Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

ΑΠ1901/2017 - Χαρακτηρισμός σύμβασης εργασίαςΠερίπτωση εφαρμογής των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 αλλά και εκείνων του άρθρου 8 ν. 2112/1920, αποτελεί και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.).

ΑΠ1901/2017 - Χαρακτηρισμός σύμβασης εργασίας     Τύπος: Νομολογία
Έτος: 2017
Νούμερο: 1901
Περίπτωση εφαρμογής των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 αλλά και εκείνων του άρθρου 8 ν. 2112/1920, αποτελεί και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.).

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
..

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (ΟΤΕ) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καμπίτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2139/2007 του ίδιου δικαστηρίου, 2766/2011 μη οριστική και 708/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 Α.Κ. και 1 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι: α) σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας και β) σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 671 ΑΚ: "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" κατά δε το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920: "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι τελευταίες αυτές διατάξεις (των άρθρων 671 Α.Κ. και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη. Περαιτέρω κατά το π.δ. 81/2003, το οποίο, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου η ισχύς, κατά το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ: Στο άρθρο 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι: "Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (Α’ 134), το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ αυτού". Με την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 3 π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι: "Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος νοείται ως: α... β... γ. "Δημόσιος τομέας", ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003...". Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ αυτού ούτε στις διατάξεις του ν. 2190/1994 σχετικά με τις προσλήψεις προσωπικού της, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003 αλλά και σε εκείνες του άρθρου 8 ν. 2112/1920, αποτελεί και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.). Εξ άλλου ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 568), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ. Α.Π. 14/1998), στη συνέχεια αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990). Στον αναμορφωμένο αυτόν ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζονται: α) στο άρθρο 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...", β) στο άρθρο 2 ότι: "1. Το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο. Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες. Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού. 2. Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό" και γ) στο άρθρο 50 παρ. 6 ότι: "Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ΕΣΣΕ, εκτός αν άλλως ορίζεται". Τέλος στον όρο 23 της ως άνω από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής αρχίζει από την υπογραφή της (10-6-1999), εκτός αν άλλως ορίζεται σ’ αυτές. Οι εν λόγω απαγορεύσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό του Ο.Τ.Ε. αναφέρονται προδήλως σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έγιναν πράγματι για την κάλυψη προσκαίρων, απροβλέπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου, δεν αναφέρεται δε και σε συμβάσεις που έγιναν για την απασχόληση σε μη προβλεπόμενες οργανικές θέσεις για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών αλλά παγίων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για την κάλυψη δήθεν απροβλέπτων, προσκαίρων ή επειγουσών αναγκών, πλην στην πραγματικότητα για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, δεν έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις του κανονισμού ΟΤΕ, αλλά αυτές που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Α.Π. 1391/2013). Επομένως από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης αυτής σχέσης κατά τη δικαστική ή διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου ο ορθός χαρακτηρισμός της σχέσης ως αορίστου χρόνου προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση με τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας και των σε εκτέλεση αυτής εκδοθέντων κατά τα άνω προεδρικών διαταγμάτων, δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η Οδηγία αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν εγκύρως αλλά και σε "σχέσεις εργασίας", στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες επίσης είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920. Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης, δηλαδή η αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη (Α.Π. 1391/2013). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με βάση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου και καταρτίσθηκαν μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης [τέταρτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) ... και της νομίμως εκπροσωπούμενης, εκκαλούσας [εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας]... που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούσα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών πριν από την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος 164/2004, δηλαδή πριν από την 19-7-2004, η ως άνω ενάγουσα προσλήφθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια, απασχολούμενη στο λογιστήριο και στα ταμεία είσπραξης λογαριασμών της εναγόμενης, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-10-2002 μέχρι 31-5-2003, από 1-6-2003 μέχρι 31-1-2004 και από 1-2-2004 μέχρι 31-7-2004. Αμέσως μετά τη λήξη της τελευταίας αυτής σύμβασης η πρώτη εφεσίβλητη φέρεται να συνάπτει με την ίδια ειδικότητα νέα ατομική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πέντε μηνών, από 1-8-2004 μέχρι 31-12-2004, όχι με την εκκαλούσα, αλλά με την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Όπως σαφώς προκύπτει από τον ετήσιο απολογισμό του έτους 2005... η εταιρεία "... Α.Ε." ιδρύθηκε το έτος 1987 ως θυγατρική συμβουλευτική εταιρεία της εκκαλούσας με συμμετοχή της τελευταίας σ’ αυτήν σε ποσοστό 99%, από το έτος δε 2001 μετονομάσθηκε σε "... Α.Ε.", η οποία σύμφωνα με το... καταστατικό της... έχει ως σκοπό την παροχή ολοκληρωμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα σχετιζόμενα με την οικονομική, περιφερειακή και τεχνολογική ανάπτυξη. Η κατάρτιση της τελευταίας αυτής συμβάσεως, στην οποία φέρεται ως τυπικός εργοδότης της πρώτης εφεσίβλητης η ως άνω εταιρεία "... Α.Ε.", μετέπειτα "...", έγινε χωρίς για τη συγκεκριμένη πρόσληψη να θέσει η ίδια αυτή εταιρεία δικά της κριτήρια ή να κάνει σχετική έρευνα αγοράς (πρόσκληση, προκήρυξη, αγγελία κ.λπ.). Αντίθετα χρησιμοποιήθηκε ως αιτιολογία για την πρόσληψη της πρώτης εφεσίβλητης, όπως και άλλων εργαζομένων που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εκκαλούσα, σύμβαση μεταξύ της τελευταίας και της ως άνω εταιρείας, με βάση την οποία φέρεται η "... Α.Ε." να αναλαμβάνει ως ανάδοχος την υποστήριξη του έργου Διεύθυνσης Κοινόχρηστης Τηλεφωνίας. Στην πραγματικότητα όμως η πρώτη εφεσίβλητη εξακολούθησε να εργάζεται με τους ίδιους όρους στον ίδιο τόπο εργασίας και με τα ίδια καθήκοντα όπως προηγουμένως και παρείχε την εργασία της κάτω από τις οδηγίες και εντολές των ίδιων προϊσταμένων και εκπροσώπων της εκκαλούσας και με το ίδιο καθημερινό και πλήρες ωράριο, με αποτέλεσμα πραγματικός εργοδότης αυτής να εξακολουθήσει να είναι η εκκαλούσα. Επί πλέον η πρώτη εφεσίβλητη εξακολούθησε να ανήκει στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, όπως και προηγουμένως, δηλαδή στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.)... Χαρακτηριστικό είναι δε ότι, ενώ στις βεβαιώσεις μισθοδοσίας της πρώτης εφεσίβλητης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-8-2004 μέχρι 31-12-2004)... φέρεται ως εργοδότρια η "... Α.Ε.", ως ειδικότητα αυτής αναφέρεται εκείνη της ταμία στο κεντρικό κατάστημα, υποδηλώνοντας σαφώς το κεντρικό κατάστημα της εκκαλούσας, η οποία διαθέτει τέτοιο και πολλά υποκαταστήματα, χωρίς να προκύπτει ότι ανάλογα καταστήματα διέθετε η φερόμενη ως εργοδότρια της πρώτης εφεσίβλητης ως άνω εταιρεία. Τέλος αποδείχθηκε ότι η ειδικότητα με την οποία εργαζόταν η πρώτη εφεσίβλητη στην εκκαλούσα δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το προαναφερόμενο αντικείμενο δραστηριότητας της ως άνω εταιρείας "... Α.Ε." και μετέπειτα "...". Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι κατά την υπογραφή της προαναφερόμενης συμβάσεως της πρώτης εφεσίβλητης με τη θυγατρική της εκκαλούσας εταιρεία, η αληθής βούληση και των τριών μερών (πρώτης εφεσίβλητης, εκκαλούσας εταιρεία και ... Α.Ε.) ήταν η παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος που δεν δηλωνόταν, δηλαδή η κατά φαινόμενο προσλαμβανόμενη από την ως άνω εταιρεία πρώτη εφεσίβλητη να παρέχει την εργασία της στην εκκαλούσα εταιρεία, η οποία ήταν από την αρχή και παρέμενε η αληθινή εργοδότρια αυτής, αφού η εργασία της ήταν απαραίτητη για την κάλυψη των πάγιων αναγκών της ως άνω υπηρεσίας της εκκαλούσας, η συγκεκριμένη δε υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως από την πρώτη εφεσίβλητη δικαιολογείται από το φόβο μη (περαιτέρω) πρόσληψής της μετά την 31-7-2004 και τη συνακόλουθη μη δυνατότητα αυτής να επιβάλει στην εκκαλούσα εταιρεία να συνάψει μαζί της νέα σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς ο χαρακτηρισμός των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων που συνήψε η πρώτη εφεσίβλητη με την εκκαλούσα αλλά και με την προαναφερόμενη θυγατρική αυτής εταιρεία ως συμβάσεων έργου δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού τα προεκτιθέμενα χαρακτηριστικά τούτων και ειδικότερα ο εκ μέρους της εκκαλούσας καθορισμός του τόπου εργασίας (κεντρικό κατάστημα), του χρόνου απασχόλησης (πλήρης απασχόληση) και του είδους εργασίας (ταμίας), όπως και η παροχή των μέσων εργασίας (τεχνολογικού εξοπλισμού) και η ασφάλισή της στον ασφαλιστικό οργανισμό του ΤΑΠ-ΟΤΕ, καθώς και οι δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, καταδεικνύουν σαφώς και αναμφιβόλως ότι πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι για συμβάσεις έργου, όπως κατ’ επίφαση χαρακτηρίσθηκαν... Παράλληλα αποδείχθηκε ότι, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που έδωσε η εναγόμενη εταιρεία στις παραπάνω ένδικες συμβάσεις της πρώτης εφεσίβλητης, χωρίς τη δυνατότητα της τελευταίας να αντιλέξει στο χαρακτηρισμό αυτό, από τη φύση και την προαναφερόμενη λειτουργία της εργασιακής σχέσης αυτής για χρονικό διάστημα είκοσι επτά... μηνών, αναδεικνύεται η πραγματική μορφή και το είδος των συμβάσεων αυτών, καθώς και η βούληση των μερών να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μία ενιαία σύμβαση εργασίας με τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για την κάλυψη πάγιων, διαρκών, τακτικών και προβλέψιμων αναγκών της ανωτέρω υπηρεσίας της εκκαλούσας... Κατά συνέπεια, με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 8 Α του π.δ. 81/2003, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, καθόσον συντρέχουν ως προς αυτήν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις που θέτουν οι προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα: 1) τρεις... ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του εν λόγω διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική, 2) μεταξύ των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεών της δεν έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου, 3) η σύμβασή της ήταν ενεργή κατά τη δημοσίευση, την 23-8-2004, του προαναφερομένου π.δ. 180/2004, 4) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, αφού σ’ αυτόν περιλαμβάνεται και ο χρόνος εργασίας της στην ως άνω θυγατρική της εκκαλούσας εταιρεία, κατά τα προαναφερόμενα, 5) το αντικείμενο της σύμβασής της και οι ίδιες μ’ αυτό υπηρεσίες που πράγματι πρόσφερε αφορούν σε δραστηριότητα που σχετίζεται ευθέως και αμέσως και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εκκαλούσας, όπως αυτές οριοθετούνται από το σκοπό που εξυπηρετεί η τελευταία και 6) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της παρασχέθηκε κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με καθήκοντα ίδια με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως με τις πιο πάνω και απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τέταρτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε αναγνωρισθεί ότι ενάγουσα αυτή συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είχε αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής ήταν άκυρη και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 2 παρ. 2 ΓΚΠ/ΟΤΕ, 2 και 5 παρ. 1 της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνες του άρθρου 8Α π.δ. 81/2003 και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 π.δ. 164/2004, τη συνδρομή των προϋποθέσεων των οποίων ερεύνησε ως εκ περισσού.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ. Α.Π. 15/2000). Έτσι η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 280 Α.Κ., δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 705/2013, 31/2013). Εξ άλλου η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016). Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν έχουν υποπέσει στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, παραβίασε την τελευταία αυτή διάταξη. Ο λόγος αυτός στρέφεται στην πραγματικότητα κατά της προεκδοθείσης μη οριστικής 2766/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία θεωρείται ότι έχει συμπροσβληθεί με την προσβαλλόμενη, αν και δεν απευθύνεται ρητώς κατ’ αυτής η υπό κρίση αίτηση (άρθρο 553 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και με την οποία, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη, είχε απορριφθεί σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας. Είναι όμως απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της συμπροσβαλλόμενης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση αυτή, επί πλέον δε διότι για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει παραδεκτά την ανωτέρω ένσταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι την είχε επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του εφετείου ή ότι συνέτρεχε κάποιος νόμιμος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής της. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και τις έγγραφες προτάσεις που είχε υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να ερευνηθεί αν είχε προταθεί ενώπιόν του η ανωτέρω ένσταση και ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό της, αλλά ούτε και την προαναφερθείσα συμπροσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να ερευνηθεί για ποιο λόγο απορρίφθηκε με αυτήν η ένσταση.

3. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 708/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 22 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: