Νομολογία ΑΠ 1745/2017 - Καταδίκη μαθηματικού μέσης εκπαίδευσης για παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων - Παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της κατοικίας του, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του Νόμου 1566/1985.

Νομολογία ΑΠ 1745/2017 - Καταδίκη μαθηματικού μέσης εκπαίδευσης για παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων
Έτος: 2017
Νούμερο: 1745
Παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της κατοικίας του, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του Νόμου 1566/1985....


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 82/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11-5-2017 και με αριθμό πρωτ. .../11-5-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από 11-5-2017 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../11-5-2017 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Χ. Ζ. του Β. και της Β., κατοίκου ...) για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 82/2017 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 9 εδ. α και 14 παρ. 20 του Νόμου 1566/1985, αναφορικά με την παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων από δασκάλους, προκύπτει ότι η παράβαση της διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου επισύρει ποινή φυλακίσεως έως τριών (3) ετών. Οι διατάξεις των παρ. 8 και 9 του άρθρου 13 που αφορούν την υποχρέωση παραμονής των εκπαιδευτικών στα σχολεία, καθώς και την απαγόρευση παραδόσεως ιδιαιτέρων μαθημάτων και τις κυρώσεις για την παράβασή τους αντίστοιχα, εφαρμόζονται και για τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ.: "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή που θεσπίσθηκε με σκοπό την ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι προκειμένου περί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, το οποίο αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, το αρμόδιο δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αντί να καταγνώσει περισσότερες της μιας και αντίστοιχες των επιμέρους πράξεων ποινές, να επιβάλει μία και μόνον ποινή εντός του πλαισίου της οριζόμενης από την οικεία διάταξη ποινής σύμφωνα με το υιοθετούμενο από τον Ποινικό Κώδικα και δυνητικά εφαρμοζόμενο σύστημα της ενιαίας ποινής (Α.Π. 657/2017, Α.Π. 28/2017, Α.Π. 1667/2016, Α.Π. 388/2016, Α.Π. 291/2016). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 385/2017, Α.Π. 434/2015). Ειδικά, ως προς το δόλο που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στην θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (Α.Π. 1648/2016, Α.Π. 854/2015). Η επιβαλλόμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπερασπίσεώς του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, ότι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό, για τον κατηγορούμενο, συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 περ. α, β και ε του άρθρου 84 του Π.Κ., αφού η παραδοχή και ενός τουλάχιστον εξ αυτών οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και τα οποία μνημονεύει, κατά το είδος τους, προέκυψαν κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του τα εξής και συγκεκριμένα: "Από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και γενικά από όλη την εκδίκαση της υπόθεσης αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην ..., μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 15-09-2010 και μέχρι 31-05-2013 και όπως, ειδικότερα, κλιμακώνεται χρονικά η δράση του, στο διατακτικό της παρούσας, ενεργώντας εξακολουθητικά, κατά την έννοια του άρθρου 98 Ποινικού Κώδικα, όντας Καθηγητής Μαθηματικών (και Υποδιευθυντής στο ...) προέβαινε με πρόθεση σε παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της κατοικίας του, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση της παρ. 20 του άρθρου 14 του Νόμου 1566/1985-σε συνδυασμό με την παρ. 9 του άρθρου 13 του ίδιου Νόμου-σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις) η οριοθετούμενη συμπεριφορά του προβαίνοντας σε τέτοια απαγορευμένη (συμπεριφορά), τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Ειδικότερα, στους ειδικότερα εκτιθέμενους χρόνους του διατακτικού, σταθερά, προέβαινε και προς πορισμό εισοδήματος, πέραν του μισθού του, ως εκπαιδευτικού λειτουργού, σε παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων - ήτοι σε δραστηριότητα αντικείμενη σε επιτακτική διάταξη του νόμου - μη οργανώνοντας την εκπαιδευτική του δράση, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε οι μαθητές του που ταυτοποιούνται στο διατακτικό να μη χρειάζονται τουλάχιστον στην έκταση που προσδιόριζε η για μακρό χρονικό διάστημα παραπαιδευτική δραστηριότητα του κατηγορουμένου την, έναντι αμοιβής, βοήθεια αυτού, "προκειμένου να επιτύχουν τους τιθέμενους εκπαιδευτικούς τους στόχους" και τούτο, πολύ περισσότερο, γιατί η θέση ευθύνης του (Υποδιευθυντή) καθόριζε και το μέρος της συμπεριφοράς του πάντοτε στο πλαίσιο του νόμου που, για μακρό χρόνο, περιφρόνησε.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα και με τα περαιτέρω διατασσόμενα, χωρίς να του αναγνωρισθεί κανένα από τα αιτηθέντα ελαφρυντικά". Μετά ταύτα και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "Στην περιοχή της ... του Νομού Πρεβέζης κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2010 έως 31-5-2013 καίτοι απαγορεύεται η παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων από δασκάλους και από εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όντας καθηγητής μαθηματικών στη Δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και υποδιευθυντής του πρώτου (1ου) Λυκείου ..., ενεργώντας εξακολουθητικώς, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 98 του Π.Κ., ήτοι με περισσότερες από μία ομοειδές, αυτοτελείς και μερικότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβαινε κατά το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα σε κατ’ οίκον παραδόσεις ιδιαιτέρων μαθημάτων στα μαθηματικά σε ειδικά διαμορφωμένο προς τούτο χώρο εντός υπογείου χώρου της οικίας του έναντι αμοιβής. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος στον ως άνω τόπο και εντός του ως άνω αναφερομένου χρονικού διαστήματος, ενεργώντας εξακολουθητικώς, κατά την προεκτεθείσα έννοια, προέβαινε συστηματικά κατά τους χειμερινούς και θερινούς μήνες στην παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων στο μάθημα των μαθηματικών και συγκεκριμένα : Α) Κατά το σχολικό έτος 2010-2011, στους μαθητές Σ. Φ., Θ. Έ., Σ. Μ., Κ. Μ., Ρ. Α., Π. Ρ., Ζ. Γ., Ζ. Γ., Γ. Β., Κ. Ν., Μ. Ρ., Σ. Κ., Ρ. Μ., Φ. Π. Β., Π. Ο., Κ. Δ., Ρ. Π., Μ. Ν., Σ. Ζ., Λ. Σ. και Κ. Β., εισπράττοντας ως αμοιβή για το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2010 έως και τις 31-12-2010 το χρηματικό ποσό των 6.810 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως και 3-6-2011 το χρηματικό ποσό των 8.440 ευρώ, ήτοι 15.250 ευρώ συνολικά. Β) Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του έτους 2011, ήτοι από την 1-6-2011 έως και τις 30-8-2011, στους: Μ. Ρ., Σ. Κ., Π. Β. και Β. Γ., εισπράττοντας ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των 460 ευρώ συνολικά. Γ) Κατά το σχολικό έτος 2011-2012, στους μαθητές: Μ. Ρ., Σ. Κ., Π. Β., Β. Γ., Π. Φ., Γ. Ε., Σ. Α., Τ. Μ., Μ. Ν., Ρ. Π., Κ. Δ. και Σ. Ζ., εισπράττοντας ως αμοιβή για το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2011 έως και τις 31-12-2011 το χρηματικό ποσό των 4.160 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως και τις 30-6-2012 το χρηματικό ποσό των 2.970 ευρώ, ήτοι συνολικά 7.130 ευρώ και Δ) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2012 έως και τις 31-5-2013 στους: Σ. Κ., Β. Β., Κ. Ν., Κ. Μ., Λ. Γ., Ν. Ρ. και Π. Φ. εισπράττοντας ως αμοιβή για το χρονικό διάστημα από τις 15-9-2012 έως και τις 31-12-2012 το χρηματικό ποσό των 1.045 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2013 έως και τις 31-5-2013, το χρηματικό ποσό των 840 ευρώ, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 1.885 ευρώ. Ως εκ τούτων ενεργώντας κε προθέσεως και κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παραδόσεις ιδιαιτέρων μαθημάτων στους ως άνω μαθητές αποκερδαίνοντας συνολικά καθ’ όλο το ως άνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα το χρηματικό ποσό των 24.725 ευρώ συνολικά χωρίς να κέκτηται νομίμου προς τούτο δικαιολογητικού λόγου". Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το δικαστήριο που δίκασε, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προειρημένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και γενικά όλη η συζήτηση της υποθέσεως) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.) δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται να καταδεικνύεται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς (Α.Π. 830/2017, Α.Π. 377/2015). Επίσης, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, η συμπεριφορά του πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δε νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον ελλείψεως έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (Α.Π. 57/2017, Α.Π. 830/2017, Α.Π. 771/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την εξυπηρέτηση του αναιρετικού λόγου και δη της βασιμότητας ή μη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος πρόταση του Εισαγγελέα, ο παριστάμενος, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του, ακολούθως ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, με το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Από την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος: Έως την φερομένη πράξη έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συγκεκριμένα υπηρέτησε την μέση εκπαίδευση, με συνέπεια, ευσυνειδησία και εντιμότητα, έως την συνταξιοδότησή του, δημιούργησε, με την γυναίκα του Άννα, οικογένεια, αποκτώντας δύο παιδιά, τα οποία ανέθρεψε υποδειγματικά, απολαμβάνοντας τον σεβασμό της κοινωνίας της ..., στην οποία ζει, έως σήμερα. Η προσφορά των γνώσεών του εγένετο ουσιαστικά περιστασιακά και αφιλοκερδώς, προς παιδιά οικείων και όλως εξαιρετικά του μηνυτή, ως τοπικού αξιωματούχου. Μετά την φερομένη τέλεση της δικαζομένης πράξεως και μέχρι σήμερα, δηλαδή για διάστημα περίπου τεσσάρων (4) ετών, έχει επιδείξει καλή συμπεριφορά. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στα πεδία της εργασίας των κοινωνικών σχέσεων, της οικογένειας κ.λ.π. είναι εντός των ορίων του νόμου, ώστε να θεμελιώνεται η κοινωνική ένταξη και λειτουργία. Περάτωσε την εργασιακή του σχέση, μετά τριάντα εννέα (39) έτη υπηρεσίας στη Μέση Εκπαίδευση, ασχολούμενος πλέον με την οικογένειά του, με την οποίαν ζει στην ..., δεν έχει εμπλακεί σε άλλη δικαστική υπόθεση, κάτι που αποδεικνύεται και από το ποινικό του μητρώο και εν γένει διάγει ως ευσυνείδητος πολίτης". Όμως η προβολή των προαναφερομένων αυτοτελών ισχυρισμών έγινε δίχως την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που να τους στηρίζουν, ήταν δε εντελώς αόριστοι, αφού δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (Α.Π. 396/2015, Α.Π. 193/2015) και καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ. Περαιτέρω, ενώ ζητήθηκε και η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του Π.Κ. εντούτοις δεν γίνεται καμία άλλη αναφορά πέραν της επικλήσεως του άρθρου αυτού. Επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία, απορρίπτοντας τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς. Επομένως, αναφορικά με την καταδικαστική κρίση καθώς και με την χωρίς αιτιολογία, απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος από το Δικαστήριο της ουσίας, οι συναφείς, περί της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Τέλος, από την αντιπαραβολή του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως με το σκεπτικό της πρωτοβάθμιας υπ’ αριθμ. 1475/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας σαφώς προκύπτει ότι το σκεπτικό της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του δικές του σκέψεις και νέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την στήριξη της καταδικαστικής κρίσεώς του σε δεύτερο βαθμό. Επομένως δεν υπάρχει, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής κρίσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και δεν παραβιάσθηκε η αρχή της δίκαιης δίκης, οι δε σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα την 11-5-2017 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμό πρωτ: .../11-5-2017 από 11-5-2017 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Χ. Ζ. του Β. και της Β., κατοίκου ...) για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 82/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια