιπο οποτεδήποτε κλειστεί ο λογαριασμός, είναι χρεωστικό σε βάρος της εταιρίας και αφετέρου το κρίσιμο, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο της αποχώρησης του εταίρου υπήρχε επίσης σε βάρος της εταιρίας, χρεωστικό υπόλοιπο, το μέγεθος του οποίου οριοθετεί, κατά το μέγιστο ,το μέτρο ευθύνης του: α) αν το κατάλοιπο κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού είναι μικρότερο από το κατά τον χρόνο της αποχώρησής του χρεωστικό υπόλοιπο, η ευθύνη περιορίζεται στο μικρότερο ποσό του καταλοίπου, αφού σε μόνο το ποσό αυτό συγκεντρώνεται η απαίτηση του αντισυμβαλλόμενου στον αλληλόχρεο λογαριασμό τρίτου και β) αν κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού το κατάλοιπο είναι διευρυμένο σε σχέση με το μικρότερο ποσό του χρεωστικού, κατά τον χρόνο της αποχώρησης, υπολοίπου, η ευθύνη δεν διαστέλλεται κατά το διευρυμένο μέγεθος του πρώτου, αλλά επίσης περιορίζεται στο μέρος εκείνο του καταλοίπου που αντιστοιχεί στο ισόποσο του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού όπως προσδιορίστηκε κατά τον χρόνο της αποχώρησης41.
Τέλος, σύμφωνα με τον Ψυχομάνη, ο εξερχόμενος οε ή οι κληρονόμοι του ευθύνονται για το υπόλοιπο του λογαριασμού της στιγμής της εξόδου ή του θανάτου του εταίρου, εφόσον -και στην έκταση που- το υπόλοιπο τούτο δεν αποσβήστηκε συμψηφιστικά ή εκκαθαριστικά μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, οπότε γεννιέται το πρώτον απαίτηση για το τυχόν υπόλοιπο, κατά της εταιρίας και των εταίρων της.
Οι αντίστοιχες αξιώσεις της τράπεζας κατά του εταίρου, που εξήλθε από την εταιρεία, ή εναντίον των κληρονόμων του εταίρου που αποβίωσε, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 64 ΕΚ. Κατά την λιγότερο επαχθή για τον εξερχόμενο εταίρο και τους κληρονόμους του, θέση, η παραγραφή αρχίζει να τρέχει υπέρ του εταίρου από την στιγμή, που η τράπεζα λάβει γνώση του θέματος και δεν προβεί σε καταγγελία, κατ ανάλογον εφαρμογή της ΑΚ 25242.
Κατά αποτέλεσμα προς την περίπτωση της αποχώρησης ομόρρυθμου εταίρου από την εταιρία πρέπει να εξομοιωθεί και η περίπτωση κατά την οποία ένας εταίρος αποβάλλει την ιδιότητα του οε και χωρίς να επέρχεται αλλοίωση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας, καθίσταται ετερόρρυθμος.
ΟλΑΠ 31/1997: “ Αν συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας οε, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε κι αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρίας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρίας κατά το χρόνο της αποχώρησής του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού υπολοίπου. Το γεγονός ότι η σχετική με το κατάλοιπο αξίωση γεννιέται για πρώτη φορά σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησης του εταίρου- δηλαδή κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού και εξαγωγής του οριστικού καταλοίπου- δεν συνηγορεί υπέρ του αντίθετου, αφού τα δημιουργικά της αξίωσης αυτής περιστατικά προϋπήρχαν της αποχώρησης και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας, καταλογιζόμενο στην ευθύνη του αποχωρήσαντα οε. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχτηκε ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε οε της εταιρίας δεν ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εν λόγω εταιρίας για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας Τράπεζας πριν από την αποχώρησή αυτού από την εταιρία, αλλά κλείστηκε οριστικά μετά την αποχώρηση του εφεσίβλητου από την εταιρία, γιατί κατά το χρόνο της αποχώρησης αυτού δεν υπήρχε εταιρικό χρέος από κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε τότε κλειστεί. Έτσι όμως το Εφετείο παραβίασε, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.”
Κατά τη μη κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, ο λόγος αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθώς δέχτηκε ότι κατά το χρόνο αποχώρησης του εφεσιβλήτου από την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία δεν υφίστατο εταιρικό χρέος και αντίστοιχα εις ολόκληρον αλληλέγγυα ευθύνη του για το μεταγενεστέρως προκύψαν κατάλοιπο”.
Σύμφωνα με την άποψη του Φ. Δωρή, το επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε από αυτή την απόφαση “ότι η σχέση που δημιουργείται με της σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού έχει μεν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία απαίτησης μόνο για το κατάλοιπο, αποτελεί όμως και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού ένα οικονομικό μέγεθος που καταλογίζεται κάθε στιγμή στο ενεργητικό ή στο παθητικό της περιουσίας των μερών”, δεν είναι επαρκές για τη αποδοχή ευθύνη του οε που αποχώρησε από την εταιρία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Η οικονομική αυτή διάσταση του αλληλόχρεου δεν αποτελεί κριτήριο για την εφαρμογή του αρ. 22 ΕμπΝ και δεν εμπίπτει στο πραγματικό του κανόνα αυτού, ο οποίος προϋποθέτει οφειλή της εταιρίας κατά την αποχώρηση το οε από αυτήν. Τέτοια οφειλή όμως δεν υπάρχει πριν το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου43.

ΑΠ 693/2008: “Οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρόνο, που έκλεισε ο επίμαχος αλληλόχρεος λογαριασμός, και συνακόλουθα και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, διότι αυτή είχε λυθεί από τις 15.5.1997 και είχαν περατωθεί και οι εργασίες της εκκαθαρίσεώς της. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των εναγομένων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, μετά τη λύση και την τυπική εκκαθάριση της πρώτης εναγομένης, παρέμεινε ακόμη εκκρεμής και ανεκκαθάριστη τουλάχιστον η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αφού ο υφιστάμενος μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός δεν είχε κλείσει, και άρα η ενάγουσα, που επικαλείται (και απέδειξε) ότι ήταν δανείστρια της πρώτης εναγομένης, νομιμοποιούταν, λόγω της ιδιότητας της αυτής, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της με αγωγή, στρεφόμενη τόσο κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, η οποία εκπροσωπούταν στη σχετική δίκη από τους συνεκκαθαριστές ομορρύθμους εταίρους της, όσο και κατά των ομορρύθμων εταίρων της ατομικά.”
ΑΠ 893/2008: “ Αν συνεπώς, συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού καταλοίπου. Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με, το κλείσιμο του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά, προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρήσαντος εταίρου”.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αντωνόπουλος Στ., « Η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού», Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα 2007
Βελέντζας Γ., «Δίκαιο Αλληλόχρεου Λογαριασμού : θεμελιώδη προβλήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Με ιδιαίτερη αναφορά στον εκτοκισμό (ανατοκισμό) τόκων», Θεσσαλονίκη, 2007
Γεωργακόπουλος Λ., «Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό Δίκαιο», Αθήνα, Δίκαιο & Οικονομία 1999
Μάζης Π., «Εμπράγματη εξασφάλιση τραπεζών και ανώνυμων εταιρειών : Σύμφωνα με το Ν.Δ. της 17.7/13.8.1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” και την υπόλοιπη σχετική ειδική νομοθεσία», Σάκκουλας 1993
Ρόκας Ν., «Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου: Γενικό μέρος-Εμπορικές συμβάσεις», Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1998
Ρόκας Ν., «Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου», Αθήνα, Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2002
Τσούμας Β- Δανηλάτου Α., «Αλληλόχρεος λογαριασμός», Αθήνα 2006, Νομική Βιβλιοθήκη
Τσούμας Β- Δανηλάτου Α., «Αλληλόχρεος λογαριασμός : Θεωρία- Νομολογία-Υποδείγματα», Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη 2006
Ψυχομάνης Σπ., «Τραπεζικό Δίκαιο : δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων», Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα 2008
Ψυχομάνης Σπ., «Τραπεζικές δραστηριότητες αμφισβητήσιμης νομιμότητας», Εκδόσεις Σάκκουλα 2002
Νομικά Περιοδικά
Γνωμοδότηση Π. Μάζη “Εγγύηση σε σύμβαση τραπεζικής πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό”, ΔΕΕ 5/2004, σελ. 514-518
ΔΕΕ 2/2001 (ΈΤΟΣ 7), σχόλιο του Γ. Μιχαλόπουλου για την ΑΠ 725/2000, σελ. 169-173
ΕλΔικ 38 (1997), Ολ ΑΠ 31/1997, σελ. 1526-1528
ΕπισκΕΔ Α/2002, σχόλιο Κ. Παμπούκη για ΕφΛαρ 690/2001, σελ. 157-169
ΝοΒ 1998, τόμος 46, Ολ ΑΠ 31/1997, σελ. 193-198
ΝοΒ 24,  ΕφΛαρ 29/1976, σελ. 552-557
Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.
Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.
http://www.tsamichas.gr 

 ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1073/ 2015.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-εισηγητής, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Σύμβαση εγγύησης. Ελευθέρωση εγγυητή. Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικά στην εγγύηση αορίστου χρόνου, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή και όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Εκκρεμοδικία.
Μεταβίβαση του αντικείμενου της δίκης μετά την επέλευση αυτής. Η μεταβίβαση αυτή δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σε περίπτωση θανάτου του, ο νομιμοποιούμενος να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού. Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000). Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ. ΑΠ 1/1996). 
Στην προκειμένη περίπτωση η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ..." επικαλείται ότι μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα με την από 26-3-2013 σύμβαση μεταξύ τους, που έτυχε της εγκρίσεως τόσο της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και της Κεντρικής Τράπεζας ..., μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των ελληνικών εργασιών της Κεντρικής Τράπεζας ..., διά εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της και αναδοχής των υποχρεώσεών της, μεταξύ δε των στοιχείων του ενεργητικού που της μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από την υπ’ αριθμ. ...2-2-1995 σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις, για την οποία τηρείτο στην Κεντρική Τράπεζα ... ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης με στοιχεία (...), το γεγονός δε αυτό της παρέχει το έννομο συμφέρον να παρέμβει στην παρούσα δίκη το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ της αναιρεσίβλητης και να ζητήσει την απόρριψη της αιτήσεως, εφόσον η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί θα εκτείνεται στις έννομες σχέσεις της ως ειδικής διαδόχου αυτής. Η παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 82, 83 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την κατ’ επίφαση, επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 147 ΑΚ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του, που πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής και ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο εφέσεως, περί ακυρότητας της πρόσθετης πράξης εγγυήσεως, με την οποία αυξήθηκε η αρχική εγγύηση προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία κατά 50.000.000 δρχ. πλέον της αρχικής, λόγω του ότι εξαπατήθηκε από τα αρμόδια όργανα της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, τα οποία, προκειμένου να τον παραπλανήσουν, ώστε να πεισθεί και να υπογράψει την ως άνω σύμβαση, του δήλωσαν ότι, ενόψει της επικείμενης αποχώρησής του από την δανειολήπτρια εταιρεία, ήταν αναγκαία η εκ μέρους του υπογραφή ορισμένων εγγράφων, προκειμένου να καταβληθεί στην εταιρεία νέο χρηματικό ποσό, χωρίς να τον ενημερώσουν για το είδος και το περιεχόμενο της συμβάσεως που υπέγραψε και τους όρους αυτής, ούτε του παρέσχον τον αναγκαίο χρόνο, ώστε να ενημερωθεί για το περιεχόμενό της, αλλά αντίθετα του δημιούργησαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για τυπική και επείγουσα διαδικασία, με αποτέλεσμα, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του και της απειρίας περί τις συναλλαγές, να παρασυρθεί και να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση. Ετσι όμως διατυπούμενος ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι προφανές ότι πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει του ότι ουδόλως προσδιορίζεται σε τι έγκειται η ψευδής ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. 
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικά ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με τη παραδοχή ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ευθέως αλλά και εκ του πράγματος με παραδοχές αντίθετες τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι υπέγραψε την πρόσθετη αυξητική σύμβαση, έχοντας παραπλανηθεί από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης με αποτέλεσμα ενόψει του νεαρού της ηλικίας του και της απειρίας του περί τις συναλλαγές να παρασυρθεί και να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση, δεχόμενος τα ακόλουθα: "Ο ίδιος ο ανακόπτων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναφέρει ότι αυτός, πριν υπογράψει την επίδικη πρόσθετη πράξη παροχής εγγυήσεως υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας, της οποίας τότε ήταν μέτοχος, είχε υπογράψει ως εγγυητής και την υπ’ αριθμ. ...2-2-1995 αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό υπέρ της ίδιας εταιρείας και, μάλιστα, στα ίδια "κλασικά τυποποιημένα έγγραφα συμβάσεων της καθής (τράπεζας)", ενώ, επιπλέον, αποδείχτηκε ότι αυτός είχε υπογράψει ως εγγυητής και στο παρελθόν υπέρ της ίδιας δανειολήπτριας εταιρείας, και συγκεκριμένα στην υπ’ αριθμ. ...29-6-1994 αντίστοιχη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό. Συνεπώς, αυτός γνώριζε πολύ καλά, τόσο το περιεχόμενο, όσο και τους όρους της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε... Ετσι ο ανακόπτων γνώριζε πολύ καλά και τη φύση της συμβάσεως που υπέγραφε και τους όρους αυτής που ήταν πανομοιότυποι με τους όρους της αρχικής συμβάσεως εγγυήσεως, αφού τα έντυπα ήταν "τα ίδια κλασικά τυποποιημένα έγγραφα της καθής". Εξάλλου, η αποχώρηση του ανακόπτοντος από την πιστούχο εταιρεία δεν οδήγησε σε πλήρη διακοπή των σχέσεών του μαζί της, αλλά, αντίθετα, η συνεργασία τους συνεχίστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο ανακόπτων εξέδωσε και επιταγές εις διαταγήν της δανειολήπτριας εταιρείας, τις οποίες η τελευταία παρέδωσε ως ενέχυρο στην καθής, προς εξασφάλιση της επίδικης απαιτήσεώς της. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής του ο ανακόπτων ουδεμία αναφορά κάνει περί απάτης, ισχυριζόμενος, αντίθετα, ότι δεν υπέγραψε καθόλου την επίδικη σύμβαση και ότι η υπογραφή του σ’ αυτήν ήταν πλαστή και χρειάστηκε να παρέλθει ένα έτος περίπου για να καταθέσει το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της ανακοπής, με το οποίο ζητεί την ακύρωση της επίδικης σύμβασης, λόγω απάτης, και, ενώ ήδη είχε προηγηθεί τόσο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής, καθώς και ανακοπή κατά της εκτελέσεως, όπου επίσης δεν αναφέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό ...". Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (και όχι 1) δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Σε αντίθεση με τη νομική, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 KΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου. 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΑΚ 174) (Ολομ. ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.
Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Τέλος, εφόσον στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει, πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 419/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 863 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τους πρόσθετους λόγους της ανακοπής του είχε προβάλει και επανέφερε με λόγο εφέσεως την ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, αφενός μεν λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη από δόλο και σε κάθε περίπτωση από βαριά αμέλεια παρέλειψε να εισπράξει την απαίτησή της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, αφετέρου δε, γιατί συναίνεσε χωρίς λόγο στην ανάκληση προσημειώσεων υποθήκης που υπήρχαν για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αόριστο το σχετικό λόγο ανακοπής και ως αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως ως ακολούθως: "Ο ανακόπτων με τους έκτο και έβδομο πρόσθετους λόγους της ανακοπής εκθέτει ότι ελευθερώθηκε από την παρασχεθείσα ..... υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας εγγύηση ... γιατί η καθής τράπεζα από δολιότητα, άλλως από βαριά αμέλεια παρέλειψε την είσπραξη της απαιτήσεώς της από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, διότι α) ενώ αυτή είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε τέσσερα ακίνητα του βασικού μετόχου της πρωτοφειλέτιδος Ν. Σ., με συναίνεση και αυτής η εν λόγω προσημείωση ανακλήθηκε και β) ενώ είχε ενδείξεις ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από την άνω σύμβαση, όχι μόνο παρέλειψε να κλείσει τους επίδικους λογαριασμούς, ενώ ήταν ακόμη φερέγγυα, και να προβεί σε πράξεις εκτελέσεως εναντίον της, αλλά σε συμπαιγνία με το βασικό μέτοχό της, χορήγησε προθεσμία πληρωμής μέχρι τα τέλη του έτους 1997 και, έτσι, αυτή κατέστη αφερέγγυα. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ... τα στοιχεία που επικαλείται αυτός, όπως αορίστως προβάλλονται, χωρίς να αναφέρεται δηλαδή η αξία των άνω ακινήτων, τα οποία, όπως και αυτός δέχεται, δεν ανήκαν στην πρωτοφειλέτιδα, ότι υπήρχαν πριν τον Ιούνιο του 1995 περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας και ποια ακριβώς, που θα καθιστούσαν φερέγγυα αυτήν και αποτελεσματική την εν λόγω επιδίωξη, ως και από ποια γεγονότα γνώριζε η καθής ότι η πρωτοφειλέτης δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, δεν μπορούν κατά νόμο να στοιχειοθετήσουν την επικαλούμενη ελευθέρωσή του από δόλο ή βαριά αμέλεια της καθής, που επικαλείται ο ανακόπτων, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε. Έπρεπε λοιπόν ο λόγος αυτός της ανακοπής να απορριφθεί ως αόριστος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις άνω διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ, και απέρριψε τους σχετικούς πρόσθετους λόγους της ανακοπής ως αόριστους και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως ως αβάσιμους, δεδομένου ότι ήταν απαραίτητη η παράθεση και των παραπάνω στοιχείων, ώστε να θεωρηθούν νόμιμοι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος, και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της μη ουσιαστικής βασιμότητας του πρόσθετου λόγου της ανακοπής του, ότι εξαπατήθηκε από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και υπέγραψε ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτιδας την πρόσθετη αυξητική σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφενός μεν εσφαλμένα εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων του, που δόθηκαν στα πλαίσια των αποδείξεων που τάχθηκαν με την 3156/2000 πράξη - απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις καταθέσεις των μαρτύρων του Γ. Κ. και Ν. Σ.. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, εφόσον με την αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων, και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ’ αριθμ. 22290/2001 εισηγητική έκθεση, οι οποίες δόθηκαν μετά την έκδοση της 3156/2000 πράξης - απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Ε. Α. για αναίρεση της 1517/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
http://gefragoulis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: