ΑΠ 1375 / 2014 Διαθήκη, Δωρεά, Κληρονομία . Περίληψη: Ανάκληση δωρεά λόγω αχαριστίας. Μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής. Πενταετής αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως. Έναρξη προθεσμίας επί εξακολουθητικής συμπεριφοράς που συνιστά την αχαριστία. Αποκλήρωση συζύγου με διαθήκη για ύπαρξη λόγου διαζυγίου. Πότε ερμηνεία διαθήκης κατ’ άρθρ. 173 (όχι και 200) και 1781 ΑΚ. Ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου για ύπαρξη κενού ή (και) ασάφειας στη διαθήκη και για την προκύπτουσα από την ερμηνεία αληθή βούληση του διαθέτη. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος κατ’ αρθρ 559 αρ 1 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει ΕφΚρ 87/2009).

ΑΠ 1375 / 2014   Διαθήκη, Δωρεά, Κληρονομία .
Περίληψη:
Ανάκληση δωρεά λόγω αχαριστίας. Μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής. Πενταετής αποκλειστική προθεσμία ασκήσεως. Έναρξη προθεσμίας επί εξακολουθητικής συμπεριφοράς που συνιστά την αχαριστία. Αποκλήρωση συζύγου με διαθήκη για ύπαρξη λόγου διαζυγίου. Πότε ερμηνεία διαθήκης κατ’ άρθρ. 173 (όχι και 200) και 1781 ΑΚ. Ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου για ύπαρξη κενού ή (και) ασάφειας στη διαθήκη και για την προκύπτουσα από την ερμηνεία αληθή βούληση του διαθέτη. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος κατ’ αρθρ 559 αρ 1 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει ΕφΚρ 87/2009)....




Αριθμός 1375/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Θ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...., ο οποίος ανακάλεσε την από 26/2/2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι διορθώνει το επώνυμο του 2ου αναιρεσιβλήτου στο ορθό "Μ." από το εσφαλμένο "Μ.".
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Κοτσώνη.
Του καθού η κλήση: Δήμου Χανίων Κρήτης, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχό του που εδρεύει στα Χανιά, ως ειδικού διαδόχου - κληρονόμου εκ διαθήκης του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Σ. Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ......

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2001 αγωγή του Ι. Β., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, και την από 10/4/2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2009 αίτησή της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 21ης/11/2012, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 5/9/2013 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στον σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή, η ανάκληση δε αυτή γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 509 εδ. α'του ΑΚ, με δήλωση προς τον δωρητή, που δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 982/2004). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ΑΚ η ανάκληση αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στον δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, πληροφορήθηκε τον λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποκλειστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη της ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, και η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1043/2000, 982/2004). Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ7-8/2006).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα μετά τον Μάιο του 1999 έδειξε αχαριστία προς τον τότε σύζυγό της Ι. Β., εγκαταλείποντάς τον ολοκληρωτικά και αδιαφορώντας πλήρως γι' αυτόν, σε περίοδο μάλιστα που ο τελευταίος είχε απόλυτη ανάγκη τη βοήθειά της, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του (82 ετών) και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (υπέρταση, αρθρίτιδα κάτω άκρων, νεφρική ανεπάρκεια κ.λ.π.), η αδιαφορία δε αυτή διήρκεσε εξακολουθητικά μέχρι την άσκηση εκ μέρους του συζύγου της τής ένδικης από 5-4-2001 αγωγής περί ανακλήσεως, λόγω αχαριστίας, της αναφερομένης δωρεάς εν ζωή του πρώτου προς την αναιρεσείουσα, ήτοι της ψιλής κυριότητας ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 6654,85 τ.μ. που βρίσκεται στο χωριό Περιβόλια Κυδωνίας του Ν. Χανίων με την εντός αυτού κεραμοσκεπή οικία εμβαδού 59,75τ.μ. Βάσει των παραδοχών αυτών και αφού απέρριψε την ένσταση-λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι το δικαίωμα ανακλήσεως αποκλείεται εν προκειμένω λόγω παρελεύσεως της ειρημένης ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας που θέτει το άρθρο 510 του ΑΚ για την άσκησή του, το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την αγωγή του δωρητή-συζύγου της αναιρεσείουσας, στου οποίου, θανόντος ήδη, τη θέση έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι-κληρονόμοι του, και αναγνώρισε ως έγκυρη και ισχυρή την περιεχόμενη στην αγωγή αυτή δήλωση περί ανακλήσεως της ανωτέρω δωρεάς εν ζωή προς την αναιρεσείουσα. Ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-δωρεοδόχου που συνιστούσε τον λόγο της ανάκλησης της δωρεάς (αχαριστία) εξακολουθούσε μέχρι την άσκηση της αγωγής, η ανωτέρω αποκλειστική προθεσμία για την ανάκληση δεν είχε, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αρχίσει όταν ασκήθηκε η αγωγή, και κατά συνέπειαν δεν τίθεται ζήτημα συμπληρώσεώς της εν προκειμένω. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε, ως ανωτέρω, τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 510 του ΑΚ και δεν υπέπεσε, με εσφαλμένη εφαρμογή της, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1842 του ΑΚ ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον σύζυγό του αν κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του, κατά δε το άρθρο 1483 του ΑΚ ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και να αναφέρεται σ' αυτήν, και εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει τον λόγο της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 1781 του ΑΚ κατά την ερμηνεία της διαθήκης, στην οποία οφείλει να προσφύγει το δικαστήριο όταν η δήλωση της βούλησης του διαθέτη όπως διατυπώθηκε είναι ασαφής ή εμφανίζει κενά, αναζητείται η αληθής βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή, στην ερμηνεία αυτή, τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, τα οποία αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, όπως και η διαθήκη, αλλά σε συμβάσεις (ΑΠ 627, 1225/2005). Τέλος, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη διαθήκη ως προς τη βούληση του διαθέτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 627/2005), όπως ανέλεγκτη είναι, για τον ίδιο λόγο, και η κρίση του δικαστηρίου για την αληθή βούληση του διαθέτη, στην οποία (κρίση) καταλήγει το δικαστήριο μετά την προσφυγή του στις ανωτέρω διατάξεις και την ερμηνεία της διαθήκης σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.
Εν προκειμένω, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Ο διαθέτης είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του λόγο διαζυγίου, βάσιμο και ενεργό, κατά της συζύγου του που του έδινε το δικαίωμα να ασκήσει εναντίον της αγωγή διαζυγίου. Ο λόγος αυτός, ο οποίος συνίσταται στην εγκατάλειψή του από τη σύζυγό του και στην αδιαφορία που αυτή επέδειξε απέναντί του, κατά τα προαναφερθέντα, αναφέρεται και στην ανωτέρω (από 18-12-2000 μυστική) διαθήκη του, έστω και όχι αμέσως, αλλά εμμέσως, πλην όμως σαφώς. Ειδικότερα ο διαθέτης τοποθετεί μεν τον ανωτέρω λόγο στην παράγραφο της διαθήκης στην οποία αναφέρει ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του για ανάκληση της δωρεάς στην οποία είχε προβεί προς την σύζυγό του, πλην όμως, ερμηνευομένου του ασαφούς αυτού σημείου με βάση το όλο περιεχόμενο της διαθήκης, αλλά και την εικαζόμενη βούλησή του, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του δικαστηρίου και προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, είναι πλέον ή βέβαιον ότι ο διαθέτης θεωρούσε και την εγκατάλειψή του από τη σύζυγό του ως λόγο που δικαιολογούσε την αποκλήρωσή της". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την συνεκδικασθείσα από 10-4-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων-κληρονόμων του θανόντος συζύγου της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε έγκυρη την αποκλήρωση της τελευταίας από τον σύζυγό της για τον ανωτέρω λόγο (βάσιμος λόγος διαζυγίου κατά τον χρόνο του θανάτου του, αναγόμενος "σε υπαιτιότητα" της συζύγου), ο οποίος αναφερόταν στην διαθήκη. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ασάφεια στην ειρημένη διαθήκη του συζύγου της αναιρεσείουσας - δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ως προς τον λόγο της αποκλήρωσης της πρώτης που περιείχετο στη διαθήκη, προσφεύγοντας δε κατόπιν τούτου στην ερμηνεία της διαθήκης το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση ότι ο λόγος της αποκλήρωσης ήταν εκείνος που προαναφέρθηκε (ύπαρξη λόγου διαζυγίου κ.λ.π.). Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη η κρίση του δικαστηρίου τόσον ως προς την ύπαρξη κενού ή (και) ασάφειας στη διαθήκη όσον και ως προς την αληθή βούληση του διαθέτη που δέχεται το δικαστήριο μετά την ερμηνεία της διαθήκης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη ασάφειας στη διαθήκη, ενώ τέτοια ασάφεια, εντεύθεν δε και ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της διαθήκης, δεν υφίστατο, αφ' ενός, και (με το να δεχθεί) τα ανωτέρω (ύπαρξη λόγου διαζυγίου, ως λόγου αποκληρώσεως) ως την αληθή βούληση του διαθέτη, μετά την ερμηνεία της διαθήκης, αφ' ετέρου, υπέπεσε στις αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ (τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, το οποίο επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα ως παραβιασθέν, δεν ισχύουν επί ερμηνείας των διαθηκών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα), είναι (ο ανωτέρω λόγος) απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθ. 176, 183, 191παρ. 2 ΚΠολΔ, 281παρ. 2 ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-7-2009 αίτηση της Θ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 87/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την πρώτη, και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο (Δήμο Χανίων).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια