
Νομολογία ΑΠ 1306/2017 - Πλαστό πρακτικό διοικητικού συμβουλίου σωματείου
Έτος: 2017
Νούμερο: 1306
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Έτος: 2017
Νούμερο: 1306
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Mαΐου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ...., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 29830,32351/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2017 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, και το σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν τελείται από τον αυτουργό της πλαστογραφίας, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επαυξάνεται το ελάχιστο όριο αυτής, μη υποκειμένη σε αυτοτελή κύρωση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ’ του ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από το καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 29830,32351/2016 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλων των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά και η απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Θ. Α. του Μ., στο ..., στις 19.5.2009 και στις 21.5.2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου. Πιο συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος: Α) Στις 19.5.2009 κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό πρακτικό έκτακτου διοικητικού συμβουλίου του αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "...", με αναγραφόμενο θέμα τη ματαίωση των εκλογών του σωματείου και τις εκλογές της .... (Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών), το οποίο (έκτακτο δ.σ.), ωστόσο, δεν συνήλθε ποτέ. Με το πρακτικό αυτό, που περιλήφθηκε στο βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου, εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος, "μετά από διαπίστωση της απαρτίας", να λαμβάνει τον λόγο και να ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με α) λευκή εξουσιοδότηση που, ως Πρόεδρος του σωματείου, είχε δώσει στις 9.5.2009 στον Πρόεδρο της .... Π. Δ., για τις εκλογές της .... της 1.6.2009, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ, εν μέρει σε μετρητά (2.000 ευρώ) και εν μέρει με τραπεζική επιταγή (ποσού 4.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 31.5.2009) και β) δόλια υφαρπαγή στις 13.5.2009 του βιβλίου μελών του σωματείου από τον Πρόεδρο της .... με συνέπεια την αδυναμία διεξαγωγής των εκλογών του σωματείου για την ανάδειξη νέας διοίκησης (που είχαν προκηρυχθεί για 15.5.2009), ενώ στη συνέχεια εμφανιζόταν στο ίδιο πρακτικό το διοικητικό συμβούλιο, "μετά την τοποθέτηση του προέδρου και αφού πήραν τον λόγο τα παρόντα μέλη και έγινε ενδελεχής συζήτηση και αφού ελήφθη υπόψη και η εισήγηση του νομικού συμβούλου του δ.σ.", να αποφασίζει α) να προσδιορίσει νέα γενική συνέλευση στις 30.6.2009, β) να επιστραφεί χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ στον Πρόεδρο της .... "αφού αποδείχθηκε ότι τα χρήματα δεν δόθηκαν για οικονομική ενίσχυση αλλά επρόκειτο περί αθέμιτης παροχής με σκοπό την εξαγορά της ψήφου" του σωματείου γ) να καλυφθεί με αναλογική συνεισφορά όλων των μελών του σωματείου οφειλή του προς τον ... (στον οποίο είχε παραδοθεί η προαναφερόμενη επιταγή), δ) να ανακληθεί το λευκό πληρεξούσιο που είχε δοθεί στον Πρόεδρο της ...., ε) να κοινοποιηθεί εξώδικο στην .... και στον Πρόεδρό της και στ) να καταγγελθεί το γεγονός σε όλες τις αρμόδιες Αρχές. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έθεσε στο πρακτικό τα ονόματα των μελών του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου που δήθεν είχαν παρασταθεί κατά την υποτιθέμενη συνεδρίασή του (ήτοι των Α. Κ., Η. Α., Γ. Κ., Α. Κ. και Μ. Χ.), καθώς και την υπογραφή του Γ. Κ., γενικού γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου κατ’ απομίμηση ιδιοχείρως, χωρίς δικαίωμα, εντολή ή έγκριση εκείνου. Β) Στις 21.5.2009 κατήρτισε εξ υπ’ αρχής πλαστή εξώδικη δήλωση -πρόσκληση - διαμαρτυρία του σωματείου προς τον Π. Δ. και προς την ...., στην οποία ενσωμάτωσε το πλήρες κείμενο του προαναφερόμενου πλαστού πρακτικού και ανέγραψε ότι α) διαμαρτύρεται "για την παράνομη, αντιαθλτική, αντιδεοντολογική και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά" β) τους προσκαλεί να παραλάβουν το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ και γ) δηλώνει "ότι η παράνομη, αντιαθλητική, αντιδεοντολογική και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά σας θα καταγγελθεί στις αρμόδιες αθλητικές και Αρχές, καθώς επίσης και στην Επιτροπή ...", θέτοντας ομοίως την υπογραφή του Γ. Κ., γενικού γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου, κατ’ απομίμηση ιδιοχείρως, χωρίς δικαίωμα, εντολή ή έγκριση εκείνου. Στη συνέχεια, κοινοποίησε την πλαστή εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία στον Π. Δ. και στην ...., δυνάμει των υπ’ αριθ. ...21.5.2009 και ...21.5.2009 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Κ., με βάση δε το παραπάνω εξώδικο και πρακτικό, σημειώνεται ότι εκπρόσωποι του υποψήφιου συνδυασμού για τις εκλογές της .... του Ιουνίου 2009 "...", αντιπάλου του συνδυασμού του τότε Προέδρου της .... Π. Δ. προέβησαν σε καταγγελία σε βάρος του ενώπιον των δικαστικών Αρχών, ενώ ο τελευταίος υπέβαλε με τη σειρά του σε βάρος εκείνων και του κατηγορουμένου μήνυση. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έκανε περαιτέρω χρήση των παραπάνω πλαστών εγγράφων (που είχαν προσκομισθεί από τον μηνυτή του εν αγνοία της πλαστότητάς τους), επικαλούμενος αυτά στις 30.9.2010 ενώπιον του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου δικαζόταν, μετά από τη μήνυση του Π. Δ., μαζί με τους ..., Ν. Μ., Β. Α., Α. Λ., Ν. Κ. και Β. Μ., εκπροσώπους του συνδυασμού "...", για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση των υπολοίπων τότε κατηγορουμένων. Το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 72288/2010 απόφαση του, αθώωσε όλους τους (εκεί) κατηγορουμένους (όχι λόγω έλλειψης δόλου αλλά) κάνοντας δεκτό ότι όσα ισχυρίσθηκε ο (εδώ) κατηγορούμενος για τον μηνυτή του στο παραπάνω εξώδικο, όπως και όλοι οι λοιποί κατηγορούμενοι στην καταγγελία τους, ήταν αληθή. Ο κατηγορούμενος προέβη στις προαναφερόμενες πράξεις του έχοντας ως σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εγγράφων (μεταξύ άλλων) τις αρμόδιες Αρχές - και τη Δικαστική ως άνω - σχετικά με τη δήθεν γνώση και έγκριση όλων όσων φερόταν να έχουν ειπωθεί και αποφασισθεί στην υποτιθέμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου και έτσι να καταφέρει (εμφανίζοντας τον εαυτό του ως αμέτοχο δολίων ενεργειών), να απαλλαγεί από ποινικές ευθύνες του, όπως και πέτυχε στην προαναφερόμενη περίπτωση. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είχε τη σιωπηρή συναίνεση του γενικού γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου Γ. Κ. - ο οποίος τυγχάνει και αδελφός της συζύγου του - να θέσει την υπογραφή του στα παραπάνω δύο έγγραφα και ότι σε κάθε περίπτωση ο ίδιος είχε την εδραία πεποίθηση όταν υπέγραφε ότι είχε τη συναίνεση του κουνιάδου του, αποδεικνύεται αβάσιμος, μόνο δε το επικαλούμενο γεγονός ότι επί σειρά ετών έθετε ο κατηγορούμενος την υπογραφή του κουνιάδου του, για λογαριασμό του και τελώντας τούτο σε γνώση εκείνου, σε κάθε έγγραφο που ήταν αναγκαίο για τη λειτουργία του σωματείου, δεν συνιστά (σιωπηρή) παροχή συναίνεσής του για τη θέση της υπογραφής του και στα παραπάνω δύο έγγραφα (πρακτικό / εξώδικο), ούτε μπορούσε καλόπιστα να εκληφθεί από τον κατηγορούμενο ως τέτοια, αφού πρόκειται για κείμενα τα οποία ουδόλως αφορούν στη λειτουργία του σωματείου αλλά σε καταγγελίες σε βάρος αθλητικών παραγόντων για επιλήψιμη ή και ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά, το δε επικαλούμενο, υπέρ της βασιμότητας του παραπάνω ισχυρισμού του, επιχείρημα, ότι δεν ήταν αναγκαία η υπογραφή του γενικού γραμματέα στα δύο αυτά έγγραφα, καταρρίπτεται από το ίδιο το καταστατικό του σωματείου [το οποίο στο άρθρο 17 αυτού ορίζει, ότι "Ο Γενικός Γραμματέας τηρεί τα πρακτικά συνεδριάσεων, ... είναι υπεύθυνος για την τήρηση, ... των βιβλίων του συλλόγου. Προσυπογράφει τα έγγραφα του συλλόγου με τον Πρόεδρο. ..."]." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο (κατά πλειοψηφία ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης) για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα επί μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο (κατά πλειοψηφία ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της χρήσης) του ότι: Στο ... στις 19.05.2009 και στις 21.05.2099, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν συνεχεία δε έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα: α) στις 19.05.2009 κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό πρακτικό έκτακτου ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ του αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "..." με δήθεν θέμα τη ματαίωση των εκλογών, και τις εκλογές της ..., το οποίο ωστόσο έκτακτο Δ.Σ. δεν συνήλθε πότε, το περιεχόμενο του οποίου (πρακτικό) αναφερόταν στη λευκή εξουσιοδότηση, που είχε δώσει στο ..., στις 09.05.2009, ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον Πρόεδρο της "... Αθηνών" (...) Π. Δ., με αντάλλαγμα χρηματικό ποσό "2.000" ευρώ μετρητά και μια επιταγή της ….Τράπεζας, ποσού "4.000" ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 31.05.2009, στο βιβλίο μελών και δόλια του υφάρπαξε, στις 13.05.2009, με συνέπεια την αδυναμία διεξαγωγής των εκλογών του σωματείου, αλλά και στις αποφάσεις δήθεν του ΔΣ να προσδιορίσει νέα Γ.Σ την 30.06.2009, να επιστραφεί το ποσό των "6.000" ευρώ στον πρόεδρο του ..., διότι αποδείχτηκε ότι επρόκειτο περί αθέμιτης παροχής, με σκοπό την εξαγορά της ψήφου του, να ανακληθεί το λευκό πληρεξούσιο που χορηγήθηκε στον τελευταίο, να κοινοποιηθεί εξώδικο στην ..., και στον πρόεδρο της, και να καλυφθεί με αναλογική συνεισφορά όλων των μελών η οφειλή του στον Δ. Κ. (α’ κατηγορούμενος), έθεσε δε τα ονόματα των μελών του Δ.Σ. που δήθεν παραστάθηκαν ήτοι των: Α. Κ., Η. Α., Γ. Κ., Α. Κ. και Μ. Χ., καθώς και κατ’ απομίμηση ιδιοχείρως χωρίς δικαίωμα στην εντολή ή έγκριση του Γ. Κ., την υπογραφή του ως γενικού γραμματέα, του Δ.Σ. του σωματείου περαιτέρω αυτό περιελήφθη στο βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ. του αθλητικού σωματείου. β) στις 21.05.2009 κατάρτισε εξ υπαρχής, την πλαστή εξώδικο δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία του σωματείου προς τον Π. Δ. του Α., προέδρου της την ..., απευθυνόμενη ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου, στην οποία ενσωμάτωσε το πλήρες κείμενο του από 19.05.2009 πλαστού πρακτικού του Δ.Σ. διαμαρτυρόμενος δήθεν για την παράνομη, αντιαθλητική, και αντιδεοντολογική συμπεριφορά δηλώνοντας ότι αυτή ούσα ποινικά κολάσιμη θα καταγγελθεί στις αρμόδιες αθλητικές και δικαστικές αρχές, καθώς και στην Επιτροπή Φιλάθλου, πνεύματος και προσκαλώντας τους να παραλάβουν το χρηματικό ποσό των "6.000" ευρώ, έθεσε δε στην θέση της υπογραφής του Γενικού Γραμματέα Γ. Κ., ομοίως, χωρίς δικαίωμα, την εντολή ή την έγκρισή του κατ’ απομίμηση, ιδιοχείρως την υπογραφή του, ενώ περαιτέρω κοινοποίησε την εξώδικο διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση στον Π. Δ., δυνάμει των υπ’ αριθμό ... από 21.05.2009 εκθέσεων επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Κ.. Εν συνεχεία, δε, ο δεύτερος κατηγορούμενος έκανε περαιτέρω χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, επικαλούμενος αυτά ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 30ης.9.2010, όπου είχε παραπεμφθεί για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου, και μη από κοινού και κατά μονάς, ψευδή καταμήνυση από κοινού και ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμιση, δια του τύπου και μη και σε ψευδή καταμήνυση. Ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβη στις πράξεις του αυτές με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές - και την δικαστική ως άνω - σχετικά με το τί είχε πραγματικά συμβεί, την γνώση δήθεν και έγκριση του Δ.Σ. του αθλητικού σωματείου των αποφάσεων για αποστολή εξώδικου διαμαρτυρίας - δήλωσης - πρόσκλησης και την τακτοποίηση του ζητήματος ώστε να αποτινάξει κάθε ποινική ευθύνη και να απαλλαγεί, γεγονός που πέτυχε." Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας, με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης, κατ’ εξακολούθηση, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Επίσης, εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ’ είδος (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία κατηγορουμένου) και ότι λήφθηκαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ’ , 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Αιτιολογείται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έδρασε κατά την τέλεση της πιο πάνω πράξεως με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της αποφάσεως. Διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται επακριβώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα πλαστά έγγραφα που κατήρτισε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δηλαδή το με ημερομηνία 19.5.2009 πρακτικό έκτακτου διοικητικού συμβουλίου του αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "...", καθώς και η από 21.5.2009 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία του εν λόγω σωματείου προς τον Π. Δ. και προς την ...., των οποίων έκανε χρήση, επικαλούμενος αυτά στις 30.9.2010 ενώπιον του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου δικαζόταν, μετά από τη μήνυση του Π. Δ., μαζί με τους ..., Ν. Μ., Β. Α., Α. Λ., Ν. Κ. και Β. Μ., εκπροσώπους του συνδυασμού "...", για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση των υπολοίπων τότε κατηγορουμένων, με σκοπό να παραπλανήσει την δικαστική ως άνω αρχή σχετικά με τη δήθεν γνώση και έγκριση όλων όσων φερόταν να έχουν ειπωθεί και αποφασισθεί στην υποτιθέμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου και έτσι να καταφέρει (εμφανίζοντας τον εαυτό του ως αμέτοχο δολίων ενεργειών), να απαλλαγεί από ποινικές ευθύνες του, όπως και πέτυχε στην προαναφερόμενη περίπτωση. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, αυτές υποκρύπτουν αμφισβήτηση της ορθότητας της αξιολόγησης των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, και ως προς την αιτιολόγηση του δόλου δεν υφίσταται ανεπάρκεια αιτιολογίας, αφού ευκρινώς σημειώνεται στις παραδοχές του σκεπτικού ότι (αυτολεξεί) "ο κατηγορούμενος προέβη στις προαναφερόμενες πράξεις του έχοντας ως σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εγγράφων (μεταξύ άλλων) τις αρμόδιες Αρχές - και τη Δικαστική ως άνω - σχετικά με τη δήθεν γνώση και έγκριση όλων όσων φερόταν να έχουν ειπωθεί και αποφασισθεί στην υποτιθέμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου...". Δηλαδή, σκοπός του κατηγορουμένου δεν ήταν (μόνη) η απαλλαγή του σε ποινική δίκη μη αρξαμένη, όπως ισχυρίζεται, αποσπώντας την επόμενη φράση του κειμένου του σκεπτικού ο αναιρεσείων, συνεπώς ουδεμία αντίφαση ή έλλειψη έχει εμφιλοχωρήσει αναφορικά με την αιτιολόγηση του υπερχειλούς δόλου. Τέλος, η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ερευνηθείσα ήδη στο πλαίσιο της έλλειψης αιτιολογίας δεν ευσταθεί γιατί δεν έχει εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό αιτιολογίας. Περαιτέρω, ούτε εσφαλμένα ερμηνεύθηκε το άρθρο 216 παρ.1 ΠΚ, το οποίο ορθά εφαρμόστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διότι, στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο κατηγορούμενος δεν κατάρτισε ως μόνος εκδότης γνήσια έγγραφα με ψευδές περιεχόμενο που φέρουν μόνο τη δική του υπογραφή, αλλά κατάρτισε τα δύο επίμαχα έγγραφα, στα οποία έθεσε (πλην της δικής του) και την υπογραφή του Γ. Κ., χωρίς τη συναίνεσή του, τον οποίον έφερε ως δήθεν συμπράξαντα. Εν όψει των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως. Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του".
Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροαματική διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικώς, τους εξής, επί λέξει, αυτοτελείς ισχυρισμούς - αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων:
"Στην περίπτωσή μου πρέπει να μου αναγνωριστούν οι ακόλουθες ελαφρυντικές περιστάσεις: 1. Του 84 παρ.2 περ. α’ Κ.Ποιν.Δ. αφού έως την πράξη μου διήγαγα άψογο ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο, αφού είμαι έγγαμος, εργαζόμενος ενώ κατά το παρελθόν υπήρξα αθλητής. Από το 2005 ήμουν πρόεδρος του ερασιτεχνικού ποδοσφαιρικού σωματείου "..." και προήγαγα τον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Χρηματοδοτούσα αποκλειστικά (πλην χορηγών που ο ίδιος ανεύρισκα) την ομάδα σε όλα τα τμήματά της (παιδικό-εφηβικό-ανδρικό) με αποτέλεσμα δεκάδες παιδιά να βρίσκουν διέξοδο στον αθλητισμό και στην υγιή άμιλλα, χωρίς ουδέποτε να αποκομίσω κανένα προσωπικό όφελος.2. Του 84 παρ.2 περ. ε’ Κ.Ποιν.Δ. αφού κι μετά την πράξη μου, όχι μόνο συνέχισα την ανωτέρω άριστη συμπεριφορά μου (που δεν επαναλαμβάνω για αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων) αλλά την επέτεινα, αφού επέδειξα ακόμη πιο έντονη φιλανθρωπική δραστηριότητα, διοργανώνοντας, με μεγάλη επιτυχία, ποδοσφαιρικούς αγώνες (ποδοσφαιρικά τουρνουά) που τα έσοδά τους πήγαιναν στην οργάνωση "..." και προς ενίσχυση του "..." του ΔΗΜΟΥ ...." Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατά πλειοψηφία τους ανωτέρω περί ελαφρυντικών αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Το αίτημα να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, διότι για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, ούτε η εκ μέρους του, μέχρι τότε που τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, συνηθισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για τη κοινωνία δράση και συμπεριφορά, περιστατικά δε που θεμελιώνουν τέτοιου είδους συμπεριφορά δεν προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 1813/2011, ΑΠ 1189/2010, ΑΠ 842/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ), ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το αθλητικό σωματείο "..." λειτουργούσε με αποκλειστικά δική του χρηματοδότηση, παρέχοντας έτσι ο ίδιος σε δεκάδες παιδιά τη δυνατότητα να αθλούνται, δεν αποδείχθηκε, αντιθέτως προέκυψε ότι το σωματείο είχε χορηγούς, λάμβανε επιχορηγήσεις και χρηματοδοτούνταν και από άλλα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ Π Κ, για την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης πρέπει η συμπεριφορά του καταδικασθέντος να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και όχι φόβου ή καταναγκασμού, διότι τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία, ως προς την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιάθεσή του (ΑΠ 405/2007 ΝοΒ 2007, 1664, ΑΠ 1519/2005 ΠοινΔνη 2006, 349), δηλαδή απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη, της καλής συμπεριφοράς μη νοούμενης ως παθητικά καλής διαγωγής ή ως μη εκδήλωση κακής συμπεριφοράς ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνουσας και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία καταδεικνύει βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 612/2012, ΑΠ 1951/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ), στην προκείμενη δε περίπτωση δεν αποδείχτηκαν τα παραπάνω στοιχεία που εμπεριέχει η διάταξη της ελαφρυντικής αυτής περίπτωσης του ανωτέρω άρθρου, η δε περιστασιακή διοργάνωση κάποιων ποδοσφαιρικών τουρνουά (το έτος 2011 το ένα και το έτος 2015 το άλλο) από τον κατηγορούμενο, ως Πρόεδρο του αθλητικού σωματείου, για να συγκεντρωθούν τρόφιμα ή χρήματα για κοινωνικούς φορείς, με παράλληλη προβολή των ενεργειών αυτών από τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, αποτελούν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου ενέργειες που αποσκοπούσαν πρωτίστως σε διαφήμιση του αθλητικού σωματείου και δεν συνιστούν απόδειξη βελτιωμένης και δη επί μακρόν μετά την πράξη συμπεριφοράς του κατηγορουμένου." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 Σ. και 139 Κ.Ποιν.Δ.) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα ότι ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του περί της θετικής για τη κοινωνία δράσης του και συμπεριφοράς, αφού το εν λόγω σωματείο για το οποίο ισχυρίσθηκε ότι λειτουργούσε με αποκλειστικά δική του χρηματοδότηση, αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι είχε χορηγούς, λάμβανε επιχορηγήσεις και χρηματοδοτούνταν από άλλα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου. Υπό αυτές τις παραδοχές, ορθά και αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, αξιολογείται με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου και πρέπει να καλύπτει, με τρόπο θετικό και σε βαθμό που να καθιστά μη αναμενόμενη την παραβατική εκτροπή, όλες τις βιοτικές εκφάνσεις του προσώπου, δηλαδή και ως προς την κοινωνική παρουσία και συμπεριφορά του. Αλλά και για τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση πλήρη αιτιολογία, στοιχιζόμενη με τις κρατούσες νομολογιακές παραδοχές, αφού δέχτηκε ανέλεγκτα ότι δεν αποδείχτηκαν τα παραπάνω στοιχεία που εμπεριέχει η διάταξη της ελαφρυντικής αυτής περίπτωσης, καθότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέστηκε, και ειδικότερα η περιστασιακή διοργάνωση κάποιων ποδοσφαιρικών τουρνουά (το έτος 2011 το ένα και το έτος 2015 το άλλο) αποσκοπούσαν πρωτίστως σε διαφήμιση του αθλητικού σωματείου και δεν συνιστούν απόδειξη βελτιωμένης και δη επί μακρόν μετά την πράξη συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του Π.Κ. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2017 αίτηση του Θ. Α. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 29830, 32351/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2017.
Η Αντιπρόεδρος Ο Γραμματέας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου