
ΑΠ1802/2017 - Εργατικό ατύχημα – Δικαιούχοι αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης
Έτος: 2017
Νούμερο: 1802
Απόρριψη αγωγής ως προς την εγγονή του θανόντος λόγω της ηλικίας της.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα...
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. χήρας T. M., κατοίκου ..., 2) E. M. του T., 3) E. M. του T., κατοίκων ..., 4)D. M. του T., κατοίκου ..., 5) A. M. του T., κατοίκου ..., 6) S. συζύγου Ά. Χ. το γένος T. M. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 598/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6434/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 23-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τι διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψει αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (αρθρ. 30 Εισ. Ν.Α.Κ.) προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, ασχέτου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του Α.Κ. και 1 και 16 του ως άνω Νόμου 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 551/1914, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι’ αυτή οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι επιζώντες σύζυγοι και συγγενικά πρόσωπα αυτού, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ’ αυτούς (αρθρ. 922 Α.Κ.) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914. Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ/τος 16/1996 και δη του άρθρου 10 αυτού και των παραγράφων 14.1 και 14.2 του προσηρτημένου σ* αυτό παραρτήματος 1 με τις οποίες ορίζεται ότι "θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες, κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο, που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0,75 μέτρου, πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα. Το προστατευτικό προπέτασμα πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστο 1,00 μέτρο από το δάπεδο, να είναι συμπαγές στηθαίο ή κιγκλίδωμα με χειρολισθήρα (κουπαστή), θωράκιο (σοβατεπί) ύψους τουλάχιστο 0,15 εκ. και ράβδο μεσοδιαστήματος. Προστατευτικό προπέτασμα απαιτείται επίσης σε ανοίγματα δαπέδων και οριζόντιων γενικά επιφανειών, όταν δεν διαθέτουν κάλυμμα ή άλλο σύστημα που να αποκλείει την πτώση των εργαζομένων μέσα σ’ αυτό, καθώς και του άρθρου 3 παρ. 1,2 και 3 του Π.Δ. 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ", σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων κατά την χρησιμοποίησή του (παρ.1). Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή την εγκατάσταση, ιδίως τις θέσεις εργασίας για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και την έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας, όπως και των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 7,8,9 και 10 και 8 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου ως άνω Π.Δ/τος 396/1994, με τις οποίες ορίζεται ότι ο εργοδότης μεριμνά και παρέχει τις κατάλληλες διευκολύνσεις και μέσα για την καλή λειτουργία των εξοπλισμών ατομικής προστασίας και την ικανοποιητική κατάστασή τους από την άποψη αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων, να φροντίζει για την φύλαξή τους σε ειδικές θέσεις ή χώρους με καλές συνθήκες καθαριότητας και υγιεινής, να παρέχει τις κατάλληλες πληροφορίες, που απαιτούνται για κάθε εξοπλισμό ατομικής προστασίας να ενημερώνει εκ των προτέρων τους εργαζομένους σχετικά με τους κινδύνους από τους οποίους τους προστατεύει ο εξοπλισμός ατομικής προστασίας και να εξασφαλίζει την εκπαίδευσή τους για τη χρησιμοποίηση των εξοπλισμών ατομικής προστασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το κράνος κεφαλής και οι ζώνες ασφαλείας, προς αποφυγή τραυματισμού λόγω πτώσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 37, 40 παρ. 1, 102, 103, 107 και 111 του Π.Δ/τος "Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικών μηχανικών - Μέτρα Ασφαλείας" ορίζεται μεταξύ άλλων ότι οι χώροι και\ο δάπεδο εργασίας, οι οδοί κυκλοφορίας και οι προσβάσεις των εργοταξίων πρέπει να κατασκευάζονται και να διατηρούνται ασφαλείς και ότι εάν δεν υπάρχει στο δάπεδο εργασίας προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο, πρέπει να τοποθετούνται εναλλακτικώς κατά περίπτωση, ώστε να εμποδίζεται η ελεύθερη πτώση των εργαζομένων από ύψος μεγαλύτερο των τριών μέτρων, ότι καταπακτές δαπέδων, ανοίγματα και άλλα επικίνδυνα χάσματα πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεως περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελάχιστου ύψους 1 μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί) ή δι’ επικαλύψεως ικανής αντοχής, ότι οι εργαζόμενοι στα εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα από τον εκτελούντα το έργο, η χρήση των οποίων είναι υποχρεωτική, ότι ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση είναι αναγκαία και ότι οι ζώνες αυτές δεν θα πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του 1 μέτρου και ότι για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια τηρήσεως των προβλεπομένων από το άνω Π.Δ. μέτρων ασφαλείας πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας να παρίσταται ανελλιπώς οι νόμω υπόχρεοι εργοδότες ή οι εκπρόσωποι αυτών, οι δε υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάση εργασίας απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (βλ. Α.Π. 963/2007, Α.Π. 1123/2007).
Κατά δε το άρθρο 662 του Α.Κ. ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου. Οι από τη διάταξη αυτή παραβάσεις του εργοδότη, δημιουργούν παραβάσεις συμβατικής υποχρεώσεως. Για να υπάρχει απ’ αυτές αδικοπρακτική ευθύνη, πρέπει να συντρέχουν και τα στοιχεία του άρθρου 914 Α.Κ. Πρέπει δε να σημειωθεί εξάλλου ότι η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, κατά την οποία επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνο αν αφορά παραβίαση των διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην εκδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως και επί εργατικού ατυχήματος, το συντρέχον πταίσμα του παθόντος κατ’ άρθρο 300 Α.Κ. πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της πιο πάνω διατάξεως, δηλαδή και όταν θεμελιούται σε αμέλεια του κοινού δικαίου και όχι μόνο στην με την ανωτέρω έννοια ειδική αμέλεια του εργαζομένου (Α.Π. 227/2001 Α.Π. 1183/1998, Α.Π. 785/1995 και γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται με τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως να μειωθεί εκ νέου τούτο, ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας (βλ. Α.Π. 1438/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 του Α.Κ. "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρο".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο εναγόμενος και ήδη πρώτος εκκαλών άμα δε και εφεσίβλητος Ι. Γ. διατηρούσε ατομική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας πλαστικών και ειδών συσκευασίας, η οποία μέχρι των αρχών του μηνός Οκτωβρίου 2007 είχε την έδρα της εντός της περιφέρειας του ... Αττικής και επί της .... Κατά την διάρκεια της λειτουργίας της επιχειρήσεώς του αυτής, αποφάσισε ούτος (ενάγων) την μεταφορά του τομέως της παραγωγικής της δραστηριότητας σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, κείμενο στη βιομηχανική ζώνη Οινοφύτων Βοιωτίας και εις τη θέση "..." εντός του οποίου, προς τον σκοπό εγκαταστάσεως της, είχαν ανεγερθεί και κατασκευαστεί νέες κτηριακές εγκαταστάσεις κατόπιν της χορηγηθείσης σ’ αυτόν υπ’ αριθμ. ....3.2004. οικοδομικής αδείας του Γραφείου Πολεοδομίας Θηβών. Την σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης και την επίβλεψη κατασκευής του φέροντος Οργανισμού των νέων αυτών κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχειρήσεώς του είχε αναθέσει στον αρχιτέκτονα μηχανικό Χ. Μ., που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, ο οποίος μετά την ολοκλήρωση των προς τούτο αναγκαίων εργασιών, περί το τέλος του μηνός Ιουνίου 2007 παρέδωσε το ανωτέρω έργο στον εναγόμενο, στον οποίο παρέδωσε επίσης και την προς το Γραφείο Πολεοδομίας Θηβών απευθυνόμενη από 20.6.2007 υπεύθυνη δήλωση του και την ταυτόχρονη τεχνική του έκθεση, με τις οποίες εβεβαιούτο ότι κατά την εκτέλεση του έργου αυτού είχαν τηρηθεί απολύτως όλες οι προβλεπόμενες γενικές και ειδικές διατάξεις καθώς και η σχετική αρχιτεκτονική του μελέτη. Με βάση την ως άνω τεχνική έκθεση ο εκκαλών- εναγόμενος με την από 21.6.2007 υπεύθυνη δήλωση και αίτησή του προς το ανωτέρω Πολεοδομικό Γραφείο, στην οποία αναφέρετο ότι είχε λάβει γνώση της ως άνω Τεχνικής Εκθέσεως και ότι ανελάμβανε πλήρως την ευθύνη για οποιαδήποτε εργασία εξετελείτο στο ως άνω κτηριακό συγκρότημα πέραν των αναφερομένων στην τεχνική αυτή έκθεση, επέτυχε να του χορηγηθεί στις 4.9.2007 προσωρινή άδεια ηλεκτροδοτήσεως των ως άνω κτηριακών εγκαταστάσεων της επιχειρήσεώς του. Μετά ταύτα ο εναγόμενος και συγκεκριμένα από 1.10.2007 άρχισε τις αναγκαίες ενέργειες για την ίδρυση ανωνύμου εταιρείας με αντικείμενο και σκοπό τον ίδιο με την ατομική του επιχείρηση και σκοπό επιχειρηματικής δραστηριότητας και προς τούτο από κοινού μετά των Κ. Γ. και Γ. Γ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1.10.2007 συμβολαιογραφικής πράξεως της συμ/φου Αθηνών Δ. Μ., προέβησαν στη σύσταση ανωνύμου εταιρείας και την κατάρτιση του Καταστατικού αυτής με την επωνυμία "...", με σκοπό αυτής εκτός των άλλων την παραγωγή και εμπορία πλαστικών ειδών και ειδών συσκευασίας καθώς και την εμπορία πρώτων υλών αυτής. Σύμφωνα με την εν λόγω ιδρυτική πράξη προς τον σκοπό σχηματισμού του μετοχικού της κεφαλαίου, στην ως άνω συσταθείσα ανώνυμη εταιρεία μεταβιβάστηκαν από τον πρώτο εναγόμενο ως εισφορά του σ’ αυτή όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ως άνω ατομικής του επιχειρήσεως, μεταξύ των οποίων και οι ανεγερθείσες στη θέση "..." της περιοχής Οινοφύτων επί ιδιοκτήτου ακινήτου του υπάρχουσες κτηριακές εγκαταστάσεις, ενώ επιπλέον ορίστηκε σ’ αυτή ότι "Το με οποιαδήποτε σχέση εργασίας απασχολούμενο προσωπικό (εργατοτεχνικό και υπαλληλικό) στη μετασχηματιζόμενη ατομική επιχείρηση του μεταφέρεται χωρίς καμιά διατύπωση στην συσταθείσα από μετασχηματισμό ανώνυμη εταιρεία με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, όλα τα, κατά την εργατική νομοθεσία, δικαιώματα και υποχρεώσεις απασχόλησης, που υπήρχαν στην μετασχηματιζόμενη ατομική επιχείρηση, δεδομένου ότι η παραπάνω προκύπτουσα ανώνυμη εταιρεία είναι αυτοδικαίως ειδική καθολική διάδοχος της μετασχηματιζόμενης ατομικής επιχείρησης". Στις 5.10.2007 καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με αριθμό μητρώου ... η ως άνω συσταθείσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "....", καθώς επίσης και η με αριθμ. ...2007 απόφαση του Νομάρχου Ανατολικής Αττικής, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια συστάσεώς της και εγκρίθηκε το Καταστατικό της, ανακοίνωση δε της ως άνω γενομένης καταχωρήσεως δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμ. 12086/17.10.2007 ΦΕΚ (τευχ. Α.Ε. και ΕΠΕ). Έτσι, με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2α, 7α, 7β παρ. ια, ιβ και 10 του Ν. 2190/1920 γενομένη καταχώρηση στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής της ως άνω συμβολαιογραφικούς καταρτισθείσης ιδρυτικής πράξεώς της καθώς και της σχετικής αποφάσεως του άνω Νομάρχου περί συστάσεώς της και εγκρίσεως του Καταστατικού της, η ως άνω συσταθείσα δευτέρα εκκαλούσα εταιρεία απέκτησε νομική προσωπικότητα ήδη από τις 5.10.2007. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι στα πλαίσια της επικειμένης μετεγκαταστάσεως της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς του στις νέες εγκαταστάσεις της στην περιοχή Οινοφύτων Βοιωτίας, την 1.10.2007 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εκκαλών, ενεργών ως εκπρόσωπος της επιχειρήσεώς του αυτής, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε με τον Αλβανικής υπηκοότητος και γεννηθέντα το έτος 1947 T. M., που ήταν κάτοχος νομίμου αδείας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσέλαβε αυτόν ως ανειδίκευτο εργάτη, προκειμένου να απασχοληθεί με την ως άνω ιδιότητά του στην ως άνω ατομική του επιχείρηση. Μέχρι της ως άνω προσλήψεώς του, ο τελευταίος απησχολείτο ως επί το πλείστον ως κηπουρός, αυτασφαλιζόμενος προς τούτο στο ΙΚΑ και περιστασιακά και μόνο απησχολείτο σε εργασίες ελαιοχρωματισμού, με συνέπεια λόγω της ως άνω μη συστηματικής και μη πολυετούς παροχής υπηρεσιών ελαιοχρωματισμού, να μη έχει αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία και ειδικότερα εργάτου ελαιοχρωματιστή. Στις 5.10.2007 κατόπιν εντολής, που του δόθηκε από τον πρώτο - εναγόμενο ο ανωτέρω T. M. μετέβη μετά των απασχολουμένων επίσης στην επιχείρηση του τελευταίου Ι. Ν. και Κ. Κ. στην βιομηχανική ζώνη της περιοχής Οινοφύτων Βοιωτίας, προκειμένου να απασχοληθούν με την εκτέλεση των εργασιών που θα ανατίθεντο στον καθένα και επρόκειτο να πραγματοποιηθούν εντός του χώρου των κτηριακών εγκαταστάσεων της ως άνω ανεγερθείσης νέας βιομηχανικής μονάδος παραγωγής πλαστικών της επιχειρήσεως του ως άνω εναγομένου. Πράγματι, μετά την άφιξη στις ως άνω εγκαταστάσεις ανετέθη στον ανωτέρω T. M. η εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών συντηρήσεως, καθαρισμού και χρωματισμού των στοιχείων μεταλλικής κατασκευής μηχανήματος "εξ τρούντερ" που ευρίσκετο εντός του εσωτερικού χώρου των άνω εγκαταστάσεων και αποτελείτο από δύο επίπεδα εδράσεως (ορόφους), το πρώτο των οποίων απείχε από του εδάφους απόσταση περίπου 4 μέτρων. Περί ώρα 16η μ.μ. της άνω ημέρας και καθ’ όν χρόνον ο ανωτέρω T. M. ευρίσκετο στο δάπεδο του πρώτου ορόφου (επιπέδου) της άνω μεταλλικής κατασκευής, επί του οποίου υπήρχε εσωτερικό άνοιγμα διαστάσεων 1,80 Χ 1,75 μέτρων, χωρίς να φέρει κάλυμμα επαρκούς αντοχής, ούτε και να υφίσταται εσωτερικό σε κάθε ελεύθερη πλευρά του προστατευτικό προπέτασμα (κιγκλίδωμα), που να αποκλείει την εντός του ανοίγματος πτώση των εργαζομένων, απασχολούμενος ειδικότερα με την συντήρηση των στοιχείων έδρασης εξοπλισμών περιμετρικά του εσωτερικού ανοίγματος του δαπέδου, απώλεσε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα να πέσει από το άνοιγμα της κατασκευής και να τραυματιστεί θανασίμως. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι κατά το χρόνο του ως άνω επισυμβάντος θανασίμου τραυματισμού του ως άνω συζύγου, πατέρα και πάππου των εναγόντων T. M., ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε ως εργοδότης προσλάβει αυτόν την 1.10.2007 με σύμβαση εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί στην ως άνω ατομική του επιχείρηση, είχε προβεί κατά τον προαναφερόμενο τρόπο στη σύσταση της δευτέρας εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, στην οποία, επί τη προοπτική της συστάσεώς της, με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο είχε μεταβιβάσει το σύνολο της περιουσίας της ατομικής του επιχειρήσεως, είχε δε αναλάβει αυτή μεταξύ των άλλων και την υποχρέωση, της χωρίς άλλες διατυπώσεις, μεταφοράς σ’ αυτή (ανώνυμη εταιρεία) όλων των εργαζομένων, που μέχρι τότε απησχολούντο στον πρώτο εναγόμενο- εργοδότη της και μάλιστα υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις απασχολήσεώς τους σ’ αυτόν, όπως επίσης και την εκπλήρωση έναντι αυτών όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απέρρεαν εκ των αυτοδικαίως μεταβιβαζομένων σ’ αυτή συμβάσεών τους εργασίας μετά του πρώτου εναγομένου. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, πρόδηλο καθίσταται ότι από του προαναφερομένου χρόνου συστάσεως της δευτέρας εναγομένης εταιρείας, ήτοι από της 5.10.2007, οπότε, μετά τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, απέκτησε αυτή νομική προσωπικότητα, λύθηκε η μέχρι τότε μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του θανόντος υφισταμένη σύμβαση εργασίας και έπαυσε έκτοτε ο πρώτος να τυγχάνει εργοδότης του τελευταίου και ως εκ τούτου να είναι έναντι αυτού, ατομικώς, ως εργοδότης, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και συνακόλουθα, λόγω του επισυμβάντος θανάτου ταυ, υπόχρεος καταβολής στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης τους, αλλά εργοδότης αυτού από του χρόνου εκείνου και μετά κατέστη αποκλειστικώς η δευτέρα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία. Εκ των άνω παρέπεται ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου ατομικώς, με την ιδιότητά του, ως αποκλειστικού κυρίου της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς του και εργοδότη του θανόντος, τυγχάνει παθητικώς ανομιμοποίητη, εντεύθεν δε απαράδεκτη και απορριπτέα. Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή έναντι του πρώτου εναγομένου, ατομικώς και υπό την ιδιότητά του ως εργοδότη του θανόντος, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της εφέσεως των εναγόντων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι το ως άνω επισυμβάν εργατικό ατύχημα και ο εξ’ αυτού προκληθείς θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου, πατέρα και πάππου των εναγόντων, οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος, με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος του θανόντος εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, κατά την ανάθεση σ’ αυτόν της εκτέλεσης υπ’ αυτού των προαναφερομένων εργασιών, παρέλειψε να λάβει τα για την ασφάλεια και αποτροπή του τυχόν τραυματισμού του επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και προστασίας αυτού. Ειδικότερα, η δευτέρα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που ετύγχανε εργοδότης του θανόντος, αν και ήταν κατά νόμο υπόχρεως, παρέλειψε να λάβει δια των καταστατικών της οργάνων τα αναγκαία προληπτικά (προ της εκτελέσεως των άνω εργασιών) και προστατευτικά (κατά την εκτέλεση των εργασιών) μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα να έχει τοποθετήσει στο άνοιγμα του δαπέδου εργασίας του θανόντος προστατευτικό κάλυμμα επαρκούς αντοχής καθώς επίσης και προστατευτικό προπέτασμα, σε κάθε ελεύθερη πλευρά του δαπέδου, που να αποκλείει την πτώση του εργαζομένου, ενώ επί πλέον παρέλειψε αυτή. να είναι δια του νομίμου εκπροσώπου της ή άλλου εντεταλμένου οργάνου της παρούσα κατά την διάρκεια εκτελέσεως της ανατεθείσης στον θανόντα εργασίας, ώστε να παρέχει σ’ αυτόν τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές, αφ’ ενός για την τοποθέτηση προστατευτικού καλύμματος επαρκούς αντοχής και για τη χρήση υπ’ αυτού των χορηγηθέντων σ’ αυτόν ατομικών μέτρων προστασίας και αφ’ ετέρου προκειμένου να ελέγχει την χρήση υπ’ αυτού των χορηγηθέντων σ’ αυτόν ατομικών μέτρων προστασίας και δη του κράνους και της ζώνης ασφαλείας και τέλος προκειμένου να αποτρέπει τον παθόντα από την εκτέλεση επικίνδυνων εργασιών, ενημερώνοντας αυτόν για τους κινδύνους που εγκυμονεί η παροχή της εργασίας του χωρίς προστατευτικό κάλυμμα επαρκούς αντοχής και προστατευτικό προπέτασμα, αλλά και χωρίς τον αναγκαίο εξοπλισμό ατομικής προστασίας, ώστε να αποτραπεί ο τραυματισμός του, οι παραλείψεις της δε αυτές ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν και προκάλεσαν πράγματι το εργατικό αυτό ατύχημα και τον εξ’ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του. Ούτε εξάλλου, αποδείχτηκε ότι κατά την ώρα του ατυχήματος υπήρξε στο χώρο των εγκαταστάσεων της εναγομένης εταιρείας εντεταλμένος απ’ αυτή τεχνικός ασφαλείας, ότι είχε παράσχει αυτός στον θανόντα σχετικές οδηγίες περί του τρόπου χρήσεως των χορηγηθέντων σ’ αυτόν μέτρων ασφαλείας και μάλιστα ότι επέβλεπε αυτόν κατά τον χρόνο εκτελέσεως της εργασίας του. Τέλος αποδείχτηκε ότι στην πρόκληση του άνω ατυχήματος συνετέλεσα και πταίσμα του νομίμου εκπροσώπου και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, πρώτου εναγομένου, ο οποίος, παρότι υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, είχε δώσει εντολή στον θανόντα να προβεί στην εκτέλεση των άνω εργασιών και υπεχρεούτο ως εκ τούτου να επιβλέπει είτε ο ίδιος, είτε δια του προς τούτο προστηθέντος οργάνου του, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας και την προσήκουσα χρήση των χορηγηθέντων σ’ αυτόν ατομικών μέτρων ασφαλείας, παρέλειψε να το πράξει, όπως επίσης παρέλειψε να παράσχει στον θανόντα τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές για την ασφαλή εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν εργασίας. Επομένως, ο πρωτοδίκως προταθείς και ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεως τους, επαναφερόμενος ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στο άνω ατύχημα για το λόγο ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις εντολές τους και στις οδηγίες του αρμοδίου τεχνικού ασφαλείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, όμως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι για το ως άνω επισυμβάν. εργατικό ατύχημα και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό του ευθύνεται και ο θανών. Και τούτο διότι, ενώ η εναγομένη εταιρεία όπως και ο νόμιμος εκπρόσωπος της είχαν θέσει στη διάθεσή του, όπως και των υπολοίπων απασχολουμένων στον προαναφερόμενο χώρο των κτηριακών εγκαταστάσεών της, κατάλληλο εξοπλισμό για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας τους, που είχαν εναποθέσει στον ως άνω χώρο και συγκεκριμένα σανίδες (μαδέρια), κράνος και ζώνη ασφαλείας, αυτός από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει αυτά και ιδία να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, σε περίπτωση δε άγνοιάς του να χρησιμοποιήσει αυτή, ή οποία οπωσδήποτε ήταν ικανή να εκθέσει αυτόν σε κίνδυνο της ζωής του, να απέχει από την εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν εργασίας, με συνέπεια εκ της παραλείψεώς του αυτής, να τραυματιστεί θανασίμως. Εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων, καθίσταται προφανές ότι για τον ως άνω (τραυματισμό του υφίσταται συντρέχον πταίσμα και του ιδίου του θανόντος πατέρα, συζύγου και πάππου των εναγόντων, συνιστάμενο στην από μέρους του μη χρησιμοποίηση του ως άνω τεθέντος στη διάθεσή του προστατευτικού εξοπλισμού, το δε ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του αυτής, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε ποσοστό 40%. Επομένως, κατά το ποσοστό αυτό παρίσταται εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν η πρωτοδίκως προταθείσα και με το δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεώς της επαναφερόμενη περί συνυπαιτιότητας του θανόντος σχετική ένσταση των εκκαλούντων- εναγομένων. Κατά συνέπεια το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε ότι το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντος στο επισυμβάν ως άνω εργατικό ατύχημα και τον εξ’ αυτού προκληθέντα θάνατο του ανέρχεται σε ποσοστό 25%, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι κατά τούτο εν μέρει βάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων-εναγομένων και ο συναφής προς αυτόν δεύτερος λόγος της εφέσεως τους. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο θανών T. M., που ήταν Αλβανός υπήκοος, διέθετε μέχρι 1.7.2008 άδεια διαμονής, με βάση την οποία παρείχετο σ’ αυτόν δικαίωμα νομίμου παραμονής και εγκύρου παροχής εργασίας στην Ελλάδα. Ο ανωτέρω θανών στις 9.9.1971 είχε τελέσει στην Αλβανία νόμιμο γάμο με την πρώτη των εναγόντων Ε. Μ., ο οποίος μέχρι την ημέρα του θανάτου του (5.10.2007) δεν είχε λυθεί αλλά εξακολουθούσε να υφίσταται. Εκ του ως άνω μετά της πρώτης των εναγόντων υφισταμένου γάμου του ο θανών είχε αποκτήσει πέντε (5) τέκνα και δη: α) τον Ε. Μ., γεννηθέντα στην Αλβανία στις 23.7.1985, β) τον Έ. Μ., γεννηθέντα ομοίως στην Αλβανία στις 29.9.1986 (τρίτο ενάγοντα), γ) τον Ν. Μ., γεννηθέντα στην Αλβανία στις 29.1.1972, δ) τον Α. Μ., γεννηθέντα στήν Αλβανία στις 26.1.1975 και ε) την Σ. Μ., γεννηθείσα στην Αλβανία στις 12.6,1979. Εκ τούτων η τελευταία είχε τελέσει νόμιμο γάμο στη Λεμεσό Κύπρου την 1.2.2006 με τον Κυπριακής υπηκοότητας Ά. Χ., εκ του οποίου είχε αποκτήσει την 20.6.2007 μία θυγατέρα, την Μ.-Ε. Χ., γεννηθείσα στην Αμμόχωστο, εγγονή του θανόντος. Οι πρώτοι έξι των εναγόντων, ήτοι η σύζυγος και τα τέκνα του θανόντος, τυγχάνουν μέλη της οικογένειας αυτού και δη τόσο κατά την έχουσα κατά τα προεκτεθέντα εν προκειμένω εφαρμογή in lex causae διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., όσο και κατά τις διατάξεις του άρθρου 361 του Αλβανικού Αστικού Κώδικα και 3 του ν. 9669/18.12.2006 "μέτρα κατά της βίας στις οικογενειακές υποθέσεις" που ορίζουν ότι μέλη της οικογενείας είναι: α) οι σύζυγοι ή σύντροφοι, οι οποίοι συζούν και β) αδελφοί, αδελφές, συγγενείς σε ευθεία γραμμή συμπεριλαμβανομένων των θετών γονέων και θετών τέκνων. Επίσης, και η υπό της έκτης και εβδόμου των εναγόντων, εκπροσωπούμενη Μ.-Ε. Χ., εγγονή του θανόντος ανήκει στον κύκλο των εγγυτέρων συγγενών αυτού, τόσο κατά τη διάταξη του προαναφερομένου και εφαρμοστέου εν προκειμένω άρθρου 932 του Α.Κ., όσο και κατά τη διάταξη των άρθρων 44 και επ. του κεφαλαίου 195 του Κυπριακού Νόμου περί διαθηκών και διαδοχής και σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Κυπριακού Νόμου 226/1990 "Περί σχέσεων γονέων και τέκνων". Ο ως άνω αποβιώσας διέμενε στην Ελλάδα από του έτους 1995 σε μίσθια οικία στην περιοχή της ... με τη σύζυγο του και τα τέκνα του Ε., Έ., Α. και Σ. (δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτη των εναγόντων) ενώ, ο τέταρτος Ν. Μ. διέμενε στην Ιταλία. Ο θανών κατά τον θάνατό του ήτο ηλικίας 60 ετών, ψυχικά και σωματικά υγιής, χωρίς άλλα προβλήματα, εργατικός και δραστήριος και υπεραγαπούσε τα μέλη της οικογενείας του και κατέβαλε ιδιαίτερη φροντίδα για τη συντήρηση και την πρόοδο τους, μεταξύ τους δε υπήρχαν ιδιαίτεροι δεσμοί συγγενείας, αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού.’ Η γέννηση της εγγονής του κατέστησε αυτόν ιδιαίτερα χαρούμενο και ευτυχή, ενώ δεν έπαυε να ενδιαφέρεται για τα τέκνα του που ζούσαν και εργάζονταν στην Ελλάδα. Ο αιφνίδιος θάνατός του και η απώλεια του, βύθισαν τη σύζυγο του και τα τέκνα του σε βαθύ πένθος και προκάλεσαν σ’ αυτούς ιδιαίτερη θλίψη, πόνο και ψυχική οδύνη με συνέπεια, προς ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση να δικαιούνται αυτοί χρηματικής ικανοποιήσεως. Αντίθετα όμως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι ανάλογη θλίψη και ψυχικό πόνο δοκίμασε η νομίμως εκπροσωπούμενη υπό των γονέων της εγγονή του θανόντος Μ. - Ε. Χ.. Και τούτο διότι αποδείχτηκε ότι η τελευταία γεννηθείσα στις 20.6.2007, κατά την ημέρα του θανάτου του παππού της, ήτοι στις 5.10.2007 ήτο ηλικίας μόλις 3,5 μηνών, λόγω δε της τοιαύτης αισθηματικής της ανωριμότητας, αλλά και της ατελούς αναπτύξεώς της, δεν είχε καταστεί δυνατό μέχρι τότε να αναπτυχθούν σ’ αυτήν ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης και συγγενείας προς τον θανόντα παππού της, με συνέπεια εκ της απωλείας αυτού, να μη δοκιμάσει ιδιαίτερο ψυχικό πόνο και εντεύθεν να μη δικαιούται λόγω του θανάτου του χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Παρέπεται εκ των άνω ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή της άνω ανήλικης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της εφέσεως των εναγόντων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και λαμβανομένου υπόψη του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης εργοδότιδος εταιρείας, αλλά και τού νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστού αυτής, πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του θανάτου του συζύγου και πατέρα των εναγόντων, των συνθηκών επελεύσεως αυτού, το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος και τέλος της κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση η οποία πρέπει να αναγνωριστεί ότι δικαιούνται οι ενάγοντες, λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του ως άνω προσφιλούς συζύγου και πατέρα των και δη για ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους, ανέρχεται: 1) για την πρώτη των εναγόντων σύζυγό του στο ποσό των 35.000 Ευρώ και 2) για κάθε ένα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων στο ποσό των 25.000 Ευρώ, μετ’ αφαίρεση ποσού 40 Ευρώ από τον καθένα εξ’ αυτών κατά το οποίο έχουν δηλώσει οι τρεις πρώτοι τούτων ότι θα παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του αρμοδίου Ποινικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εναντίον του πρώτου εναγομένου απαγγελθείσης κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια και γ) για τους τέταρτο, πέμπτο και έκτη των εναγόντων στο ποσό των 15.000 Ευρώ για τον καθένα. Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του ανεγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν εκ της απωλείας του συζύγου και πατέρα των τα αναφερόμενα σ’ αυτή χρηματικά ποσά και δη στην πρώτη τούτων το ποσό των 40.000 Ευρώ, στους δεύτερο και τρίτο το ποσό των 30.000 Ευρώ στον καθένα και στους τέταρτο, πέμπτο και έκτη των εναγόντων το ποσό των 20.000 Ευρώ στον καθένα έσφαλε κατά την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και είναι βάσιμος κατά τούτο ο σχετικός τρίτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων. Δεδομένου εξάλλου ότι από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε επίσης ότι για την πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήματος και τον εξ’ αυτού επισυμβάντα θάνατο του συζύγου και πατέρα των εναγόντων, υπαίτιος τυγχάνει και ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, εργοδότιδος εταιρείας παρέλειψε, καίτοι είχε ως εκ της άνω ιδιότητάς του κατά νόμο υποχρέωση να λάβει τα προς αποτροπή του ατυχήματος αναγκαία και ως άνω αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, πρόδηλο καθίσταται ότι υφίσταται κατά νόμο (αρθρ. 71 περ. β’ Α.Κ.) ευθύνη αυτού και μάλιστα εις ολόκληρο μετά της εκπροσωπούμενης υπ’ αυτού εναγομένης εταιρείας για καταβολή στους ενάγοντες της άνω χρηματικής ικανοποιήσεως, την οποία δικαιούνται λόγω της ψυχικής οδύνης εκ του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους και πρέπει ως εκ τούτου να αναγνωριστεί η εκ της αιτίας αυτής έναντι των εναγόντων σχετική υποχρέωσή του".
Με τις προεκτεθείσες κρίσεις του το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει και ο πρώτος των εναγομένων με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και τρίτος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ’ όψιν του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπ’ όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένσταση ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένης αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενοι ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου εξ’ αυτών (Ι. Γ.) δέχθηκε ανύπαρκτη αγωγική βάση για προσωπικό πταίσμα αυτού (πρώτου των αναιρεσειόντων) ήδη δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα, παρόλο που οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την αγωγή τους κατ’ αυτού αποδίδοντάς του ευθύνη αποκλειστικά και μόνο ως εκ της ιδιότητός του ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) εταιρείας και αυτής του Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους στρέφονται κατά του πρώτου των εναγομένων (Ι. Γ.) ισχυριζόμενοι ότι ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα τόσον ατομικά ως εργοδότης, διατηρών την ατομική επιχείρηση που προσέλαβε και απασχόλησε, τον θανόντα εργαζόμενο, όσο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας, ακολούθως δε στην σελίδα 16 της αγωγής και στο υπό στοιχ. 5.5 κεφάλαιο αυτής ισχυρίζονται ότι " ... ο πρώτος εναγόμενος, αλλά και η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία που εν τω μεταξύ συστάθηκε, ως εργοδότες, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα προς αποφυγή πτώσης του εργάτη στο έδαφος και προς αποφυγή τραυματισμού του" εκθέτοντας εν συνεχεία αναλυτικά τα κατά τα άνω απαιτούμενα μέτρα. Η προσβαλλόμενη απόφαση αφού απέρριψε την αγωγή ως παθητικώς ανομιμοποίητη κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του πρώτου εναγομένου Ι. Γ. ατομικώς με την ιδιότητά του ως αποκλειστικού κυρίου της ως άνω ατομικής επιχειρήσεώς του και εργοδότη του θανόντος, ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως προς τον εναγόμενο αυτό με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος του θανόντος δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αυτού υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του την οποία αμελή συμπεριφορά συγκεκριμενοποιεί αναλυτικά με συνέπεια να υφίσταται κατά νόμο (άρθρ. 71 περ. β’ ΑΚ) ευθύνη αυτού και μάλιστα εις ολόκληρο μετά της εκπροσωπούμενης από αυτόν εναγομένης εταιρείας για καταβολή στους ενάγοντες της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης επί αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ιδρύεται μόνον επί αναρμοδιότητος του Εφετείου, όχι δε και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητος του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ολ ΑΠ 5/2003, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 704/2009, ΑΠ 138/2008).
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν παρέπεμψε την ένδικη αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων (Ι. Γ.) στο καθ’ ύλην αρμόδιο, όπως υποστηρίζουν, λόγω του ύψους του αιτουμένου ποσού Πολυμελές Πρωτοδικείο. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το Εφετείο επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται κατ’ άρθρο 19 στην καθ’ ύλη αρμοδιότητά του εν όψει και του χρόνου άσκησης των ενδίκων αντιθέτων εφέσεων ήτοι η 18-11-2010 για την υπ’ αριθ. 9882/2010 και η 22-12-2010 για την υπ’ αριθ. 10520/2010, κρίνει όπως εν προκειμένω ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ακολούθως, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση, από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής- διατάξεως. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός που τον αποδεικνύει να είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου και να είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Επί παραπόνου δε για κήρυξη απαραδέκτου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός είχε προβληθεί νομίμως πρωτοδίκως ή ότι συντρέχει περίπτωση του άρθρου 527 ΚΠολΔ {ΑΠ 243/2015, ΑΠ 602/2010). Κατά το άρθρο δε 527 παρ. 1 περ. 3 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Η εκδίκαση της διαφοράς κατά την προσήκουσα διαδικασία δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και συνεπώς από μόνη της δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ολ. ΑΠ 402/1981, ΑΠ 1397/1991).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, ισχυρισμό ο οποίος προεβλήθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, η αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων έπρεπε να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατ’ αυτή των εργατικών διαφορών. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.5.2014 αίτηση των 1)Ι. Γ. και 2)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6434/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων "1.800" ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου